ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

Ἁγία καί Μεγάλη Παρασκευή πρωί 10-04-2026

«Πιστεύω καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν… σταυρωθέντα τε ὑπέρ ἡμῶν καί παθόντα», διεκήρυξαν οἱ ὅσιοι καί θεοφόροι πατέρες τῆς Α΄ ἐν Νικαίᾳ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Αὐτή τήν πίστη τῆς Νικαίας κρατᾶμε ἀνόθευτη καί ἀπαραχάρακτη κι ἐμεῖς, οἱ Ὀρθόδοξοι ἀποτειχισμένοι, σήμερα, Ἁγία καί Μεγάλη Παρασκευή τοῦ 2026.

Ἰδού, λοιπόν, ἐνώπιόν μας το Θεῖον Δράμα! Ἰδού, λοιπόν, πρόκειται μπροστά μας ὁ Σταυρωθείς Κύριος, ἡ Ἑσταυρωμένη Ἀγάπη, τό «ἑστηκός ὡς ἑσφαγμένον Ἀρνίον», κατά τήν ἔξοχη ἔκφραση τῆς Ἀποκαλύψεως. «Καὶ εἶδον ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου καί  τῶν τεσσάρων ζώων καὶ ἐν μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων ἀρνίον ἑστηκὸς ὡς ἐσφαγμένον, ἔχον κέρατα ἑπτὰ καὶ ὀφθαλμοὺς ἑπτά, ἅ εἰσι τὰ ἑπτὰ πνεύματα τοῦ Θεοῦ ἀποστελλόμενα εἰς πᾶσαν τὴν γῆν»[1], δηλαδή «Καί εἶδα», περιγράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, «στό μέσον τοῦ θρόνου καί τῶν τεσσάρων ζώων καί στό μέσον τῶν πρεσβυτέρων ἕνα ἀρνί, πού στεκόταν σάν σφαγμένο, ἔχοντας ἕπτά κέρατα καί ἑπτά μάτια, τά ὁποία εἶναι τά ἑπτά πνεύματα τοῦ Θεοῦ, πού ἀποστέλλονται σέ ὅλη τήν γῆ». 

Ὁ Χριστός ὀνομάζεται «ἀρνίον», διότι ὑπέστη τὸν Σταυρικὸ θάνατο, ἔγινε τό ἐξιλαστήριο θῦμα τῆς ἁμαρτωλῆς ἀνθρωπότητος. «Ὑπῆρξε  ̓Αρνίον, γιά νά πάθει ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων», γράφει ὁ ἑρμηνευτής Βικτωρῖνος.

Ἡ λέξη «ἀρνίον» εἶναι ὑποκοριστικὸ τῆς λέξεως «ἀρνός», «ἀμνός». Τόν Χριστό, ὅπως βλέπουμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, τὸν ἀνεκήρυξε ὡς «ἀμνό» ὁ μεγαλοφωνότατος Προφήτης Ἠσαΐας. Αὐτό διαβάζουμε καὶ στίς Πράξεις τῶν  ̓Αποστόλων : «Ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη, ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτὸν ἄφωνος, οὕτως οὐκ ἀνοίγει τό στόμα αὐτοῦ»[2], δηλαδή «σὰν πρόβατο ὀδηγήθηκε σέ σφαγή καὶ σὰν ἀρνί ἄφωνο ἔναντι ἐκείνου, ποὺ τὸ κουρεύει, ἔτσι δὲν ἀνοίγει τὸ στόμα του».

Ὁ τελευταῖος τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ μέγας ἀθλητὴς τῆς ἐρήμου, ὁ Τίμιος Πρόδρομος, στίς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ ἔδειξε μὲ τὸ δάκτυλό του τὸν Χριστὸ στὸ λαό, ὡς ἀμνό, λέγοντας : «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»[3], δηλαδή «Νά, τό ἀρνί τοῦ Θεοῦ, πού σηκώνει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου».

Τὴν μορφὴ τοῦ Χριστοῦ ὡς  ̓Αρνίου τὴν συναντᾶμε εἴκοσι ἐννέα φορὲς στό βιβλίο τῆς  ̓Αποκαλύψεως. Συμβαίνει δὲ αὐτό, διότι ἔτσι τονίζεται ὁ ἐξιλαστήριος θάνατος τοῦ Κυρίου. Γιὰ νὰ γίνει δὲ πιὸ φανερὴ ἡ Σταυρική θυσία, ὁ ἑκούσιος Σταυρικός θάνατος τοῦ Χριστοῦ, παρουσιάζεται τὸ ̓Αρνίον «ὡς ἐσφαγμένον». Ἔφερε δηλαδὴ τὰ ἴχνη τῆς σφαγῆς Του. Ἔφερε, μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, τίς πληγές τῆς Σταυρώσεώς Του. Παρουσιάζεται ἀκόμη τὸ  ̓Αρνίον ὡς «ἑστηκός», δηλαδὴ ὄρθιο, γιὰ νὰ δείξη ὅτι, παρ’ ὅλο πού θεληματικὰ σφαγιάστηκε ὑπὲρ τοῦ κόσμου, ἐντούτοις ἀναστήθηκε ὡς Παντοδύναμος Θεός. Ὁ ἑρμηνευτής ἅγιος ̓Ανδρέας Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας Καππαδοκίας τὸ ἐξηγεῖ ὡς ἑξῆς : «Ὡς ἐσφαγμένον δηλοῖ τὴν μετὰ τὴν σφαγὴν ζωὴν αὐτοῦ, ἐν ᾗ ἐδείκνυ τὰ τοῦ πάθους σύμβολα, ὡς ἐσφαγμένον ἀληθῶς, μετά τὴν ἐκ νεκρῶν ἔγερσιν»[4]. Δηλ. «Τό ὅτι παρουσιάζεται ὡς ἐσφαγμένο ἀρνίον φανερώνει τήν ζωή Του μετά τήν σφαγή, κατά τήν ὁποία ἔδειχνε τά σύμβολα τοῦ πάθους, ὡς πραγματικά σφαγμένο, μετά τήν ἀνάσταση ἀπό τούς νεκρούς».

Χθές, λοιπόν, Ἁγία καί Μεγάλη Πέμπτη, τό βράδυ, στό κήρυγμά μας ἀναφερθήκαμε στά παλαιά ἴχνη τῆς σφαγῆς, τά παλαιά εἴδη τῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ. Σήμερα, Ἁγία καί Μεγάλη Παρασκευή πρωΐ, ἄς μᾶς ἐπιτρέψει ὁ Σταυρωθείς Κύριος καί ἡ ἀγάπη σας νά ἀναφερθοῦμε ὡς μιά συνέχεια στά νέα, τά σύγχρονα ἴχνη τῆς σφαγῆς Του, στά νέα, τά σύγχρονα εἴδη τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ. Ποιά εἶναι αὐτά;

Ὁ συγκρητισμός. Ὁ πολιτικός καί θρησκευτικός παναιρετικός οἰκουμενισμός, διαχριστιανικός καί διαθρησκειακός. Οἱ αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ, τοῦ Προτεσταντισμοῦ καί τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ. Οἱ ἀντίχριστες θρησκεῖες τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί τοῦ  Ἰσλάμ. Ἡ μασονία καί ὁ διεθνής φρικώδης πανσιωνισμός. Ἡ αἱρετική ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης, τῆς ὁποίας τά 10 χρόνια ἕτοιμάζονται νά ἑορτάσουν οἱ παναιρετικοί οἰκουμενιστές τόν ἐρχόμενο Ἰούνιο. Τό Οὐκρανικό ψευδοαυτοκέφαλο. Ἡ Σκοπιανή ψευδοεκκλησιαστικοποίηση. Ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς πάσης φύσεως αἱρετικούς καί σχισματικούς. Ἡ θεωρία τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν Θεοκτόνων καί Χριστοκτόνων Ἰούδα καί Ἑβραίων, κλήρου καί λαοῦ, ἀπό τήν εὐθύνη τῆς Σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀπάλειψη ἀντιϊουδαϊκῶν – ἀντιεβραϊκῶν ἀναφορῶν ἀπό τά λειτουργικά μας κείμενα, ἰδίως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Ἑβδομάδος καί τῶν Ἐγκωμίων τοῦ Ἐπιταφίου τοῦ Κυρίου. Ἡ δίωξη, ἀφαίρεση καί ἀποκαθήλωση τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ Ἑσταυρωμένου ἀπό τήν θέση του πίσω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα. Ἡ θεώρηση τῆς θέας τῆς εἰκόνος τοῦ Ἑσταυρωμένου ὡς σκηνῆς βίας, ἐγκλήματος καί κακοποίησης, καί γι’ αὐτό ἀκατάλληλης ὡς μέσου διαπαιδαγώγησης τῶν παιδιῶν, ὡς «διαιώνιση τῆς στιγμιαίας καύχησης τοῦ Διαβόλου» καί ὡς «παγίωση τῆς μιᾶς καὶ μοναδικῆς χρονικῆς στιγμῆς τῆς ‘’νίκης’’ τοῦ Διαβόλου κατὰ τοῦ Χριστοῦ». Ὁ κοινός, διαχριστιανικός συνεορτασμός τοῦ Πάσχα μεταξύ οἰκουμενιστῶν ἐκ τῶν ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν. Ἡ ἀλλοίωση, μετάλλαξη καί διαστρέβλωση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, πού ἔγινε στή Νίκαια τόν περασμένο Νοέμβριο τοῦ 2025. Ἡ ἀπαξίωση, ὑποτίμηση, κατασυκοφάντηση καί στρέβλωση τῆς ἁγιοπνευματικῆς, ἱεροκανονικῆς καί ἁγιοπατερικῆς διακοπῆς μνημονεύσεως ἤ ἀποτειχίσεως. Ἡ πρό μηνός ἀμνήστευση, νομιμοποίηση καί θεσμοθέτηση ἀπό τό ΣτΕ τῆς ὁμοφυλοφιλίας (σοδομισμοῦ – κιναιδισμοῦ) τῶν λόατκι, τοῦ «γάμου» τῶν ὁμοφυλοφίλων καί τῆς υἱοθεσίας τέκνων ἐξ αὐτῶν. Ἡ ἐμβολιολαγνεία. Ἡ μασκοφορία. Ἡ ἄυλη πραγματικότητα. Ἡ ψηφιακή ἐποχή. Ἡ Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ).Ἡ ὑποχρεωτική νέα ψηφιακή ταυτότητα. Ὁ ἀναγκαστικῶς ἐπιβαλλόμενος Προσωπικός Ἀριθμός ἀπό τόν ἐρχόμενο Μάιο. Οἱ πόλεμοι σέ Οὐκρανία, Γάζα, Ἰράν, Μέση Ἀνατολή καί ὅπου ἀλλοῦ.

Αὐτά εἶναι τά νέα, τά σύγχρονα ἴχνη τῆς σφαγῆς τοῦ Χριστοῦ, τά νέα, τά σύγχρονα εἴδη τῶν παθῶν Του, πού Τοῦ προκαλοῦν, ὡς ἄλλοι σταυρωτές καί ἀνασταυρωτές Του, ἡ σύγχρονη πολιτική καί ἐκκλησιαστική ἡγεσία, οἱ σύγχρονοι Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι, καί ὁ λαός ὁ δυσσεβής καί παράνομος.

Ἐμεῖς, ὅμως, ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ἀποτειχισμένοι, ἀρνούμαστε νά μπήξουμε τέτοια καρφιά στό Πανάγιο καί Πανάσπιλο Σῶμα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας καί νά γίνουμε σταυρωτές Του. Παραμένουμε πιστοί μαθητές Του καί ἀναλαμβάνουμε τόν ρόλο τοῦ Σίμωνος τοῦ Κυρηναίου, γινόμαστε συγκυρηναῖοι. Κατά τόν ὅσιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, «Σίμων» σημαίνει «ὑπακοή» καί «Κυρηναῖος» «ἑτοιμότητα». Καθένας, λοιπόν, πού εἶναι ἕτοιμος νά ὑπακούει στό Εὐαγγέλιο καί ὑπομένει πρόθυμα, μέ νέκρωση τῶν ἐπιγείων μελῶν του, τήν κακουχία τῆς πρακτικῆς φιλοσοφίας γιά χάρι τῆς ἀρετῆς, ἔγινε Σίμων Κυρηναῖος. Αὐτός, ἀσκώντας ἑκούσια τήν ἀρετή, σηκώνοντας στούς ὤμους του τόν σταυρό καί ἀκολουθώντας τόν Χριστό, παρουσιάζει τήν διαγωγή τοῦ βίου, πού εἶναι σύμφωνος μέ τόν Θεό, τελείως ἀπομακρυσμένη ἀπό τή γῆ[5].    

Ἀναλαμβάνουμε, ἐπίσης, τόν ρόλο τῶν κηδευτῶν τοῦ Χριστοῦ, τῶν ἁγίων Ἰωσήφ ἀπό Ἀριμαθαίας, τοῦ νυκτερινοῦ μαθητοῦ, καί Νικοδήμου, τοῦ κεκρυμένου μαθητοῦ, ὅπως αὐτός περιγράφεται στά κατωτέρω δύο θαυμασιώτατα, ἐξαίρετα καί συγκινητικότατα τροπάρια τῆς ὑμνολογίας τῆς σημερινῆς πένθιμης ἡμέρας.            

Τό πρώτο εἶναι τό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ Ἁγίου καί Μεγάλου Σαββάτου : «Σὲ τὸν ἀναβαλλόμενον, τὸ φῶς ὥσπερ ἱμάτιον, καθελὼν Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ξύλου, σὺν Νικοδήμῳ, καὶ θεωρήσας νεκρὸν γυμνὸν ἄταφον, εὐσυμπάθητον θρῆνον ἀναλαβών, ὀδυρόμενος ἔλεγεν· Οἴμοι, γλυκύτατε Ἰησοῦ ὃν πρὸ μικροῦ ὁ ἥλιος ἐν Σταυρῷ κρεμάμενον θεασάμενος, ζόφον περιεβάλλετο, καὶ ἡ γῆ τῷ φόβῳ ἐκυμαίνετο, καὶ διεῤῥήγνυτο ναοῦ τὸ καταπέτασμα· ἀλλ’ ἰδοὺ νῦν βλέπω σε, δι’ ἐμὲ ἑκουσίως ὑπελθόντα θάνατον· πῶς σε κηδεύσω Θεέ μου; ἢ πῶς σινδόσιν εἱλήσω; ποίαις χερσὶ δὲ προσψαύσω, τὸ σὸν ἀκήρατον σῶμα; ἢ ποία ᾄσματα μέλψω, τῇ σῇ ἐξόδῳ Οἰκτίρμον; Μεγαλύνω τὰ Πάθη σου, ὑμνολογῶ καὶ τὴν Ταφὴν σου, σὺν τῇ ἀναστάσει, κραυγάζων· Κύριε δόξα σοι».

«Ἐσένα, πού εἶσαι ντυμένος τό φῶς σάν ροῦχο, ἀποκαθηλώνοντας ὁ Ἰωσήφ ἀπό τό ξύλο (τοῦ Σταυροῦ) μαζί μέ τόν Νικόδημο, καί βλέποντάς Σε νεκρό, γυμνό, ἄταφο, ἀναλαμβάνοντας θρῆνο γεμάτο συμπάθεια, κλαίγοντας ἔλεγε : Ἀλλοίμονο, γλυκύτατε Ἰησοῦ! Πρίν ἀπό λίγο ὁ ἥλιος, βλέποντάς Σε νά κρέμεσαι στόν Σταυρό, καλύφθηκε μέ βαθύ σκοτάδι καί ἡ γῆ ἀπό τόν φόβο της κλονιζόταν, καί σχίστηκε τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ. Ἀλλά, νά τώρα Σέ βλέπω νά ἔχεις ὑποστεῖ ἐκούσια θάνατο γιά μένα. Πῶς νά σέ κηδεύσω, Θεέ μου; Ἤ πῶς νά σέ τυλίξω μέ σεντόνια; Μέ ποιά χέρια ν’ ἀγγίξω τό ἀμόλυντο Σῶμα Σου; Ἤ ποιά ἄσματα νά ψάλλω στήν ἐξόδιό Σου, σπλαχνικέ Κύριε; Μεγαλύνω τά Πάθη σου, ὑμνολογῶ  καί τήν Ταφή Σου, μαζί μέ τήν Ἀνάστασή Σου, κραυγάζοντας : Κύριε, δόξα σ’ ἐσένα».

Καί τό δεύτερο εἶναι τό τροπάριο, πού ψάλλεται στό τέλος τοῦ ὄρθρου τοῦ Ἁγίου καί Μεγάλου Σαββάτου, λίγο πρίν τήν ἔξοδο τοῦ Ἐπιταφίου : «Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτίνας, καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαρραγέν, τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ, ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων· Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλίνῃ· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ Μήτηρ καθορῶσα νεκρωθέντα ἐβόα·  Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι, καὶ καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορῶσα, ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω.  Καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα, ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ, κατέθετο ἐν τάφῳ τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον, καὶ τὸ μέγα ἔλεος».

«Ὅταν ὁ Ἰωσήφ εἶδε τόν ἥλιο νά κρύβει τίς ἀκτίνες του καί τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ νά σχίζεται μέ τόν θάνατο τοῦ Σωτῆρος, ἐπισκέφθηκε τόν Πιλᾶτο καί τόν παρακαλεῖ μ’ αὐτά τά λόγια : Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού ἀπό βρέφος ἀκόμη ζοῦσε σ’ αὐτό τόν κόσμο, ὡς ἀποξενωμένος. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού οἱ ὁμόφυλοί του, μισώντας τον, τόν θανατώνουν σάν ξένο. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού μοῦ φαίνεται ξένο-περίεργο, ὅταν βλέπω τό παράξενο τοῦ θανάτου Του. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού γνωρίζει νά φιλοξενεῖ τούς φτωχούς καί τούς ξένους. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού οἱ Ἑβραῖοι μέ φθόνο Τόν ἀποξένωσαν ἀπό τόν κόσμο. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, γιά νά Τόν κρύψω στόν τάφο, ἀφοῦ ὡς ξένος δέν ἔχει, ποῦ νά ἀκουμπήσει τήν Κεφαλή Του. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού, ὅταν ἡ Μητέρα Του Τόν ἔβλεπε νεκρό, φώναζε δυνατά : Ὦ! Υἱέ καί Θεέ μου, ἄν καί ἔχω πληγωθεῖ στά σπλάγχνα καί σπαράσσει ἡ καρδιά μου, βλέποντάς Σε νεκρό, ὅμως, παίρνοντας θάρρος ἀπό τήν Ἀνάστασή Σου, μεγαλύνω. Καί μ’ αὐτά, λοιπόν, τά λόγια ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, παρακαλώντας ἐπίμονα τόν Πιλᾶτο, λαμβάνει τό Σῶμα τοῦ Σωτῆρα, τό ὁποῖο ἀφοῦ, τύλιξε μέ εὐλάβεια σέ σεντόνι καί τό ἄλειψε μέ ἄρωμα σμύρνας,, κατέθεσε στόν τάφο Αὐτόν, πού παρέχει σέ ὅλους αἰώνια ζωή καί τό μέγα ἔλεος»

Ὁ ἅγιος Ἰωσήφ ὑπενθυμίζει στόν Πιλᾶτο ὅτι ὁ νεκρός, πού ζητεῖ νά ἐνταφιάσει εἶναι ἕνας ξένος καί ἄγνωστος ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Ἦλθε μέ τή Σάρκωσή Του στήν «περιουσία» Του, στούς δικούς Του ἀνθρώπους καί αὐτοί δέν Τόν γνώρισαν. Τόν ἀποξένωσαν ἀπό τήν ζωή του. Χαρακτηρίζεται ὡς ξένος παρ’ ὅλα τά θαύματά Του, πού οἱ ἄνθρωποι ἀπό ἐγωϊσμό τά διέστρεψαν καί ἔτσι ἡ ψυχή τους γέμισε ἀπό μίσος στό Πρόσωπό Του, ὥστε νά Τόν ὁδηγήσουν στόν θάνατο. Ὁ ἱερός ὑμνωδός βλέπει μέ τό στόμα τοῦ ἁγίου Ἰωσήφ στόν θάνατο τοῦ Κυρίου τήν πηγή τῆς ἄφθαρτης καί αἰώνιας ζωῆς καί ἐκπλήττεται καί φρίττει ἀπό τό ἀκατάληπτο αὐτό μυστήριο. Ζητεῖ ἀπό τόν Πιλᾶτο τό Σῶμα τοῦ ξενωθέντος Κυρίου, πού φιλοξενοῦσε καί προστάτευε ὅλους τούς φτωχούς καί ἀποξενωθέντας ἀνθρώπους.

ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου στόν λόγο του στήν θεόσωμη ταφή τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ[6], λέγει :

«Αὐτό εἶναι ἀπόκρυφο μυστήριο τῶν μυστηρίων. Δυό κρυφοί μαθητές, ἔρχονται νά κρύψουν τόν Ἰησοῦ στόν τάφο, διδάσκοντας μέ τή δική τους ἀπόκρυψη τό κρυφό μυστήριο τοῦ ἅδη τοῦ Θεοῦ, πού κρύφτηκε κάτω ἀπ’ τή σάρκα, ξεπερνώντας ὁ ἕνας τόν ἄλλον στή θερμή διάθεση. Πρός τόν Χριστό. Ὁ μέν Νικόδημος μεγαλόψυχος προσφέροντας σμύρνη καί ἀλόη, ὁ δέ Ἰωσήφ ἀξιέπαινος στήν τόλμη καί τό θάρρος πρός τόν Πιλάτο. Διότι, αὐτός, διώχνοντας κάθε φόβο, μέ τόλμη παρουσιάστηκε στόν Πιλᾶτο, ζητώντας τό σῶμα τοῦ  Ἰησοῦ. Καί ὅταν παρουσιάστηκε, φέρθηκε μέ μεγάλη σοφία, γιά νά ἐπιτύχει αὐτό, πού ἤθελε. Γι’ αὐτό  δέν χρησιμοποιεῖ μπροστά στόν Πιλᾶτο ὑπερήφανα καί ὑψηλά λόγια, γιά νά μήν τοῦ ἀνάψει τήν ὀργή καί χάσει τό ζητούμενο. Οὔτε τοῦ  λέει : Δός μου τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, πού σκοτεινίασε πρίν ἀπό λίγο τόν ἥλιο, πού ἔσχισε τίς πέτρες, πού ἔσεισε τή γῆ καί ἄνοιξε τούς τάφους καί ἔσχισε τό καταπέτασμα τοῦ  ναοῦ. Τίποτε τέτοιο δέν λέει στόν Πιλᾶτο.

Ἀλλά, τί τοῦ λέει; Ἕνα τιποτένιο αἴτημα, καί γιά ὅλους μικρό, ἄρχοντά μου, ἦλθα νά σοῦ ζητήσω. Ἕνα πολύ μικρό αἴτημα. Τό ἑξῆς : Δός μου νά θάψω τό νεκρό σῶμα ἐκείνου, πού καταδικάστηκε ἀπό ἐσένα, τοῦ  Ἰησοῦ τοῦ  Ναζωραίου, τοῦ  Ἰησοῦ τοῦ  φτωχοῦ, τοῦ  Ἰησοῦ τοῦ  ἄστεγου, τοῦ  Ἰησοῦ, πού κρέμεται –στόν Σταυρό- γυμνός καί περιφρονημένος, τοῦ Ἰησοῦ τοῦ γιοῦ τοῦ ξυλουργοῦ, τοῦ Ἰησοῦ τοῦ δέσμιου, πού ἔμενε στό ὕπαιθρο, τοῦ ξένου, τοῦ ἀγνώριστου μεταξύ τῶν ξένων, τοῦ περιφρονημένου, καί κοντά σέ ὅλα καί κρεμασμένου στόν Σταυρό. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, γιατί τί σέ ὠφελεῖ τό σῶμα αὐτοῦ τοῦ ξένου; Δός μου αὐτόν τόν ξένο, γιατί ἦλθε ἐδῶ ἀπό μακρυνή χώρα, γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο, πού ἀποξενώθηκε ἀπό τόν Θεό. Γιατί, κατέβηκε στή σκοτεινή γῆ, γιά νά ἀνεβάσει τόν ξένο. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, γιατί αὐτός εἶναι ὁ μόνος —πραγματικά— ξένος. Δός μου αὐτόν τόν ξέν,ο τοῦ  Ὁποίου τή χώρα ἀγνοοῦμε ἐμεῖς οἱ ξενητεμένοι. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, τοῦ  Ὁποίου τόν Πατέρα ἀγνοοῦμε ἐμεῖς οἱ ξένοι. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, τοῦ Ὁποίου τόν τόπο καί τή γέννηση καί τόν τρόπο — τῆς ζωῆς Του— ἀγνοοῦμε ἐμεῖς οἱ ξένοι. Δός μου αὐτόν τόν ξέν,ο πού ἔζησε ζωή καί βίο ξενητεμένου στά ξένα. Δός μου αὐτόν τόν ξένο Ναζωραῖο, τοῦ  Ὁποίου τή γέννηση καί τόν τρόπο ἀγνοοῦμε ἐμεῖς οἱ ξένοι. Δός μου αὐτόν, πού μέ τή θέλησή Του εἶναι ξένος καί ἐδῶ δέν ἔχει ποῦ νά γείρει τό κεφάλι. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού σάν ξένος σέ ξένη χώρα, ἄστεγος γεννήθηκε στή φάτνη. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού ἀπ’ αὐτήν ἀκόμη τή φάτνη ἔφυγε ὡς ξένος ἀπό τόν Ἡρώδη. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού ἀπ’ τά σπάργανά Του ἀκόμη ξενητεύθηκε στήν Αἴγυπτο, καί δέν εἶχε πόλη, οὔτε χωριό, οὔτε σπίτι, οὔτε τόπο νά μείνει, οὔτε συγγενῆ, ἀλλά σέ ξένη χώρα Αὐτός εἶναι ξένος. Δός μου, ἄρχοντά μου αὐτόν τόν γυμνό, πού κρέμεται στό ξύλο —τοῦ Σταυροῦ— νά Τόν σκεπάσω, γιατί Αὐτός σκέπασε τή γύμνωση τῆς φύσεώς μου. Δός μου αὐτόν τόν νεκρό, πού εἶναι μαζί καί Θεός, νά σκεπάσω Αὐτόν, πού κάλυψε τίς δικές μου ἀνομίες. Δός μου, ἄρχοντά μου, τόν νεκρό, πού ἔθαψε μέσα στόν Ἰορδάνη τήν δική μου ἁμαρτία. Γιά ἕναν νεκρό σέ παρακαλῶ, πού ἀδικήθηκε ἀπό ὅλους, πού πουλήθηκε ἀπό φίλο, πού προδόθηκε ἀπό μαθητή, πού διώχθηκε ἀπό τούς ἀδελφούς του, πού ραπίσθηκε ἀπό δοῦλο. Γιά ἕναν νεκρό σέ θερμοπαρακαλῶ, ὁ Ὁποῖος καταδικάστηκε ἀπό αὐτούς, πού ὁ Ἴδιος ἐλευθέρωσε ἀπό τή δουλεία, ὁ Ὁποῖος ποτίσθηκε μέ ξύδι, τραυματίσθηκε ἀπ’ αὐτούς πού θεράπευσε, πού ἐγκαταλείφθηκε ἀπό τούς μαθητές Του καί στερήθηκε τήν ἴδια τή Μητέρα Του. Γιά τόν νεκρό, ἄρχοντά μου, σέ ἱκετεύω, Αὐτόν τόν ἄστεγο, πού κρέμεται στό ξύλο —τοῦ  Σταυροῦ—. Διότι, πάνω στή γῆ δέν ἔχει νά Τοῦ συμπαρασταθεῖ οὔτε πατέρας, οὔτε φίλος, οὔτε μαθητής, οὔτε συγγενής, οὔτε κανένας νά Τόν θάψει, ἀλλά εἶναι μονογενής Υἱός τοῦ μόνου —Πατέρα—, Θεός στόν κόσμο καί κανένας ἄλλος.

Μ’ αὐτά τά λόγια καί μ’ αὐτόν τόν τρόπο, ἀφοῦ παρακάλεσε ὁ Ἰωσήφ τόν Πιλᾶτο, διέταξε ὁ Πιλᾶτος νά τοῦ  δοθεῖ τό πανάγιο σῶμα τοῦ  Ἰησοῦ. Καί ἦλθε στόν Γολγοθᾶ καί ἀποκαθήλωσε τόν σαρκοφόρο Θεό ἀπό τό ξύλο —τοῦ Σταυροῦ— καί Τόν τοποθέτησε κάτω στή γῆ, σαρκοφόρο Θεό γυμνό, ἀλλά ὄχι ἁπλό ἄνθρωπο. Καί Τόν βλέπει κανείς νά βρίσκεται ξαπλωμένος κάτω, Αὐτός, πού ὅλους τούς ἀνέσυρε πρός τόν οὐρανό. Καί μένει γιά λίγο χωρίς πνοή, Αὐτός, πού εἶναι ἡ ζωή καί ἡ πνοή ὅλων. Καί φαίνεται νά μή βλέπει, Αὐτός, πού δημιούργησε τά πολυόμματα Χερουβίμ. Καί κείτεται ξαπλωμένος, Αὐτός, πού εἶναι ἡ ἀνάσταση ὅλων. Καί νεκρώνεται ὁ σαρκωμένος Θεός, Αὐτός, πού ἀνασταίνει τούς νεκρούς. Καί σιωπᾶ γιά λίγο κατά τό σῶμα ἡ βροντή τοῦ  Θεοῦ Λόγου. Καί Τόν σηκώνουν ἀνθρώπινες παλάμες, Αὐτόν, πού κρατᾶ στήν παλάμη Του ὁλόκληρη τή γῆ.

Ἄραγε, Ἰωσήφ, ζητώντας καί παίρνοντας, ξέρεις καλά ποιόν πῆρες; Ἄραγε, πλησιάζοντας στόν Σταυρό καί ἀποκαθηλώνοντας τόν Ἰησοῦ, ξέρεις καλά ποιόν κράτησες στά χέρια σου; Ἐάν πραγματικά γνωρίζεις καλά ποιόν κρατᾶς, τώρα ἔγινες πλούσιος. Γιατί, πώς ἀλλιῶς κάνεις αὐτή τή θεόσωμη καί φρικωδέστατη κηδεία τοῦ  Ἰησοῦ; Εἶναι ἀξιέπαινος ὁ πόθος σου, ἀλλά πιό ἀξιέπαινος εἶναι ὁ τρόπος τῆς ψυχῆς σου. Ἄραγε, δέν φρίττεις, κρατώντας στά χεριά σου Αὐτόν, πού φρίττουν τά Χερουβίμ; Μέ ποιό φόβο θά ἀφαιροῦσες ἀπό τό Θεῖο αὐτό  σῶμα τό μικρό ροῦχο, πού τό σκέπαζε; Πῶς δέν θά ἔκλεινες τά μάτια ἀπό εὐλάβεια; Δέν θά τρόμαζες, ἀτενίζοντας καί ἀποκαλύπτοντας τή σωματική φύση τοῦ ὑπέρ φύσιν Θεοῦ; Πές μου, Ἰωσήφ, ἄραγε ἔθαψες στραμμένο πρός τήν ἀνατολή τόν νεκρό, πού εἶναι ἡ Ἀνατολή τῶν ἀνατολῶν; Ἄραγε, ἔκλεισες μέ τά δάχτυλά σου, ὅπως γίνεται στούς νεκρούς τά μάτια τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Ὁποῖος μέ τό ἀμόλυντο δάχτυλό Του ἄνοιξε τά μάτια τοῦ  τυφλοῦ; Ἄραγε, ἔκλεισες τό στόμα Ἐκείνου, πού ἄνοιξε τό στόμα τοῦ  κωφαλάλου; Ἄραγε, ἔδεσες τά χέρια Ἐκείνου, πού ἅπλωσε τά παράλυτα χέρια; Ἤ ἔδεσες τά πόδια Ἐκείνου, ὅπως γίνεται στούς νεκρούς, ὁ Ὁποῖος θεράπευσε τά πόδια τοῦ  παραλύτου, γιά νά βαδίζει; Ἄραγε, σήκωσες ἐπάνω σέ κρεββάτι Αὐτόν, πού διέταξε τόν παράλυτο λέγοντάς του : «Σήκωσε τό κρεββάτι σου καί περπάτα» (Ματθ. 9, 6). Ἄραγε, ἄδειασες μύρα ἐπάνω στό σῶμα Ἐκείνου, πού εἶναι τό οὐράνιο μύρο καί «ἐκένωσε» τόν ἑαυτό Του, ἁγιάζοντας τόν κόσμο; Ἄραγε, τόλμησες νά σφογγίσεις τή θεόσωμη ἐκείνη πλευρά τοῦ Ἰησοῦ, πού ἀκόμη αἱμορροοῦσε, τοῦ  Θεοῦ πού θεράπευσε τήν αἱμορροοῦσα[7]; Ἄραγε, ἔπλυνες μέ νερό τό σῶμα τοῦ Θεοῦ, πού ἔπλυνε τίς ἁμαρτίες ὅλων καί ἔδωσε τήν κάθαρση; Ἄραγε, τί εἴδους λαμπάδες ἄναψες μπροστά στό ἀληθινό Φῶς, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο; Καί ποιούς ἐπιτάφιους ὕμνους ἔψαλες σ’ Αὐτόν, πού ἀνυμνεῖται χωρίς διακοπή ἀπό ὅλες τίς οὐράνιες ἀγγελικές στρατιές. Ἄραγε, ἔχυσες καί δάκρυα γιά τόν νεκρό Ἰησοῦ, πού δάκρυσε γιά τόν νεκρό Λάζαρο καί τόν ἀνέστησε μετά ἀπό τέσσερεις ἡμέρες[8]; Ἄραγε. θρήνησες Αὐτόν, πού ἔδωσε σ’ ὅλους χαρά καί διέλυσε τήν λύπη τῆς Εὔας;

Ὅμως, μακαρίζω τά χέρια σου, Ἰωσήφ, πού ὑπηρέτησαν καί ψηλάφησαν τά θεόσωμα χέρια καί πόδια τοῦ Ἰησοῦ, πού ἔσταζαν ἀκόμη αἷμα. Μακαρίζω τά χεριά σου, πού ἄγγιξαν τήν αἱμορροοῦσα πλευρά τοῦ  Θεοῦ, πρίν ἀπό τόν πιστό – ἄπιστο Θωμᾶ, πού εἶχε ἀξιέπαινη περιέργεια. Μακαρίζω τό στόμα σου, πού γέμισε ἀχόρταγα καί ἀσπάσθηκε τό στόμα τοῦ Ἰησοῦ, κι ἀπό κεῖ γέμισε μέ Ἅγιο ΙΙνεῦμα. Μακαρίζω τά μάτια σου, πού ἑνώθηκαν μέ τά μάτια τοῦ Ἰησοῦ, καί ἀπό ἐκεῖ πῆραν τό ἀληθινό φῶς. Μακαρίζω τό πρόσωπό σου, πού πλησίασε τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Μακαρίζω τούς ὤμους σου, πού σήκωσαν Αὐτόν, πού βαστάζει ὅλους. Μακαρίζω τό κεφάλι σου, πού τό ἄγγιξε ὁ Ἰησοῦς, ἡ Κεφαλή τῶν πάντων. Μακαρίζω τά χέρια σου, στά ὁποῖα βάσταξες Αὐτόν, πού βαστάζει τά πάντα. Μακαρίζω τόν Ἰωσήφ καί τόν Νικόδημο, γιατί ἔγιναν Χερουβίμ μπροστά στά Χερουβίμ, σηκώνοντας καί μεταφέροντας ἐπάνω τους τόν Θεό. Γιατί, ἔγιναν ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ μπροστά στά ἑξαπτέρυγα Σεραφίμ, ὄχι μέ τά φτερά, ἀλλά μέ τά σεντόνια, καλύπτοντας καί τιμώντας τόν Κύριο. Αὐτόν, πού τρέμουν τά Χερουβίμ, Τόν μεταφέρουν ἐπάνω στούς ὤμους τους ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος καί γεμίζουν ἀπό ἔκσταση ὅλες οἱ τάξεις τῶν Ἀσωμάτων Ἀγγέλων».

Μέ αὐτές τίς σκέψεις, εὐχόμαστε νά ἔχουμε πλούσια τήν Χάρι καί τήν εὐλογία τοῦ ἀποκαθηλωθέντος Κυρίου μας, πού γιά ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους καί γιά τήν δική μας σωτηρία καταδέχτηκε στή σάρκα Του ἐκουσίως τά φρικτά Πάθη καί τόν Ζωοποιό Σταυρό. Ἀμήν!


[1] Ἀποκ. 5, 6.

[2] Ἠσ. 53, 7 καί Πράξ. 8, 32.

[3] Ἰω. 1, 29.

[4] ΑΡΧΙΜ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ἡ Ἀποκάλυψις ἐξηγημένη (τό κατά δύναμιν), ἐκδ. Ὀρθόδοξος Τύπος, Ἀθήναι 1997, σσ. 112-113 καί Ἡ Καινή Διαθήκη μετά ὑπομνημάτων ἀρχαίων, ἐκδιδομένη ὑπό Θεοκλήτου Φαρμακίδου, τόμος ἕβδομος, περιέχων τήν Ἀποκάλυψιν τοῦ Ἰωάννου, Ἀθήναι 1845, σσ. 243-435.

[5] ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, «Περί διαφόρων ἀποριῶν, ἀπορία ΡΚΣΤ’ (126)», ἐν Φιλοκαλί τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητῶν, ΕΠΕ 14Ε, ἐκδοτικός οἴκος Ἐλευθερίου Μερετάκη «Τό Βυζάντιο», Πατερικαί ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1993, σσ. 100-101.

[6] ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Λόγος Β΄ εἰς τήν θεόσωμον ταφήν τοῦ Κυρίου, ἐκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 2011, σσ. 34-49.

[7] Ματθ. 9, 20 κ. ἔξ.

[8] Ἰω. 11, 35-45.