
Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
Ἁγία καί Μεγάλη Πέμπτη βράδυ 09-04-2026
ΧΡΙCΤΟC ΕCΤΑΥΡΩΘΗ !
Ὁ εἱρμός τῆς πέμπτης ὠδῆς τοῦ κανόνα τοῦ ὄρθρου τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Παρασκευῆς, πού εἶναι ποίημα τοῦ ἁγίου Ἱεράρχου Κοσμᾶ, Ἐπισκόπου Μαϊουμᾶ, τοῦ Ἱεροσολυμίτου, τόν ὁποῖο ψάλλαμε προηγουμένως, λέγει : «Πρὸς σὲ ὀρθρίζω, τὸν δι’ εὐσπλαγχνίαν, σεαυτὸν τῷ πεσόντι, κενώσαντα ἀτρέπτως, καὶ μέχρι παθῶν, ἀπαθῶς ὑποκύψαντα, Λόγε Θεοῦ˙ τὴν εἰρήνην παράσχου μοὶ φιλάνθρωπε».
Ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἑρμηνεύοντας τὸν ἀνωτέρω εἱρμὸ, σημειώνει:
«Πρός ἐσένα, λέγει, Κύριε, ὀρθρίζω, ὁ Ὁποῖος ἀπό εὐσπλαγχνία καί ἄρρητο φιλανθρωπία κένωσες ἀτρέπτως τόν Ἑαυτό Σου καί συγκατέβηκες ἕως ἐμᾶς. Πρόσθεσε δέ τήν λέξη «ἀτρέπτως», διότι, ἄν καί κενώθηκε, γενόμενος ἄνθρωπος, ἄτρεπτος, ὅμως, καί ἀναλλοίωτος ἔμεινε κατά τήν Θεότητα. Διότι, ἀφοῦ ἔμεινε αὐτό τό ὁποῖο ἦταν, δηλαδή Θεός, προσέλαβε αὐτό, τό ὁποῖο δέν ἦταν, δηλαδή ἄνθρωπος. Γιά χάρι ποιανοῦ καί γιατί κένωσες τόν Ἑαυτό Σου, Κύριε; Γιά χάρι τοῦ πεσόντος Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος, ἐξ αἰτίας τῆς παρακοῆς ἐξέπεσε ἀπό τήν τρυφή τοῦ Παραδείσου. Ὁμοίως, πρός Ἐσένα ὀρθρίζω, Κύριε, ὁ Ὁποῖος ταπεινώθηκες ἕως καί νά λάβεις Πάθη καί Σταυρό γιά τόν ἄνθρωπο. Ἀπαθῶς, ὅμως, δηλαδή χωρίς νά πάθεις κατά τήν Θεότητα. Διότι, ὁ Χριστός, ἐπειδή ἦταν ἕνας μέν κατά τήν ὑπόσταση, δύο δέ κατά τίς φύσεις, γι’ αὐτό ἀνάλογα μέ τά ἰδιώματα τῶν φύσεων, πού ἦταν ἑνωμένες σ’ Αὐτόν, τῆς θείας καί τῆς ἀνθρώπινης, κατά μέν τήν θεία φύση ἦταν ἀπαθής, κατά δέ τήν ἀνθρώπίνη φύση ἦταν παθητός. Ὥστε, ἄν καί ἔπασχε ὁ Χριστός, ἀπαθῶς ὑπέκυπτε στά Πάθη.
̓Αφοῦ δέ εἶπε αὐτά ὁ ὅσιος Κοσμᾶς ὁ μελωδός, λαμβάνει τό τέλος τοῦ εἱρμοῦ ἀπό τόν προφήτη Ἠσαΐα, ἀπό τόν ὁποῖο ἔλαβε καί τήν ἀρχή του. Ἐκεῖνος μέν (ὁ προφήτης) εἶπε· «Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν εἰρήνην δός ἡμῖν»[1], δηλαδή «Κύριε ὁ Θεός μας δός μας εἰρήνη», αὐτός δέ (ὁ μελωδός) λέγει· «Χάρισαί μοι τήν εἰρήνην σου, Κύριε», δηλαδή «Χάρισέ μου την εἰρήνη σου, Κύριε». Εἰρήνη δέ εἶπε τήν θεία καί σωτηριώδη καί ἄνωθεν ἐρχομένη, γιά τήν ὁποία ὁ Κύριος εἶπε· «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τήν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν»[2], δηλ. «σᾶς ἀφήνω τήν εἰρήνη, σᾶς δίνω τήν δική μου εἰρήνη», καί περί τῆς ὁποίας εἰρήνης ἡ Ἐκκλησία παρακαλεῖ, λέγοντας· «Ὑπέρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Διότι, ὑπάρχει καί εἰρήνη κοσμική, ἡ ὁποία συνίσταται γιά κοσμικούς σκοπούς, ἡ ὁποία πολλές φορές καταντᾷ σέ μάχη, πόλεμο καί ἀπώλεια, γιά τήν ὁποία εἶπε ὁ Κύριος· «Οὐ καθώς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγώ δίδωμι ὑμῖν»[3], δηλαδή «ὄχι καθώς ὁ κόσμος δίνει, Ἐγώ σᾶς δίνω», καί ὁ προφήτης Ἱερεμίας γράφει : «Εἰρήνη – εἰρήνη· καί ποῦ ἐστίν εἰρήνη»[4]; δηλαδή «Εἰρήνη – εἰρήνη˙ καί ποῦ εἶναι εἰρήνη»;
Ἀφοῦ ὁ ὅσιος Νικόδημος ἑρμήνευσε τόν ἀνωτέρω εἱρμό, στή συνέχεια ὑποσημειώνει τὰ εἴδη τῶν Παθῶν, ποὺ ὑπέστη ὁ Χριστὸς, καὶ τοὺς λόγους, γιὰ τοὺς ὁποίους τὰ ὑπέστη. Γράφει, λοιπόν :
«Ἐπειδὴ ἐδῶ ὁ λόγος ἀναφέρεται στὰ Πάθη τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτὸ σημειώνουμε τὰ παρακάτω εἴδη τῶν Παθῶν καὶ τὶς αἰτίες, γιὰ τὶς ὁποῖες τὰ ἀνέλαβε ὁ Κύριος, γιὰ πληροφόρηση τῶν φιλολόγων ἀναγνωστῶν.
Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, δέχτηκε ὁ Κύριος ἀκάνθινο στεφάνι στὸ Κεφάλι Του καὶ μ’ αὐτὸ φανέρωσε ὅτι ἔριξε τὸ στεφάνι, τὸ ὁποῖο εἶχε στὸ κεφάλι του ὁ Διάβολος, ὡς νικητὴς κατὰ τοῦ ἀνθρώπου. Κατὰ δὲ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο, τὸ ἀγκάθινο στεφάνι φανέρωνε ὅτι ὁ Κύριος ἐξήλειψε τὴν κατάρα, ποὺ δέχτηκε ἡ γῆ, νὰ φυτρώνουν ἀγκάθια καὶ τριβόλια. Φανέρωνε δὲ ἐπιπλέον τὸ ἀγκάθινο στεφάνι καὶ ὅτι ὁ Δεσπότης Χριστὸς ἀφάνισε τὶς μέριμνες καὶ τὶς ὀδύνες τῆς παρούσας ζωῆς, οἱ ὁποῖες ὀνομάζονται ἀγκάθια, σύμφωνα πάλι μὲ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο. Φανέρωνε ἀκόμη ὁ ἀγκάθινος στέφανος ὅτι ὁ Κύριος ἔγινε βασιλιᾶς καὶ νικητὴς τοῦ κοσμοκράτορα διαβόλου, τῆς σάρκας καὶ τῆς ἁμαρτίας, καθὼς λέγει πάλι ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, ἀφοῦ οἱ βασιλιᾶδες φοροῦν στεφάνι.
Ξεντύθηκε τὰ ἱμάτιά του καὶ ντύθηκε τὴν πορφύρα, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, τοὺς ὁποίους φόρεσε ὁ Ἀδὰμ μετὰ τὴν παράβαση, οἱ ὁποῖοι ἦταν σημάδι τῆς νεκρώσεως, πάλι κατὰ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο. Κατὰ τὸν ἴδιο ἅγιο ντύθηκε πάλι τὰ ἱμάτιά του, γιὰ νὰ ντύσει ξανὰ τὸν Ἀδὰμ μέ τὴν ἀφθαρσία, τὴν ὁποία εἶχε πρίν τήν παράβαση.
Πῆρε τὸν κάλαμο στὸ δεξί Του χέρι ὁ Κύριος σὰν βασιλικὸ σκῆπτρο, γιὰ νὰ θανατώσει τὸν ἀρχαῖο ὄφι καὶ δράκοντα, διότι ἐκ φύσεως ὁ κάλαμος χρησιμοποιεῖται ὡς ἐχθρὸς πρὸς τὰ φίδια, γιὰ νὰ τὰ θανατώνει, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο. Πῆρε στὰ χέρια του τὸν κάλαμο, γιὰ νὰ καταργήσει τὸ κράτος καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ Διαβόλου, τὴν ὁποία εἶχε καὶ ἀσκοῦσε κατὰ τῶν ἀνθρώπων, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Πῆρε τὸν κάλαμο, γιὰ νὰ σβήσει τὸ χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν μας, κατὰ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο. Πῆρε τὸν κάλαμο, γιὰ νὰ ὑπογράψει ὡς βασιλιᾶς, μὲ τὸ κόκκινο αἷμα του, τὸ γράμμα τῆς συγχώρεσης τῶν ἁμαρτιῶν μας, καθ’ ὅσον οἱ βασιλεῖς ὑπογράφουν μὲ κόκκινο κινναβάρι, δηλαδή μεταλλοῦχο ὀρυκτό, ποὺ περιέχει θεῖο καὶ ὑδράργυρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο βγαίνει τὸ κόκκινο χρῶμα. Ἀπ΄ αὐτό ἔγραψε καὶ ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης στὸ Δοξαστικὸ τῆς τρίτης Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν τό ἐξῆς : «Χριστὲ ὁ Θεός, Ἐσὺ, ποὺ μὲ τὸν κάλαμο τοῦ Σταυροῦ, δείχνοντας φιλανθρωπία, μάτωσες καὶ ἔβαψες μὲ κόκκινες βαφὲς τὰ δάχτυλά Σου, γιὰ νὰ ὑπογράψεις βασιλικῶς καὶ νὰ συγχωρέσεις ὅσες ἁμαρτίες μας εἶναι πρὸς συγχώρεση».
Σταυρώθηκε στὸ ξύλο, ἐξ αἰτίας τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ.
Δοκίμασε τὴν γεύση τῆς χολῆς καὶ τοῦ ὄξους, ἐξ ἀφορμῆς τῆς γλυκειᾶς γεύσης τοῦ ἀπαγορευμένου καρποῦ, ποὺ δοκίμασαν οἱ Πρωτόπλαστοι, κατὰ τὸν Θεολόγο ἅγιο Γρηγόριο.
Δέχτηκε τὰ καρφιά, γιὰ νὰ καρφώσει τὴν ἁμαρτία.
Ἅπλωσε τὰ χέρια στὸν Σταυρό, γιὰ νὰ θεραπεύσει τὸ ἅπλωμα τῶν χεριῶν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὖας, τὸ ὁποῖο ἔκαναν στὸ ἀπαγορευμένο ξύλο, ἀλλὰ καὶ νὰ ἑνώσει ὅσα ἦταν μακριά, τοὺς Ἀγγέλους μὲ τοὺς ἀνθρώπους, τὰ οὐράνια μὲ τὰ ἐπίγεια.
Δέχτηκε τὸν θάνατο, γιὰ νὰ θανατώσει τὸν θάνατο.
Τάφηκε, γιὰ νὰ μὴν στρεφόμαστε πιὰ ἐμεῖς πρὸς τὴν γῆ, ὅπως πρωτύτερα.
Ἀνέστησε τοὺς νεκρούς, οἱ ὁποῖοι μπῆκαν στὴν πόλη Ἱερουσαλήμ, γιὰ νὰ δείξει πώς, ὅταν θὰ ἀναστηθοῦμε κι ἐμεῖς, θὰ μποῦμε στὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ.
Τὸ Αἷμα καὶ τὸ Νερὸ, ποὺ ἔτρεξαν ἀπὸ τὴν πλευρά Του, φανέρωναν τὸ μὲν νερὸ τὸ Βάπτισμα, τὸ δὲ αἷμα τὴν Κοινωνία τοῦ Αἵματος καὶ ἐπιπλέον τὸ Βάπτισμα διὰ τοῦ Μαρτυρίου.
Σκοτείνιασαν τὰ ἄστρα, γιὰ νὰ δείξουν ὅτι πενθοῦν γιά τόν Σταυρωθέντα Χριστό.
Σκίστηκαν οἱ πέτρες, διότι ἔπασχε ἡ Πέτρα τῆς Ζωῆς.
Ἀνέβηκε στὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ, ἐξ αἰτίας τῆς πτώσεως, ποὺ ὑπέστη ὁ Ἀδάμ.
Καὶ τέλος, ἀναστήθηκε γιὰ τὴν δική μας ἀνάσταση.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ἅγιος Πρόκλος στόν Λόγο του στὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι : «Φοβερὰ τῆς σημερινῆς παρατάξεως τὰ Μυστήρια», ἔχει δίκαιο νὰ ἀπαριθμεῖ ἐγκωμιαστικὰ καὶ μὲ θαυμασμὸ τὰ εἴδη τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου, λέγοντας : «Ὦ, Πάθος, ποὺ καθαρίζει τὸν κόσμο! Ὦ, θάνατος, ποὺ ἔγινε ἡ ἀφορμὴ τῆς ἀθανασίας καὶ ἀνατέλλει τὴν ζωή! Ὦ, κάθοδος στὸν ἅδη, ποὺ ἔγινε ἡ γέφυρα, ὥστε νὰ ξαναζήσουν ὅσοι πέθαναν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῶν αἰώνων! Ὦ, μεσημβρία, ποὺ ἀκύρωσε τὴν ἀπογευματινὴ καταδίκη τοῦ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο! Ὦ, Σταυρός, ὁ θεραπευτὴς Ἰατρὸς τοῦ δέντρου τῆς παρακοῆς! Ὦ, καρφιὰ, ποὺ κάρφωσαν τὸν κόσμο στὴν γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ κατατρύπησαν τὸν θάνατο! Ὦ, ἀγκάθια τῆς κεφαλῆς, τὰ τσαμπιὰ τοῦ ἰουδαϊκοῦ ἀμπελῶνα! Ὦ, χολή, ποὺ προξένησε τὴν γλυκύτητα τοῦ μελιοῦ τῆς πίστεως καὶ ἔγινε κατήγορος τῆς πονηρίας τῶν Ἰουδαίων! Ὦ, σπόγγος, ὁ ὁποῖος σκούπισε καλὰ καὶ καθάρισε τελείως τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου! Ὦ, κάλαμος, ποὺ πολιτογράφησε τοὺς πιστοὺς στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καὶ συνέτριψε τὴν τυραννίδα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως! Ὦ, Μυστήριο, ποὺ δὲν γίνεται πιστευτὸ ἀπὸ τοὺς ἀπίστους, ἀλλὰ προσκυνεῖται ἀκατάπαυστα ἀπὸ ὅλους τοὺς πιστούς! Ὦ, σημεῖο, γιὰ τὸ ὁποῖο οἱ ἄπιστοι ἀντιδροῦν καὶ ἀντιλέγουν, ἀλλὰ δοξάζεται ἀπὸ ὅλους τοὺς πιστούς! Ὦ, Μυστήριο (τοῦ Σταυροῦ), σκάνδαλο μὲν γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, μωρία δὲ γιὰ τοὺς Ἐθνικούς, γιὰ μᾶς, ὅμως, ὁ Χριστὸς εἶναι δύναμη Θεοῦ καὶ σοφία Θεοῦ, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος»[5].
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Μπριαντσιανίνωφ[6] μᾶς νουθετεῖ : «Φωτισμένοι ἀπό τήν λατρευτική καί νοερή θέαση τοῦ μεγάλου γεγονότος, ἄς ἐπιστρέψουμε στα σπίτια μας μέ κάποιες σωτήριες σκέψεις καί ἄς κατανύξουμε μ’ αὐτές τίς καρδιές μας. Εἴδαμε ζωντανή καί ἔμπρακτη τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀγάπη, πού ἀνθρώπινα λόγια δέν μποροῦν νά τήν περιγράψουν, καί ἀνθρώπινος νοῦς δέν μπορεῖ νά τήν συλλάβει. Σ’ αὐτή τήν ἀγάπη ἀνταποκρίθηκαν οἱ μάρτυρες μέ τά ποτάμια τοῦ αἵματός τους. Σ ̓ αὐτή τήν ἀγάπη ἀνταποκρίθηκαν οἱ ὅσιοι, «νεκρώνοντας τήν σάρκα τους μαζί μέ τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες της»[7]. Σ’ αὐτή τήν ἀγάπη ἀνταποκρίθηκαν πολλοί ἁμαρτωλοί μέ δάκρυα, μέ στεναγμούς καί μέ τήν ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτημάτων τους, μέ τήν ὁποία θεράπευσαν καί ἔσωσαν τίς ψυχές τους. Σ’ αὐτή τήν ἀγάπη ἀνταποκρίθηκαν πολλοί θλιμμένοι καί βασανισμένοι, βρίσκοντας τήν θεϊκή παρηγοριά.
Ἄς ἀνταποκριθοῦμε, λοιπόν, κι ἐμεῖς στήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου. Πῶς; Ζώντας, σύμφωνα μέ τίς ἅγιες ἐντολές Του. Αὐτό εἶναι τό μοναδικό σημάδι ἀγάπης, πού ζητάει ἀπό μᾶς, αὐτό εἶναι τό μοναδικό σημάδι ἀγάπης, πού δέχεται ἀπό μᾶς. «Ὅποιος μέ ἀγαπᾶ», εἶπε, «θά τηρήσει τόν λόγο μου… Ὅποιος δέν μέ ἀγαπᾶ, δέν τηρεῖ τά λόγια μου»[8]. Ἄν στήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου δέν ἀνταποκρινόμαστε μέ ἀγάπη, τότε μάταια δέν χύθηκε γιά μᾶς τό Αἷμα τοῦ Θεανθρώπου; Μάταια δέν βασανίστηκε γιά μᾶς τό Πανάγιο Σῶμα Του; Μάταια δέν θυσιάστηκε στό θυσιαστήριο τοῦ Σταυροῦ τό μεγάλο Θύμα; Παντοδύναμη εἶναι ἡ μεσιτεία Του[9] στόν Θεό Πατέρα γιά τήν σωτηρία μας, παντοδύναμη εἶναι καί ἡ κατηγορία Του ἐναντίον ἐκείνων, πού Τόν ἀπορρίπτουν. Ἡ φωνή τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου Ἄβελ ἀνέβηκε ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό, κατηγορώντας ἐκεῖνον, πού τό ἔκανε νά χυθεῖ[10]. Ἡ φωνή τοῦ μεγάλου Θύματος περνᾶ τόν οὐρανό καί φτάνει ὡς τόν θρόνο τῆς Θεότητας, ἐκεῖ ὅπου κάθεται τό Ἴδιο! Ἡ κατηγορία Του εἶναι συνάμα καί ἡ θεία ἀπόφαση, μέ τήν ὁποία ἀπαγγέλλεται ἡ αἰώνια καταδίκη τῶν ἐχθρῶν καί τῶν καταφρονητῶν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.
«Ποιό τό ὄφελος, ἂν χυθεῖ τό αἷμα μου, ἄν πεθάνω καί κατέβω στόν τάφο»[11]; λέει τό Πανάγιο Θύμα, κατηγορώντας τούς χριστιανούς, πού, ἐνῶ λυτρώθηκαν μέ την θυσία Του, ἐνῶ οἰκειώθηκαν τήν θεϊκή ἀξία Του, πέταξαν στόν βούρκο, στήν δυσωδία τῆς ἁμαρτίας, τήν ἀξία αὐτή μαζί μέ τόν ἑαυτό τους. Ἕνα τέτοιο φοβερό κακούργημα διαπράττει ὅποιος «παίρνει τά μέλη τοῦ Χριστοῦ», τήν ψυχή καί τό σῶμα του, πού ἐξαγοράστηκαν ἀπό τόν Χριστό καί ἀνήκουν στόν Χριστό, καί «τά κάνει μέλη πόρνης»[12], παραδίνοντάς τα στήν ποικιλόμορφη ἁμαρτία. «Δέν ξέρετε», λέγει ὁ Ἀπόστολος, «ὅτι εἶστε ναός τοῦ Θεοῦ καί ὅτι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ μέσα σας; Ἄν κάποιος, λοιπόν, καταστρέφει τόν ναό τοῦ Θεοῦ, αὐτόν θά τόν ἀφανίσει ὁ Θεός»[13].
Μέ αὐτές τίς σκέψεις, εὐχόμαστε νά ἔχουμε τήν πλούσια Χάρι καί τήν εὐλογία τοῦ Σταυρωθέντος Κυρίου μας, ὁ ὁποῖος ἐκουσίως ὑπομένει τούς ἐμπτυσμούς, τίς μάστιγες, τούς κολαφισμούς, τόν Σταυρό καί τόν θάνατο γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἀμήν!
[1] Ἠσ. 26, 12.
[2] Ἰω. 14, 27.
[3] Ἰω. 14, 27.
[4] Ἱερ. 6, 14.
[5] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Ἑορτοδρόμιον, ἤτοι ἑρμηνεία εἰς τούς ἀσματικούς κανόνας τῶν Δεσποτικῶν καί Θεομητορικῶν Ἑορτῶν, τ. Β΄, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 1995, σσ. 178-181 καί ΣΑΒΒΑΣ ΗΛΙΑΔΗΣ, Ποιά τὰ εἴδη τῶν παθῶν καὶ ποιές οἱ αἰτίες, ποὺ τὰ ὑπέστη ὁ Κύριος; 01-08-2024, https://www.hristospanagia.gr/ποιά-τὰ-εἴδη-τῶν-παθῶν-καὶ-ποιές-οἱ-α/
[6] ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΝΤΣΙΑΝΙΝΩΦ, Ἀσκητικές Ὁμιλίες Α΄, Λόγος τή Μεγάλη Παρασκευή, ἐκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 2015, σσ. 229-230.
[7] Γαλ. 5, 24.
[8] ‘Iω. 14, 23-24.
[9] Α ́ Τιμ. 2, 5 καί Ἑβρ. 9, 15.
[10] Γέν. 4, 10.
[11] Ψαλμ. 29, 10.
[12] A’ Kορ. 6, 15.
[13] Α΄ Κορ. 3, 16-17.