
Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
Ἁγία καί Μεγάλη Παρασκευή βράδυ 10-04-2026
Ὁ Ἀρχηγός τῆς Πίστεώς μας, ὁ ἐκουσίως παθών, σταυρωθείς καί ἀποκαθηλωθείς Θεάνθρωπος Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, τίθεται σήμερα στόν τάφο, σέ καινό μνημεῖο. «Πιστεύω καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν… ταφέντα», ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Κι ἐμεῖς τοῦ ψάλλουμε σήμερα τόν Ἐπιτάφιο Θρήνο μέ τά Ἐγκώμια τοῦ Ἐπιταφίου καί τήν ὑπόλοιπη ἱερή ἀκολουθία. Τί μᾶς διδάσκει αὐτό; Ὅτι ἐμεῖς, ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ἀποτειχισμένοι καί ἀκόλουθοι τοῦ Κυρίου, ὀφείλουμε, ὅταν πεθάνουμε, νά ἐπιλέξουμε τήν ταφή καί ὄχι τήν καύση, τήν ἀποτέφρωση, τήν κομποστοποίησή μας, ὅπως εἶναι τῆς διαβολικῆς μόδας τώρα τελευταῖα.
Ὅλος ὁ Ἐπιτάφιος θρήνος εἶναι μιά γλυκυτάτη ἀκολουθία. Τά Ἐγκώμια, παρ᾽ ὅλο πού ἡ Ἐκκλησία πενθεῖ, δέν μεταδίδουν φρίκη καί σπαραγμό˙ ἀποπνέουν τήν γαλήνη καί τόν θρίαμβο τοῦ Νικητῆ τοῦ Ἅδη. Εἶναι μᾶλλον ἕνας παιάνας δόξας, ἕνα ἐμβατήριο νίκης, μέ τό ὁποῖο συνοδεύουμε στόν τάφο τόν μεγάλο μας Νεκρό μαζί μέ τούς ἁγίους Νικόδημο καί Ἰωσήφ καί τίς ἅγιες μυροφόρες γυναῖκες.
Ἀπό τήν συλλογή τῶν Ἐγκωμίων, ἄς ἀναφέρουμε αὐτά, πού ἔχουν σαφέστατο ἀντιϊουδαϊκό, ἀντιεβραϊκό χαρακτῆρα.
Ἀπό τήν Α΄ Στάση τῶν Ἐγκωμίων :
1) «Ὡς πικρᾶς ἐκ κρήνης, τῆς Ἰούδα φυλῆς, οἱ ἀπόγονοι ἐν λάκκῳ κατέθεντο, τὸν τροφέα μανναδότην Ἰησοῦν». Δηλ. «Σά (νά ἔπιναν) ἀπό πικρή πηγή, οἱ ἀπόγονοι τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα (οἱ Ἰουδαῖοι) ἔβαλαν μέσα σέ λάκκο τόν Ἰησοῦ, πού τούς ἔτρεφε καί τούς ἔδωσε τό μάννα».
2) «Ἀλαζὼν Ἰσραήλ, μιαιφόνε λαέ, τί παθῶν τὸν Βαραββᾶν ἠλευθέρωσας; τὸν Σωτῆρα δὲ παρέδωκας Σταυρῷ»; Δηλ. «Ἀλαζόνα (ὑπερήφανε) Ἰσραήλ, λαέ μιαιφόνε (δολοφόνε/αἱμοσταγή), τί ἔπαθες [καί] ἀπελευθέρωσες τόν Βαραββά; Τόν Σωτῆρα, ὅμως, [τόν] παρέδωσες στόν Σταυρό»;
3) «Φθονουργέ, φονουργέ, καὶ ἀλάστορ λαέ, κἂν σινδόνας καὶ αὐτὸ τὸ σουδάριον, αἰσχύνθητι, ἀναστάντος τοῦ Χριστοῦ». Δηλ. «Λαέ φθονερέ καί φονιά (δολοφόνε) καί ἐκδικητή, ντράπηκες [τουλάχιστον] γιά τά σάβανα καί αὐτό τό ἴδιο τό σουδάριο (τό ὕφασμα, πού κάλυπτε τό πρόσωπο), ἀφοῦ ἀναστήθηκε ὁ Χριστός»;
4) «Δεῦρο δὴ μιαρέ, φονευτὰ μαθητά, καὶ τὸν τρόπον τῆς κακίας σου δεῖξόν μοι, δι’ ὃν γέγονας προδότης τοῦ Χριστοῦ». Δηλ. «Ἔλα, λοιπόν, μιαρέ (μολυσμένε/ἀχρεῖε), φονιά μαθητή, καί δεῖξε μου τόν τρόπο τῆς κακίας σου, μέ τόν ὁποῖο ἔγινες προδότης τοῦ Χριστοῦ».
5) «Ὡς φιλάνθρωπός τίς, ὑποκρίνῃ μωρὲ καὶ τυφλὲ πανωλεθρότατε ἄσπονδε, ὁ τὸ μύρον πεπρακὼς διὰ τιμῆς». Δηλ. «Ὑποκρίνεσαι τόν φιλάνθρωπο, ἀνόητε καί τυφλέ, καταστροφέα καί ἀδιάλλακτε/ἀδυσώπητε, ἐσύ πού πούλησες τό μύρο γιά μιά (ἐξευτελιστική) τιμή».
6) «Οὐρανίου μύρου, ποίαν ἔσχες τιμήν, τοῦ τιμίου τί ἐδέξω ἀντάξιον, λύσσαν εὗρες καταρώτατε Σατάν». Δηλ. «(Ἐσύ, πού πούλησες τό) οὐράνιο μύρο (τόν Χριστό), ποιά τιμή ἔλαβες; Τί ἀντάξιο πρᾶγμα δέχτηκες σέ αντάλλαγμα γιά τό τίμιο (αὐτό μύρο); (Μόνο) λύσσα/μανία βρῆκες, καταραμένε Σατανά».
7) «Εἰ φιλόπτωχος εἶ, καὶ τὸ μύρον λυπῇ, κενουμένου εἰς ψυχῆς ἱλαστήριον, πῶς χρυσῷ ἀπεμπολεῖς τὸν Φωταυγῆ»; Δηλ. «Ἄν εἶσαι φίλος τῶν πτωχῶν καί λυπᾶσαι γιά τό μύρο, τό ὁποῖο ἀδειάζει γιά τήν ἐξιλέωση τῆς ψυχῆς, πῶς ἐσύ ἀνταλλάσσεις μέ χρυσάφι τόν Χριστό, πού ἐκπέμπει φῶς»;
Ἀπό τήν Β΄ Στάση τῶν Ἐγκωμίων :
1) «Σὺ ὡς ὢν ζωῆς, χορηγὸς Λόγε τοὺς Ἰουδαίους, ἐν Σταυρῷ ταθεὶς οὐκ ἐνέκρωσας, ἀλλ’ ἀνέστησας καὶ τούτων τοὺς νεκρούς». Δηλ. «Ἐσύ, Λόγε, πού εἶσαι ὁ χορηγός τῆς ζωῆς, [ἄν καί] καρφώθηκες (τεντώθηκες) στόν Σταυρό, δέ νέκρωσες τούς Ἰουδαίους, ἀλλ’ ἀνέστησες καί τούς νεκρούς τους».
2) «Πῶς οἱ νοεροί, Ταγματάρχαι σε Σωτὴρ ὁρῶντες, γυμνὸν ᾑμαγμένον κατάκριτον, ἔφερον τὴν τόλμαν τῶν σταυρωτῶν»; Δηλ. «Πῶς οἱ νοεροί ἀρχηγοί τῶν Ταγμάτων, βλέποντάς Σε, Σωτῆρα, γυμνό, αἱματοβαμμένο καί καταδικασμένο, ἄντεξαν τήν τόλμη τῶν σταυρωτῶν»;
3) «Ἀραβιανόν, σκολιώτατον γένος Ἑβραίων, ἔγνως τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ναοῦ· διὰ τί κατέκρινας τὸν Χριστόν»; Δηλ. «Ἄγριο/ἀνήμερο σάν τούς Ἄραβες, διεστραμμένο γένος τῶν Ἑβραίων, ἐσύ πού γνώριζες τήν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ, γιατί κατεδίκασες τόν Χριστό»;
4) «Κἂν τοὺς ἐκ νεκρῶν, ἐπαισχύνθητε ὦ Ἰουδαῖοι, οὓς ὁ ζωοδότης ἀνέστησεν, ὃν ὑμεῖς ἐκτείνατε φθονερῶς». Δηλ. «Τουλάχιστον ντραπεῖτε ἐκείνους ἀπό τούς νεκρούς, ὦ Ἰουδαίοι, πού ἀνέστησε ὁ Ζωοδότης, τόν Ὀποῖο ἐσεῖς φθονερά θανατώσατε».
Ἀπό τήν Γ΄ Στάση τῶν Ἐγκωμίων :
1) «Κατὰ τὸν Σολομῶντα, βόθρος βαθὺς τὸ στόμα, Ἑβραίων παρανόμων». Δηλ. «Σύμφωνα μέ τόν Σολομῶντα, τό στόμα τῶν παράνομων Ἑβραίων εἶναι βαθύς βόθρος».
2) «Ἑβραίων παρανόμων, ἐν σκολιαῖς πορείαις, τρίβολοι καὶ παγίδες». Δηλ. «Στούς στραβούς (διεστραμμένους) δρόμους τῶν παράνομων Ἑβραίων, ὑπάρχουν ἀγκάθια καί παγίδες».
3) «Πρὸς τὸν πυθμένα Ἅδου, κατήχθη ὁ προδότης, διαφθορᾶς εἰς φρέαρ». Δηλ. «Ὁ προδότης κατέβηκε στόν πυθμένα τοῦ Ἅδη, σ’ ἕνα πηγάδι διαφθορᾶς».
4) «Τρίβολοι καὶ παγίδες, ὁδοὶ τοῦ τρισαθλίου, παράφρονος Ἰούδα». Δηλ. «Ἀγκάθια καί παγίδες (εἶναι) οἱ δρόμοι τοῦ τρισάθλιου, παράφρονα (τρελλοῦ) Ἰούδα».
5) «Συναπολοῦνται πάντες, οἱ σταυρωταί σου Λόγε, Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ». Δηλ. «Θά χαθοῦν ὅλοι μαζί οἱ σταυρωτές Σου, Λόγε, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, Βασιλιά τῶν πάντων».
6) «Διαφθορᾶς εἰς φρέαρ, συναπολοῦνται πάντες, οἱ ἄνδρες τῶν αἱμάτων». Δηλ. «Μέσα στό πηγάδι τῆς διαφθορᾶς θά χαθοῦν ὅλοι μαζί οἱ ἄνθρωποι, πού χύνουν αἷμα, οἱ αἱμοσταγεῖς».
Ἄς σταθοῦμε, ὅμως, σ’ ἕνα ἀπό τά πιό ἐξαίρετα Ἐγκώμια. Σ’ αὐτό, πού λέγει˙ «Ὥσπερ πελεκάν, τετρωμένος τήν πλευράν σου, Λόγε, σούς θανόντας παίδας ἐζώωσας, ἐπιστάξας ζωτικούς αὐτοῖς κρουνούς».
Τό Ἐγκώμιο αὐτό μιλάει γιά τόν πελεκάνο. Τί σχέση, ὅμως, ἔχει ὁ πελεκάνος μέ τό γεγονός τῆς σημερινῆς ἡμέρας; Ὅλη ἡ φύση καλεῖται νά τιμήσει σήμερα τήν ταφή τοῦ Χριστοῦ μας. Καλεῖ, λοιπόν, ὁ ποιητής καί τόν πελεκάνο.
Τί εἶναι ὁ πελεκάνος; Εἶναι ἕνα πουλί ὑδρόβιο. Ζεῖ συνήθως κοντά σέ λίμνες καί ποτάμια. Οἱ πελεκάνοι εἶναι κυνηγοί, ψαράδες καί ἄριστοι κολυμβητές˙ κολυμποῦν θαυμάσια μές τίς λίμνες καί ψαρεύουν μέ τόση ἐπιτυχία, ὅση δέν ἔχει κανένας ἄνθρωπος.
Τί λέγει, λοιπόν, τό Ἐγκώμιο γιά τόν πελεκάνο; Ὁ πελεκάνος εῑναι φιλόστοργο πουλί. Λένε ὅτι, ὅταν λείπει ἀπό τή φωλιά του, τό φίδι βρίσκει τήν εὐκαιρία καί σέρνεται ὡς ἐκεῖ, βρίσκει τά μικρά τοῦ πελεκάνου μόνα τους, τά δαγκώνει, καί τά πουλάκια, δηλητηριασμένα ἀπό τό φαρμάκι, ναρκώνονται καί εἶναι ἕτοιμα νά πεθάνουν. Ὅταν ὁ πελεκάνος ἐπιστρέφει στή φωλιά, τό φίδι ἔχει φύγει, καί βρίσκει τά παιδιά του ἑτοιμοθάνατα. Τότε μέ μιά πράξη συγκινητική, μιά ἐνέργεια θεοκίνητη – μποροῦμε νά ποῦμε – κάνει τά παιδιά του νά ζωογονηθοῦν. Πῶς ζωογονοῦνται; Ὅπως γι’ ἄλλα φαρμάκια ὑπάρχει ἀντίδοτο, ἔτσι καί γιά τήν δηλητηρίαση τῶν πουλιῶν τοῦ πελεκάνου ἀπό φίδι ὑπάρχει ἀντίδοτο. Πῶς σώζονται τά πουλιά; Λέγει ἡ παράδοση ὅτι ὁ πελεκάνος σχίζει μέ τό ράμφος του τό στήθος του, παίρνει ἀπό τό αἷμα του, πού τρέχει, ποτίζει μ᾽ αὐτό τά παιδιά του καί τότε αὐτά ζωντανεύουν!
Αὐτό, λοιπόν, τό γεγονός, τό παίρνει τώρα ὁ ποιητής τῶν Ἐγκωμίων καί τό ἀναφέρει στόν Χριστό. Πελεκάνος, ὄχι μέ «π» μικρό, ἀλλά μέ «Π» κεφαλαῖο, εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτός εἶναι ὁ Πατέρας. Κι ἐμεῖς εἴμαστε τά πουλιά Του. Καί τό φίδι ποιό εἶναι; Εἶναι ὁ Σατανάς, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νά διεισδύσει μές τόν Παράδεισο καί νά δηλητηριάσει τόν ἄνθρωπο. Ἀπό τότε τό δηλητήριο τό ἔχουμε ὅλοι μέσα μας. Τό δηλητήριο, πού μᾶς φαρμακώνει εἶναι ἡ ἁμαρτία, αὐτή εἶναι τό φοβερό φαρμάκι. Καί πῶς σώζεται ὁ ἄνθρωπος; Πῶς τό φαρμάκι αὐτό τῆς ἁμαρτίας ἐξουδετερώνεται καί φεῦγει; Ἕνα εἶναι τό μέσον, αὐτό πού ψάλλει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας˙ τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πού ἔτρεξε ἀπό τήν Πλευρά Του, ὅταν τήνν λόγχισε ὁ στρατιώτης. Ὅπως, λοιπόν, μέ τό αἷμα ἀπό τήν πλευρά του, ὁ πελεκάνος σώζει τά παιδιά του ἀπό τό φαρμάκι τοῦ φιδιοῦ, ἔτσι – λέγει τό Ἐγκώμιο – ὁ Χριστός, μέ τό Αἷμα ἀπό τήν Πλευρά Του ὡς ἀντίδοτο, σώζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἁμαρτία. Μεγάλες οἱ ἀλήθειες αὐτές, πολύ μεγάλες˙ καί μᾶς συγκινοῦν. Ἀκούγοντας αὐτό τό Ἐγκώμιο, δέ μένει μάτι ἀδάκρυτο. Καί λέμε στόν Χριστό˙ «Μέ τήν πληγή στήν Πλευρά Σου, Λόγε τοῦ Θεοῦ, ζωογόνησες σάν πελεκάνος τά θανατωμένα παιδιά σου, στάζοντάς τους (στο στόμα) ζωογόνους κρουνούς». Γι’ αὐτό Σοῦ ὀφείλουμε εὐγνωμοσύνη, πού ἔδωσες τό Αἷμα Σου, γιά νά ζήσουμε ἐμεῖς τήν αἰώνια ζωή.
Μέ αὐτές τίς σκέψεις, εὐχόμαστε νά ἔχουμε πλούσια τήν Χάρι καί τήν εὐλογία τοῦ ταφέντος Κυρίου μας, πού γιά ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους καί γιά τήν δική μας σωτηρία καταδέχτηκε στή σάρκα Του τήν ἐκούσια ταφή. Ἀμήν!