
π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
08-11-2025
α΄.[1] Σάλπιγγες νοερῶν Ἀρχιστρατήγων ἀντήχησαν γύρω μας, καὶ ἄστραψαν θεϊκῶν ἱερῶν λειτουργῶν Χάρες. Συγκέντρωσαν τάγματα γρήγορων ὑμνολόγων, ποὺ εἶναι ἕτοιμοι νά ψάλουν, καὶ τάξεις ἀΰλων, ψάλλοντας μαζὶ μὲ ὑλικοὺς, ὀργάνωσαν χορωδία. Ὁ χοράρχης τῶν ἄνω καὶ κάτω εἶναι σήμερα ταξιάρχης στὸν οἶκο αὐτόν· καὶ ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ τόσο μεγάλος Μιχαήλ, που λάμπει ἀπὸ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ γίνεται μεσίτης θεϊκῶν ἀκτινοβολιῶν στοὺς ἀνθρώπους; Νόμοι θεοΐδρυτοι καὶ κατὰ πάντα δίκαιοι, ποὺ ὁρίστηκαν, σύμφωνα μὲ τοὺς ἀρχικούς, ὅμοιους τοῦ Θεοῦ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων μάλιστα προῆλθαν ἀπό τίς δωρεές εὐεργετῶν, ὁρίζουν νὰ μὴν λησμονοῦν, οὔτε νὰ εἶναι ἀγνώμονες πρὸς τοὺς προστάτες τους, ἀλλὰ ἀντίθετα μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς φύσεώς τους νὰ διακηρύττουν τίς Χάρες. Προστάτες, λοιπόν, γρήγοροι καὶ θερμοὶ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρέσβεις τῶν θνητῶν ἀκούραστοι μαζὶ καὶ ἀκατάπαυστοι εἶναι αὐτοὶ, ποὺ ἔχουν πάρει ἀπό τόν φιλάνθρωπο Δεσπότη τήν φιλανθρωπία, οἱ φιλάνθρωποι Ἄγγελοι, φωτιζόμενοι ἀπὸ τὸ πρωτόκτιστο φῶς, ποὺ μεταδίδεται σ’ αὐτοὺς ἀπὸ τὸ ἄκτιστο Φῶς. Ἄγγελοι, ὁ πρῶτος πρὸ τοῦ κόσμου ὑπερκόσμιος κόσμος, ποὺ πρῶτοι κήρυξαν στόν κόσμο αὐτὸν τὸν ὑπερκόσμιο κόσμο, δηλαδή τόν Χριστό. Ἄγγελοι, οἱ ἀμεσίτευτοι μεσίτες τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Θεό, οἱ ὁποῖοι λέγονται θεοὶ, ἐξαιτίας τῆς θεώσεώς τους ἀπό τόν Θεό, ἀλλὰ ὄχι κατά φύσιν. Ἄγγελοι, ἐλεύθεροι πολίτες τῆς ἐλεύθερης ἄνω πόλεως, ποὺ εἶναι ἡ οὐράνια ἐλεύθερη Ἱερουσαλήμ, ἡ μητέρα ὅλων τῶν ἐλευθέρων, μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Ἄγγελοι, ἡ ἔμψυχη καὶ νοερή φωτιά, ἡ λογικὴ φλόγα τοῦ Θεοῦ. Ἄγγελοι, τά φωτεινὰ καὶ ὑψηλότερα καί μετέωρα πάνω ἀπὸ τὰ ὅρια καὶ αἰώνια ὄρη, «διὰ τῶν ὁποίων μᾶς φωτίζει ἀπὸ τὰ αἰώνια ὄρη»[2]. Ἄγγελοι τοῦ προσκηνίου, οἱ ὁποῖοι ἑτοιμάζουν τίς οὐράνιες σκηνὲς καὶ μονές. «Πόσο ἀγαπητὰ εἶναι τὰ σκηνώματά σου, Κύριε τῶν Δυνάμεων! Σ’ αὐτὰ ποθεῖ διακαῶς νὰ εἰσέλθει, καὶ λειώνει ἀπὸ τὸν πόθο ἡ ψυχή μου στὶς αὐλές σου, Κύριε»[3]˙ γιατί «φῶς ἀγαλλιάσεως καὶ σωτηρίας ὑπάρχει στὶς ἀγγελικές σκηνές τῶν δικαίων»[4], καί «φωνὴ ἀγαλλιάσεως καὶ δοξολογίας καὶ ἦχοι αὐτῶν, πού ἑορτάζουν στόν τόπο τῆς θαυμαστῆς σκηνῆς μέχρι τὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ»[5], «στὸν ὁποῖο ὅλοι οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, οἱ δυνατοὶ καὶ ἰσχυροί, ἐκτελοῦν κάθε λόγο του»[6], στὸν ὁποῖο ὑπάρχει ἁπλότητα ζωῆς, εἰρηνικὴ καὶ ἀστασίαστη˙ «στὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς εἶναι μεγάλος καὶ φοβερὸς σὲ ὅλους ὅσους στέκονται γύρω ἀπὸ αὐτόν»[7], μέσα στὸν ὁποῖο ψάλλονται οἱ ἀπόρρητες θεϊκές μυσταγωγίες τῶν ἱερωτάτων αἴνων· στὸν ὁποῖο τελοῦνται οἱ ἀόρατες θεοφωτίες τῶν ἀλαλήτων καί διαπεραστικῶν ὑμνολογιῶν· στὸν ὁποῖο ὑπάρχει ἡ διαρκής φωτοχυσία, πού φωτίζει τὰ ἄυπνα μάτια τῶν ἀσωμάτων, καὶ στὸν ὁποῖο νοερό οἶκο τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει συνάθροιση ἐκείνων τῶν ἀστεριῶν, δηλαδὴ τῶν Ἀγγελικῶν Δυνάμεων, ποὺ μᾶς βοηθοῦν πρὸς τὰ ἀνώτερα, ποὺ στέλνονται διαρκῶς ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ μᾶς γιὰ νὰ μᾶς ὑπηρετοῦν, γι’ αὐτοὺς ποὺ πρόκειται νά κληρονομήσουν τήν σωτηρία[8].
β΄. Τῶν Ἀσωμάτων Ἀγγελικῶν Δυνάμεων, τῶν ἀθανάτων στρατευμάτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπηρέτες καὶ λειτουργοί βρίσκονται μαζί, εἶναι διαφορετικὴ ἡ στάση, διαφορετικὰ τὰ ὀνόματα, διαφορετικές οἱ τάξεις, ἀλλὰ ἡ οὐσία εἶναι μία, ποὺ ἔχει διαφορετικούς τρόπους ἐργασίας. Ὑπάρχουν τάξεις ὑμνολογικές, καὶ ἄλλες, πού φρουροῦν τοὺς οὐρανοὺς καὶ παραστέκονται ἄμεσα στὸν Θεό˙ ὑπάρχουν τάξεις ἐσωτερικές, τάξεις ἐξωτερικές, οἱ ὁποῖες ὀνομάζονται καὶ πύλες τῶν οὐρανῶν· ὑπάρχουν τάξεις ὑψηλότερες καὶ τάξεις κατώτερες, οἱ ὁποῖες κάποτε ἔλεγαν στὶς ἀνώτερες˙ «Σηκῶστε τίς πύλες οἱ ἄρχοντές σας»[9]. Ὑπάρχουν τάξεις, πού κάνουν ἀποστολές˙ τάξεις, ποὺ ἀποστέλλονται˙ τάξεις, ποὺ μυσταγωγοῦν˙ τάξεις, πού μυσταγωγοῦνται. Οἱ τάξεις τῶν διαφόρων Ἀγγέλων εἶναι διαφορετικές. Ὑπάρχουν Ἀγγελοι, πού πετοῦν στὸν ἀέρα καὶ διασώζουν τίς ψυχὲς τῶν ἁγίων ἀπὸ τὰ πνεύματα τοῦ ἀέρα. Καί αὐτό φανερώνοντάς το ὁ Πατριάρχης Ἰακώβ, ὅταν πέθαινε, λέγει· «Ὁ Ἄγγελος, ποὺ μὲ γλύτωνε ἀπὸ ὅλα τὰ κακά»[10]. Γι’ αὐτὸ καὶ σὲ Ἀγγέλους ἀνατίθεται ἡ διοίκηση τοῦ ἐπίγειου κόσμου, ἐκτελώντας τὴν ἀνάλογη φροντίδα μέ ἕνα νεῦμα τοῦ Κυρίου. Ἄγγελος ἀναλαμβάνει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν διατήρηση καί βοήθεια κάθε ψυχῆς ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ· γιατί, λέγει· «Μὴν ἀφήσεις τό πόδι σου νά σαλευθεῖ, καὶ δὲν θὰ νυστάξει αὐτὸς, ποὺ σὲ φυλάττει»[11]. Καί πάλι λέγει· «Προσέξτε νά μήν περιφρονήσετε κανέναν ἀπὸ τοὺς μικρούς αὐτοὺς, ποὺ πιστεύουν σέ μένα, γιατί σᾶς λέγω ὅτι οἱ Ἄγγελοί τους βλέπουν τὸ πρόσωπο τοῦ Πατέρα μου στοὺς οὐρανούς»[12]. Ἀλλὰ, σὲ κάθε ψυχὴ, ποὺ σέβεται τόν Θεό, δωρήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ἕνας Ἄγγελος, καὶ σὲ κάθε πιστὸ ἔθνος παραδόθηκε ἕνας Ἄγγελος ἀπὸ τὸν Θεὸ, γιὰ νὰ τὸ φροντίζει Γιατί, λέγει· «Ὅρισε τὰ σύνορα τῶν ἐθνῶν ἀνάλογα μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν Ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ»[13]. Μὲ τοὺς οὐρανίους Ἀγγέλους γίνεται ἡ ἀποκάλυψη τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ˙ μὲ τοὺς Ἀγγέλους γίνεται ἡ διατήρηση καὶ ἴαση τῶν πηγῶν˙ μὲ τοὺς Ἀγγέλους γίνεται ἡ λύτρωση τῶν ἀξίων ἀπὸ τοὺς πειρασμούς˙ γιατί, λέγει· «Θὰ περικυκλώσει ὁ Ἄγγελος Κυρίου ἐκείνους, ποὺ τὸν φοβοῦνται, καὶ θὰ τοὺς γλυτώσει»[14]. Μὲ τοὺς Ἀγγέλους γίνεται ἡ διατήρηση τῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων, σύμφωνα μέ τό «ὁ Κύριος φυλάττει ὅλα τὰ ὀστᾶ τους»[15], ἂν καὶ ὁ λόγος γιὰ τὰ ὀστᾶ αὐτὰ εἶναι κάπως μυστικός. Μὲ τοὺς Ἀγγέλους διατηροῦνται καὶ τὰ θυσιαστήρια τοῦ Θεοῦ καὶ διαφυλάσσονται οἱ ναοὶ τῶν πιστῶν. Μὲ τοὺς Ἀγγέλους μεταφέρονται οἱ δεήσεις καὶ οἱ προσευχὲς ἀπὸ τὴν γῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ στὸν Θεό, καί μ’ αὐτοὺς πάλι δίνονται στοὺς ἀνθρώπους οἱ θεῖες δωρεές. Καί σχεδόν κάθε μυστήριο τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ τελεῖται μέσῳ τῶν Ἀγγέλων.
γ΄. Ἔτσι κάποτε ὁ Θεὸς διέταξε ἀληθινὰ τὰ Χερουβὶμ νά φυλάττουν τὸ δέντρο τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ εἶναι ἀπλησίαστο στούς ἀναξίους[16]. Ἔτσι σχημάτισε γιά τόν Ἀβραάμ χορό ἀπό τρεῖς Ἀγγέλους, μέ τήν μορφή τριῶν ἀνδρῶν, γιὰ νὰ φανερώσει τόν τρισάγιο θεσμό τῆς Τριάδος[17]. Ἔτσι καὶ πάλι δύο ἀπὸ αὐτὴ τὴν Ἀγγελική Τριάδα ἐμφανίζει στά Γόμορρα στόν Λώτ[18], δείχνοντας μὲ τὶς ἐκεῖ τιμωρίες ὅτι ὁ Πατήρ δὲν κρίνει κανέναν, ἀλλὰ ὅλη τὴν κρίση τὴν ἀνέθεσε στόν Υἱό, μὲ τὴν παρουσία φυσικά σ’ αὐτὸν καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι καὶ στὸν Ἰακὼβ ἐμφανίζεται Ἄγγελος παλαιστής[19], πρὸς προτύπωση τοῦ νόμου, ποὺ εἰπώθηκε μέσῳ Ἀγγέλου. Ἔτσι καὶ στὸν μεγάλο Μωυσῆ ἐμφανίζεται μέ τή μορφή φωτιᾶς ὁ πύρινος ποταμὸς Ἀγγέλων, φλέγοντας τὴν θαμνώδη βάτο, χωρὶς νὰ τὴν καίει, προτυπώνοντας τὴν ἀσύγχυτη ἕνωση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἀγκαθωτή ἀπό τίς ἁμαρτίες φύση τῶν ἀνθρώπων[20]. Ἔτσι μὲ τοὺς Ἀγγέλους ἐξολοθρεύθηκαν τότε μὲ ἕνα ταχύτατο ἀθόρυβο χέρι χωρίς ξίφος κατά τήν διάρκεια νύχτας, τά πρωτότοκα νεογνά τῆς φυλῆς τοῦ Φαραώ, ἐνῶ τὸ γένος τῶν Ἑβραίων ἔμεινε ἀβλαβές[21]. Ἔτσι ἀπὸ Ἀγγελικά χέρια δέθηκαν μέ σχοινί μέσα στόν βυθό τῆς θαλάσσης οἱ ἄξονες τῶν ἁρμάτων μαζὶ μὲ τοὺς ἄρχοντες στρατηγούς, ὁπότε βλέποντας οἱ μιαροὶ νὰ τοὺς καταποντίζουν οἱ ἴδιες οἱ Ἀγγελικές Δυνάμεις, ἔλεγαν˙ «Ἄς φύγουμε ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλῖτες, γιατὶ ὁ Κύριος πολεμᾶ μὲ τὸ μέρος τους ἐναντίον τῶν Αἰγυπτίων»[22]. Ἔτσι μετὰ ἀπὸ αὐτὸ, πάλι ἄγγελος θεϊκός, μεταμορφωμένος σέ στύλο φωτεινό, παρουσιάσθηκε ὁδηγὸς ἀλάνθαστος τοῦ λαοῦ ὡς ὁ Χριστός, τοῦ ὁποίου ἡ ὀμορφιά τοῦ προσώπου του, ἐνδεδυμένου τήν μορφή νεφέλης, ὑποδείκνυε τοὺς τόπους καταλύσεως καὶ ἀναπαύσεως. Ἔτσι ὅταν οἱ νομοθετούμενοι πλησίασαν στὸ ὄρος τῆς νομοθεσίας, δέχθηκαν τίς θεοχάρακτες πλάκες μὲ περισσότερους Ἀγγέλους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἄλλοι σάλπιζαν, ἄλλοι φωταγωγοῦσαν τὸ ὄρος, καὶ ἄλλοι μὲ ἀντάρα καὶ πυκνὴ ὁμίχλη καὶ θύελλα τὸ γέμιζαν καπνούς, γιὰ νὰ φοβίσουν τόν λαό, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπὸ ἔλλειψη φόβου τοῦ Θεοῦ[23]. Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ ἐπίσης μέσῳ Ἀγγέλου δέχθηκε τὴν ἀγγελία τῆς νίκης ἐναντίον τῶν ὁμοφύλων του[24]. Καὶ γιὰ νὰ προσθέσουμε περισσότερους Ἀγγέλους στὸν Ἀρχιστράτηγο (γιατί πιστεύω ὅτι εὐχαριστοῦνται μαζὶ μὲ τὸν Ἀρχιστράτηγό τους), Ἄγγελος κάποτε στήν Ἰερουσαλήμ ἐξολόθρευε τὸν Ἰσραηλιτικό λαό, μέχρι ποὺ ὁ μέγας Δαβὶδ, θυσιάζοντας στὸν Θεὸ τὰ βόδια, πού ὑπῆρχαν στὸ ἁλώνι τῆς Σιὼν, τὰ ἔκαψε σ’ αὐτὰ τὰ ἁλώνια καὶ ἔτσι σταμάτησε τὴν πληγὴ τοῦ λαοῦ, γιὰ νὰ πάθουμε καὶ νὰ διδαχθοῦμε τί; Ὅτι μόνη ἡ θυσία, ποὺ προσφέρθηκε μὲ τὰ ξύλα τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, σταμάτησε τὴν ἀπειλὴ τῆς οἰκουμένης ἀπὸ τὸν Θεό. Γιατί, ἐκεῖ στάθηκε σὰν ἀληθινὸς μέγας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ὁ Φινεές, καὶ τὸν ἐξευμένισε γιὰ μᾶς καὶ σταμάτησε ἡ καταστροφή.
δ΄. Πρέπει, ὅμως, νὰ ἐξετάσουμε καὶ ἐκεῖνο, ἐπειδὴ ὁ Ἀρχιστράτηγος μᾶς χειραγωγεῖ στόν λόγο γιὰ τοὺς Ἀγγέλους. Πῶς δηλαδή, ἀφοῦ ὅλοι τους εἶναι τῆς αὐτῆς οὐσίας, ὅταν ἔρχονται στὴν γῆ, δὲν δείχνουν μιά οὔτε ὅμοια μορφὴ στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἄλλοτε ἐμφανίζονται μέ μορφή νεαρῶν, ἄλλοτε στρατιωτῶν, ἄλλοτε ἱππέων, ἄλλοτε πάλι σάν ἑξαπτέρυγα καὶ πολυόμματα, καὶ ἄλλοτε σάν λιοντάρια καὶ βόδια καὶ ἀετοί, καί κάποτε πάλι σάν πύρινα ἄλογα καί τροχοί καὶ ἅρματα; Ὁ Ἠσαΐας, λοιπὸν, ὁ θεϊκός, ὅταν εἶδε ἐκείνη τὴν θεϊκή καί φοβερὴ καὶ δεσποτική προεδρία τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, στὸν ὁποῖο, ὅπως ἔβλεπε, ἦταν καθισμένος ὁ Θεὸς τῶν ὅλων, ἔλεγε ὅτι οἱ ἀνώτερες τῶν Ἀγγελικῶν καὶ τῶν Χερουβικῶν Δυνάμεις παρίσταντο μὲ τὴν μορφὴ ἑξαπτερύγων. Καὶ μὲ τὶς μὲν δύο πτέρυγες, λέγει, κάλυπταν τά πρόσωπά τους, μὲ τὶς ἄλλες δύο σκέπαζαν τά πόδια τους καί μέ τίς ἄλλες δύο πετοῦσαν[25]. Καὶ καλύπτοντας τὰ ἄνω καὶ τὰ κάτω μέρη τοῦ σώματός τους, φανέρωναν μὲ τὸ παράδειγμά τους αὐτό ὅτι καὶ γι’ αὐτοὺς, ποὺ βρίσκονταν πάνω στὸν οὐρανό, καὶ γι’ αὐτοὺς, ποὺ ζοῦσαν κάτω στήν γῆ, τὸ μυστήριο τῆς Θεότητος εἶναι ἀόρατο καὶ ἀπόκρυφο καί συγκεκαλυμμένο. Ἢ ἴσως νὰ σκέπαζαν τὶς ἀρχὲς καὶ τὰ τέλη του σώματός τους, διδάσκοντας ὅτι καὶ τὰ πρὶν ἀπὸ τὴν κάθοδο τοῦ Λόγου καὶ Θεοῦ καὶ Χριστοῦ εἶναι ἀκατάληπτα, ὅπως καὶ τὰ μετὰ τὴν Ἀνάληψή Του. Ἐνῶ μὲ τὰ φτερὰ, ποὺ εἶχαν στή μέση τοῦ σώματός τους, ἤθελαν νὰ δείξουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία, πιστεύοντας, πετᾶ ψηλὰ στὸν οὐρανό. Ἴσως πάλι μὲ τὴν κάλυψη τῶν προσώπων καὶ τῶν ποδιῶν τους τὰ Πανάγια Σεραφίμ νὰ ὑπαινίσσονται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε τὴν ἀρχὴ, οὔτε τὸ τέλος τῆς Θείας Φύσεως νὰ δοῦμε ἢ νὰ βροῦμε ἢ νὰ καταλάβουμε. Γιατί, ἡ κάλυψη τοῦ προσώπου φανέρωνε τό ἀόρατο τῆς ἀκτίστου φύσεως, ἐνῶ τῶν ποδιῶν ἡ κάλυψη τὸ ἀπλησίαστο καί ἀπροσπέλαστό της.
ε΄. Ἔπειτα ὁ θεῖος προφήτης, ποὺ τὰ ἔβλεπε αὐτά, λέγει ὅτι ὁ ναὸς ἦταν γεμᾶτος ἀπὸ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ· «Τότε ὁ Θεὸς ἦταν γνωστός στήν Ἰουδαία καί μόνο στὸν Ἰσραὴλ ἦταν δοξασμένο τὸ ὄνομά του»[26]. Ἀλλ’ ὅμως, στὰ νοερά πνεύματα, τὰ προφητικὰ καὶ διορατικά, ἦταν γνωστό τὸ μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, πού καθόταν στόν θρόνο, καί ὅτι πρόκειται νά ἐμφανιστεῖ πάνω στὴν γῆ στοὺς ἀνθρώπους σὰν ἄνθρωπος, καὶ ὁ ἄσαρκος θὰ σαρκωθεῖ, καὶ αὐτὸς, ποὺ εἶναι ἀόρατος καὶ σ’ αὐτὰ ἀκόμα τά ἄϋλα, θὰ γίνει ὁρατὸς καὶ στοὺς ὑλικοὺς μὲ τήν σάρκα, καὶ ὅτι θὰ γεμίσει ὅλη τὴν γῆ ἡ δόξα καὶ ὁ ἔπαινος καὶ ἡ Χάρι Του. Καὶ κατάπληκτα ἀπὸ τὴν ἀπερίγραπτη καὶ ἀκατανόητη συγκατάβασή Του, καὶ θαυμάζοντας τὴν ἀπόρρητη ἀποκάλυψή Του, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ κάνει στοὺς ἀνθρώπους, μὲ εὐχαριστία καὶ ἔκπληξη μαζί ἔπλεξαν ὕμνο, φωνάζοντας· «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, ὅλη ἡ γῆ εἶναι γεμάτη ἀπό τήν δόξα Του»[27], προφητεύοντας τά μακαριώτατα Σεραφίμ τὴν μελλοντικὴ δόξα τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τὸν Χριστό. Γι’ αὐτό λένε ὅτι γέμισε ὅλη ἡ γῆ ἀπὸ τὴν δόξα Του. Πρόσεχε τί γίνεται· «Σηκώθηκε ψηλά», λέγει, «ἀπό τήν φωνή τους ἡ στέγη»[28], δηλαδή σηκώθηκε ἡ σκέπη καί προστασία ἀπὸ πάνω, πού συγκρατοῦσε τὸν Ἰουδαϊκὸ ναὸ καὶ λαό, καὶ ὁ ναὸς γέμισε καπνό, δηλαδή ἐρήμωση καί σκοτάδι, πλάνη καὶ ἀγνωσία. Προσέχετε μὲ ἀκρίβεια, παρακαλῶ. Ὅταν ἡ γῆ ἦταν ἄδοξη μέσα στήν πλάνη καὶ τὴν ἀγνωσία, ὁ ἰουδαϊκός ναὸς ἦταν γεμᾶτος δόξα, ἐνῶ ὅταν ὁλόκληρη ἡ γῆ γέμισε ἀπὸ τὴν δόξα καὶ τήν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ, «τότε ὁ οἶκος τοῦ Ἰσραὴλ γέμισε καπνό», ἐπειδὴ ἔσβησε σ’ αὐτοὺς τὸ νομικό λυχνάρι. Ὅπως λέγει ὁ Χριστός· ἐμεῖς, ποὺ δὲν βλέπουμε, θὰ δοῦμε, καὶ οἱ Ἰουδαῖοι, πού βλέπουν, θὰ γίνουν τυφλοί[29]. Καὶ αὐτὰ βέβαια λέγει ὁ Ἠσαΐας.
στ΄. Ὁ Ἰεζεκιήλ πάλι[30], ὁ ὁποῖος, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον, εἶχε τὸ νοῦ του ἔμπειρο ἀπὸ θεῖα ὁράματα, ὄχι μόνο δύο φορές εἶδε σάν τετράμορφα ζώα τούς ἀνωτέρους ἀπὸ τοὺς Ἀσωμάτους Ἀγγέλους νόες, πού προτύπωναν, νομίζω, καθαρά καί στόν ἑαυτό τους τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Ἐμμανουὴλ ἀπὸ Παρθένο. Γιατί, περιλαμβανόταν μεταξὺ τῶν ζώων μορφὴ ἀνθρώπου καὶ βοδιοῦ καὶ λιονταριοῦ, καὶ στὸ ἀνώτερο ἀπὸ αὐτὰ ἀετοῦ. Γιατὶ, ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι πράγματι Θεός καὶ ἄνθρωπος, ἐμφανίσθηκε ἀληθινά πάνω στὴν γῆ ὡς ἄνθρωπος, ὡς βόδι θυσιάσθηκε γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου, ὡς λιοντάρι ἀναστήθηκε μὲ δύναμη ἀπὸ τοὺς νεκρούς, καὶ ὡς ἀετὸς ἀνελήφθη στοὺς οὐρανούς. ̓Αλλὰ, καὶ μὲ ἄλλον τρόπο μποροῦμε νὰ ἐκλάβουμε τὰ ζῶα ὡς πρὸς τὸν Χριστό. Ἄνθρωπος, ὡς λόγος λογικὸς καὶ εἰκόνα τοῦ ἀοράτου Θεοῦ, ἐξαιτίας τῆς νοερῆς καὶ ἀόρατης ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ Του. Βόδι, ὡς δυνατὸς Ἀρχιερεύς, καὶ ἐπειδὴ ἔφερε τὸν ζυγὸ τοῦ σταυροῦ στὸν ὦμο Του, καὶ ἐπειδὴ ἀνακλίθηκε μαζὶ μὲ μᾶς τοὺς ἀλόγους κατὰ τὴν Γέννησή Του στήν Βηθλεέμ μέσα στήν φάτνη, καὶ ἐπειδὴ ἔσπειρε τόν σπόρο τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου σὲ ὅλη τὴν γῆ. Λιοντάρι, ὡς βασιλιάς σὲ μᾶς, ποὺ κάποτε ἤμασταν ἔθνη ἄγρια, ἀνήμερα καὶ αἱμοβόρα καὶ σαρκοφάγα καὶ ἀκάθαρτα˙ γιατί, λέγει˙ «ὁ Θεὸς βασίλευσε στὰ ἔθνη»[31]. Καὶ δὲν εἶναι μόνο λιοντάρι ὁ Χριστός, ἀλλὰ καὶ σκύμνος λιονταριοῦ, ὅπως λέγει γι’ Αὐτὸν ὁ Ἰακώβ[32], δηλαδή Υἱὸς βασιλιᾶ, ποὺ προῆλθε ἀπὸ βασιλικό Πατέρα. Γι’ αὐτὸ εἶναι καὶ ἀετός, ὡς βασιλιὰς τῶν οὐρανίων φτερωτῶν πτηνῶν, τῶν νοερῶν ἁγίων Ἀγγελικῶν Δυνάμεων, οἱ ὁποῖες εἶναι φτερωτές, ἐπειδὴ σκεπάζουν καὶ φρουροῦν ἐμᾶς, τοὺς νεοσσούς τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι φτερωτές, ἐπειδὴ εἶναι εὐκίνητες καὶ βρίσκονται πιό ψηλά ἀπὸ ὅλα τά γήινα. Φτερωτές, ἐπειδὴ, λόγῳ τοῦ θεϊκοῦ ἔρωτός τους, εἶναι ἀεικίνητες καὶ ἀκόρεστες. Εἶναι πολυόμματες, ἐπειδὴ φωτίζονται πλούσια μὲ τὸ θεϊκὸ φῶς, καὶ ἀπὸ καμμιὰ ὕλη δὲν ἐμποδίζονται στὸ νὰ βλέπουν. Γι’ αὐτὸ καὶ λέγονται πνεύματα, ἐπειδὴ εἶναι ἄϋλα καὶ ἀσώματα καὶ ἀψηλάφητα καὶ ἀθάνατα˙ δὲν ἔχουν πάχος˙ καὶ εἶναι ἀέρινα καὶ κατὰ Χάριν ἄφθαρτα καὶ ἀνόλεθρα.
ζ΄. Καὶ ἂς σέ πείσει ὁ Ἄγγελος Κυρίου, ὁ ὁποῖος, κατεβαίνοντας μὲ τὴν μορφὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μαζὶ μὲ τοὺς συντρόφους τοῦ Ἀζαρία, αὐτὸς ποὺ εἶχε πύρινη ψυχὴ καὶ ἔκανε τὴν φωτιὰ νὰ κρυώνει, αὐτὸς ποὺ μετέβαλε την φλόγα ἀπὸ φλογοφόρα σέ δροσοφόρα[33]. Καὶ τὸ πιὸ παράδοξο ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι αὐτοὺς, ποὺ μέσα στήν κάμινο σάν σέ μήτρα συνέλαβε ἡ φλόγα, τοὺς γέννησε σώους καὶ ἀβλαβεῖς, ἐνῶ ἀντίθετα, τοὺς ἀσεβεῖς, ποὺ ἦταν ἀσύλληπτοι ἔξω ἀπὸ αὐτήν, τοὺς κατέστρεψε. Αὐτὸ εἶναι ἡ πανίσχυρη ἐξουσία τῆς θεϊκῆς δύναμης τοῦ Ἀγγέλου καὶ τόσο ρωμαλέα, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ καταστρέψει ἀκαριαῖα καὶ ὁλόκληρο τόν κόσμο. Καὶ μάρτυρας αὐτοῦ εἶναι ἡ νυχτερινή πανολεθρία ἐναντίον τοῦ Σεναχερίμ, κατὰ τὴν ὁποία ἕνας ἄγγελος τοῦ Θεοῦ σκότωσε ἀθόρυβα ἑκατὸν ὀγδόντα πέντε χιλιάδες (185.000) χωρίς ξίφος[34], πράγμα ποὺ καὶ τώρα ἱκετεύουμε τὸν Θεὸ νὰ γίνει στούς τωρινούς Χαλδαίους. Μετακομίστηκε, ὅμως, ἀνάλαφρα ἀπὸ ἄϋλο Ἄγγελο ὁ ὑλικὸς καὶ σαρκοφόρος Ἀββακούμ ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Ἱερουσαλήμ στήν Βαβυλώνα, μεταφέροντας ὁ προφήτης στόν συμπροφήτη του Δανιήλ, πού τότε βρισκόταν στόν λάκκο φρουρούμενος, καὶ ἔμπαινε καὶ ἔβγαινε χωρίς βλάβη, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ φύλαγαν τίς σφραγίδες τοῦ λάκκου, πού προτύπωνε τὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ. Ὥστε, ὅπως ὁ Χριστὸς βγῆκε ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὸν ἅδη, ἔτσι νὰ βγεῖ καὶ ὁ προφήτης ἀβλαβής ἀπὸ τὰ ἀνθρωποφάγα θηρία, ρίχνοντας τώρα στὸν ἅδη αὐτοὺς, ποὺ τὸν κατέβασαν στὸν ἅδη[35]. Ἔτσι καί στήν περίπτωση τῶν Χαλδαίων, ἔγινε ὁμοιότυπα αὐτὴ ἡ ἀδέκαστη δίκη μέ τήν ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ, «ὁ ὁποῖος ἔπλασε τοὺς ἀγγέλους του πνεύματα καὶ τοὺς ὑπηρέτες του σάν φλόγα τῆς φωτιᾶς»[36], ὅπως ὀνομάζονται οἱ μακάριοι Ἄγγελοι ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ἐπειδὴ καθαρίζουν πολλὲς φορὲς τὰ ἀνθρώπινα πάθη, ὅπως νομίζω, καὶ εἶναι καυστικοὶ καὶ τιμωροί τῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ μεταδίδουν φῶς στοὺς ἀφώτιστους ἀνθρώπους.
η΄. Ἐμφανίζονται, ἐπίσης, καί μέ τήν μορφή ἀλόγων, ὅπως λέγει ὁ Ζαχαρίας[37], ἐπειδὴ τρέχουν μέ ταχύτητα περισσότερο ἀπὸ κάθε τί θεϊκό. Καὶ μὲ τὸ σχῆμα πυρίνων τροχῶν, ἐπειδὴ περιπολοῦν καὶ συγχρόνως κατοικοῦν τὸν οὐράνιο τροχό. Γιατί, λέγει, «ἡ βροντερή φωνή σου ἀντηχεῖ στὸν τροχό»[38]. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ προφήτης Ἠλίας ὁ Θεσβίτης ἀνελήφθη ἀπὸ τὴν γῆ μὲ τὸ πύρινο ἅρμα τοῦ Ἡλίου[39], τοῦ ὁποίου τὸ ἅρμα μέ τά τέσσερα ἄλογα ἦταν καθαρὸς τύπος τῆς φύσεώς μας, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσερα στοιχεῖα, μὲ τὴν ὁποία ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ ὁ Θεός Λόγος, ὁ Ὁποῖος φόρεσε τήν φύση μας καὶ τὴν ὁδήγησε ὡς ἡνίοχος, ὅπως θέλησε. Τὰ ἄλογα ἦταν τύπος τῶν βασιλικῶν ὀχημάτων, δηλαδή τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων. Γιατί, λέγει· «τὸ ἅρμα τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖται ἀπὸ μυριάδες, χιλιάδες Ἀγγέλων, ποὺ εὐτυχοῦν καὶ ἑορτάζουν»[40]. ̓Αλλὰ, καὶ ὁ Δανιήλ εἶδε σὲ ὅραμα ἄνδρα μὲ τὴν μορφὴ ἀνθρώπου νά κάθεται σὲ θρόνο, τὸν παλαιὸ τῶν ἡμερῶν Θεό, καὶ λέγει ὅτι «χίλιες χιλιάδες τοῦ παραστέκονταν καί μύριες μυριάδες τὸν ὑπηρετοῦσαν»[41]. Ἀλλά, αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα τέτοια ἀναφέρονται στήν Παλαιά Διαθήκη ὡς ὁράματα καὶ ὀπτασίες, ἐπειδὴ οὔτε τὴν οὐσία, οὔτε τὴν μορφή, οὔτε τὸ σχῆμα, οὔτε τὸ πρόσωπο, οὔτε τὴν ὀμορφιά τοῦ Θεοῦ εἶδε κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποτέ, οὔτε μπορεῖ νὰ δεῖ, ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφή, ἀλλ ̓ οὔτε καὶ τὴν οὐσία τοῦ Ἀγγέλου μπόρεσε νὰ δεῖ.
θ΄. Ἔλα, λοιπὸν, καὶ πέρνα τώρα ἀπὸ τὴν σκιά στήν Καινή Διαθήκη, καὶ ἐρεύνησε καλύτερα τίς Ἀγγελικές ὑπηρεσίες. Ἔρχεται, λοιπόν, κάποτε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ χοροῦ καὶ ὁ κορυφαῖος τῶν προκρίτων, τοῦ ἀνωτάτου γένους τῶν Ἀσωμάτων λειτουργῶν, ὁ ἐξάγγελος τῶν ἀπορρήτων μυστηρίων τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ὁ Γαβριὴλ ὁ θεόμορφος ὑπηρέτης, πού φέρνει χαροποιὸς τὸ «Χαῖρε» πρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ στὴν κόρη, τήν τελείως ἀδιάφθορη, στὴν ὁποία μπῆκε, δείχνοντας στήν πάνσεμνη τήν μορφή του στήν ουσία, ὅσο ἦταν δυνατό. Γιατί, μόνο ἡ Ἁγία Θεοτόκος, ὅπως λένε, μπόρεσε νὰ δεῖ Ἀγγελική φύση, ὅπως εἶναι καὶ ὅπως ἔγινε, ὥστε ἀπὸ τὴν ὀμορφιά τοῦ δούλου νά θαυμάσει ἀκόμα πιὸ πολὺ τὴν ὡραιότητα τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτὸ, καὶ μὲ διαταγὴ θεϊκὴ πῆγε σ’ αὐτὴν ὁ Ἀχριστράτηγος, δείχνοντάς της ἀκαταγώνιστη ὡραιότητα, ποὺ εἶναι πιὸ λαμπερὴ καὶ ἀπὸ αὐτές τίς ἡλιακὲς ἀκτῖνες, ἀποκαλύπτοντας ἤρεμα στὴν ἄφθορη τὴν τελείως ἀδιάφθορη ἰδιότητα τῆς μορφῆς του. Ἔτσι, εἶδε μορφὴ, ποὺ ἦταν ἀκτινοβολία μικρῆς καὶ αἰώνιας ἐκπομπῆς. Εἶδε κάλλος, ποὺ ἦταν ὡραιότερο ἀπὸ κάθε ὡραιότητα. Εἶδε λάμψη κάλλους παράξενη καὶ ἀσυνήθιστη. Εἶδε τὶς ἀκτινοβολίες ἀσώματης οὐσίας, πού ξεπερνοῦσαν τὶς ἀνταύγειες τοῦ ἡλίου. Εἶδε ἀνατολή λογικοῦ αὐγερινοῦ ἀθάνατη. Εἶδε φλόγα ψυχική, ποὺ ἐξέπεμπε λάμψη νοεροῦ φωτός. Γι’ αὐτὸ δὲν θαύμασε ἡ πάνσεμνη σάν ἄϋλη τὴν θέα καί συνάντηση τοῦ Ἀγγέλου, ἐπειδὴ εἶδε ἐκεῖνο, ποὺ ἄλλη φύση δέν δέχθηκε.
ι΄. Καὶ ὁ Ζαχαρίας βουβάθηκε, ἐπειδὴ δὲν πίστεψε στὸν Ἄγγελο. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ἐπρόκειτο νά ἔρθει στὸ φῶς ἀπὸ κοιλιά ὁ Πρόδρομος τοῦ ἀληθινοῦ φωτός Ἰωάννης, δηλαδή «ἡ φωνὴ αὐτοῦ, ποὺ φωνάζει στὴν ἔρημο»[42], σ’ ἐμᾶς ποὺ ἀνήκουμε στὴν ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησία, θεωρώντας τὸν νόμο γέροντα, τοῦ ὁποίου τόν τύπο ἀποτελεῖ ὁ πατέρας Ζαχαρίας, γεννᾶ ἕξι μήνες πρὶν ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὸν Ἰωάννη, γιατί «δὲν ἦταν ἐκεῖνος τὸ φῶς»[43], καὶ γι’ αὐτὸ τὸν φέρνει πρὶν ἕξι μήνες. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸν γεννήθηκε ὁ Χριστός, σάν μιὰ ἑβδόμη ἡμέρα, γιατί αὐτός εἶναι πραγματικὰ ἡ δική μας μυστικὴ ἀνάπαυση τῶν Σαββάτων, τὴν ὁποία εὐλόγησε καὶ ἁγίασε ὁ Θεὸς τῶν ὅλων, γιατὶ κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ καὶ μὲ αὐτὴν σταμάτησε ὅλα τὰ ἔργα του[44]. Καὶ αὐτὸς εἶναι πραγματικὰ ὁ Ἀρχάγγελος τῆς μεγάλης βουλῆς τοῦ Πατρός, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ Θεὸς τῶν Δυνάμεων. Γι’ αὐτὸ ὑπακούουν σ’ αὐτὸν καὶ δουλεύουν καὶ τὸν ὑπηρετοῦν μέ κάθε τρόπο καί σέ κάθε τόπο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας Του οἱ ἅγιοι καὶ φιλάνθρωποι Ἄγγελοι τοῦ φιλανθρώπου Δεσπότου. Καί ὅταν βέβαια γεννήθηκε κατά σάρκα, οἱ Ἄγγελοι πῆγαν πρῶτα στοὺς ποιμένες, πληροφορώντας γιὰ τὴν Γέννησή του στήν Βηθλεέμ μέσα στήν φάτνη. Καί πάλι θαυμάζοντας τό μέγα καὶ παράδοξο μυστήριο τῆς πτωχῆς Του ἐνανθρωπήσεως, ἔψαλλαν μέ ὅλη τους τήν δύναμη περίλαμπρα τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ»[45]. Καὶ Ἄγγελος σάν οὐράνιο φωτεινὸ σῶμα, μεταμορφωμένος σὲ ἀστέρι, ἔδειχνε τόν δρόμο στούς μάγους, καλώντας πρὸς τὴν ὁδὸ, ποὺ ἔλεγε˙ «Ἐγὼ εἰμί ἡ ὁδός»[46]. Ἀλλὰ, καὶ πάλι Ἄγγελος, ὅταν ἀναχώρησαν οἱ μάγοι, εἰδοποίησε σὲ ὅραμα τὸν Ἰωσήφ, μαζί μέ τήν Μητέρα καὶ τὸν Ἰησοῦ, νὰ φύγουν στὴν Αἴγυπτο. Καὶ ἀναχωρεῖ ὁ Θεὸς, φεύγοντας ἀπό ἄνθρωπο κατ’ οἰκονομίαν, ὄχι ἐπειδὴ φοβόταν ἕνα θνητὸ ὁ κριτὴς τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ γιὰ νὰ δώσει σέ σένα παράδειγμα καὶ ὅρους τῆς δειλίας καὶ ἀνδρείας, πότε καὶ ποῦ νὰ τὰ χρησιμοποιεῖς, καὶ νὰ γνωρίζεις σὲ ὅλα τὸν κατάλληλο καιρό. Καὶ ἡ ὑπηρεσία τῶν Ἀγγέλων πρὸς τὸν Κύριό τους δὲν τελείωνε μέχρι τὴν Αἴγυπτο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο πάλι Ἄγγελος εἰδοποιεῖ τὸν Ἰωσὴφ γιὰ τὴν ἐπάνοδό του[47].
ια΄. Καὶ ἔπειτα τί; Καὶ τὰ ἄλλα θὰ δεῖς ὅτι Ἄγγελοι τὰ κάνουν. Ἄγγελοι ἔρχονται, γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν τὸν Ἰησοῦ στὴν ἔρημο μετὰ τὴν βάπτισή Του[48]. Ὄχι ὅτι ἀπομακρύνθηκαν ποτέ ἀπό τόν Κύριό τους, ἀλλὰ γιὰ νὰ βεβαιωθεῖς ἐσὺ ὁ πιστός ὅτι, ἂν καὶ βαπτίσθηκε καὶ ἦταν καθαρός, δέχεται ἀόρατα Ἀγγέλους, γιὰ νὰ Τὸν ὑπηρετήσουν καὶ νὰ Τὸν φυλάξουν. Γι’ αὐτὸ καὶ στὴν κολυμβήθρα, πού ἦταν στήν Προβατική πύλη, πρὸς προτύπωση τοῦ βαπτίσματος, Ἄγγελος ὑπεδείκνυε τίς θεραπεῖες, στὴν ὁποία κολυμβήθρα ὁ Ἄγγελος τῆς μεγάλης βουλῆς Χριστός χάρισε τήν θεραπεία του στὸν ἐπὶ τριάντα ὀκτώ χρόνια παραλυτικό[49]. Βαπτίσθηκε σὲ ἡλικία τριάντα ἐτῶν καί τίς πέντε αἰσθήσεις του τίς θεράπευσε κατά τρόπο παράδοξο μὲ τὴν πίστη τῆς Τριάδος. Παρά λίγο, ὅμως, νά παραλείψω στὸν λόγο μου τό πιό κορυφαῖο καὶ θαυμαστότερο ἀπὸ τὰ ἱερὰ πράγματα, ποὺ ἀναφέρεται στοὺς Ἄγγέλους. Ποιό εἶναι αὐτό; Εἶναι οἱ παράδοξοι καὶ πολύτροποι ἄγγελοι στόν Ζωηφόρο Τάφο τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, τῶν ὁποίων τά κηρύγματα καὶ τὰ θαύματα σέ διαφόρους τόπους εἶναι πραγματικά πρωτάκουστα καί ξεπερνοῦν κάθε λόγο. Μεταξὺ αὐτῶν παρατήρησε μέ προσοχή πρὶν ἀπὸ τὰ ἄλλα αὐτό, πῶς δηλαδὴ ὅλοι οἱ προσφιλεῖς στὸν Χριστὸ ἄνθρωποι λέγεται ὅτι τρέχουν ἐκεῖ, ἐνῶ οἱ ἀνώτερες φύσεις ἐμφανίζονται νὰ κάθονται, χωρὶς νὰ ἔχουν διανύσει δρόμο. Ὁ Πέτρος σηκώθηκε καὶ ἔτρεξε στό μνῆμα, ἐνῶ ὁ ἄλλος μαθητής ἔτρεξε γρηγορότερα ἀπό τόν Πέτρο. Καὶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή τρέχει καὶ πηγαίνει στόν Σίμωνα Πέτρο, καὶ οἱ ἄλλες Μαρίες ἔτρεξαν νὰ ἀναγγείλουν στοὺς μαθητὲς ὅσα εἶδαν, καὶ οἱ γυναῖκες, ποὺ ἀναφέρει ὁ Μάρκος, ἐπίσης ἔφυγαν, τρέχοντας ἀπὸ τὸ μνημεῖο. Ἀλλ’ ὅμως, δέν φαίνονται νά κάθονται ἐδῶ στὸν δρόμο, ἀλλὰ ὁ ἕνας πρὸς τὸ μέρος, ποὺ ἦταν τὸ κεφάλι, ὁ ἄλλος πρὸς τὰ πόδια, ἐκεῖ ὅπου βρισκόταν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἄλλοι πάλι μέσα στὸ μνημεῖο, καὶ ἄλλοι ἔξω καθισμένοι πάνω στὸν λίθο.
ιβ΄. Τί διδασκόμαστε, λοιπόν, ἀπό αὐτά; Ὅτι αὐτοὶ, ποὺ δὲν κατάλαβαν ἀκόμα τὰ θεῖα μυστήρια, ὡς γήινοι, δίκαια τρέχουν, ὅπως λέγει καὶ ὁ Παῦλος[50], γιὰ νὰ προλάβουν. Γιατί, αὐτός, πού τρέχει, τρέχει σ’ αὐτὸ, ποὺ ποθεῖ. Γι’ αὐτὸ, λέγεται ὅτι κάθονται στόν τάφο οἱ Πανάγιοι Ἄγγελοι, ἐπειδὴ γνωρίζουν ἤδη τὰ θεῖα μυστήρια τῆς Ἀναστάσεως. ̓Αλλὰ, ὁ ἕνας κάθεται στό μέρος τοῦ κεφαλιοῦ, ἴσως ἐπειδὴ εἶναι μυημένος στά ὑψηλότερα μυστήρια, ἐνῶ ὁ ἄλλος κάθεται πρός τό μέρος τῶν ποδιῶν, ἐπειδὴ ἴσως εἶναι ὑπηρέτης μερικῶν κατωτέρων μυστηρίων καὶ ὑπηρεσιῶν. Καὶ ἐκεῖνοι βέβαια, ποὺ εἶναι μέσα καὶ βλέπουν, ἀξιώνονται αὐτὸ τὸ ἔργο, ἐπειδὴ παρατηροῦν τὰ πιὸ ἀπόκρυφα θαύματα τῆς Θεότητος, ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ποὺ εἶναι ἔξω, ἴσως εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ κηρύττουν τὸ θαῦμα τῆς σαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἄλλος κάθεται στά δεξιά, ἐπειδὴ εἶναι μυσταγωγὸς τῶν δικαίων καὶ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ψυχῶν. ̓Αλλὰ, ἐμφανίζονται καλλωπισμένοι καὶ μὲ πρόσωπα νεαρῶν, ὑποδηλώνοντας μέ τήν νεανική ὡραιότητά τους τήν ἀκεραιότητα, τό ἀγέραστο καὶ ἄφθαρτο, καθώς ἐπίσης καί τήν εὐπρέπεια καί ἀγάπη τῆς ἀρετῆς τῆς φύσεώς τους πρὸς τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ, καὶ ἐμφανίζονται μὲ ἐνδύματα ἀστραφτερά, γιά νά δείξουν ταυτόχρονα τήν λαμπρότητα, τό ἄσπιλο καὶ τὸν ἔρωτα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, καθὼς καὶ τὴν καθαρότητα, τὴν ἀπάθεια καὶ τὸ ἀκηλίδωτο, μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, τῆς φύσεώς τους. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁ Ἄγγελος λέγεται δεύτερο φῶς, μετὰ τὸ πρῶτο, ποὺ εἶναι τὸ Φῶς τῶν φώτων, γι’ αὐτὸ ἐμφανίζονται αὐτοὶ οἱ πανίεροι φωστήρες σ’ αὐτοὺς, ποὺ εἶναι ἄξιοι μὲ ἐνδύματα λαμπερά καὶ σὰν ἀστραπὴ καὶ χιόνι. Σ’ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει οὔτε χρῶμα, οὔτε σῶμα, οὔτε φτερά, οὔτε πηχιαῖοι βραχίονες, οὔτε μαλλοφόρα κεφαλή, οὔτε ὄρθιο ἀνάστημα, οὔτε γενικά κάτι ἀπὸ αὐτὰ, ποὺ βλέπονται ἢ κινοῦνται στὴν ὑλική φύση. Ἄν καί πολλὲς φορὲς λέγεται ὅτι ἐμφανίζονται σὲ θεϊκὲς ὀπτασίες μὲ ἀνθρώπινη μορφή, οὔτε ἀκόμα καὶ αὐτὰ τὰ ὀνόματα, που φέρουν, θεωροῦμε ὅτι σημαίνουν τήν οὐσία τους, ἀλλὰ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀποστολή τους, ποὺ ἔχουν ἀπὸ τὸν Θεό, ἔχουν πάρει καὶ τὸ ὄνομα ἀπὸ τοὺς θεολόγους ἄνδρες. Καὶ εἶναι φυσικό. Πρόσεξέ με, λοιπὸν, σὲ παρακαλῶ. Ὀνομάζονται Ἄγγελοι, ἐπειδὴ ἀναγγέλλουν στούς ἀνθρώπους τίς βουλές τοῦ Θεοῦ, μεταφέροντάς τες καί ἀπό ἀλλοῦ. Ἀρχάγγελοι, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι καὶ στοὺς ἀνθρώπους ὑπάρχει ἱεραρχία καὶ εὐταξία, τῆς ὁποίας τύπος εἶναι καὶ ἡ Ἐκκλησία. Ἀρχές πάλι λέγονται, ἐπειδὴ προΐστανται στήν διδασκαλία καὶ τὸν φωτισμὸ τῶν κατωτέρων τάξεων. Ἐξουσίες, ἐπειδὴ φέρουν βασιλικὰ καὶ δεσποτικὰ ἀξιώματα. Δυνάμεις, ἐπειδὴ ἔχουν τὸ χάρισμα νὰ εἶναι ἀνώτερες ἀπὸ ἀσθένεια, πάθος καὶ θάνατο. Θρόνοι, ἐπειδὴ ἐπαναπαύεται ὁ Θεὸς στὴν δική τους πολιτεία καί ὑπηρεσία. Κυριότητες, ἐπειδὴ ἔχουν ἀναλάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν εὐθύνη τῆς πρόνοιας καὶ σωτηρίας καὶ χειραγωγίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καὶ ἐπειδὴ ἔχουν τὸ χάρισμα νὰ εἶναι ἀδούλωτοι ἀπὸ κάθε ἐμπαθῆ κίνηση καὶ πτώση. Σεραφίμ, ποὺ στὴν ἑβραϊκή γλώσσα σημαίνει «πύρωση», ἐπειδὴ εἶναι οὐσίες, πού καθαρίζουν καὶ φωτίζουν τοὺς ἄλλους. Καὶ τὰ ἀνώτερα ἀπὸ ὅλα εἶναι τὰ Χερουβίμ, ποὺ βρίσκονται κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ σημαίνουν «πλῆθος γνώσεως».
ιγ΄. Αὐτὰ μᾶς ὑπαγόρευσε σήμερα νὰ ποῦμε γιὰ τοὺς ἀγγέλους ὁ Ἀρχιστράτηγος τῶν Ἀγγέλων. Αὐτές εἶναι οἱ ἐννέα τάξεις τῶν Ἀσωμάτων, καὶ δέκατη ὁ ἄνθρωπος. Ὑπάρχουν, λοιπόν, δέκα τάξεις ἢ δραχμές, γιὰ τὶς ὁποῖες κάνει λόγο ὁ Χριστός· «Ἐάν κάποια γυναίκα, που ἔχει δέκα δραχμές, χάσει μιά ἀπὸ αὐτές, δὲν θὰ ἀνάψει λυχνάρι καὶ θὰ τὴν ἀναζητήσει; Καὶ ὅταν τὴν βρεῖ, συγκαλεῖ τὶς φίλες της καί τίς γειτόνισσες, λέγοντας˙ Χαρεῖτε μαζί μου, γιατί βρῆκα τὴν δραχμὴ, ποὺ εἶχα χάσει»[51]. Κάτι ποὺ ἔγινε καὶ μὲ τὸ πρόβατο, πού χάθηκε ἀπὸ τὰ ἄλλα ἐνενήντα ἐννέα, ποὺ δὲν εἶχαν χαθεῖ. Τό πρόβατο αὐτό ὁ καλὸς ποιμένας, ὁ ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, δὲν τὸ παρέβλεψε, ἀλλὰ τὸ ἀναζήτησε, καὶ, ὅταν τὸ βρῆκε πάνω στὰ ὄρη καὶ στὰ βουνὰ τὰ ἐθνικὰ νὰ περιπλανιέται κακῶς καὶ νὰ θυσιάζει, τὸ ἐπανέφερε, καὶ κρατώντας το στό κοπάδι, ποὺ δὲν εἶχε πλανηθεῖ, ἀφοῦ τὸ ἀνέβασε στοὺς οὐρανούς, τὸ συγκατέλεξε μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα, καὶ τὸ ἔκανε ἄξιο τῆς αἰώνιας βασιλείας[52], τὴν ὁποία εἴθε νὰ ἐπιτύχουμε ὅλοι ἐμεῖς, μὲ τὴν Χάρι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ τόν Ὁποῖο ἡ δόξα ἀνήκει στὸν Πατέρα, συγχρόνως καὶ στὸ Ἅγιο καὶ ζωοποιό καὶ ὁμοούσιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
[1] ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ, «Λόγος εἰς τήν Σύναξιν τῶν Οὐρανίων Ταγμάτων», ἐν Φιλοκαλίᾳ τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητῶν, ΕΠΕ 18, ἐκδοτικός οἴκος Ἐλευθερίου Μερετάκη «Τό Βυζάντιον», Πατερικαί ἐκδόσεις Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 80 -103.
[2] Ψαλμ. 75, 5.
[3] Ψαλμ. 83, 2-3.
[4] Ψαλμ. 117, 15.
[5] Ψαλμ. 41, 5.
[6] Ψαλμ. 102, 20.
[7] Ψαλμ. 88, 8.
[8] Ἑβρ. 1, 14.
[9] Ψαλμ. 23, 7.
[10] Γέν. 48, 16.
[11] Ψαλμ. 120, 3.
[12] Ματθ. 18, 10.
[13] Δευτ. 32, 8.
[14] Ψαλμ. 33, 8.
[15] Ψαλμ. 3, 21.
[16] Γέν. 3, 24.
[17] Γέν. 18, 1 ἑ.
[18] Γέν. 19, 1 ἑ.
[19] Γέν. 32, 24.
[20] Ἔξ. 3, 2.
[21] Ἔξ. 3, 29.
[22] Ἔξ. 14, 25.
[23] Ἔξ. 19, 16.
[24] Ἰησ. Ναυῆ 5, 13 ἑ.
[25] Ἠσ. 6, 1.
[26] Ψαλμ. 75, 2.
[27] Ἠσ. 6, 4.
[28] Ἠσ. 6, 5.
[29] Ματθ. 13, 14.
[30] Ἰεζ. 1, 1 ἑ.
[31] Ψαλμ. 56, 9.
[32] Γέν. 49, 9.
[33] Βλ. Δαν. (προσευχή Ἀζαρία 25).
[34] Δ΄ Βασ. 6, 24.
[35] Δαν. 6, 24.
[36] Ψαλμ. 103, 4 καί Ἑβρ. 1, 7.
[37] Ζαχ. 1, 8.
[38] Ψαλμ. 76, 19.
[39] Γ΄ Βασ. 2, 11.
[40] Ψαλμ. 67, 18.
[41] Δαν. 7, 9-10.
[42] Ἠσ. 40, 3.
[43] Ἰω. 1, 8.
[44] Πρβλ Δοξαστικό Ἑσπερινοῦ Μ. Σαββάτου «Τοῦτο γάρ ἐστι τό εὐλογημένον Σάββατον, αὔτη ἐστίν ἡ τῆς κατασπαύσεως ἡμέρα, ἐν ᾗ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ…»
[45] Λουκ. 2, 14.
[46] Ἰω. 14, 6.
[47] Ματθ. 2, 13.
[48] Ματθ. 4, 11.
[49] Ἰω. 5, 2 ἑ.
[50] Α΄ Κορ. 9, 24.
[51] Λουκ. 15, 8.
[52] Λουκ. 15, 1.