
πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
30-09-2025
Ἡ ἀποτειχισμένη (θωρακισμένη – ὀχυρωμένη) Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν μπορεῖ νά κατηγορηθεῖ οὔτε ὡς σχισματικὴ, οὔτε ὡς παλαιοημερολογητική, οὔτε ἄκομα ὡς ἀνεπισκοπική.
1. Ἀποτείχιση καί σχίσμα
Σχίσμα στοὺς κόλπους τοῦ ποιμνίου δημιουργεῖ ὅποιος ἀλλοιώνει τὴν ὀρθότητα τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ παραβιάζει κατάφωρα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν Ἱερά Παράδοση καὶ τοὺς Ἱερούς καί Θείους Κανόνες τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς, Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως συμβαίνει μέ τήν ἀποδοχὴ τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα ὡς «κανονικοῦ Ἐπισκόπου» Ῥώμης, μέ τήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης, μέ τήν ἀπόδοση ἐκκλησιαστικότητος στούς αἱρετικούς Παπικούς, Προτεστάντες, Μονοφυσῖτες, μέ τὴν ἀναγνώριση ὡς κανονικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τῶν ἀχειροτονήτων καὶ ἀβαπτίστων τῆς Οὐκρανίας καὶ τῶν Σκοπίων, μέ ὅλα τά βλάσφημα καί ἀντιχριστιανικά μέτρα τήν περίοδο τοῦ κορωναϊοῦ, μέ τήν ἀποδοχή τοῦ κοβιντοεμβολίου, τῆς νέας ψηφιακῆς ταυτότητας, τῆς τεχνητῆς νοημοσύνης (ΑΙ), τοῦ ἐνιαῖου προσωπικοῦ ἀριθμοῦ, μέ τήν νομιμοποίηση τῆς ὁμοφυλοφιλίας, μέ τόν ἐπαίσχυντο νόμο ὑπέρ τοῦ γάμου τῶν ὁμοφυλοφίλων, μέ τήν ἔξωση τοῦ Ἑσταυρωμένου ἀπό τό Ἱερό Βῆμα, μέ τήν ἀλλοίωση καί στρέβλωση τοῦ νοήματος καί τοῦ περιεχομένου τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς συμπληρώσεως 1.700 ἐτῶν ἀπό τήν σύγκληση τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μέ τήν καθιέρωση κοινοῦ, παγχριστιανικοῦ καί σέ σταθερή ἡμερομηνία Πάσχα, μέ τήν κατασυκοφάντηση καί διαστρέβλωση τῆς ἱερᾶς ἀποτειχίσεως, καί μέ ὅλα τὰ βλάσφημα γεγονότα καὶ τίς ἀπίστευτες καινοτομίες, τὰ ὁποία θέσπισαν καὶ εἰσήγαγαν καὶ ἐξακολουθοῦν νά εἰσάγουν οἱ αἱρετικοὶ ἐπίσκοποι τῆς Ἑλλαδικῆς ψευδοεκκλησίας καὶ τοῦ οἰκουμενιστικοῦ καί ἑσβεσμένου Φαναρίου, ὑπείκοντες στήν ἀντίχριστη καί ὑδροχοϊκή «Νέα Ἐποχή», τή «Νέα Τάξη Πραγμάτων», τήν woke ἀτζέντα καί γενικῶς στόν ἐπάρατο, δυσώδη καί δαιμονικό διαχριστιανικό καί διαθρησκειακό οἰκουμενισμό. Στὸν 15ο Ἱερό Κανόνα τῆς ΑΒ’ Συνόδου διατυπώνεται μέ τὸν πιό σαφῆ καὶ κατηγορηματικό τρόπο ὅτι δέν προκαλοῦν σχίσμα στήν Ἐκκλησία οἱ ἀποτειχιζόμενοι ἱερεῖς, ἀλλὰ οἱ αἱρετικοὶ ψευδεπίσκοποι καὶ ψευδοδιδάσκαλοι. Γράφει ξεκάθαρα ὁ Κανών ὅτι «…οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι»[1], δηλ. «δέν κατέτεμαν μέ σχίσμα τήν ἕνωση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά φρόντισαν νά λυτρώσουν τήν Ἐκκλησίαν ἀπό σχίσματα καί μερισμούς». Ὅποιος ἴσχυρίζεται το ἀντίθετο αὐτός εἶναι διαστρεβλωτής καί καταπατητής τοῦ ἀνωτέρω Ἱεροῦ καί Θείου Κανόνος, καί συνεπομένως Πνευματομάχος, Πατρομάχος, ἀντί καί μετά πατερικός, ἀντί καί μετά κανονικός, ἀντί καί μετά συνοδικός, ἀντί καί μετά φωτιανός, τουτέστιν σχισματικός καί αἱρετικός, καί ἀπέχει παρασάγκας ἀπό τήν Ἁγία Ὀρθοδοξία.
2. Ἀποτείχιση καί Παλαιοημερολογητισμός
Περαιτέρω, ἡ ἀποτειχισμένη (θωρακισμένη – ὀχυρωμένη) Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, οὔτε ἔχει πήξει, οὔτε ποτὲ θά ἐπιδιώξει νά πήξει δικό της θυσιαστήριο, οὔτε θά συστήσει δική της «Ἱερά Σύνοδο», οὔτε θά προβεῖ σέ χειροτονία ἱερέων καὶ ἐπισκόπων καὶ μάλιστα μέ παράτυπες καί ἐξωαποτειχισμένες διαδικασίες, ὅπως δυστυχέστατα καί ἀτυχῶς ἔπραξαν οἱ ἐν Θεσσαλονίκῃ μή ὀρθῶς «ἀποτειχισμένοι», διότι αὐτὸ θά ὁδηγήσει αὐτόματα σέ σχίσμα, ὅπως τὸ παλαιοημερολογητικό. Τὸ ὅλο θέμα τό ἀφήνει στά χέρια τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὅταν καί ἐφ’ ὅσον καί ὅπως Αὐτός εὐδοκήσει, νά πυκνώσει τίς τάξεις της μέ ὀρθοδόξως χειροτονημένους ἱερωμένους, πού ἀπαραιτήτως θά ἔχουν παύσει τήν μνημόνευση, θά ἔχουν ἀποτειχιστεῖ. Ἀπὸ αὐτή τὴν ἄποψη οὔτε συμπεριφέρεται, οὔτε ἔχει καμμία σχέση μέ τὸν οὐ κατ΄ ἐπίγνωσιν, σχισματικό, παλαιοημερολογιτικό ζηλωτισμό καὶ τίς ἀμέτρητες μερίδες του, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός. Αὐτοὶ καὶ δικό τους θυσιαστήριο ἔπηξαν, καὶ τοὺς δικούς τους Ἐπισκόπους καὶ Σύνοδο ἔχουν ἀναδείξει, ἀλλὰ καὶ ἀρνοῦνται ὁποιαδήποτε Χάρι στά Μυστήρια τῶν Ἐπισκόπων τοῦ νέου ἡμερολογίου, τοὺς ὁποίους θεωροῦν αὐτόματα καθῃρημένους καὶ κατὰ τὸ ἀξίωμα καὶ κατὰ τὸ χάρισμα, χωρὶς τὴν ἀνάγκη συγκλήσεως μιᾶς διορθωτικῆς τῶν πραγμάτων Ὀρθοδόξου Συνόδου, γιά ν’ ἀποφανθεῖ, στερώντας τους μέ τὸν τρόπο αὐτὸν τὸ δικαίωμα τῆς μετανοίας.
Ἡ ἀποτειχισμένη (θωρακισμένη – ὀχυρωμένη) Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ θεωρεῖ ὅσους παραμένουν στήν αἵρεση καὶ δέν ἀποτειχίζονται, ὡς «ἀδελφοὺς» κατὰ τὸ βάπτισμα, πεπτωκότες ὅμως κατὰ τὴν πίστη. Γι’ αὐτό δέν ζητᾶ οὔτε τήν ἐπαναβάπτισή τους, οὔτε τὴν ἀναμύρωσή τους, ὅταν προσέρχονται στήν ἀποτειχίσῃ. Ἆκολουθώντας τοὺς Ἁγίους Πατέρες, θεωρεῖ ὅτι ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔχει διαιρέσει τὸ ποίμνιο καὶ ὄχι τὴν Ἐκκλησία σέ ὑγιὲς καὶ σέ νοσηρό τμῆμα. Τὸ ὑγιὲς τμῆμα, δηλ. τό ἀποτειχισμένο, κρατᾶ τὴν παραδοσιακή ὀρθόδοξη πίστη καὶ συνιστᾶ τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, που μόνον αὐτή σῴζει καὶ ἡ ὁποία προσεύχεται συνεχῶς καὶ ἀγωνίζεται, ὥστε τὰ πεπτωκότα μέλη τοῦ νοσηροῦ τμήματος τοῦ ποιμνίου, πού εἷναι ὀρθοδόξως βαπτισμένα, νά ἐγκαταλείψουν τὴν αἵρεση καὶ νά ἐπανέλθουν ἐν μετανοίᾳ στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ὅποιος εἷναι ὀρθοδόξως βαπτισμένος, διατηρεῖ πάντοτε ἀλώβητο τὸ δικαίωμα τῆς μετανοίας, δέν τὸ χάνει ποτέ.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀσφαλῶς δέν ἀναγνωρίζει ὅτι παρέχεται ἡ πλήρης, σωστικὴ Χάρις στό Μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας πού τελεῖται στοὺς κόλπους τῆς αἱρετικῆς ψευδοεκκλησίας, διότι, τότε θά μιλούσαμε γιά ἔναν διηρημένο Χριστό σέ δύο σώματα, ἔναν Χριστό στὸ ὑγιὲς καὶ ἔναν ἄλλο Χριστό στὸ νοσηρό τμῆμα τοῦ ποιμνίου, δηλ. γιά Ἀρειανισμό. Τοὺς παρέχεται μόνο ἡ προκαταρκτικὴ Χάρις, ἡ ὁποία φωτίζει μέ πρόσθετη θεογνωσία ὅσους ἀπὸ τοὺς πιστοὺς εἷναι ἄξιοι καὶ κεκαθαρμένοι, ὥστε τελικά νά μπορέσουν ν’ ἀναγνωρίσουν τὴν αἵρεση καὶ ν’ ἀπομακρυνθοῦν ἀπ’ αὐτήν, ἀποτειχιζόμενοι.
Γιά ὅλους αὑτοὺς τοὺς λόγους, ἡ ἀποτειχισμένη (θωρακισμένη – ὀχυρωμένη) Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ σέ καμμία περίπτωση δέν μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ὡς παλαιοημερολογητική.
3. Ἀποτείχιση καί ἀνεπισκοπική Ἐκκλησία
Στό ἴδιο πλαίσιο δέν μπορεῖ νά ὑποστηριχθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι ἡ ἀποτειχισμένη (θωρακισμένη – ὀχυρωμένη) Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἷναι μιά ἀνεπισκοπική Ἐκκλησία. Ὁ ἀποτειχισμένος ἱερεύς δέν εἷναι ἔνας αὐτοχειροτονηθείς κληρικὸς, ἀλλὰ ἔχει κανονικὴ χειροτονία ἀπὸ ἔναν Ἐπίσκοπο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔχει λάβει τὴν ἐντολὴ τελέσεως τῶν ἱερῶν καί θεουργῶν Μυστηρίων. Ὁ Ἐπίσκοπος, ὅμως, αὐτὸς ἔθεσε τὸν ἑαυτὸ του ἐκτὸς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, λόγῳ τῆς συνεχοῦς, ἀδιόρθωτης καὶ ἀμετανόητης κακοδοξίας λόγων καὶ ἔργων του, παρὰ τίς ἐπισημάνσεις καὶ συστάσεις, πού τοῦ ἔγιναν. Ἐξαιτίας αὐτοῦ ὁ ἀποτειχισμένος ἱερεύς προχώρησε σέ διακοπὴ μνημονεύσεώς του, ἐφαρμόζοντας τὸν 15ο Ἱερό Κανόνα τῆς ΑΒ’ Συνόδου. Αὐτό, ὅμως, δέν σημαίνει ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος δέν ὑπάρχει, ὅτι «ἐλλείπει», καί, ἑπομένως, ἡ ἀποτειχισμένη (θωρακισμένη – ὀχυρωμένη) Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἷναι ἀσκεπὴς καὶ ἀνεπισκοπική. Ὁ Ἐπίσκοπος ὑπάρχει, ἀλλὰ ἀνήκει πλέον στό νοσηρό τμῆμα, τὸ ἀποκοπὲν ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, μέχρι εἷτε νά μετανοήσει καὶ νά ἐπιστρέψει σ’ αὑτὴν, ἢ νά καθαιρεθεῖ λόγῳ ἀμετανοησίας ἀπὸ μία διορθωτικὴ τῶν πραγμάτων Ὀρθόδοξη Σύνοδο.
[1] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σ. 358.