
Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
25-12-2025
Ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
ΧΡΙCΤΟC ΕΤΕΧΘΗ !
Ἕνας ἀπό τούς ἁγίους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, πού κατενόησε σέ θεολογικό βάθος «τό τῆς εὐσεβείας μέγα μυστήριον» ὅτι «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί»[1] ὑπῆρξε ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Πάτμιος, ὁ Καλογερᾶς, ὁ Ἐθνοδιδάσκαλος (1688-1737), ἡ μνήμη τοῦ ὁποίου ἑορτάζεται στίς 19 Ἰανουαρίου. Στό βιβλίο του μέ τίτλο «Εὐαγγελική Σάλπιγξ» ἀποθησαυρίζεται ὁ λόγος του εἰς τήν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ Γέννησιν[2]. Ἄς τόν ἀπολαύσουμε σέ νεοελληνική μετάφραση.
Ὡς ὑπότιτλο τοῦ λόγου του, τοποθετεῖ τό χωρίο ἀπό τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον κεφ. 2ο, στιχ. 11 : «Καί ἐλθόντες εἰς τήν οἰκίαν, εὗρον τό Παιδίον μετά Μαρίας τῆς Μητρός Αὐτοῦ, καί πεσόντες προσεκύνησαν Αὐτῷ», δηλ. «Καί ἀφοῦ ἦρθαν (οἱ τρεῖς μάγοι) στό σπίτι, βρῆκαν τό Παιδί μαζί μέ τήν Μαρία τήν Μητέρα Του, καί, ἀφοῦ ἔπεσαν στό ἔδαφος, Τό προσκύνησαν».
Στή συνέχεια, ἀρχίζει τόν λόγο του ὡς ἑξῆς :
«Αὐτή εἶναι ἐκείνη ἡ περιβόητη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς ὅλων τῶν ἑορτῶν. Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ πηγὴ τῶν Μυστηρίων. Αὐτή ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ μου καὶ Θεοῦ μου, τὸ μυστικὸ κέντρο τοῦ ἀπερίγραπτου κύκλου, τῆς δικῆς Του Θεότητας, ἀπό τό ὁποῖο προέρχονται ὅλες οἱ γραμμές τῶν Μυστηρίων, ὅλα τὰ πνευματικά χαρίσματα τῆς φιλάνθρωπής Του καὶ ἀκένωτης πηγῆς. Αὐτῆς τῆς ἡμέρας τὴν σκιὰ εἶδε ὁ Πατριάρχης ̓Αβραάμ καὶ χάρηκε. Αὐτοῦ τοῦ Μυστηρίου τὸ βάθος εἶναι, πού θέλησε νὰ δεῖ ὁ ̓Αββακούμ καὶ τοῦ ἔδωσε τόσο φόβο καὶ τρόμο, πού μόλις ἔφθασε νὰ πεῖ˙ «Κύριε, εἰσακήκοα τὴν ἀκοήν σου καὶ ἐφοβήθην. Κύριε κατενόησα τὰ ἔργα σου καὶ ἐξέστην»[3], δηλ. «Κύριε, ἄκουσα ἐκεῖνο, τό ὁποῖο Ἐσύ μέ ἔκανες ν’ ἀκούσω, καί φοβήθηκα. Κύριε, παρατήρησα μέ προσοχή τά ἔργα Σου, τά κατανόησα, καί καταλήφθηκα ἀπό μεγάλη ἔκπληξη». Αὐτό τὸ ὑπερφυές Μυστήριο εἶναι, πού καὶ αὐτὸν τὸν οὐρανοβάμονα Παῦλο ὤθησε νὰ πεῖ˙ «ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ, ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ»[4], δηλ. «Ὦ ἀπροσμέτρητο βάθος πλούσιων δωρεῶν καί ἄπειρης σοφίας καί παγγνωσίας τοῦ Θεοῦ! Πόσο ἀνεξερεύνητες καί ἀκατάληπτες γιά τήν ἀνθρώπινη διάνοια εἶναι οἱ κρίσεις καί οἱ ἀποφάσεις Του καί πόσο ἀνεξιχνίαστες εἶναι οἱ ὁδοί καί οἱ μέθοδοι»! Καὶ ἀνίσως αὐτούς τοὺς Θεόσοφους ἄνδρες ἐξέπληξε καὶ τρόμαξε τὸ ἀχανὲς αὐτό πέλαγος, τί θά γινόμασταν ἐμεῖς οἱ μηδαμινοὶ καὶ ἀσθενεῖς σέ ὅλα; Ναὶ, δὲν ἀρνοῦμαι ἐκεῖνα, πού ἡ Θεολόγος φωνή εἶπε, ὅτι «πείθει πολλοὺς ὁ ἔρωτας νά πράττουν ὑπὲρ τὸ μέτρον»˙ τὸ ὁμολογῶ ὅτι ὁ πόθος ἀναγκάζει καθέναν νὰ λέει «διέλθωμεν ἕως Βηθλεὲμ»[5], «ἄς περάσουμε ὡς τήν Βηθλεέμ». Ἀλλὰ, τί θά γίνουμε, ὅταν δοῦμε στὴν Βηθλεὲμ τὸ ὄντως καινούργιο θέαμα, ἥλιο συσκιαζόμενο, φωτιά πηγμένη στήν ψυχρότητα, βρέφος τῶν παλαιῶν ἡμερῶν, ἀπειρία πεπερασμένη, πτωχὴ τὴν ὄντως πλουσιότητα; Τί θά ποῦμε, ὅταν δοῦμε τὴν ὡραιότητα νά μεταμορφώνεται, τὴν μακαριότητα τοῦ Παραδείσου νά πονᾶ, τὸν ἀνενδεῆ θεληματικῶς νά πτωχεύει, γιά νά μᾶς πλουτήσει, γυμνὸ ἀπό βασιλικό στέμμα, γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὸ στεφάνι τῆς Βασιλείας Του; Ποιά φρίκη, ποιός τρόμος θά μᾶς περιλάβει, ὅταν σκύψουμε μέσα στὴν φάτνη, γιά νὰ δοῦμε τόν Υἱό, πού προῆλθε ἀπό τήν κοιλιά τῆς Παρθένου, σάν νυμφίο ἀπό νυφικό κρεβάτι, στολισμένο, ὄχι μὲ ξένη στολὴ καὶ ξενόφερτη, μὲ χρυσό, μὲ λίθους καὶ μεταξωτά ἐνδύματα, κατὰ τὴν συνήθεια τῶν ἐπίγειων βασιλιάδων, ἀλλὰ μὲ τὴν δική Του φυσική μακαριότητα; Ἐκεῖνοι, μὴ ἔχοντας δική τους στολή, τήν δανείζονται ἀπὸ τὰ ἐνδύματα· ἀλλὰ, αὐτός, λάμποντας μὲ τὰ δικά Του, δὲν δέχεται τὰ ξένα. Ἀλλὰ, ποιά λαμπρότητα εἶναι αὐτή; Ποιό ἀξίωμα; Νὰ ὑμνεῖται ἀπὸ τούς Ἀγγέλους, νὰ προσκυνεῖται ἀπὸ τούς ποιμένες, καὶ τὸ ταπεινό καί ἐξευτελιστικό τῆς κλίνης νὰ μὴν σμικρύνει τὴν μεγαλειότητα. Μάλιστα δὲ σημεῖο ἀκρότατης μεγαλειότητας εἶναι τὸ νά λάμπει καί στά μηδαμινά. Τὰ περὶ τῶν βασιλιάδων λαμπρά εἶναι μεγαλειότητα τῶν θησαυρῶν καὶ ὄχι τῶν βασιλέων· ποιά ἔκσταση, ποιός φόβος θά μᾶς περιλάβει, ὅταν δοῦμε τὸ μικρὸ αὐτὸ Βρέφος στήν Βηθλεέμ, πού μὲ τὴν δική Του Γέννηση κατεργάζεται τόν θάνατο τῆς φθορᾶς μας; Μὲ τὰ σπάργανα τὴν λύση τῶν πολυχρονίων δεσμῶν μας; Μὲ τοὺς πόνους τὴν χαρὰ μας καὶ τὴν μακαριότητα; Αὐτά καὶ ἄλλα μύρια βλέποντας μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πενιχρό σπήλαιο, τί ἄλλο θά θέλαμε νά ποῦμε παρά : «Ὦ χαριέστατοι κλαυθμυρισμοί, μέ τούς ὁποίους φυγαδεύτηκαν ἀπό μᾶς οἱ αἰώνιες θλίψεις! Ὦ πολύτιμα σπάργανα, μὲ τὰ ὁποῖα καθαρίστηκαν οἱ ἀκαθαρσίες μας! Ὦ μακαριώτατο σπήλαιο, μυστικό θέατρο, στό ὁποῖο θριαμβεύει ὁ ἔρωτας τοῦ Θεοῦ πρὸς τούς ἀνθρώπους! Ὦ μακαριώτατη φάτνη, πάνω στὴν ὁποία, ὄχι μόνο ἀνακλίθηκε, ἀλλὰ καὶ βρέθηκε ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς»! Καὶ μὲ ποιά γλῶσσα νὰ ὑμνήσω τὰ θαυμάσια, πού φάνηκαν σ’ Ἐσένα σήμερα; Μὲ ποιό νοῦ νὰ συλλογισθῶ τὰ ὑπὲρ ἀνθρώπινο νοῦ καὶ ἀγγελικὴ ἔννοια, πού τελεσιουργήθηκαν μέσα στὸ δικό Σου ἐργαστήριο; Δὲν μοῦ ἀπομένει ἄλλος νοῦς, ἄλλη γλῶσσα, παρὰ Ἐκεῖνος, πού θά εὐδοκήσει νά μοῦ δοθεῖ τὸ Βρέφος, πού ἀνακλίθηκε πάνω στό δικό σου ἔδαφος, γιά νά παραστήσει ὅτι ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μου εἶναι, ὄχι μόνο τὸ ὑψηλότερο ἀπ’ ὅλα τά Μυστήρια, ἀλλὰ καὶ τό πιό ἀκατανόητο ἀπ’ ὅλα.
Στήν ὑπόθεσή μας εἶναι τόσο μυστηριώδης ὅσο καί ἀναγκαῖα ἡ ὀπτασία ἐκείνη, πού εἶδε ὁ Πατριάρχης Ἀβραάμ, πρὸς τὸ ἀπόγευμα ἐκείνης τῆς ἡμέρας, πού προσέφερε στὸν Ἅγιο Σαβαώθ τίς θυσίες, πού τὸν πρόσταξε. Εἶδε μιά φλόγα πυρός καὶ ἕνα καμίνι, πού ἄναψε ἐκεῖ τριγύρω στίς θυσίες του· «ἐπεὶ δὲ ἥλιος ἐγένετο πρός δυσμάς, φλόξ ἐγένετο, καὶ ἰδοὺ κλίβανος καπνιζόμενος καὶ λαμπάδες πυρός»[6]. Δηλ. «ὅταν δέ ὁ ἥλιος ἔδυε, ἄναψε μιά φλόγα καί νά φάνηκε ἕνα καμίνι νά καπνίζει καί λαμπάδες φωτιᾶς». Μυστηριώδης αὐτή ή ὀπτασία, καθὼς εἶπα, καὶ δυσνόητη, ἐπειδὴ ποιός ἀπὸ ’μᾶς θά μποροῦσε νὰ ἐννοήσει ὅτι ἐκεῖνες οἱ φλόγες, ἐκείνη ἡ κάμινος τῆς φωτιᾶς, προεικόνιζαν τό Μυστήριο αὐτῆς τῆς σημερινῆς ἑορτῆς; Κι ὅμως πρόφθασε νὰ τὸ πεῖ ὁ ἅγιος Κύριλλος ̓Αλεξανδρείας[7], ὅτι τὸ πῦρ ἐκεῖνο ἦταν τύπος τῆς Θεότητας. Τά περί τὴν θυσία, πού προσέφερε ὁ ̓Αβραὰμ στὸν Θεό, ἦταν τῆς ἀνθρωπότητας, στὴν ὁποία κατῆλθε τὸ πῦρ τῆς Θεότητας. Εἶπα πώς συμβάλλει αὐτή ἡ ὀπτασία στὴν ὑπόθεσή μας, διότι ἀνίσως καὶ ἐκεῖνο τὸ πῦρ, πού κατέβηκε στὴν θυσία τοῦ ̓Αβραάμ, ἦταν τύπος τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, γιά ποιό λόγο φάνηκε δύο εἰδῶν, καί λαμπάδες πυρός καὶ κλίβανος καπνιζόμενος; Ἀποκρίνεται ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Κύριλλος ὅτι αὐτό τὸ Μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας στοὺς ἀσεβεῖς καὶ αἱρετικοὺς δίνει τὴν ἄσβεστη ἐκείνη κάμινο τῆς αἰωνίου κολάσεως, στοὺς δέ πιστούς καί εὐσεβεῖς γίνεται λαμπάδα πυρὸς, πού τούς φωτίζει καί τούς ὀδηγεῖ στὰ κρείττονα. Αὐτή ἡ λαμπὰδα, αὐτὴ ἡ Χάρις, λοιπόν, πού προέρχεται ἀπό τὴν σημερινὴ ἑορτή, μᾶς δίνει κάποια παρηγοριά καὶ ἀναψυχὴ στὸ νὰ μπορέσουμε, ὄχι μόνο μὲ σιωπή, ἀλλὰ καὶ μὲ λόγο νὰ ὑμνήσουμε αὐτό τὸ Μυστήριο. Καὶ γι’ αὐτό, μὲ τὴν βοήθεια αὐτῆς τῆς λαμπάδος καί τοῦ φωτός, ἔλα νά δεῖς κατὰ ποιό τρόπο λένε οἱ θεολόγοι βαθύτερο καὶ ὑψηλότερο αὐτό τὸ Μυστήριο ἀπό κάθε ἄλλο. Ἐρεύνησε ὅλη τὴν θεία Γραφή. Δέ θά βρεῖς ἄλλο δυσκολώτερο νόημα, σάν ἐκείνη τὴν ἔνωση τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἐδῶ θαμπώνεται ὁ νοῦς καί χάνει τούς ὑπολογισμούς του. Πῶς τὰ τρία εἶναι ἕνα καὶ τὸ ἕνα τρία; Κατά τίς ὑποστάσεις καὶ τὰ πρόσωπα, μερίζεται ἀχωρίστως, καὶ, κατὰ τήν ταυτότητα τῆς φύσεως καὶ τῆς οὐσίας, ἑνώνονται ἀσυγχύτως˙ φρικτή αὐτή ἡ ἕνωση καὶ ἀκατάληπτη! Κι ὅμως θά δεῖς σ’ αὐτό τὸ Μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τρεῖς ἑνώσεις μυστηριώδεις καί θαυμαστές[8] καί τέτοιες, πού δέν ἔγιναν ποτέ, οὔτε θά γίνουν. Μία, Θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος. Ἄλλη, Μητρὸς καὶ Παρθένου. Τρίτη, πίστεως καὶ καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Πρώτη ἕνωση φοβερή καὶ ἀκατανόητη· πώς ὁ ἐνυπόστατος Λόγος τοῦ Πατρός, ἡ λογική ψυχή καὶ τὸ πρόσλημμα τῆς ἀνθρωπότητας συνῆλθαν σ’ ἕνα πρόσωπο, ὥστε τά τρία νὰ εἶναι ἕνα καὶ τὸ ἕνα τρία, ὄχι μέ σύγχύση τῶν οὐσιῶν, ἀλλά στήν μία ὑπόσταση τῆς Θεότητας. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη καὶ ὑπερτελέστατη ἕνωση. Δεύτερη, Μήτηρ καὶ Παρθένος. Κι αὐτή εἶναι ἄξια θαυμασμοῦ καὶ ἀκατανόητη, ἐπειδὴ ἀπό αἰῶνος δέν εἶχε ἀκουστεῖ τέτοιο παράδοξο φαινόμενο – θαῦμα νὰ βρίσκεται σ’ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ ὑποκείμενο καί παρθενία καὶ γέννηση. Τρίτη ἕνωση, ἡ πίστη καὶ ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Κι αὐτή ἐνδογενής (δημιουργεῖται ἀπό ἐσωτερικά αἴτια, χωρίς ἐξωτερικούς παράγοντες) καὶ ἀφανής, πλήν ὅμως μεγάλη καὶ θαυμαστή, ἐπειδή δέν εἶναι μικρό θαῦμα νά πιστεύει ἡ καρδιά ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἡ Μητέρα, πού Τόν γέννησε, καὶ ἦταν καὶ εἶναι καὶ θά εἶναι Παρθένος. Αὐτό εἶναι σά νὰ βλέπεις πλάτος στενό, μῆκος βραχύ, ὕψος χαμηλό, βάθος ὕπτιο (ἀνάσκελο), φῶς ἀλαμπές (πού δέν λάμπει), νερό νά διψᾶ, ἄρτο νά πεινᾶ. Κι ὅμως ὅλ’ αὐτὰ τὰ παράδοξα θεωροῦνται (βλέπονται) μέσα σ’ αὐτό τὸ βαθύ καί ἀκατάληπτο Μυστήριο. Ἐδῶ βλέπεις τήν ὄντως σοφία σά νὰ ἀπορεῖ˙ τήν ἀνδρεία νὰ ἀσθενεῖ˙ τὸν Θεὸ νὰ θηλάζει˙ Τόν βλέπεις νά θηλάζει, ἀλλά ν’ ἀναψύχει τούς Ἀγγέλους˙ νά κλαυθμυρίζει, ἀλλά νά παραμυθεῖ τούς ἀθλίους˙ βλέπεις τὴν ὄντως χαρά, θλιμμένη˙ τὸ θάρρος νὰ φοβᾶται˙ τήν σωτηρία νά πάσχει˙ τήν ζωή νά ἀποθνήσκει˙ καὶ τὸ μεγαλύτερο, βλέπεις θλίψη νά χαροποιεῖ˙ φόβο, που δίνει θάρρος˙ πάθος, πού σώζει ἀπὸ θάνατο καὶ ζωοποιεῖ˙ ἀσθένεια, πού ἐνδυναμώνει. Βλέπεις πόση ἀπορία ἀνοίγουν στὸ νοῦ αὐτές οἱ τρεῖς ἐνώσεις τοῦ Μυστηρίου τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας; Βλέπεις πῶς θαμπώνεται ὁ νοῦς ἐδῶ καὶ ὅλος χάνεται, καθώς κι ἐκεῖ στὴν πανσέβαστη καὶ ἀκατανόητη ἕνωση τῆς Ἁγίας Τριάδος;
Στάσου μὲ θάρρος νά τά θεωρήσεις αὐτὰ πλατύτερα, κατά πόσους τρόπους αὐτή ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι πηγή τῶν Μυστηρίων καὶ τῶν θαυμάτων˙ α΄. ἐπειδή γέννησε Παρθένος, χωρίς νά φθείρει τὴν παρθενία. β΄. Πνεῦμα Ἅγιον ἐπεσκίασε τήν Παρθένο, ἀποκατέστησε ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ τέλειο τό σῶμα τοῦ Βρέφους ἀπό τά παρθενικά της αἵματα, καὶ τὴν ἴδια στιγμή τό ἐμψύχωσε μέ λογική ψυχὴ. γ΄. Τὴν ἴδια στιγμή, συνυπέστη ἡ ψυχή καὶ τὸ σῶμα στόν ἐνυπόστατο Λόγο τοῦ Πατρός. δ΄. Ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος. ε΄. (Ἔγινε) βρέφος γεμᾶτο μέ κάθε σοφία. στ΄. Καθαρώτατο ἀπὸ τό προπατορικὸ ἁμάρτημα, στολισμένο μέ κάθε Χάρι, καὶ ἡ παναγία ψυχή τοῦ Βρέφους, εὐθύς μόλις δημιουργήθηκε, καί ἔβλεπε τὴν θεία φύση καὶ χαιρόταν. Ποιά ποτέ ἄλλα τέτοια τέρατα καὶ θαύματα εἶδε ὁ κόσμος, σάν αὐτά; Θά μοῦ πεῖς˙ εἶδε, μιά φορά κι ἕνα καιρό, αὐτόν τὸν ἥλιο, πού κράτησε τὴν κίνησή του ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ. Καὶ πάλι στὸν καιρό τοῦ Ἐζεκία, πού γύρισε πίσω. Ἀλλὰ, τώρα βλέπει τόν Θεό, τὸν νοητό ἥλιο, πού ταπείνωσε τόν ἑαυτό Του τόσο, πού νὰ κείτεται σ’ ἕνα σπήλαιο σπαργανωμένος. Εἶδε κάποτε ἡ φύση – καὶ ἔφριξε! – βάτο νά καίγεται μέσα στή φωτιά καὶ νά ἔχει ἄκαυστη βλάστηση. Ἀλλὰ, τώρα δές ἐσὺ τὸ παραδοξότερο, ἄφθορη παρθενία Μητρός στὴν σύλληψη, καὶ παντελῶς ἀπαραβίαστη στήν Γέννηση. Εἶδε κάποτε τήν κατάξερη ῥάβδο τοῦ ̓Ααρών, νά βλαστάνει αὐτόματα
καὶ χωρίς κάποια ἀνθρώπινη ἐπιμέλεια, καί νά καρποφορεῖ τά μυστικά σπέρματα˙ ἀλλὰ τώρα δές ἐσὺ τὴν ἀπόγονο τοῦ Ἰεσσαὶ μυστική ῥάβδο, νά ἔχει καρποφορήσει, ἔξω ἀπό κάθε ἀνθρώπινη ἐνέργεια, τὸν ἀξιέραστο καὶ γλυκύτατο καρπό τῆς παρθενίας. Καί τί νά λέγω τὰ περισσότερα; Ἀνίσως φάνηκε πράγμα ὑπερφυσικὸ καὶ μυστηριώδες ἡ ράβδος τοῦ Μωυσέως νά μεταβληθεῖ σ’ ἕνα φίδι, νά τὸ μυστηριωδέστερο καὶ ὑπερφυσικώτερο, πού φαίνεται σήμερα! Ὁ Θεὸς ὁμοιώθηκε μέ τούς ἀνθρώπους κατά πάντα, πλὴν τῆς ἁμαρτίας! Ἀνίσως φάνηκε πράγμα παράδοξο νὰ ἀνοιχθεῖ ἡ ἐρυθρὰ θάλασσα καὶ νὰ κλειστεῖ στὴν διάβαση τοῦ Ἰσραήλ, νά τὸ θαυμασιώτερο! Ὁ Χριστὸς γεννιέται καὶ ἡ μήτρα τῆς Παρθένου φυλάσσεται κλεισμένη καὶ ἄφθορη! Ἀνίσως φάνηκε ὑπερφυσικό ἔργο τὸ μάννα, πού φερόταν ἀπό τόν οὐρανό, νά τὸ ὑπερφυσικώτερο! Ὁ Λόγος τοῦ Πατρὸς κατερχόμενος ἀπό τόν οὐρανό στὸν κόλπο τῆς Παρθένου! Ἀχώρητο σέ ἀνθρώπινο νοῦ! Πῶς ὁ Προφήτης Ἠλίας μὲ ἄρμα πύρινο καὶ μέ σάρκα νὰ ἀναβαίνει στὸν οὐρανό; Πλέον ἀκατανόητο, ἡ ἀνθρώπινη φύση νά ἀναβιβαστεῖ στὸ ὕψος τῆς Θεότητος! Δικαίως, λοιπόν, λέγεται ὅτι ὁ Θεός ὅλα μπορεῖ νά τά κάνει καί νά τά μεταποιήσει πρός τό καλύτερο, ἐκτός ἀπό αὐτά τά τρία˙ α) τήν σάρκωση, λέγω, τοῦ Υἱοῦ Του, β) τὴν Μητέρα καὶ γ) τὴν μακαριότητα τῶν δικαίων. Δέν μπορεῖ ὁ Θεὸς νὰ κάνει ἄλλον ἄνθρωπο καλύτερο ἀπό αὐτόν, πού εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς. Οὔτε ἄλλη Μητέρα καλύτερη ἀπὸ τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Οὔτε ἄλλη μακαριότητα τελειότερη ἀπὸ ἐκείνη τῶν δικαίων. Ἐπειδή αὐτὰ τὰ τρία ἔχουν ἀξία ἄπειρη ἀπό τό ἄπειρο ἀγαθό, πού εἶναι ὁ Θεός. Καὶ κατ’ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν νά γίνει κάτι ἄλλο καλύτερο ἀπ’ αὐτά.
Βλέπεις πόσα καινά, πόσα ἀκατανόητα Μυστήρια περιέχει αὐτό τό Μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας; Καὶ πῶς, λοιπὸν, νὰ μὴν εἶναι στὴ φύση ἀχώρητο καὶ στὸ νοῦ ἀκατάληπτο αὐτό, πού ὁ λόγος τῆς φύσεως δὲν τὸ βρίσκει, ὁ νοῦς δὲν τὸ δέχεται, ὁ οὐρανός τό τρέμει, ἡ γῆ τὸ ἐξίσταται, τά κτίσματα τὸ θαυμάζουν; Πῶς νά καταληφθεῖ τό ἀπόρρητο, τὸ ἄγνωστο, τό μόνο ἀπερίγραπτο, τὸ κεκλεισμένο καὶ ἀνεξερεύνητο Μυστήριο; Τέτοιο, πού, γιὰ νὰ τελειωθεῖ, δὲν μεσολάβησε, δέν συνήργησε ἕνα τάγμα Ἀγγελικὸ ἀπὸ τὰ ἐννέα. Δὲν ἔφθασε, λέγω, νά τό τελειώσει, ὄχι ἑνὸς Ἀγγελικοῦ τάγματος δύναμη, ἀλλ’ οὔτε ὅλων τῶν Ἀγγέλων ἡ δύναμη, ἑνωμένη σέ ἕνα, δὲν ἦταν δυνατόν νά τελειώσει τέτοιο ὑπερφυές καὶ παράδοξο πράγμα. Ἀλλά, ὅλη αὐτή ἡ Τριάς, ὅλη ἡ παντοδύναμη Θεότητα συνήργησε, γιά νά τελειωθεῖ αὐτό τὸ Μυστήριο. Φιλοσοφοῦν πολλὰ πάνω στὸ ἀξιοθαύμαστο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ τῶν οὐρανίων, ἀλλὰ τόσο εἶναι δυσνόητο τὸ ὑποκείμενό του καὶ σχεδόν ἀκατάληπτο, πού ὁ ἕνας ἀπὸ ἐκείνους, πού τὸ ἐξετάζουν, ἀναιρεῖ τόν ἄλλον, καὶ κανεὶς μέχρι σήμερα δέν ἀποφαίνεται μέ βεβαιότητα τί εἶναι οὐρανὸς καὶ ποιό τὸ ὑποκείμενό του, ἀπό ποιά ὕλη καὶ πόσοι οὐρανοί, καὶ τί τὰ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν, καὶ ποιό τῶν ἀστεριῶν ἤ τοῦ ἡλίου. Μύριες ἀπορίες καὶ ζητήματα σ’ αὐτό, καθώς καὶ στὰ ἄλλα κτίσματα καὶ στίς διαφορές καί τίς κοινότητες, πού θεωροῦνται μέσα σ’ αὐτό, καὶ παρ’ ὅλο πού μὲ ἕνα λόγο τά πάντα δημιουργήθηκαν. Καὶ λοιπόν, τί θέλουμε νά ποῦμε γι’ αὐτο τὸ Μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, τό ὁποῖο αὐτὴ ἡ Ἁγία Τριάς ὅλη τελείωσε, καθώς μᾶς τὸ κηρύττει ὁ λόγος τῆς Γεννέσεως; Ἐκεῖ μία φορά ἀνασηκώνοντας τούς ὀφθαλμούς του ὁ Ἀβραάμ στὸν οὐρανό, να! βλέπει ἀμέσως, καὶ στέκονται ἀπό πάνω του τρεῖς ἄνδρες· «ἀναβλέψας δὲ τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ, εἶδε καὶ ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες ἐστήκεισαν ἐπάνω αὐτοῦ»[9]. Γιατί, ρωτοῦν οἱ θεολόγοι, ἐκεῖ, πού ἐπρόκειτο νά γεννηθεῖ ὁ Ἰσαάκ, φαίνεται τό Μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος; Διότι, ἀπό τό σπέρμα του (εἶναι) ἡ Μήτηρ τοῦ Χριστοῦ, στοῦ Ὁποίου τήν σάρκωση συνήργησε ὅλη ἡ Ἁγία Τριάς. Καὶ παρομοιάζουν αὐτὴν τὴν ἀλήθεια οἱ διδάσκαλοι μέ τήν κιθάρα˙ τρία πράγματα φαίνονται σ’ αὐτήν˙ α) ἡ τέχνη, β) τό χέρι, καί γ) ἡ χορδή. Ἡ τέχνη διδάσκει, τό χέρι ἀγγίζει, ἡ χορδή δίνει τό μέλος. Καὶ τὰ τρία μαζί ἐργάζονται. Ἀλλά, οὔτε τό χέρι, οὔτε ἡ τέχνη ἠχοῦν, παρά μόνο ἡ χορδή. Ἔτσι κι ἐδῶ, στὸ Μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας. Οὔτε ὁ Πατήρ, οὔτε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔλαβαν σάρκα, κι ὅμως μαζί καὶ τὰ τρία (πρόσωπα) ἐργάζονται. Ἀλλά, στὸν Υἱό μόνο ἀποδίδεται ἡ ἀνάληψη τῆς σάρκας, καθώς στὴν χορδή ἡ μελωδία τῆς κιθάρας. Βλέπεις πώς εἶναι ἔργο καὶ τῶν τριῶν; Καὶ πῶς, λοιπὸν, νὰ μήν εἶναι φοβερὸ καὶ ἀκατανόητο αὐτό τὸ Μυστήριο; Ὅμως, ἄς εἶναι δοξασμένο τό ὄνομα τοῦ μεγάλου πατρός Βασιλείου στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων, πού μᾶς ἔδωσε μεγάλο φῶς σ’ αὐτό τὸ πολὺ σκοτάδι τῆς ἀκαταληψίας. Θέλεις νά μάθεις, ἐκεῖνο πού λέγει, πῶς ἡ Θεότητα εἶναι σέ σάρκα; Βλέπεις τὸ πῦρ πῶς εἰσέρχεται στὸν σίδηρο, ὄχι μεταβατικῶς, ἀλλά μεταδοτικῶς; Δέν μεταβάλλεται τὸ πῦρ σέ σίδηρο, ἀλλὰ, μένοντας στὴν οἰκεία φύση, μεταδίδει ἀπὸ τὴν δύναμή του στὸν σίδηρο. Καί δέν σμικρύνεται μὲ τὴν μετάδοση, ἀλλά γεμίζει ὅλο τόν σίδηρο, πού τὸ μετέχει. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, καὶ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν κενώθηκε ἐξ αὐτοῦ, καὶ σκήνωσε ἀνάμεσά μας. Δέν μεταβλήθηκε, ἀλλά «ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο»[10]˙ δέν ἔμεινε ἔρημος ὁ οὐρανός ἀπό Αὐτόν, πού τόν συνέχει. Καὶ ἡ γῆ στούς κόλπους της ὑποδέχεται τὸν Οὐράνιο. Μή νοήσεις, λέγει, κατάπτωση Θεότητος, διότι δέν μεταβαίνει ἀπό τόπο σέ τόπο, ὅπως τὰ σώματα. Μή νομίσεις ὅτι ἡ Θεότητα μεταβλήθηκε σέ σάρκα, διότι τό ἀθάνατο εἶναι ἄτρεπτο. Δὲν γέμισε ἀπὸ τήν σωματικὴ ἀσθένεια ὁ Θεός Λόγος, ἀλλά, ὅπως τὸ πῦρ δέν μεταλαμβάνει ἀπὸ τὰ ἰδιώματα τοῦ σιδήρου, μόνο δίνει τά δικά του, λαμπρύνεται ὁ σίδηρος, ὅμως δέν μαυρίζει τό πῦρ, αὐτός γίνεται φλογερός καὶ δὲν ἀποψύχει τήν φλόγα, ἔτσι καὶ ἡ ἀνθρώπινη σάρκα τοῦ Κυρίου. Αὐτή μετέσχε τῆς Θεότητας, ἀλλά ἀπὸ τὴν ἀσθένειά της δέν ἔδωσε στὴν Θεότητα. Ὤ τί ὡραιότατο αὐτό τὸ παράδειγμα! Καὶ πλέον ὡραιότερα τὰ παραδείγματα ἐκεῖνα, μέ τὰ ὁποῖα βάλθηκε τό βασιλικό ἐκεῖνο στόμα νά φανερώσει καί τό ἀποτέλεσμα καὶ τὸν τρόπο αὐτῆς τῆς ἐνέργειας, λέγοντας˙ Καθώς τό σκοτάδι, πού βρίσκεται μέσα στό σπίτι, λύεται μὲ τὸν ἐρχομὸ τοῦ φωτός, ἔτσι καί ὁ θάνατος, πού κατεξουσιάζει τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἐξαφανίστηκε μέ τήν παρουσία τῆς Θεότητας. Καὶ ἄλλο˙ Καθώς ὁ πάγος, πού γίνεται πάνω στὰ νερά, στέκεται καὶ τὰ κυριεύει ὅσο καιρὸ εἶναι νύχτα καὶ σκιά, ἀλλά, ὅταν ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ἀναλύεται (λιώνει) καὶ ὁ παγετὸς ἀπὸ τὴν ἀκτῖνα αὐτοῦ τοῦ ἡλίου, ἔτσι καί ὁ θάνατος βασίλευσε μέχρι τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ φανερώθηκε ἡ σωτήριος Χάρις τοῦ Θεοῦ σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους, καὶ ἀνέτειλε ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, κατανικήθηκε ὁ θάνατος μέ κατάποση[11], μή ὑποφέροντας τήν ἐπιδημία τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Ὤ ἐνέργειες θαυμαστές, ὦ παραδείγματα, γεννήματα ὄντως μεγάλου Βασιλείου, παραστατικά τῆς ἐνέργειας τέτοιου Μυστηρίου!
Δὲν εἶναι δεύτερα, οὔτε ἄξια καταφρονήσεως κι ἐκεῖνα, πού γράφει γι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεση, καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τοῦ διδασκάλου, ὁ φωστῆρας τῶν Νυσσαέων, ὅταν λέγει˙ «ὁρᾶς ἐπὶ τὸ ἀκρότατον μῆκος προελθοῦσαν τήν νύκτα»; Βλέπεις πόσο αὐξήθηκε ἡ νύχτα σ’ αὐτόν τὸν καιρὸ τοῦ χειμῶνα, καὶ τώρα στάθηκε ἀπὸ τό νὰ αὐξάνεται, καὶ γυρίζει πίσω; Συλλογίσου πόσο αὐξηθηκε ἡ πονηρή νύκτα τῆς ἁμαρτίας, σέ πόσο μεγαλεῖο κακίας ἔφθασε, σέ πόσες σατανικές ἐπινοήσεις προχώρησε, καί σήμερα ἀνακόπηκε ἡ ἐξουσία της, πού εἶχε πάνω στούς περισσότερους. Σήμερα ἐξαναγκάζεται πρὸς ἀφανισμὸ καὶ ἐρήμωση. Βλέπεις τὴν ἀκτῖνα τοῦ φωτός πῶς εἶναι στερεώτερη καὶ τὸν ἥλιο ὑψηλότερο ἀπὸ πρίν; Συλλογίσου τήν παρουσία τοῦ ἀληθινοῦ φωτὸς, πού φώτισε μὲ τίς ἀγγελικές του ἀκτίνες ὅλη τὴν οἰκουμένη. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ Χριστός, διέκοψε καί ἔσβησε ὅλη τὴν πονηρή σκοτεινή νύχτα τοῦ διαβόλου καί τῆς φύσεώς μας, ἐπιλάμπει στή φύση, στήν ὁποία ἀνεγείρεται τό πεσμένο. Τὸ ἐχθρικό ὀδηγεῖται σέ καταλλαγή. Αὐτό, πού ἔχει ἀποκηρυχθεῖ, ἐπιστρέφει. Τό ξεπεσμένο ἐπανέρχεται στή ζωή. Αὐτό, πού εἶναι ὑποδουλωμένο στήν αἰχμαλωσία, ἐξυψώνεται στὴν ἀξία τῆς βασιλείας. Αὐτὸ, πού εὔκολα εἶναι δεμένο μέ τά δεσμά τοῦ θανάτου, ξανατρέχει πρὸς τὴν χώρα τῶν ζωντανῶν. Καὶ, τέλος πάντων, καθώς ψάλλει ὁ Δαβίδ, οἱ χάλκινες πύλες τοῦ θανάτου συντρίβονται καὶ ἀνοίγεται ἡ πύλη τῆς δικαιοσύνης. Αὐτά λέγει ὁ Ἱερός αὐτός Διδάσκαλος, σύμφωνα μέ τόν ἀδελφό του, πρός ἀπόδειξη πόσων μεγάλων καὶ ἀπορρήτων ἀγαθῶν ἔγινε πρόξενος σ’ ἐμᾶς ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Πάνω στὰ ὁποῖα προσθέττει κι ἄλλα, πού φανερά παριστάνουν ὅτι ἔλλαμψαν μέσα σ’ αὐτό τὸ Μυστήριο ὅλα τὰ προσόντα στήν Θεότητα. Γι’ αὐτό, λέγει˙ «τό θεῖον οὔχ ἕν τι μόνον τῶν ἀγαθῶν, ἀλλὰ πᾶν τῶν ὅ,τι περ’ ἐστὶ κατ’ ἐπίνοιαν, ἀγαθὸν ἐκεῖνο ἐστί, δυνατόν, δίκαιον, ἀγαθόν, σοφόν, πάντα ὅσα τῆς Θεοπρεποῦς σημασίας ἐστὶ νοήματά τε καὶ ὀνόματα». Στοχᾶσου, λέγει, νὰ δεῖς πῶς ὅλα τά εἰρημένα συνέδραμαν σ’ αὐτό τὸ Μυστήριο. Ἡ ἀγαθότητα, ἡ σοφία, ἡ δύναμη καὶ ἡ δικαιοσύνη. Ὡς ἀγαθός, ἀγάπησε ἐσένα, τὸν ἀποστάτη ἄνθρωπο. Ὡς σοφός, μηχανεύτηκε τὴν ἐφευρετικότητα τῆς ἐπανόδου τῶν καταδουλωμένων. Ὡς δίκαιος, δέν ἐξαναγκάζει τὸν καταδουλωμένο, ἀλλά ἔδωσε τόν Ἑαυτὸ Του ἀντάλλαγμα ἀντὶ τῶν δούλων. Ὡς δυνατός, δέν κρατήθηκε στόν ἅδη, οὔτε ἡ σάρκα Του εἶδε διαφθορά, γιατί δέν ἦταν δυνατόν νά κρατηθεῖ ἀπό τήν φθορά ὁ Ἀρχηγός τῆς Ζωῆς. Ἀλλά, ἴσως ἔλεγες ὅτι ἦταν ἄπρεπο στὸν Θεό νά συγκαταβεῖ τόσο, πού νὰ ἔλθει σέ ἀνθρώπινη γέννηση, νὰ ὑποφέρει καὶ τὴν δοκιμὴ τῶν παθημάτων τῆς σάρκας. Τὴν ὑπερβολὴ τῆς εὐεργεσίας λέγεις. Σοῦ ἀποκρίνεται ὁ Ἅγιος˙ ἐπειδή μέ ἄλλο τρόπο δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τόσα κακὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, ὑπέμεινε ὁ βασιλιάς κάθε ἀπάθειας, ν’ ἀνταλλάξει τήν δική Του δόξα μέ τήν δική μας ζωή, καί ἡ μὲν καθαρότητα γίνεται στὸν δικό μας ῥύπο, ὁ δὲ ρύπος τῆς καθαρότητας δέν κατηγορεῖται (καθώς λέγει τὸ Εὐαγγέλιο[12]), διότι τὸ φῶς ἔλαμψε στό σκοτάδι καί τό σκοτάδι δέν τό ἐπεσκίασε. Ἀκοῦς ἀνήκουστη εὐεργεσία; Ἀκοῦς ἀκατανόητο τρόπο τῆς ἐλευθερίας τῶν δούλων;
Παρόμοια μὲ αὐτοὺς τοὺς διδασκάλους, θεολογεῖ καὶ ὁ Λέων. Ἐκεῖ στὴν Γέννηση, στόν β΄ λόγο, βρυχᾶται ὡς λέων, λέγοντας˙ «Καινή ἡ τάξη, καινότερη ἡ γέννηση. Ἐπειδή ὁ ἀόρατος ἔγινε ὀρατός σ’ ἐμᾶς. Ὁ ἀκατανόητος εὐδόκησε νά εἶναι καταληπτός. Αὐτός, πού ὑπῆρχε πρίν ἀπό τούς αἰώνες, νά εἶναι κάτω ἀπό τόν χρόνο. Ὁ Δεσπότης τῶν ὅλων νά ὑποδύεται δουλικό σχήμα, γιά νά καλυφθεῖ ἡ ἀξία τῆς μεγαλειότητας. Ὁ ἀπαθὴς Θεός δέν ἀπαξίωσε νά γίνει παθητός ἄνθρωπος καί ὁ ἀθάνατος νά ὑποτάσσεται στούς νόμους τοῦ θανάτου. Γεννιέται μὲ καινότερο τρόπο, ἀσπόρως καὶ ἀπαθῶς, ὁ ἐν οὐρανοῖς παρά Πατρὸς ἀχρόνως, ὁ ἴδιος ἐπὶ τῆς γῆς ἄνθρωπος ἀπὸ Μητέρα. Ἐκεῖ ἀπὸ τήν ἀθανασία τοῦ Πατρός, ἐδῶ ἀπό τήν παρθενία τῆς Μητρός. Ἐκεῖ ἀπό τόν Πατέρα χωρίς Μητέρα, ἐδῶ ἀπό τήν Μητέρα χωρίς Πατέρα. Ἀπό τόν Πατέρα γεννιέται ἀρχή ζωῆς, ἀπό τήν Μητέρα τέλος θανάτου. Ἀπό τόν Πατέρα καθορίζοντας κάθε ἡμέρα, ἀπό τήν Μητέρα ἁγιάζοντας αὐτήν τὴν ἡμέρα. Καὶ ὅλ’ αὐτά γιά ποιόν καί γιατί; Γιά ἕναν ἀχάριστο δοῦλο, ἀποστάτη, καταφρονητή τῶν προηγούμενων χαρισμάτων. Αὐτό, ἄν συλλογισθεῖς, εἶναι τὸ βαθύτερο Μυστήριο αὐτῆς τῆς οἰκονομίας. Αὐτό, ἂν πεῖς, εἶναι τὸ πλέον ἀκατάληπτο, τὸ πλέον δυσπαράδεκτο, ἀπ’ ὅσα θεωρεῖ ὁ νοῦς ἐδῶ μέσα στὴν Βηθλεέμ. Ἀλλά, αὐξάνει τὸ θαῦμα, μεγαλύνει τὴν ἀπορία ἡ κάμινος τῆς ἀγάπης, ἡ ὑπερβολή τοῦ ἔρωτα αὐτοῦ τοῦ ὑπερτελεστάτου καί ἀνενδεοῦς Θεοῦ, πού ἔχει καὶ ἔδειξε καὶ δείχει πάντοτε στὸν ἀχάριστο ἄνθρωπο». Ἐγώ, ὅσες φορές βαλθεῖ ὁ ταλαίπωρός μου νοῦς νὰ θεωρήσει τὸ ἀνεξακρίβωτο αὐτό πέλαγος τῆς ἐνσάρκου οἰκουνομίας καὶ τὸν θεῖο ἔρωτα, πού ἄνοιξε αὐτὸ τό πέλαγος, δὲν θυμᾶμαι τίποτε ἄλλο παρὰ τὸν μαγνήτη, πού γυμνὸς ἀπὸ γλῶσσα, λαλεῖ μαζί μέ τὸν σίδηρο καὶ τὸν ἔλκει τόσο, πού καὶ μή ἔχοντας φτερὰ καὶ πόδια νὰ τὸν ἀκολουθεῖ, καὶ κρεμασμένος στὸν ἀέρα, σὰν ἐκστατικός ἀπό τόν ἔρωτα, χαίρεται καὶ ἀναπαύεται περισότερο νά εἶναι χωρισμένος ἀπὸ τὸ δικό του κέντρο, παρά νά χωρισθεῖ ἀπὸ τὸν ἀγαπημένο του μαγνήτη. Αὐτή τήν συμπάθεια καὶ ἀχώριστη ἀγάπη βλέπω πλέον σήμερα φυσική, ζωντανή, μυστηριώδη καὶ ἀξιοθαύμαστη μέσα στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. Ἐδῶ βλέπω τὴν Θεότητα σπαργανωμένη μὲ τὰ ἄλυτα δεσμὰ τοῦ ἔρωτα, πού ἀναπαύεται περισσότερο μέσα στὴν φάτνη, παρὰ στοὺς Πατρικούς κόλπους. Χαίρεται στὴν ἐξορία, παρὰ στὴν πατρίδα˙ στὰ πάθη τῆς παθητῆς φύσεως, παρὰ στὴν ἀπάθεια˙ στίς θλίψεις αὐτῆς τῆς κοιλάδας τοῦ κλαυθμώνος, παρὰ στὴν τρυφὴ τῆς ἔμφυτης μακαριότητάς Του. Ἀξίζει πραγματικά νά πεῖ καθένας˙ «Κύριε, εἰσακήκοα τὴν ἀκοὴν σου καὶ ἐφοβήθην, κατενόησα τά ἔργα σου καί ἐξέστην»[13], δηλ. «Κύριε, ἄκουσα τήν ἀκοή σου καί φοβήθηκα, κατανόησα τά ἔργα σου καί ἔμεινα ἐκστατικός». Καὶ μάλιστα ὅταν θεωρήσει ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὴν λίγη αἴσθηση, πού ἔχει ὁ ἐρώμενος ἄνθρωπος σ’ αὐτὴν τὴν ὑπερβολική θερμότητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τότε, ὅταν δεῖ πῶς κλείνει τά μάτια σέ τόση ὑπερβολική λαμπρότητα τῶν χαρισμάτων˙ τότε, ὅταν δεῖ μέ πόση ἀπανθρωπιά κλείνει τήν καρδιά ὁ ἐρώμενος ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μὴν εἰσέλθει μέσα ἡ ἀκατανόητη θερμότητα τῆς τόσο μεγάλης καὶ ἀσύγκριτης ἀγάπης. Πράγμα τόσο βάρβαρο, τόσο ἀπάνθρωπο, ποὺ, ἂν γινόταν, ὄχι σ’ ἕναν δυνάστη, ὄχι σ’ ἕναν ἐπίγειο βασιλιά, ἀλλά σ’ ἕναν ὁμότιμο ὁμόδουλο, δὲν ἦταν ἀρκετὰ ὅλα τὰ κολαστήρια τοῦ ἅδη, γιὰ νὰ τοῦ δώσουν τὴν προσήκουσα ἐκδίκηση, πάνω σ’ αὐτήν τὴν ἀσεβέστατη καταφρόνηση, πού γίνεται στὴν ὑπερβολὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Πολλοὶ, καὶ Προφήτες καὶ Ἀπόστολοι καὶ διδάσκαλοι, πολλὰ ἔγραψαν, ὅμως ἐμὲνα μοῦ ἀρέσει πολύ ἐκείνη ἡ φωνή τοῦ θρηνικωτάτου Ἱερεμία, πού λέγει˙ «Ἕως πότε ἀποστρέψεις θυγάτηρ ἡτιμωμένη; Ὅτι ἔκτισεν ὁ Κύριος σωτηρίαν εἰς καταφύτευσιν καινήν»[14], δηλ. «ἕως πότε θά βραδύνεις νά ἐπανέλθεις στήν πατρίδα σου, καταφρονεμένη καί καταντροπιασμένη κόρη; Ὁ Κύριος πραγματοποίησε σωτηρία, ὥστε νά καταφυτευθεῖς καινούργια». Σὰ νὰ λέγει πρὸς τὴν ἀνθρώπινη καὶ ἀχάριστη φύση˙ «Ἕως πότε θά περιπατᾶς ἐδῶ κι ἐκεῖ καταφρονεμένη, σάν δούλη διωγμένη καί ἄχρηστη καὶ δὲν γνωρίζεις τὴν βασιλική συγγένεια; Ἕως πότε θά ἀποστρέφεσαι τὸν ἔρωτα τοῦ οὐράνιου νυμφίου καὶ θά σέρνεσαι καταφρονεμένη ἀπὸ τὴν ἀπάτη τοῦ καταχθονίου; Ἕως πότε θά κλείνεις τά μάτια, γιὰ νὰ μὴν δεῖς τὴν δική σου τιμὴ καὶ δόξα, τὴν κατά σάρκα συγγένεια τοῦ βασιλιά τῶν βασιλευόντων; Εἶσαι στεφανωμένη μέ δόξα καὶ τιμή κι ἐσὺ ἐπιστρέφεις ὡς ἀγεννής καὶ ἄτιμη σέ τόπους ἔρημους καί ἄβατους; Νά, πού ὁ Κύριος πραγματοποίησε σωτηρία, ὥστε νά καταφυτευθεῖς καινούργια. Ἀνοίχτηκε ἡ βασιλική οδός. Ἀνοίχτηκε ἡ πόρτα τοῦ νυφικοῦ κρεβατιοῦ τοῦ οὐράνιου νυμφίου. Πάλι ἀνακαινίστηκε τό προνόμιο τῆς βασιλικῆς υἱοθεσίας. Πάλι ἀναγράφτηκε τὸ προικοσύμφωνο τῆς πρώτης καὶ παλαιᾶς μεγαλοδωρίας. Κηρύχθηκε εἰρήνη καὶ στούς μακράν καὶ στούς ἐγγὺς. Ἡ διαλλαγή κηρύχτηκε μέ τά ἐρυθρά δάκτυλα τοῦ ἐνυπόστατου Λόγου κι ἐσὺ ἕως πότε θά ἀποστρέφεις, κόρη καταφρονεμένη; Ὁλ’ αὐτὰ σ’ ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς ἁρμόζουν. Σ’ ἐμᾶς φωνάζει ἡ προφητική φωνή˙ «Ἕως πότε, ἀναίσθητοι ἁμαρτωλοί, θά προσηλώνεστε στά μάταια καὶ τά αἰσχρά; ἕως πότε δέν θά γνωρίζετε τήν βασιλική τιμή, μέ τήν ὁποία σᾶς τίμησε ὁ ἐνσαρκωμένος Λόγος; Ὁ Θεὸς στή γῆ, γιὰ ν’ ἀνέβεις ἐσύ στὸν οὐρανὸ, κι ἀκόμη κυλιέσαι μέσα στὴ γῆ; Ὁ Θεὸς ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνεις ἐσύ θεὸς, κι ἀκόμη καταφρονεμένος ἁμαρτωλός; Καὶ γιατί, λοιπόν, (ρωτᾶ ὁ Εἰρηναῖος) ὁ αἰώνιος καὶ ἀπεριόριστος Θεός περιέκλεισε τόν Ἑαυτὸ Του καὶ Τόν περιόρισε στὸν μητρικό κόλπο, παρὰ γιὰ νὰ περιλάβει ἐσένα καὶ νὰ σὲ συμμαζέψει ἀπὸ τὴν πρώτη ἀπώλεια καὶ ἀδιαφορία; Γιατί γεννιέται ἀπὸ μητέρα παρθένο, σώφρονα καὶ καθαρωτάτη, παρὰ γιὰ νὰ σὲ καταπείσει μ’ αὐτό, ν’ ἀγαπήσεις τήν σωφροσύνη καὶ νὰ μισήσεις τήν ἀκολασία, νὰ ἐπιθυμήσεις τήν καθαρότητα καὶ ν’ ἀποστραφεῖς τήν ἀκαθαρσία καὶ κάθε ἄλλη σαρκικὴ ἐπιθυμία; Γιατί ἔκτισε τέτοια καινούργια ὁδὸ σωτηρίας, παρά γιὰ ν’ ἀνακαινισθεῖς ἐσύ καὶ νὰ ἐπιθυμήσεις τήν πρώτη ζωὴ τῆς ἀπάθειας στόν Παράδεισο; Κι ἐσύ ἕως πότε θά βραδύνεις νά ἐπανέλθεις στήν πατρίδα σου, καταφρονεμένη καί καταντροπιασμένη κόρη; ἕως πότε;
Βλέπε καλά, σοῦ λέγω ἐγώ, πολλῶν ἀναστεναγμῶν καὶ θρήνων ἄξιε ἁμαρτωλέ! Μήν καταφρονήσεις τό Βρέφος αὐτό, πού βλέπεις ἀδύνατο μέσα στὸ σπήλαιο, μήπως ἔλθει καιρός καί γνωρίσεις τήν παντοδυναμία Του, ἀλλὰ μὲ ζημιά δική σου. Ὁ σκύμνος τοῦ λέοντος, σάν πού εἶναι βασιλικό γέννημα, ἔχει τὸ βρύχημα, τὴν ἀνδρεία καὶ τά νύχια. Βλέπε κι ἐσύ, τρέμε καὶ φοβήσου ὡς ἁμαρτωλός. Οἱ ρίζες τῶν ἀγκαθιῶν φαίνονται ἁπαλές, ἀλλά ἀπ’ αὐτές φυτρώνουν ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα τσιμπιέσαι. Καὶ τὸ Βρέφος αὐτὸ, πού βλέπεις σήμερα στὴν Βηθλεέμ καὶ ἀφόβως τὸ καταφρονεῖς καὶ χωρίς αἴσθηση τιμωρίας παραβαίνεις τούς νόμους Του, καθώς ὁ χρόνος περνᾶ, θά ἀποβεῖ Κριτής. Θά διαδεχτεῖ τὴν φάτνη νεφέλη φωτεινή. Αὐτή ἡ φάτνη θά ἔλθει καιρός πού θά μεταβληθεῖ σέ θρόνο ὑψηλό. Αὐτά τά βρεφικά κλαυθμυρίσματα θά μεταβληθοῦν σέ φωνὴ μεγάλη καὶ φοβερή. Καί τί φρικτότερο, τί πιό ξακουστό ἀπό τήν φωνή ἐκείνη˙ «πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον»[15]; δηλ. «φύγετε μακρυά ἀπό μένα ἐσεῖς οἱ καταράμενοι καί πηγαίνετε στήν αἰώνια φωτιά». Ὤ λόγος φοβερός, ὤ λόγος γιά νά σπάσει κι αὐτοὺς τοὺς λίθους! Κι ὅμως, ἀπ’ αὐτὸ τὸ στόμα, πού βλέπεις νά βυζαίνει σήμερα τούς μητρικούς μαστούς, θά βγεῖ˙ ἀπὸ αὐτὸ τὸ στόμα, πού ἐκπέμπει σήμερα στεναγμούς, γιὰ νὰ κλάψει τίς νηπιώδεις καί μωρές διάνοιες τῶν ἀνθρώπων, θά βγεῖ, λέγω, ἐκείνη ἡ φοβερή ἀπόφαση. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ στόμα βγαίνει ὁ βρεφικός κλαυθμηρισμός, ὄχι γιά νὰ κλάψει τὴν δική Του δυστυχία, ἀλλὰ τὴν δική σου. Ἐπειδὴ γιὰ τὴν ἀγάπη σου γεννήθηκε, ὤ ἁμαρτωλέ! Ἡ ἀγάπη σου Τὸν κατέβασε μέσα σ’ αὐτὸ τὸ παχνί, Τὸν τύλιξε μέσα σ’ αὐτὰ τὰ σπάργανα, γιὰ νὰ τὸν δεχθεῖς μὲ ἀγάπη, μέ πίστη καὶ πραότητα. «Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν˙ Υἱός καὶ ἐδόθη ἡμῖν»[16], δηλ. «γεννήθηκε γιά μᾶς Παιδί, Υἱός καί μᾶς δόθηκε». Κι ὅμως προτίμησες πολλές φορές νὰ χωρέσει μέσα στὴν καρδιά σου ἄλλος ἔρωτας, καὶ ὄχι αὐτοῦ τοῦ Βρέφους. Τὸ γνώρισες καὶ τὸ ὑπέφερες ὅτι ἄλλος ἔρωτας σατανικός, χαμερπής, πρόσκαιρος, πράγματος φθαρτοῦ, ἀνωφελοῦς, ἀποδίωξε μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά σου τὸν ἔρωτα αὐτοῦ τοῦ Βρέφους, τὸν θεῖο πού θεοποιεῖ, τόν ἅγιο πού ἀγιάζει, τὸν αἰώνιο πού αἰωνίζει. Τέτοιον ἔρωτα ἀποδίωξες, γιά ’κεῖνον πού ἄκουσες καὶ ξέρεις. Καὶ γι΄ αὐτὴν τὴν ἀσέβεια, γι΄ αὐτὴν τὴν ἀσέλγεια εἶναι, πού κλαίει τὸ Βρέφος, πού βρίσκεται στήν φάτνη. Στὴν ἀνατολὴ τοῦ Κομήτου τρέμουν οἱ ἄνθρωποι καὶ φοβοῦνται, διότι πολλά δεινά προμηνύει˙ ἀκρασία τοῦ ἀέρα, πολέμους καί λοιμούς. Ἄνίσως καὶ θυμᾶσαι τά λόγια τοῦ γέροντος Συμεών, αὐτό τὸ Βρέφος «κεῖται εἰς πτῶσιν πολλῶν καὶ ἀνάστασιν»[17], δηλ. «θά γίνει αἰτία πτώσεως πολλῶν καί ἀναστάσεως». Κομήτης εἶναι στὸν ἀμετανόητο ἁμαρτωλό, ἄθλιος ὅποιος τόν γνωρίσει τέτοιον. Ἥλιος εἶναι σ’ αὐτούς μετανοοῦν καί ζητοῦν φῶς γνώσεως, πίστεως, ἔλεος, μὲ δάκρυα μετανοίας, μὲ ἀποχή ἀπό τά προηγούμενα κακά.
Καὶ γιά νὰ πῶ μὲ συντομία, αὐτὸ τὸ Βρέφος τῆς Βηθλεέμ ὅ,τι θελήσεις, ὅ,τι ἐπιθυμήσεις σοῦ γίνεται. Καὶ σωτηρία καὶ ἀφανισμός˙ καὶ πρόβατο καὶ λιοντάρι˙ καὶ Πατέρας καὶ Κριτής καὶ λίθος προσκόμματος. Ἄς μὴ γίνει, Χριστέ Βασιλιά, νὰ γίνεις σ’ ἐμᾶς πτώση ἐξ αἰτίας τῆς ἀπιστίας καὶ ἀχαριστίας μας, ἀφανισμὸς ἐξ αἰτίας τῆς ἀμετανόητης καρδιάς μας. Ὄχι! Ἀλλά, νά γίνεις Σωτήρας, ἐλεήμων, Πατέρας καὶ εὔσπλαγχνος Δεσπότης. Διότι, παρ’ ὅλο πού σ΄ Ἐσένα μόνο ἁμαρτάνουμε, ἀλλὰ Ἐσένα μόνο πιστεύουμε. Ἄν καὶ χωρὶς ἔργα μετανοίας, χωρίς θερμότητα ἀγάπης, ὅμως μὲ χείλη πιστὰ ὁμολογοῦμε τὴν Θεότητά Σου, προσκυνοῦμε τὴν ἐνανθρώπησή Σου, δοξάζουμε τὴν ἄκρα Σου συγκατάβαση, κηρύττουμε τό ἔλεός Σου. Κι ἄν δέν ἔχουμε χριστιανική ζωή, νά μᾶς βεβαιώσει τήν καλή αὐτή ὁμολογία, Ἐσύ, ὁ ὑπερτέλειος Θεός, χάρισε κι αὐτό μαζί μέ τά ἄλλα, λόγῳ τῆς ἀγάπης, ὄχι ἡμῶν τῶν ἀναξίων, ἀλλά αὐτοῦ τοῦ παρθενικοῦ γάλακτος, πού βυζαίνεις σήμερα. Λόγῳ τῆς ἀγάπης ἐκείνων τῶν καθαρότατων καί παρθενικῶν αἱμάτων, ἀπό τά ὁποῖα δανείστηκες τό πρόσλημμα τῆς ἀνθρωπότητας. Λόγῳ τῆς ἀγάπης αὐτῆς τῆς συγγένειας, πού γιὰ τὸ ἄπειρό Σου ἔλεος μᾶς ἀξίωσες. Σπλαγχνίσου ὡς οἱκείους τοῦ γένους Σου. Ὑπερασπίσου, ὡς μέρος καὶ μέλος τῆς ἀνθρωπότητάς Σου. Περιποιήσου, λυπήσου, καθάρισε, πλύνε, ἁγίασε, φώτισε, ἀξίωσε τῆς μερίδας τῶν ἐκλεκτῶν Σου καὶ τῆς κληρονομίας Σου, τῆς ὁποίας νά ἀξιωθοῦμε ὅλοι, μέ τήν Χάρι τοῦ ἐνανθρωπήσαντος ὑπὲρ ἡμῶν Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν!
ΑΓΙΑ ΧΡΙCΤΟΥΓΕΝΝΑ 2025
ΧΡΙCΤΟC ΕΤΕΧΘΗ !
ΑΛΗΘΩC ΕΤΕΧΘΗ Ο ΚΥΡΙΟC!
[1] Α΄ Τιμ. 3, 16.
[2] ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΠΑΤΜΙΟΣ, Εὐαγγελική σάλπιγξ, ἐκδ. Σταματίου Νικολαΐδου, Ἀθήναις 1867, σσ. 300-307.
[3] Ἀβ. 3, 1-2.
[4] Ρωμ. 11, 33.
[5] Λουκ. 2, 15.
[6] Γέν. 15, 17.
[7] Βιβλ. Β΄ στὴν Γέννηση.
[8] Βλ. τόν ἱ. Αὐγουστῖνο στήν Γέννηση.
[9] Γέν. 18, 2.
[10] Ἰω. 1, 14.
[11] Α΄ Κορ. 15, 54 : «κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νῖκος».
[12] Ἰω. 1, 5.
[13] Ἀββακούμ 3, 1-2.
[14] Ἱερεμίας 38, 22.
[15] Ματθ. 25, 41.
[16] Ἠσαΐας 9, 6.
[17] Λουκ. 2, 34.