
Ἀπό τήν ἀκραιφνή Ὀρθοδοξία στήν ὑπεράσπιση τῆς αἱρετικῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης καί ἀπό τηρητής τῆς ἀποτειχίσεως πολέμιός της
πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
28-09-2025
Στίς 17-09-2025 ἀπέθανε ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος (Γοντικάκης), Προηγούμενος τῶν Ἱερῶν Μονῶν Σταυρονικήτα (1968-1990) καί Ἰβήρων (1990-2021) Ἁγίου Ὄρους, τίς ὁποῖες ἐπάνδρωσε, ὀργάνωσε καί μετέτρεψε σέ ὑποδειγματικά κοινόβια.
Α. Ἡ ὀρθοδοξότητά του μέ τήν ἐφαρμογή τῆς διακοπῆς μνημονεύσεως (ἀποτειχίσεως) τοῦ μασόνου καί μεγάλου οἰκουμενιστοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα
Στά πρῶτα χρόνια τῆς ἁγιορειτικῆς ἡγουμενίας του στήν Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα διακρινόταν ὄντως γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη του, τήν ἀγωνιστικότητα καί τήν πνευματικότητά του. Σ’ αὐτούς, πού πρωτοστάτησαν στήν τολμηρή καί ὁμολογιακή ἐνέργεια διακοπῆς μνημονεύσεως τοῦ μασόνου καί οἰκουμενιστοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα, ἀνῆκε ὁ τότε Καθηγούμενος τῆς Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα Παν. Ἀρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης καί ὁ ὅσιος καί θεοφόρος πατήρ ἡμῶν Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ὁποῖος, μοναχός τότε στήν ρηθείσα Ἱερά Μονή, συνήργησε τά μέγιστα, μαζί μέ τον Καθηγούμενο, ὥστε καί ἡ Μονή Σταυρονικήτα νά διακόψει τήν μνημόνευση τοῦ τότε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου.
Μάλιστα οἱ ὅσιος Παΐσιος, Ἡγούμενος Παν. Ἀρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης καί ἱερομόναχος Γρηγόριος στήν ἀπό 21-11-1968 κοινή ἐπιστολή τους, χαρακτήρισαν τά λεχθέντα καί πραχθέντα ὑπό τοῦ κυροῦ Ἀθηναγόρα ὡς «ἀκατανόητα καί δυστυχῶς βλάσφημα διά τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν» καί σημείωσαν : «ἡ ἂρνησι πρός τόν Πατριάρχη δέν εἶναι ἂρνησι πρός τήν ἀγάπην, οὒτε πρός τήν ἑνότητα. Εἶναι “ὂχι” πρός τό ψεῦδος καί “ναί” πρός τήν Ἀλήθεια»[1]!
Στήν ἐπιστολή αὐτή, οἱ τρεῖς συνυπογράφοντες παρέθεσαν συγκεκριμένες ἀντορθόδοξες δηλώσεις τοῦ τότε Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα, τονίζοντας ταυτόχρονα ὅτι στήν Ἰερά Μονή Σταυρονικήτα μνημονευόταν ἀκόμη τό ὄνομα τοῦ Πατριάρχου (πρᾶγμα σπάνιο γιά Κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἐνῶ οἱ περισσότερες Μονές εἶχαν παύσει νά τό μνημονεύουν) κατ’ ἀνοχήν καί ὄχι σάν ἔκφραση καταφάσεως στήν οἰκουμενιστική γραμμή τοῦ τότε Πατριάρχου : « […] ἡ ἐπανίδρυση τῆς Μιᾶς …. Ἐκκλησίας καί τόσα ἄλλα εἶναι ἀκατανόητα καί κυριολεκτικῶς βλάσφημα διά τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Τό ὅτι στή Μονή Σταυρονικήτα μνημονεύεται σήμερα τό ὄνομα τοῦ Πατριάρχου – πρᾶγμα σπάνιο γιά Κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Ὄρους – τοῦτο γίνεται κατ᾽ ἀνοχήν, ἀπό σεβασμό στήν Ἐκκλησία, καί ὄχι σάν ἔκφρασι καταφάσεως στή γραμμή αὐτή»[2] .
Δύο χρόνια ἀργότερα, ὅμως, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1970, ἡ Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα, ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τῶν ὑπολοίπων Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, διέκοψε τήν μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα, συνεργήσαντος σ’ αὐτό τά μέγιστα καί τοῦ ὁσίου Παϊσίου. Ἠ Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα ἀνακοίνωσε τήν διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα μέ ἐπιστολή, πού ἀπέστειλε στίς 07-10-1970 πρός τήν Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους,τήν ὁποίαὑπέγραφε ὁ τότε Ἠγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παν. Ἀρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης ἐκ μέρους τῆς Ἀδελφότητος, τήν ὁποία παραθέτουμε κατωτέρω.
Ἀπάντηση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα (ἡγούμενος ἀρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης), πρὸς τὴν Ἱερὰ Κοινότητα, γιὰ τὴν διακοπὴ τοῦ Μνημοσύνου τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα.
Πρὸς τὴν
Ἱερὰν Κοινότητα Ἁγίου Ὄρους
Εἰς Καρυὰς
7 Ὀκτωβρίου 1970
Τήν Ὑμετέραν Πανοσιολογιότητα
ἀδελφικῶς ἐν Κυρίῳ κατασπαζόμεθα.
Ἀπαντῶντες εἰς τό ὑπ’ ἀριθμ. 139/Κ/5.9.70 Υμέτερον ἐγκυκλιῶδες γράμμα ὁμολογοῦμεν ὅτι ἐχάρημεν ἰδιαιτέρως, διότι θίγετε ἕνα πρόβλημα τόσον βασικόν καί θέτετε ἐρωτήματα σοβαρά ζητοῦντες λύσεις. Ἐρωτᾶτε : «Ποία ἐκδήλωσις καί ποία ἐνέργεια ἐκ τοῦ Παναγιωτάτου κ. Αθηναγόρου θά ἦτο ἐνδεδειγμένη τόσον διά τήν καθησύχασιν τῶν συνειδήσεων ὅσον καί διά τήν ἀποκατάστασιν τῆς διαταραχθείσης ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος;».
1. Δυστυχῶς, ὡς ἀποδεικνύουν αἱ ἀλλεπάλληλοι καί ἐπί σειράν ἐτῶν πατριαρχικαί δηλώσεις δέν πρόκειται περί φραστικῶν λαθῶν ἤ δημοσιογραφικῶν ἀνακριβειῶν, ἀλλά περί σταθερῶν πεποιθήσεων, ἐκφραζομένων εὐκαίρως ακαίρως μετά πάσης ἐμφάσεως. Ἄρα δέν εἶναι δυνατόν μία ἐκδήλωσις τοῦ Πατριάρχου νά καθησυχάσῃ τήν ὀρθόδοξον συνείδησιν ἐφ’ ὅσον αἱ πεποιθήσεις τοῦ Φαναρίου καί ἡ διαγραφομένη πορεία του παραμένει ἡ αὐτή.
Συγκεκριμένως εἰς τήν ἡμετέραν Μονήν, παρ’ ὅλην τήν ἁγιορειτικήν ἀντίδρασιν, ἐμνημονεύαμεν μέχρι τινός τοῦ Πατριαρχικοῦ ὀνόματος, φειδόμενοι τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος. Μετά δέ τήν περί Φιλιόκβε καί Πρωτείου, ὡς ἁπλῶν ἐθίμων, δήλωσιν τοῦ Πατριάρχου, ἐπαύσαμεν τό μνημόσυνον, αἰσθανθέντες ὅτι ἐξέλιπε πᾶν περιθώριον ἀνοχῆς ἤ προθεσμία ἀναμονῆς.
Αἱ παρόμοιαι δηλώσεις δέν ἀποτελοῦν μόν ἀναίρεσιν τῆς Θεοδιδάκτου καί ζωηφόρου παραδόσεως τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ἀλλά συγχρόνως ἐμπαιγμόν πρός τόν ταλαίπωρον Δυτικόν κόσμον, ὁ ὁποῖος, κεκοπιακώς ἐκ τοῦ καύσωνος καί τῆς στείρας ὁδοιπορίας εἰς χώρους ἀβάτου καί ἀνύδρου ὀρθολογισμοῦ, ζητεῖ, ἐνσυνειδήτων ἤ μή, τό ὕδωρ ἐκ τῶν πηγῶν τῆς σωτηρίας.
Ἡ ἐκφραζομένη πεποίθησις τοῦ Πατριάρχου (περί τοῦ ἀλαθήτου ὡς ἐθίμου) καί ἡ ὁραματιζομένη προοπτική του (διά τόν τρόπον τῆς ἑνώσεως) δέν τόν ἀποξενώνει ἁπλῶς ἀπό τήν Ὀρθόδοξον συνείδησιν καί τό ἐκκλησιαστικόν πλήρωμα, ἀλλά τόν ἐμφανίζει ἥκιστα σοβαρόν καί εἰς τὰ πρόσωπον τοῦ ἰδίου, τοῦ Πάπα, ὁ ὁποῖος μετ ἐμφάσεως ἐτόνισε – μετά τάς πατριαρχικάς ταύτας δηλώσεις – τό, Θείῳ δικαίῳ, ἀλάθητόν του καί τήν ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν ἄνευ τοῦ «παραμερισμοῦ τῶν ἀληθῶν δογμάτων» του. Τό νά ἀκολουθεῖ ὅθεν τάς πατριαρχικάς καί οἰκουμενικάς ἀκροβασίας κανείς, δέν ἀπάδει ἁπλῶς πρός τήν Ὀρθόδοξον ἱεροπρέπειαν, ἀλλά καί ἀντίκειται πρός τήν στοιχειώδη σοβαρότητα. Σαφῶς ἄλλωστε ἡ ἀποφυγή ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου διά τήν μετά τοῦ κ. Ἀλεξίου συνέντευξίν του, (παρά τήν ἐρώτησιν τῆς Ὑμετέρας Πανοσιολογιότητος), ὑποδηλοῖ τό ἔγκυρον τοῦ ἐν λόγῳ δημοσιεύματος καί τήν πατριαρχικήν προέλευσιν τῶν ἀπόψεων.
2. Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ οἰκουμενική κρίσις εὗρε τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, καί μάλιστα τήν Ἑλληνικήν, εἰς μίαν κάμψιν θεολογικῆς ζωῆς. Αὐτή ἡ θεολογική ἀναιμία, ἡ ἀπουσία τοῦ πατερικοῦ καί καθολικῶς σωτηρίου πνεύματος, παρουσιάζεται ἀπ’ αἰῶνος καί πλέον εἰς τάς θεολογικάς μας Σχολάς καί τόν κηρυκτικόν λόγον. Παρατηρεῖται μιά πτῶσις τῆς Ὀρθοδόξου συνειδήσεως καί τῆς ὀργανικῆς συναφείας ἀληθείας καί ζωῆς εἰς τήν Ἐκκλησίαν. Ἔγιναν σπάνιοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μεταγγίζουν τό δόγμα ὡς χάριν ζωῆς καί τήν Λειτουργίαν ὡς ἁγιασμόν ψυχῶν καί σωμάτων. Θα ἦτο βεβαίως ἄδικον καί ἀσυνεπές ἱστορικῶς ἄν ἀπεσιωπᾶτο ἡ παρουσιαζομένη ἀπό εἰκοσαετίας περίπου ἀναγέννησις τῶν πατερικῶν μελετῶν. Καί μιά ματιά μόνον εἰς τάς διδακτορικάς διατριβάς καί τάς θεολογικάς ἐργασίας τῶν τελευταίων ἐτῶν πείθει διά τήν πρός τούς Πατέρας στροφήν καί στοργήν. Ἐπίσης, ἀναμφιβόλως ἔχομεν πάρα πολλούς καλούς (ἤ ὅπως ἀρεσκόμεθα νά τούς ἐπικαλοῦμεν συντηρητικούς) Ἀρχιερεῖς. Ἀλλ’ οὔτε ἡ ἀρχομένη πατερική ἀναγέννησις εἰς τὴν Θεολογίαν οὔτε ἡ ἀναφερθεῖσα συντηρητικότης, δύνανται πρὸς τὸ παρόν νά λύσουν τὴν ὑπάρχουσαν βραδυγλωσσίαν καί τὸν ἐνδοιασμόν πρὸς σαφῆ καί ἀπερίφραστον ὁμολογίαν πίστεως.
Θά πρέπει πιθανῶς νά ἀναμένωμεν ὀλίγας ἐπίπλέον γενεάς, διά νά τραφοῦν καί νά ἀνδρωθοῦν μορφαί ἱκαναί νά μαρτυρήσουν εὐθαρσῶς τήν Ὀρθόδοξον πίστιν εἰς Εὐαγγέλιον ζωῆς. Σήμερον ὡς συνέπεια καί κληρονομιά τῆς ἀσπονδύλου δογματικῶς ἀγωγῆς μας καί τῆς ἀπωλείας ὀργανικοῦ δεσμοῦ μετά τῆς ζώσης βυζαντινῆς μας παραδόσεως καί τῆς λειτουργικῆς θεολογίας εἶναι ἡ ἔλλειψις ἑτοιμότητος καί ἡ παρουσιαζομένη νωθρότης καί ἀνικανότης (μερική ἕως γενική) ὀρθοδόξου ὁμολογίας. Ἀντ’ αὐτῆς δέ παρουσιάζεται, ὡς ἀντίδρασις, ὁ διπλοῦς κακοήθης ὄγκος : ἑνός ἐπιπολαίου οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκμεταλλευόμενος τήν γενικήν ἀνεδαφικότητα καί τόν περισπασμόν τῆς ἐποχῆς ὁμιλεῖ διά ἑνώσεις καί συνομοσπονδιακήν συνύπαρξιν ἀγνοῶν καί περιπαίζων τήν ὀντολογικήν βάσιν τῆς ἀληθείας καί τοῦ δόγματος καί ἑνός τυφλοῦ ἀνθενωτισμοῦ ἐγωϊστικῆς συσκοτίσεως καί δημιουργοῦ ἀπεριορίστων ἀλληλοαφοριζομένων παρατάξεων.
Ἐνῷ δέ ἡ Ἐκκλησία δοκιμάζεται διά τῆς πολώσεως τῶν ἀκραίων τούτων τάσεων καί χειμάζεται διά τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ τῆς γνησίας μαρτυρίας της, καί ἐνῷ αἱ οἰκουμενικαί μεγαλοστομίαι αὐξάνουν, ἐντός τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ καί τοῦ θεολογικοῦ «λείμματος» κυοφορεῖται ἡ μυστική καί ἀκατάβλητος ἀντίδρασις. Εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν εἷς διώξεται χιλιάδας, διότι δέν πρόκειται περί τῆς ἀτομικῆς του δυνάμεως, ἡ ὁποία δρᾷ, ἀλλά περί τῆς φανερώσεως τῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία συνθλᾷ καί λικμίζει τήν ἀνυπόστατον θρασύτητα τῶν αἱρέσεων. Δεν πρόκειται περί ἀνθρωπίνου πάθους, ἀλλά περί συμπλοκῆς τοῦ ἐφημέρου, παροδικοῦ καί αὐτοκαταδικαστέου, πρός τό αἰώνιον καί ἀκατάβλητον τῆς ἀσαλεύτου βασιλείας τῆς Ἐκκλησίας. Ἐφ’ ὅσον ἀδρανοῦν οἱ κατά πρώτιστον λόγον ὑπεύθυνοι, διεγείρεται αὐτή ἡ ἐσωτερική καί καθολική συνείδησις τῆς Ἐκκλησίας. Τήν εὐθύνην ἐπωμίζεται ὁ φύλαξ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ πιστός λαός, τοῦ ὁποίου πάντοτε ἀνά τά πέρατα τῆς Οἰκουμένης καί διά τῶν αἰώνων «ἡ ψυχή καί ἡ καρδία εἶναι μία».
Ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει τόν οἰκουμενισμόν της. Διά τῆς τριαδικῆς συγκροτήσεως τῆς ὑπάρξεώς της πραγματοποιεῖται ἐν αὐτῇ ἡ τῶν πάντων ἕνωσις, διά τὴν ἐπέκτασιν τῆς ὁποίας εὔχεται. Ἡ ἕνωσις αὐτή δὲν λαμβάνει χώραν εἰς τήν ἱστορικήν ἐπιφάνειαν ὡς ψιλόν ἐξωτερικόν συμβάν, ἀλλ’ ἱερουργεῖται ἐντός τοῦ θεανθρωπίνου μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ὡς λειτουργικόν γεγονός καί τριαδική μυσταγωγία. Εἶναι σταυρός καί ἀνάστασις. Διά νά ἔλθῃ ἡ ζύμη τῆς ξένης αὐτῆς ἑνότητος εἰς τήν γῆν ἐθυσιάσθη ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Διά νά διατηρηθῇ ἡ δυνατότης αὐτή «ἀεί σφαγιάζεται» ὁ Αὐτός.
Ἡ φύσις τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι καθολική ἐκκλησιολογικῶς. Ἡ φύση τοῦ κάθε Ὀρθοδόξου εἶναι οἰκουμενική πνευματικῶς : Ζῇ διά τὸν ἄλλον. Πονᾶ καί χαίρεται τόν πόνον καί τὴν χαράν τοῦ ἄλλου ὡς ἰδικήν του. Εἶναι ἰδικός του ὁ πόνος καί ἡ χαρά τοῦ ἀδελφοῦ (Ἅγιος Συμεών). Καί αὐτό δέν συμβαίνει, ἐπειδή ὁ ἴδιος τό ἀπεφάσισε ἤ ἡ κράσις του εἶναι τοιαύτη, ἀλλά διότι ἀνεγεννήθη καί ἀνεκαινίσθη ἡ θεοειδής ὀργάνωσις τοῦ εἶναι του, διά τοῦ βαπτίσματός του εἰς τὴν ζωήν τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οὕτως ἡ προσφορά τῆς ἀγάπης του δέν εἶναι ἐφήμερος καί φθαρτός συναισθηματισμός, ἀλλά ἀφορμή θεοφανείας καί ἀφθαρσίας διά τόν πλησίον. Τό καλόν τῆς κρίσεως, τήν ὁποία διερχόμεθα εἶναι ὅτι ἐγείρει ἐκ τοῦ ὕπνου καί θέτει τά δογματικά προβλήματα ὡς προβλήματα ζωῆς. Αὐτό εἶναι μιά μοναδική δυνατότης διά τήν ἀναγέννησιν τῆς ἀληθοῦς θεολογίας.
3. Ἐντός μιᾶς ἀτμοσφαίρας τοιούτων ἐκκλησιολογικῶν ὠδίνων, πολύ ὀρθῶς μᾶς μεταφέρετε τόν προβληματισμόν : Μήπως ἡ παροῦσα στάσις τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου εἶναι ἁπλῶς ἀρνητική; Μήπως ἐμποδίζομεν ἀντί νά ὠφελοῦμεν; Διότι εἶναι ἀνεπίτρεπτον νά ἐπιβαρύνωμεν τήν Ἐκκλησίαν εἰς τόσον δυσκόλους περιστάσεις διά προσθετικῶν ἀρνητικῶν καί σχισματογεννῶν ἀντιδράσεων.
Νομίζομεν ὅτι, ἄν διακόπτεται τό μνημόσυνον ἀνωδύνως καί ἀπό συνήθειαν, ἐάν παρατείνεται ἡ διακοπή χωρίς καμμίαν πνευματικήν μέριμναν δι’ αὐτό, πρόκειται περί ἀρνητικοῦ ἔργου. Περί μιᾶς ὄχι ἐν πολέμῳ ἐκτάκτου στάσεως, ἀλλά περί τῆς εἰσαγωγῆς μιᾶς πεπλανημένης παραδόσεως : Τό νά μή μνημονεύεται (ἐπ’ ἀόριστον καί ἀνευθύνως) ὁ οἰκεῖος ἐπίσκοπος. Ἀπό μίαν οὕτως γενομένην διακοπήν μόνον οἱ ἐχθροί τῆς Ἐκκλησίας θά ὠφεληθοῦν. Ἐάν, ὅμως, ἡ διακοπή τοῦ μνημοσύνου εἶναι ὁ συντομογραφικός καθορισμός τῆς θέσεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους μεταξύ τῶν δύο ἄκρων (οἰκουμενικῶν οὐνιτισμῶν διά τῆς ἀπεμπολήσεως τῆς δογματικῆς βάσεως καί ἀποκοπήν ἐκ τῆς Ἐκκλησίας δι’ ἀτομικιστικοῦ ζήλου), τότε δικαιολογεῖται. Ἐάν εἶναι μία ἔκφρασις τῆς μυστικῆς καί ἀγρύπνου μοναχικῆς συμμετοχῆς εἰς τήν ζωήν καί τόν πόνον τῆς Ἐκκλησίας τότε ἐπιτελεῖ ἔργον θετικόν.
Ἡ μοναχική εὐαισθησία εἰς τά θέματα τῆς πίστεως ἀποτελεῖ τόν δείκτην κατευθύνσεως καί ζωῆς διά τόν ἀγωνιζόμενον πιστόν λαόν. Ἐπειδή δέ ἐν προκειμένῳ τό βάρος καί ἡ εὐθύνη μιᾶς ὀρθοδόξου μαρτυρίας ἐναπόκειται εἰς τόν Ὀρθόδοξον λαόν, γίνεται ἀντιληπτόν τό ἐπίκαιρον καί ἐπεῖγον δι’ ἡμᾶς τῆς μοναχικῆς νήψεως καί ἐγρηγόρσεως. Χωρίς καμμίαν ἐξωτερικήν ἀλλαγήν, ἐάν τό Ἅγιον Ὄρος βιοῖ τήν πνευματικήν του παράδοσιν, θά ἐξακολουθεῖ νά ἀποτελῇ σημεῖον σταθερότητος καί ἐλπίδος ἐν μέσῳ τῶν πολλῶν καταποντισμῶν. Θά εὐαγγελίζεται διά τῆς ὑπάρξεώς του (τοῦ λόγου ἤ τῆς σιωπῆς του) πόσον τὸ παλαιόν καί παραδοσιακὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν εἶναι ὁλοζώντανον καὶ ἑκάστοτε σύγχρονον, διότι παρεδόθη καί παραδίδεται ἀκαταπαύστως ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς Αὐτήν.
Πάντως πρός τό παρόν ἡ ἐμβάθυνσις εἰς τό διατί τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου (καί ὄχι ἡ ἐπανάληψίς του), καί ἡ ἐπαγρύπνησις εἰς τό μοναχικόν μας χρέος, συμβάλλουν εἰς τήν ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος καί τήν καθησύχασιν τῶν τεταραγμένων συνειδήσεων.
Ἐπί πᾶσι τούτοις εὐχόμενοι ἀδελφικῶς, πᾶσαν παρά Κυρίου ἐνίσχυσιν και εἰς την συγκεκριμένην Ὑμῶν προσπάθειαν διατελοῦμεν μετά πολλῆς ἀγάπης καί τῆς ἐν Κυρίῳ φιλαδελφίας.
Ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα
† Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος
καί οἱ σύν ἐμοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί[3].
Ὅταν πέθανε ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας στίς 07-07-1972, σταμάτησε καί ἡ διακοπή μνημονεύσεώς του.
Β. Ἡ μετάλλαξη καί οἰκουμενιστικοποίησή του μέ τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης
Τήν ἀνωτέρω γνήσια καί ὀρθοδοξότατη στάση του ὁ ἀποθανών Ἀρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης τήν κράτησε γιά περίπου 45 χρόνια, ὅταν ἄρχισε σιγά σιγά νά ἀφίσταται ἀπ’ αὐτήν, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τόν Ἰανουάριο τοῦ 2016 μέ αἰτία τήν τότε ἐπικειμένη νά συνέλθει τόν Ἰούνιο τοῦ 2016 στό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης ψευδοσύνοδο, ὅταν ἔγραψε καί δημοσίευσε τό κείμενό του μέ τίτλο : «Ἐξ ἀφορμῆς τῆς Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»[4], στό ὁποῖο μέ διπλωματικό τρόπο τηρεῖ ἴσες ἀποστάσεις. Γράφει στό κείμενό του αὐτό :
«Τώρα καὶ πολλὲς δεκαετίες γίνεται λόγος γιὰ μιὰ μεγάλη Σύνοδο, ποὺ ἑτοιμάζεται. Κάποιοι λένε νὰ μὴν γίνῃ. Ἄλλοι προβληματίζονται γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ ὀνομαστῇ, ἢ ποιά εἶναι τὰ θέματα, ποὺ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσῃ…».
«Τὸ μεγάλο χρέος τῶν Ὀρθοδόξων δὲν εἶναι νὰ κάνωμε ἢ νὰ μὴν κάνωμε μιὰ γενικὴ Σύνοδο. Ἀλλὰ, νὰ ἀφήσωμε νὰ φανῇ ἡ ἀέναος Σύνοδος τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων, ποὺ λειτουργικὰ ζοῦμε ὡς θεολογικὴ μυσταγωγία…».
«Τὸ ἐὰν θὰ ὀνομαστῆ μιὰ σύνοδος οἰκουμενικὴ ἢ ὄχι καὶ τὸ ποιά θέσι θὰ πάρη στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι θέμα ἀνθρωπίνης ἀποφάσεως, ἀλλὰ ἔργο τῆς ζώσης ἐν Πνεύματι Ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως, ποὺ κρίνει καὶ κατατάσσει ἀπλανῶς κάθε Σύνοδο καὶ κάθε Θεολόγο στὴ θέσι, ποὺ τοῦ ἀνήκει…».
«Φτάνομε στὴ σημερινὴ ἐποχή. Ζοῦμε τὴν περίοδο τῶν διαλόγων. Προσπαθοῦμε οἱ χριστιανοὶ νὰ ἀναβιώσωμε τὴν ἑνότητα, ποὺ μᾶς χαρίζει καὶ εὔχεται ὁ Θεανθρώπος.
Ὑπάρχουν μεταξύ μας οἱ λεγόμενοι προοδευτικοὶ καὶ πρόθυμοι γιὰ διάλογο. Καὶ οἱ θεωρούμενοι συντηρητικοὶ, ποὺ γενικὰ ἀρνοῦνται τὶς ἐπαφές.
Ἐδῶ κρίνεται ἡ γνησιότητα καὶ ἡ δύναμι τῆς πίστεώς μας, γιατὶ οὔτε τὴν ἀλήθεια σώζομε, καταρώμενοι τοὺς πεπλανημένους, οὔτε προσφέρομε αὐτὸ, ποὺ ζητᾶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ ψεύτικες φιλοφροσύνες…».
«Ὅσο καὶ ἂν φαίνεται ὅτι οἱ ἐπιπόλαιοι οἰκουμενιστὲς καὶ οἱ φανατικοὶ ζηλωτὲς ἔχουν ἀντίθετες τοποθετήσεις, στὴν πραγματικότητα βρίσκονται στὴν ἴδια ἔνδεια· εἶναι κλεισμένοι στὴν ἴδια φυλακή. Ξεκινοῦν καὶ τελειώνουν στὴ δική τους ἀντίληψι. Τοὺς λείπει ἡ τόλμη τῆς πίστεως καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς ἀγάπης.
Βασανίζουν καὶ βασανίζονται, προσφέροντες ἀπειλὲς χωρὶς νόημα ἢ φιλοφροσύνες χωρὶς περιεχόμενο. Ἡ παρουσία τοῦ ἑνὸς τρέφει τὴν ὕπαρξι τοῦ ἄλλου. Καὶ δὲν σταματᾶ ἡ ταραχὴ τῆς διαμάχης τῶν κατὰ φαντασία αὐθεντιῶν.
Καὶ πρὸς τὶς δύο πλευρὲς ἀκούγεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «οὐκ ἀπέστειλα αὐτοὺς καὶ οὐκ ἐνετειλάμην αὐτοῖς καὶ οὐκ ἐλάλησα πρὸς αὐτούς· ὅτι ὁράσεις ψευδεῖς … καὶ προαιρέσεις καρδίας αὐτῶν αὐτοὶ προφητεύουσιν ὑμῖν» (Ἱερ. 14, 14)…».
Ἡ δέ τέλεια ἀλλαγή τῆς στάσεως τοῦ ἀποθανόντος Ἀρχιμ. Βασιλείου Γοντικάκη φάνηκε μέ τό ἀθωωτικό ὑπέρ τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης κείμενό του, τό ὁποῖο δυστυχῶς υἱοθετήθηκε ἀπό τήν Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί δημοσιεύθηκε ὡς Μήνυμα[5] τοῦ Ἁγίου Ὄρους (17/30-06-2017) σχετικά μέ τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, μέ τό ὁποῖο ἀποφαίνεται μή ρεαλιστικῶς ὅτι «δέν ὑπάρχει λόγος ταραχῆς» καί ἔτσι ἀποδέχτηκε τήν ψευδοσύνοδο. Διαβάζουμε, μεταξύ ἄλλων, στό ἀνωτέρω μήνυμα καί τά ἐξῆς :
«Μήνυµα τοῦ Ἁγίου Ὄρους περὶ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης ἐν Κρήτῃ Συνόδου
Ἡ κατὰ τὴν σήµερον 17ην / 30ὴν Ἰουνίου 2017 ἐν Καρυαῖς συγκληθεῖσα ΣϚ΄ (206η) Ἔκτακτος Διπλῆ Ἱερὰ Σύναξις τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀποτελουµένη ἐξ εἴκοσιν Ἐκτάκτων καὶ τῶν εἴκοσι Τακτικῶν Ἀντιπροσώπων παρὰ τῇ Ἱερᾷ Κοινότητι, ἐν συνεχείᾳ τῶν ἤδη γνωστοποιηθέντων κατὰ τὸ τελευταῖον διάστηµα ἐπισήµων κειµένων τοῦ Ἁγίου Ὄρους – τόσον τῶν θέσεων αὐτοῦ πρὸ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ὅσον καὶ τῆς ἀποτιµήσεως τῶν τελικῶν κειµένων τῆς Συνόδου – ἐξ αἰσθήµατος εὐθύνης καὶ σεβασµοῦ πρὸς τὴν Ἁγίαν ἡµῶν Ἐκκλησίαν καὶ τὸ πλήρωµα Αὐτῆς κινουµένη, γνωρίζει τὰ ἀκόλουθα.
Διαρκῶς παρατηρεῖται µιὰ ὑποβόσκουσα ταραχὴ προκαλουµένη ἀπὸ ἀντιδράσεις κατὰ ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου (Κρήτη, 2016). Προτείνονται ἀποτειχίσεις καὶ διακοπαὶ τοῦ µνηµοσύνου τῶν οἰκείων ἐπισκόπων.
Ἐπειδὴ εἴµεθα ἀποδέκται αὐτῶν τῶν ἀνησυχιῶν, καὶ εὑρισκόµενοι ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἀπευθύνοµεν πρὸς ὅλους τὸν χαιρετισµὸν τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ : Εἰρήνη ὑµῖν.
Δὲν ὑπάρχει λόγος ταραχῆς, ἐφ᾿ ὅσον εὑρίσκεται µεθ᾿ ἡµῶν ὁ Ἀναστὰς Κύριος.
Ἡ Σύνοδος ἔγινε µετὰ ἀπὸ πολυχρόνιον προετοιµασίαν. Πρὸ τῆς Συνόδου τὰ προετοιµασθέντα κείµενα ἐκοινοποιήθησαν πρὸς γνῶσιν τῶν πιστῶν καὶ µὲ τὴν δυνατότητα ἐκφράσεως κάποιας γνώµης.
Τὸ Ἅγιον Ὄρος ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν µετὰ σαφηνείας διετύπωσε τὰς ἀπόψεις του διὰ τοὺς γινοµένους διαλόγους µετὰ τῶν ἑτεροδόξων Χριστιανῶν.
Κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Συνόδου οἱ ἀρχιερεῖς ἐξέφρασαν τὰς προσωπικάς των ἀπόψεις. Κάποιοι ἐξ αὐτῶν διετύπωσαν τὰς ἀντιρρήσεις των µὲ σεµνὸν τρόπον, χωρὶς νὰ διακόπτουν τὰς σχέσεις των µὲ τὴν Ἐκκλησίαν. Ὅλα εἶναι καταγεγραµµένα…».
«Ἔχοµεν ἐµπιστοσύνην εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, ὄχι εἰς ἀτοµικάς καὶ ἑώλους δοξασίας, αἱ ὁποῖαι ὁδηγοῦν ἐκτὸς Ἐκκλησίας καὶ δηµιουργοῦν τὰς κολάσεις τῶν αἱρέσεων…».
Πέραν τούτων, δέν ὑπῆρξε – ἐξ ὅσων γνωρίζουμε – κάποια τοποθέτηση τοῦ ἀποθανόντος οὔτε γιά τό Οὐκρανικό, οὔτε γιά τό Σκοπιανό, οὔτε γιά τήν τραγική ἐκκλησιαστική κατάσταση τῆς ἐποχῆς τοῦ κορωνοϊοῦ, οὔτε γιά τά κοβιντοεμβόλια, οὔτε γιά τίς νέες ψηφιακές ταυτότητες, οὔτε γιά τόν ἐνιαῖο προσωπικό ἀριθμό, οὔτε γιά τήν Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ), οὔτε πολλῷ μᾶλλον κάποια ἐνέργεια γιά διακοπή μνημονεύσεως τοῦ μεγαλυτέρου αἱρετικοῦ ὅλων τῶν ἐποχῶν, τοῦ ἀρχιαιρεσιάρχου καί μεγάλου οἰκουμενιστοῦ «πατριάρχου» Βαρθολομαίου.
Ἐπίλογος
Μετά τά ἀνωτέρω, κάθε καλοπροαίρετος, ἐχέφρων καί σκεπτόμενος ἄνθρωπος μπορεῖ νά διαπιστώσει, ἄν ὄντως ὁ ἀποθανών Ἀρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης ὑπῆρξε τελικά «ἐμβληματικός»[6] ἤ «σημαντικός θεολόγος»[7] ἤ «ἄρχοντας τοῦ Ἁγίου Ὄρους»[8] ἤ «εὐγενής γίγαντας καί σιωπηλός ἐπαναστάτης»[9], ὅπως γράφτηκε.
[1] Ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος», τ. 98/1.3.1969, σ. 4 καί τ. 1680/9.3.2007, σ. 5.
[2] Ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος», 9.3.2007, φ. 1680, σσ. 1.5.
[3] Σχ. βλ. Ὀρθόδοξος Τύπος, 15 Ἰουνίου 1971, ἀ.φ. 142, σ. 4 καί Ἅγιον Ὄρος. Διαχρονικὴ μαρτυρία στοὺς ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς Πίστεως, ἔκδ. Ἁγιορειτῶν Πατέρων, Ἅγιον Ὄρος 2014, σσ. 104-107, https://christianvivliografia.wordpress.com/wp-content/uploads/2014/12/cf80ceb5cf81ceb9cebfceb4-c2abceb1ceb3ceb9cebfcebd-cebfcf81cebfcf83c2bb.pdf
[4] http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/basileios_gontikakhs/ex_aformhs_ths_synodoy.htm
[5] Ἅγιον Ὄρος γιά Μεγάλη Σύνοδο : ”Δέν ὑπάρχει λόγος ταραχῆς”, 30-6-2017, http://www.romfea.gr/agioritika-nea/15666-agion-oros-gia-megali-sunodo-den-uparxei-logos-taraxis καί https://www.romfea.gr/images/article-images/2017/06/DIPLI_CRETE.pdf
[6] ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΥΔΑΡΟΣ, Ἐκοιμήθη ὁ ἐμβληματικός ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης, 17-09-2025, https://orthodoxia.info/news/ekoimithi-o-emvlimatikos-archimandrit/
[7] ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΝΤ. ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ, Ἐκοιμήθη ὁ ἁγιορείτης Γέρων Βασίλειος Γοντικάκης, 17-09-2025, https://fosfanariou.gr/index.php/2025/09/17/ekoimithi-o-agioreitis-basileios-gontikakis/
[8] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΜΑΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Γ΄, π. Βασίλειος Γοντικάκης : «Ὁ ἄρχοντας τοῦ Ἁγίου Ὄρους» (†2025), 19-09-2025, https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/71963-p-vasileios-gontikakis-o-arxontas-tou-agiou-orous-2025
[9] ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΑΥΓΗΣ, ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ (1936–2025). Ἕνας σιωπηλός ἐπαναστάτης, 21-09-2025, https://orthodoxia.info/news/enas-siopilos-epanastatis/