
Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
20-03-2022
Ἀπό πολλούς καί πολλές φορές τίθεται τό ἐρώτημα : Τά μυστήρια, πού τελοῦν οἱ ἐκ τῶν ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές ψευδεπίσκοποι, γιά ὅσο χρόνο παραμένουν συνοδικά ἀκατάκριτοι, εἶναι ἔγκυρα, ὑποστατά καί μεταδίδουν Χάρι στούς πιστούς;
Α΄ ΜΕΡΟΣ
Α) Αὐστηρή τήρηση τοῦ Τυπικοῦ τῶν ἱερῶν Μυστηρίων
Κατ’ ἀρχήν, τά ἱερά Μυστήρια θά πρέπει νά τελοῦνται ὑπό τήν προϋπόθεση τῆς αὐστηρῆς τηρήσεως τοῦ ἀντίστοιχου Τυπικοῦ τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά εἶναι ἔγκυρα. Ὅμως, τίς τελευταίες δεκαετίες ὑπάρχει πλήρης διαστρέβλωση τῶν ὄρων τελέσεως τῶν Μυστηρίων μέσα στούς κόλπους τῆς διοικούσης ψευδοεκκλησίας, λόγῳ τῆς ἄκρατης ἐκκοσμικεύσεώς της. Βάπτισμα, πού τελεῖται χωρίς τριπλή κατάδυση και βύθιση, δέν μπορεῖ νά ἀπελευθερώσει τήν Θεία Χάρι. Οὔτε γάμος ζεύγους, πού ἤδη συζοῦν καί ἔχουν παιδιά. Οὔτε χειροτονία, ὅταν ὁ χειροτονούμενος δέν τηρεῖ τίς προϋποθέσεις, πού ἔχει θέσει ἀπό αἰῶνες ἡ Ἐκκλησία μας, ἀλλά ἀντίθετα ἀγνοοῦνται καί καταστρατηγοῦνται. Ἄρα, τόσο κανονικοί ἐπίσκοποι, ὅσο καί ψευδεπίσκοποι μπορεί μέν νά τελοῦν Μυστήρια τήν σημερινή ἐποχή, ἀλλά, ἄν δέν τηροῦνται αὐτές οἱ βασικές προϋποθέσεις τῶν Μυστηρίων, εἶναι ἀδύνατον νά μεταδοθεῖ Θεοῦ Χάρις στούς μετέχοντες στό Μυστήριο πιστούς καί γι’ αὐτό στό τέλος δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἁπλές, ὑλικές, θρησκευτικές τελετές, χωρίς ἄϋλο Πνεῦμα.
Τί συμβαίνει, ὅμως, ἄν τά Μυστήρια πράγματι τελοῦνται ἀπό τούς ψευδεπισκόπους αὐστηρά καί σύμφωνα μέ τό Τυπικό τῆς Ἐκκλησίας, παρ’ ὅλο πού οἱ ἴδιοι εἶναι κατά τό σῶμα μέλη τῆς διοικούσης ψευδοεκκλησίας μέ κανονική χειροτονία, ἀλλά κατά τό φρόνημα (πνεῦμα) ἔχουν χάσει τήν ἀποστολική διαδοχή, εὑρισκόμενοι σέ κατάσταση πνευματικοῦ θανάτου καί ἐκτός Ἐκκλησίας (Σώματος) Χριστού; Διότι, ἡ διάσπαση σώματος καί πνεύματος, δηλ. ἡ διάσπαση ἀξιώματος καί χαρίσματος, εἶναι πνευματικός θάνατος. Τά Μυστήριά τους ὑπό αὐτές τίς συνθήκες μεταδίδουν Χάρι;
Ἄν ἐπιθυμοῦμε νά εἴμαστε συνεπεῖς μέ τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία καί τήν πρακτική τῶν ἁγίων Πατέρων, ὀφείλουμε νά τονίσουμε ὅτι δέν δύναται νά ἀμφισβητηθεῖ πλήρως τὸ κῦρος τῶν ἐκκλησιαστικῶν Μυστηρίων, εἴτε τῶν μὴ ὀρθοδόξως καὶ συνοδικῶς καταδικασμένων αἱρετιζόντων καὶ προμάχων τῆς αἱρέσεως καὶ τοῦ σχίσματος, εἴτε ἐκείνων ὅσοι δὲν ἔχουν ἀποτειχιστεῖ ἀπὸ τούς αἱρετικούς ψευδοποιμένες καὶ ψευδοδιδασκάλους τους.
Β) Οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν, ἄκριτος Ζηλωτισμός
Δυστυχῶς, κάποιοι «Ζηλωτές» ἰσχυρίστηκαν τό ἀντίθετο παλαιότερα, ἀλλά καί ἐσχάτως, ἔχοντας ζῆλο ὑπέρμετρο καὶ «οὐ κατ΄ ἐπίγνωσιν». Μία ἀπό τίς πεπλανημένες θεωρίες τῶν σχισματικῶν Ζηλωτῶν Παλαιοημερολογιτῶν, πού ὑπῆρξε καί ἀφορμή μεγάλων διασπάσεών τους, εἶναι ὅτι ἰσχυρίζονται πώς, μόλις κάποιος Ὀρθόδοξος κληρικός κηρύξει αἱρετικά δόγματα ἤ κάποια Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διαπράξει κάποια παρανομία, ἐκπίπτουν αὐτομάτως τῆς Θείας Χάριτος καί ἀποκόπτονται ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Γ) Ἡ σημασία τῆς συνοδικῆς ἐκδικάσεως, κατακρίσεως
Φυσικά, κατά τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, αὐτό συμβαίνει μόνο κατόπιν συνοδικῆς ἐκδικάσεως καί κατακρίσεώς τους[1] ἤ ὅταν μόνοι τους ἐγκαταλείψουν τήν Ταμιούχο τῆς Θείας Χάριτος Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Οἱ αἱρετίζοντες ἢ κοινωνοὶ τῶν σχισματικῶν Κληρικοί, ἐπειδή δέν εἶναι ἀκόμη καταδικασμένοι ἀπὸ Ὀρθόδοξη Σύνοδο, τελεσιουργοῦν ἔγκυρα Μυστήρια, καθὼς ἐπεξηγεῖ ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὴν β΄ ὑποσημείωση τοῦ 3ου Ἀποστολικοῦ Κανόνος : «Ὅμως, ἂν ἡ σύνοδος δὲν ἐνεργήσῃ ἐμπράκτως τὴν καθαίρεσιν τῶν ἱερέων ἢ τὸν ἀφορισμὸν ἢ ἀναθεματισμὸν τῶν λαϊκῶν, οἱ ἱερεῖς αὐτοὶ καὶ οἱ λαϊκοὶ οὔτε καθῃρημένοι εἶναι ἐνεργείᾳ, οὔτε ἀφωρισμένοι ἢ ἀναθεματισμένοι … ἡ προσταγὴ τῶν Κανόνων, χωρὶς τὴν ἔμπρακτον ἐνέργειαν τοῦ β΄προσώπου, ἤτοι τῆς συνόδου, εἶναι ἀτέλεστος, ἀμέσως καὶ πρὸ κρίσεως μὴ ἐνεργοῦσα καθ’ ἑαυτήν»[2].
Χάνει, λοιπόν, τὴν ἱερωσύνη ὁ Κληρικός μετὰ ἀπό δίκαιη συνοδικὴ καταδίκη του, καθὼς σημειώνει καὶ πάλι ὁ ὅσιος Νικόδημος, στὴν β΄ ὑποσημείωση τοῦ 28ου Ἀποστολικοῦ Κανόνος : «Ὁ μὲν γὰρ δικαίως καθαιρεθείς, καὶ ἐσωτερικῶς ἀπὸ λόγου του διὰ τὴν ἀναξιότητά του, καὶ ἐξωτερικῶς ἀπὸ τὴν Σύνοδον, ἔχασε τὴν ἐνέργειαν τῆς ἱερωσύνης»[3].
Δ) Παραδείγματα˙ οἱ ἅγιοι Ἀνατόλιος Κωνσταντινουπόλεως καί Κύριλλος Ἱεροσολύμων
Μεταξὺ πολλῶν ἄλλων παραδειγμάτων ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, θά ἀρκεστοῦμε νά ἀναφέρουμε μόνο τά ἐξῆς δύο :
α) Ὀ ἅγιος Ἀνατόλιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (03-07) χειροτονήθηκε τὸν 5ο αἰ. ἀπὸ τόν αἱρεσιάρχη τῶν Μονοφυσιτῶν Διόσκορο, ὁ ὁποῖος ἀκόμη τότε δέν εἶχε καταδικαστεῖ. Παρ’ὅλο αὐτό, τὸ κῦρος τῆς χειροτονίας του ἔγινε ἀποδεκτό, καθὼς ἐπιμαρτυρεῖ ἡ Ζ΄ Ἁγία καί Οἰκουμενικὴ Σύνοδος : «Ταράσιος ὁ ἁγιώτατος πατριάρχης, εἶπε· Τί λέγετε περὶ Ἀνατολίου; Οὐχὶ ἔξαρχος τῆς ἁγίας τετάρτης συνόδου ἐγεγόνει; Καὶ ἰδοὺ ὑπὸ Διοσκόρου τοῦ δυσσεβοῦς κεχειροτόνητο παρόντος καὶ Εὐτυχοῦς. Καὶ ἡμεῖς γοῦν δεχώμεθα τοὺς ἀπὸ αἱρετικῶν χειροτονηθέντας, ὡς καὶ Ἀνατόλιος ἐδέχθη. Καὶ αὖθις ἀληθῶς φωνὴ Θεοῦ ἐστιν, ὅτι οὐκ ἀποθανοῦνται τέκνα ὑπὲρ πατέρων, ἀλλ’ ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ ἁμαρτίᾳ ἀποθανεῖται· καὶ ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἡ χειροτονία. Ἐπειδὴ δέ τινες τυχὸν ἀμφιβάλλουσι περὶ Ἀνατολίου, ἀναγνωσθήτω τὰ περὶ αὐτοῦ»[4].
β) Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων (18-03) ἔλαβε τήν ἐπισκοπική χειροτονία ἀπό τόν Μητροπολίτη Καισαρείας Ἀκάκιο, ὁ ὁποῖος ἦταν μέν δεδηλωμένος ἀρειανός (καί μάλιστα ἀρχηγός μιᾶς μερίδας τῶν ἀρειανῶν), ἀλλά ἀκόμη διατελοῦσε καί ἐνεργοῦσε ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἀκόμη δέν εἶχε καταδικαστεῖ συνοδικῶς[5].
Μποροῦμε ἄραγε νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι οἱ αἱρετίζοντες Διόσκορος καί Ἀκάκιος, πρό συνοδικῆς κρίσεως, δέν τελοῦσαν ἔγκυρα μυστήρια; Ἄν ναί, τότε ἀμφισβητοῦμε εὐθέως τήν χειροτονία καί τήν ἱερωσύνη τῶν δύο ἀγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἀνατολίου καί Κυρίλλου καί τούς καθιστοῦμε ἀχειροτόνητους καί ψευδεπισκόπους, πράγμα ἄτοπον καί πολλῷ μᾶλλον βλάσφημο!
Ε) Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ρωτᾶ : «Πάντας ὁ Θεός χειροτονεῖ, καί τούς ἀναξίους»; Καί ἀπαντᾶ : «Πάντας μέν ὁ Θεός οὐ χειροτονεῖ, διά πάντων δέ αὐτός ἐνεργεῖ, ἤ καί αὐτοί εἶεν ἀνάξιοι, διά τό σωθῆναι τόν λαόν»[6]. Δηλαδή, «ὅλους ὁ Θεός τούς χειροτονεῖ, καί τούς ἀνάξιους; Ὅλους βέβαια δέν τούς χειροτονεῖ ὁ Θεός, μέσῳ ὅλων, ὅμως, αὐτός ἐνεργεῖ, καί ἄν ἀκόμη συμβαίνει νά εἶναι ἀνάξιοι, γιά νά σωθεῖ ὁ λαός».
ΣΤ) Ἅγιος Νεκτάριος
Ὁ ἐν ἁγίοις πατήρ ἡμῶν Νεκτάριος Ἐπίσκοπος Πενταπόλεως[7] ὁ θαυματουργός λέγει τά ἑξῆς σχετικά με τά θεῖα μυστήρια :
« Περὶ τῶν ἐπιτελοῦντων τὰ μυστήρια προσώπων
1. Τὰ θεῖα μυστήρια, γιά νά ἐπιτελοῦνται καὶ τελειώνονται μυστικῶς, ἀπαιτοῦνται :
(α) ἱερεύς, ὁ ὁποῖος νά εἶναι κανονικῶς χειροτονημένος ἀπό τήν Ἐκκλησία καὶ ἐντεταλμένος ἀπὸ τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ μόνη ἐντολοδόχος καί αὐτή, πού ἔλαβε τὴν ἐντολὴ ἀπό τόν Μέγιστο Ἀρχιερέα Χριστό, πού εἶναι ὁ μόνος τελετουργός τῶν μυστηρίων, διότι δέν εἶναι τὰ πρόσωπα, αὐτά πού ἐπιτελοῦν τὰ μυστήρια καὶ μεταδίδουν τὴν Χάρι, ἀλλὰ Αὐτὸς ὁ Μέγας Ἀρχιερεὺς Χριστός, ὁ Ὁποῖος καί προσφέρει τὸ μυστήριο τῆς εὐχαριστίας καὶ προσφέρεται, καὶ μεταδίδει καὶ μεταδίδεται, καὶ ἁγιάζει αὐτοὺς, πού μεταλαμβάνουν, καὶ
(β) νὰ ἐπιτελοῦνται κατὰ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία παραδόθηκε στήν Ἐκκλησία ἀπὸ τούς ἁγίους Ἀποστόλους.
2. Ἡ Καθολικὴ (Ὀρθόδοξη) Ἐκκλησία ἐπιτρέπει νά λειτουργοῦν μόνο ὅσοι εἶναι κανονικῶς σφραγισμένοι καὶ κεκλημένοι καὶ χειροτονημένοι, ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, καί δέν ἔχουν κάποια κακὴ αἵρεση.
Περὶ τῆς ἠθικῆς τελειότητος τῶν λειτουργῶν τῶν μυστηρίων
3. Στήν ἐπιτέλεση τῶν μυστηρίων δέν συμβάλλει καθόλου ἡ ἠθικὴ τελειότητα τοῦ λειτουργοῦντος ἱερέως, οὔτε ὁ βαθμὸς τῆς πίστεώς του, ἐὰν αὐτά τοῦ λείπουν, διότι αὐτός εἶναι ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐνεργεῖ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ Θεὸς δίδει τὴν Χάρι ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν αὐτός εἶναι ἀνάξιος, θά δώσει λόγο γιὰ τὴν τόλμη του, τὰ μυστήρια, ὅμως, τελοῦνται καὶ τελειοῦνται.
4. Ἡ Ἐκκλησία ὡς θεῖο καθίδρυμα ἔχει τὸ Πνεῦμα˙ ἐπειδὴ δὲ τὸ Πνεῦμα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μένει στὸν αἰῶνα, ἡ Ἐκκλησία, ἀνεξαρτήτως πρὸς τὸ ἦθος καὶ τὴν πίστη τῶν προσώπων, ἔχει τὸ Πνεῦμα στόν ἑαυτό της στὸν αἰῶνα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστός, διότι αὐτή εἶναι τό Σῶμα Του, Αὐτὸς δὲ ἡ Κεφαλὴ της.
Περὶ τῆς τελειώσεως τῶν μυστηρίων
5. Ἡ τελείωση καὶ ὁ ἁγιασμὸς τῶν μυστηρίων, ὡς αὐτοτελὴς, εἶναι ἀνεξάρτητη, ὄχι μόνο ἀπό τον Ἱερέα, πού ἐνεργεῖ στό μυστήριο, ἀλλὰ τυγχάνει ἀνεξάρτητη καὶ ἀπό τήν ἠθική τελειότητα καὶ πίστη αὐτοῦ, πού δέχεται τὸ μυστήριο. Τὸ μυστήριο τελέστηκε, ὁ ἥλιος ἀνέτειλε, ἡ Χάρις ξεχύθηκε, ὁ λόγος ἐλάλησε, ὅσοι ἔχουν μάτια εἶδαν, οἱ εὐαίσθητοι αἰσθάνθηκαν, ὅσοι ἀκοῦν ἄκουσαν καὶ ὅσοι ἔχουν μυαλό νά καταλάβουν κατάλαβαν˙ ὅμως, οἱ τυφλοί, οἱ κουφοί, οἱ ἀναίσθητοι καὶ οἱ βραδεῖς στὸν νοῦ κοιμήθηκαν καί δέν ἐπέδειξαν κανένα ἐνδιαφέρον. Αὐτοί τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως θά εἶναι ἀναπολόγητοι, διότι, ἐξαιτίας τῆς ἐθελοκακίας, στερήθηκαν τήν σωτήρια Χάρι. Ὁ λόγος ἐδῶ ἀφορᾶ τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, διότι τά μυστήρια τελοῦνται μόνο ὑπὲρ τῶν πιστῶν».
Ἑπομένως, οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές, ἐπειδή δέν εἶναι ἀκόμη κατεγνωσμένοι καί καθηρημένοι ἀπό Ὀρθόδοξη Σύνοδο, τελοῦν ἔγκυρα μυστήρια. Ἀλλά, σέ τί τούς ὀφελεῖ ἡ τέλεσή τους; Εἰς κρίμα καί εἰς κατάκριμα γιά τούς ἰδίους εἶναι ἡ τέλεσή τους καί ἡ μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἀφοῦ τό Τίμιο καί Πανάγιο Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτιά γιά τούς ἐν γνώσει ἀναξίως καί ἀμετανοήτως ἀμαρτάνοντες καί δή αἱρετίζοντες οἰκουμενιστές, τούς ὁποίους κατακαίει. Πῶς εἶναι δυνατόν ἀπό τήν μιά νά κοινωνοῦν τόν Ἴδιο τόν Θεάνθρωπο Χριστό καί ἀπό τήν ἄλλη νά συνεχίζουν ἀκάθεκτοι τόν σατανοκίνητο καί ἐπάρατο Οἰκουμενισμό; Ἡ πράξη καί ὁ βίος τους, πού βρίθουν ἀπό αἱρετικά καί οἰκουμενιστικά λεχθέντα καί πραχθέντα, διαψεύδουν οἰκτρῶς τό τελεσθέν ὑπ’ αὐτούς ὀρθόδοξο μυστήριο, κι ἔτσι ἡ σωτήριος Χάρις ἀναστέλλεται.
Β΄ ΜΕΡΟΣ
Α) Ἀποφυγή ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας
Παρὰ τὰ ἀνωτέρω, ἡ ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία δὲν θεωρεῖ ἀδιάφορη τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τῶν πιστῶν μέ τοὺς μὴ καταδικασμένους αἱρετίζοντες ἢ φιλοσχισματικούς. Ἐνῷ, λοιπόν, τὰ μυστήριά τους εἶναι ἔγκυρα, ὅσοι μετέχουν αὐτῶν τῶν Μυστηρίων μέ φρόνημα ἀδιαφορίας γιὰ τὴν προδοσία τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τούς τελεσιουργούς, εἶναι ὑπόλογοι γιὰ τὴν καταφρόνηση αὐτη τοῦ κινδύνου.
Β) Ἅγιος Κυπριανός Καρχηδόνος
Ὁ ἅγιος Κυπριανὸς Ἐπίσκοπος Καρχηδόνος, σέ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἀντωνιανὸ σχετικά μέ τήν πρὸ Συνόδου κοινωνία μέ τούς πεπτωκότες καὶ ἐξωμόσαντες στοὺς ἀρχαίους διωγμοὺς, παραγγέλλει : «Ἀλλ’ ἐάν τις, πρὸ τῆς ἡμετέρας Συνόδου καὶ πρὸ τῆς ἐπιλεγείσης ὑφ’ ὅλης τῆς Συνόδου ἀποφάσεως, ἔχει ἀπερισκέπτως κοινωνήσει μετὰ τῶν πεπτωκότων, αὐτὸς οὗτος κωλυθείη τῆς κοινωνίας»[8].
Γ) Ὅσιος Ἰωσήφ Βρυέννιος
Μεταξὺ πολλῶν ἄλλων σχετικῶν συστάσεων τῶν Ἁγίων, καὶ ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος, διδάσκαλος τῶν ἁγίων Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καὶ Γενναδίου τοῦ Σχολαρίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ἀναφέροντας τίς ἀποφάσεις τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου τοῦ 1405-1406 σχετικά μέ τήν τότε ἀποτολμώμενη ἕνωση τῶν οὐνιτιζόντων Κυπρίων μέ τούς Ὀρθοδόξους τῆς Κωνσταντινουπόλεως, συναριθμεῖ τὴν ἑξῆς συνοδικὴ ἀπαγόρευση πρὸς τοὺς Κυπρίους : «Ἐὰν ὁμολογῶσι τὸν πάπαν τῆς Ῥώμης ἅγιον, καὶ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ἐπισκόπους ἑαυτῶν ἐπισκόπους ἡγοῦνται, οὐκ ὀφείλετε τούτοις συγκοινωνῆσαι … καὶ ἐὰν συμφοραίνωσι τοῖς τῶν Λατίνων ἐπισκόποις (ἐπειδὴ τὸ συμφοραίνειν αὐτοῖς, συγκοινωνεῖν ἐστι τούτοις· ὁ δὲ ἀκοινωνήτῳ κοινωνῶν, καὶ αὐτὸς ἀκοινώνητός ἐστι) οὐκ ὀφείλετε τούτοις συγκοινωνῆσαι»[9]. Δηλώνει, λοιπόν, ξεκάθαρα ὁ ἱερὸς Βρυέννιος, ἀπηχώντας τήν συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς Ὀρθοδόξου Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κοινωνία καὶ συμπροσευχὴ τῶν Ὀρθοδόξων μέ ὅσους συμπροσευχήθηκαν ἐπισήμως μέ τούς αἱρετικούς ἢ ἀποδέχονται ὡς ἀληθινή τὴν ἱερωσύνη τους.
Δ) Μέγας Ἀθανάσιος
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέγει ἀποφθεγματικῶς : «… τοὺς μὲν φανερῶς φρονοῦντας τὰ τῆς ἀσεβείας ἀποστρέφεσθαι, τοὺς δὲ νομίζοντας τὰ Ἀρείου μὴ φρονεῖν, κοινωνοῦντας δὲ μετὰ τῶν ἀσεβῶν φυλάττεσθαι. Kαὶ μάλιστα ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτους ἀπὸ τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν. Εἰ δέ τις προσποιεῖται μὲν ὁμολογεῖν ὀρθὴν πίστιν, φαίνεται δὲ κοινωνῶν ἐκείνοις, τὸν τοιοῦτον προτρέψασθε ἀπέχεσθαι τῆς τοιαύτης συνηθείας· καὶ ἐὰν μὲν ἐπαγγέλληται, ἔχετε τὸν τοιοῦτον ὡς ἀδελφόν· ἐὰν δὲ φιλονείκως ἐπιμένῃ, τὸν τοιοῦτον παραιτεῖσθε»[10].
Ε) Τό Μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας. Οἱ προϋποθέσεις πού θέτει ἡ Ε΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος.
Ἄς ἐπικεντρώσουμε τήν προσοχή μας στήν κορωνίδα τῶν ἱερῶν μυστηρίων, τήν Θεία Λειτουργία ἤ Εὐχαριστία ἤ Κοινωνία. Ἡ Ε’ Ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (553) ἔχει δογματίσει κάτω ἀπὸ ποιές συνθήκες τὸ Μυστήριο χορηγεῖ ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ σωστικὴ Χάρι ὡς ἐξῇς : «Μία εἷναι διά τοὺς χριστιανοὺς ἡ σωτηρία : τὸ νά προσέρχονται εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν ἁγίων μυστηρίων μέ καθαρὰν καρδίαν, ἀγαθὴν συνείδησιν καὶ πίστιν ἀνυπόκριτον. Διότι, τότε μόνον ἐλπίζει ἕκαστος ὅτι θά λάβη ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ἂν ἀξιωθεῖ τῆς κοινωνίας τῶν ἁγίων μυστηρίων ἀπὸ ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι λατρεύουν τὸν Θεὸν Ὀρθοδόξως»[11].
ΣΤ) Ὁ Μέγας Βασίλειος
Τὸ ἴδιο εἶχε τονίσει πρίν ἀπό τήν Ε΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ ὁποῖος καλεῖ τὸν κάθε πιστό σέ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς «οὐ καλῶς φρονοῦντας» καὶ σέ διακοπὴ τῆς κοινωνίας μέ αἱρετικούς, ἂν θέλει νά σωθεῖ. «Ἄλλως σωθῆναι τὸν πιστὸν καὶ λύτρωσιν πταισμάτων ἀπολαβεῖν παρὰ Θεοῦ καὶ τῆς ἐπουρανίου ζωῆς καὶ καταπαύσεως γενέσθαι κληρονόμον, εἰ μὴ τελείως ἀποστῇ τῶν οὐ καλῶς φρονούντων τὴν μετὰ τῶν αἱρετικῶν ἐκκλίνας κοινωνίας ἀμήχανον, ἀδύνατον καθέστηκε τελείως»[12].
Δέν εἷναι, συνεπῶς, καθόλου ἀδιάφορο ἀπὸ ποιὸν ἱερέα λαμβάνεται ἡ Θεία Κοινωνία. Αὐτὸς ὁ ἱερεύς πρέπει νά ὀρθοδοξεῖ καὶ νά ὀρθοπραττεῖ.
Ζ) Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός
Αὑτὸ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὸν ὅσιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, τὸν δογματικό καί συνοπτικό θεολόγο, ὁ ὁποῖος στὸ 86ο κεφάλαιο τοῦ γνωστοῦ ἔργου του «Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως» γράφει : «Πάσῃ δυνάμει τοίνυν φυλαξώμεθα, μὴ λαμβάνειν μετάληψιν αἱρετικῶν, μήτε διδόναι. «Μὴ δῶτε γὰρ τὰ ἅγια τοῖς κυσίν», φησίν ὁ Κύριος, «μηδὲ ῥίπτετε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων»[13], ἵνα μὴ μέτοχοι τῆς κακοδοξίας καὶ τῆς αὐτῶν γενώμεθα κατακρίσεως. Εἰ γὰρ πάντως ἕνωσις ἐστι πρὸς Χριστὸν καὶ πρὸς ἀλλήλους, πάντως καὶ πᾶσι τοῖς συμμεταλαμβάνουσιν ἡμῖν κατὰ προαίρεσιν ἑνούμεθα· ἐκ προαιρέσεως γὰρ ἡ ἕνωσις αὕτη γίνεται, οὐ χωρὶς τῆς ἡμῶν γνώμης»[14].
Δηλ. «Μέ ὅλες τίς δυνάμεις μας, λοιπόν, ἄς φυλαγόμαστε νά μήν παίρνουμε μετάληψη ἀπό αἱρετικούς, οὔτε νά δίνουμε σ’ αὐτούς. «Μή δώσετε τά ἅγια τῆς πίστεως στά σκυλιά», λέγει ὁ Κύριος, «οὔτε νά ρίχνετε μπροστά στά γουρούνια τά πολύτιμα μαργαριτάρια τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας», γιά νά μήν γίνουμε μέτοχοι στήν κακοδοξία καί τήν κατάκρισή τους. Ἄν πάντως ὑπάρχει ἕνωση μέ τόν Χριστό καί μεταξύ μας, ὁπωσδήποτε ἑνωνόμαστε κατά προαίρεση καί μέ ὅλους, πού μεταλαμβάνουν μαζί μας˙ γιατί, ἡ ἕνωση αὐτή γίνεται μέ τήν προαίρεση καί ὄχι χωρίς τήν δική μας γνώμη».
Μᾶς προτρέπει συνεπῶς νά μὴν παίρνουμε Ἁγία Μεταλήψῃ ἀπὸ αἱρετικούς. Ποιούς αἱρετικοὺς ἄραγε νά ἐννοεῖ; Ἀσφαλῶς, ὄχι συνοδικὰ καταδικασμένους ἱερωμένους, ἀφοῦ αὐτοὶ ἔχουν ἤδη ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, οὔτε ἐκτὸς Ἐκκλησίας αἱρετικούς (πού οὔτως ἢ ἄλλως, δέν ὑπῆρχαν τότε, δέν εἶχε γίνει ἄκομα τὸ σχίσμα). Κανείς δέν διανοεῖται νά προσλάβει Θεία Κοινωνία ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ εἷναι αὐτονόητο, ἀφοῦ ἡ προτροπὴ του ἀπευθύνεται σέ μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀναφέρεται, συνεπῶς, στὸν ὄρο «αἱρετικὸς» μέ τὴν ἔννοια, πού ἐπικρατοῦσε στήν ἐποχὴ του, καὶ ὅπως τὸν χρησιμοποιοῦσαν πάντοτε οἱ Σύνοδοι, ὅταν συγκαλοῦνταν, γιά ν’ ἀντιμετωπίσουν αἵρεση, δηλ. σέ κανονικούς, ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, μέλη τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶχαν ἐκτραπεῖ σέ αἱρετικές διδασκαλίες καὶ πρακτικές, δημιουργώντας σχίσμα στό ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας, καὶ οἱ ὁποῖοι παρέμεναν ἄκομα ἀκατάκριτοι. Αὐτὸ τὸ ποίμνιο θέλει νά προφυλάξει ὁ Ὅσιος μέ τὴν προτροπὴ του αὐτή, καλώντας τους νά μὴν κοινωνοῦν ἀπὸ τὰ χέρια ψευδεπισκόπων. Καὶ ἐξηγεῖ τὸν λόγo : Διότι, ὅταν μέ τήν δική τους ἐπιλογὴ καὶ ἀπόφαση κοινωνοῦν ἀπὸ τὸ Κοινό Ποτήριο μαζί μέ τοὺς αἱρετικούς, ἑνώνονται μαζί τους, ἄρα καὶ μέ τὴν κακοδοξία τους, ὁπότε τοὺς ἀναμένει ἡ ἴδια καταδίκη μ’ αὐτούς.
Η) Τό χρέος τῶν πιστῶν
Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ὁ Κύριός μας φρόντισε νά μᾶς φώτισε καὶ παρεῖχε τήν δυνατότητα ν’ ἀναγνωρίσουμε τὴν αἵρεση τοῦ Ἐπισκόπου μας, θά πρέπει σέ ἀνταπόκριση νά ἀπομακρυνόμαστε πάραυτα ἀπ’ αὐτὸν καὶ ν’ ἀποφεύγουμε τὴν κοινωνία μαζί του, γιά νά μὴν ὑποστοῦμε κι ἐμεῖς μολυσμό καὶ στέρησῃ τῆς Θείας Χάριτος καὶ διακινδυνεύσουμε τήν σωτηρία μας. Αὐτή εἷναι ἡ διαχρονική ἐντολὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν καιρό ἄκομα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τῆς Καινῆς Διαθήκης, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Συνόδων μέχρι σήμερα. Ἀποτειχιζόμαστε ἀμέσως ἀπὸ τὴν αἵρεση, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους, γιά νά μὴν ὑποστοῦμε μολυσμό σαρκὸς καὶ πνεύματος.
Βεβαίως προϋπόθεση ὅλων αὑτῶν εἷναι ἡ συμμετοχὴ μας στήν κοινωνία μέ τὸν αἱρετικό νά γίνεται σαφῶς καὶ καθαρὰ μέ τήν δική μας προαίρεση. Αὐτή, ὅμως, ἡ προαίρεση ἀπαιτεῖ πρῶτα γνώση.Ὑπάρχουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας, πού δέν ἔχουν προχωρήσει στήν πίστη, ἔχουν παραμείνει χαλαροὶ καὶ ἀδρανεῖς καὶ ἀναπόφευκτα ἡ πίστη τους εἷναι ἀκόμα ἀτελής. Τὸ ἀποτέλεσμα εἷναι νά ἀδυνατοῦν ν’ ἀναγνωρίσουν τὴν αἵρεση, γιά ν’ ἀπομακρυνθοῦν, κι ἔτσι, ἐγκλωβίζονται σ’ αὐτὴν καὶ πέφτουν στήν παγίδα τοῦ Πονηροῦ. Ἀν καὶ στήν σημερινὴ ἐποχή, εἷναι ἀλήθεια, ὅτι οἱ αἱρέσεις εἷναι τόσο ἐξόφθαλμες, θεμελιακές καὶ κραυγαλέες, προσβάλλοντας βασικὰ δόγματα τῆς πίστεως, πού καὶ ὁ πιό ἁπλὸς καὶ ἀδαὴς χριστιανὸς μπορεί νά τίς καταλάβει, ἂν εἷναι καλῆς προαιρέσεως.
Εἷναι, λοιπόν, ἡ θεολογικὴ ἄγνοια πολλῶν, πού θά τοὺς κρατήσει σέ κοινωνία μέ τοὺς ψευδεπισκόπους, χωρὶς αὑτὸ νά εἷναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς τους ἐπιλογῆς. Αὐτοί, βεβαίως, εἷναι ὑπόλογοι γιά τὴν ἄγνοιά τους, ἀλλὰ ὄχι γιά τὴν μὴ ἀγαθὴ προαίρεσή τους. Ἄν, ὅμως, ἐν γνώσει τους καὶ μέ τήν δική τους «γνώμη», ὅπως ἀναφέρει ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, συμμετέχουν ἐνεργῶς στήν αἵρεση, τότε συμμετέχουν καὶ στήν κακοδοξία τοῦ αἱρετικοῦ καὶ στήν ἀντίστοιχη κατάκρισή της. Οἱ ἔχοντες ἄγνοια, ναί μὲν δέν συμμετέχουν στήν κακοδοξία τῆς αἱρέσεως, ἀλλά ἀπὸ τὴν ἄλλη δέν μποροῦν νά πάρουν καὶ τὴν πλήρη σωστικὴ Χάρι ἀπὸ τὸ Μυστήριο, οὔτε τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ὅπως ἐδογμάτισε ἡ Ε’ Ἁγία καί Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ ἄλλοι ἅγιοι, ἀφοῦ ὁ κληρικὸς, πού τελεῖ τὸ Μυστήριο, δέν εἷναι ὀρθόδοξος. Ἂν ἡ προαίρεσή τους εἷναι ἀγαθὴ καὶ τηροῦν καὶ τίς ἄλλες προϋποθέσεις τοῦ Μυστηρίου, ὅπως ἐκτέθηκαν παραπάνω, δηλ. καρδιά καθαρή, ἀγαθὴ συνείδηση καὶ πίστη ἀνυπόκριτη, τότε ὁ φιλάνθρωπος καὶ φιλεύσπλαχνος Θεὸς, πού πάντοτε νοιάζεται γιά τὸ «ἀπολωλὸς πρόβατο», μπορεῖ νά τοὺς τροφοδοτεῖ, ὄχι μέ τὴν πλήρη, σωστικὴ Χάρι, ἀλλὰ μέ ἐκείνη τήν μερικὴ Χάρι τοῦ Μυστηρίου, πού ἀναπληρώνει τὸ ἐλλεῖπον, τὸ ὁποῖο στήν προκειμένη περίπτωση εἷναι ἡ προχωρημένη πίστη καὶ γνώση Θεοῦ.
Θ) Ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης˙ προκαταρκτική/φωτιστική Χάρις˙ κοινό δώρημα Χριστοῦ στούς ἀνθρώπους
Αὐτή τήν Χάρι, ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, τὴν ὀνομάζει προκαταρκτική-φωτιστική[15] καὶ στηρίζεται στήν ἑρμηνεία τῶν ῥητῶν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου α) ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή : «καὶ οὐ μὴ διδάξουσιν ἕκαστος τὸν πολίτην αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, λέγων· γνῶθι τὸν Κύριον· ὅτι πάντες εἰδήσουσί με ἀπὸ μικροῦ αὐτῶν ἕως μεγάλου αὐτῶν»[16], δηλ. «καί δέν θά διδάξουν ὁ καθένας τόν συμπατριώτη του καί ὁ ἄλλος τόν ἀδελφό του, λέγοντας· Μᾶθε ποιός εἶναι ὁ Κύριος. Διότι, ὅλοι τότε ἀνεξαιρέτως θά μέ γνωρίσουν ἀπό τόν μικρό ἕως τόν μεγάλο». Καὶ β) ἀπό τήν Α’ πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή : «Περὶ δὲ τῆς φιλαδελφίας οὐ χρείαν ἔχετε γράφειν ὑμῖν· αὐτοὶ γὰρ ὑμεῖς θεοδίδακτοί ἐστε εἰς τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους»[17], δηλ. «ὡς πρός δέ τήν ἀγάπη πρός τούς ἀδελφούς Χριστιανούς δέν ἔχετε ἀνάγκη νά γράψω ἐγῶ πρός ἐσᾶς, διότι ἐσεῖς ἔχετε διδαχθεῖ ἀπό τόν Ἴδιο τόν Θεό στό ν’ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλον».
Γράφει ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὅτι ἡ Χάρις αὐτή δίνεται, γιά νά γνωρίσει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀλήθεια τῶν θείων προσταγμάτων, καὶ μετά νά συγκατατεθεῖ σ’ αὐτὰ ἐλευθέρως. Ἀναφέρει καὶ τήν σχετικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Θεοφυλάκτου Ἀχρίδος στό ρητό τῆς πρὸς Ἑβραίους : «Τοῦ Θεοῦ τὴν φύσιν ἡμῶν τῇ προσλήψει θεώσαντος, ἔλαμψεν ἐν ταῖς πάντων ψυχαῖς τὸ τῆς ἀληθοῦς θεογνωσίας φῶς, καὶ οἷον τις ἐπιτηδειότης ἐνετέθη τῇ ἀνθρωπίνη φύσει ὑπὸ τῆς χάριτος πρὸς τὸ τὸν ὄντως εἰδέναι Θεόν», τὸ ὁποῖο ἑρμηνεύει ὁ ὅσιος Νικόδημος ὡς ἐξῆς : «ὅτι ἐπειδὴ καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ διέτριψεν ἐπὶ τῆς γῆς διά τῆς ἐνσάρκου Οἰκονομίας καὶ ἐθέωσε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ἑνώσας αὐτήν εἰς τὴν Θείαν Ὑπόστασιν, διά τοῦτο ἔλαμψεν εἰς τὰς ψυχὰς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τὸ φῶς τῆς ἀληθινῆς θεογνωσίας καὶ ἐβάλθη ὑπὸ τῆς θείας Χάριτος μέσα εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὡσὰν μία ἐπιτηδειότης καὶ δύναμις εἰς τὸ νά γνωρίζῃ εὐκόλως τὸν ἀληθινὸν Θεὸν».
Γιά τὸ ρητό τῆς Α΄ πρὸς Θεσσαλονικεῖς παραθέτει τὴν ἀκόλουθη ἑρμηνεία, ἐπίσης, τοῦ ἁγίου Θεοφυλάκτου : «Τοῦτο δέ καὶ ὁ Ἠσαΐας προφητεύων, ἐβόησε˙ «Καὶ θήσω πάντας τοὺς υἱοὺς σου διδακτοὺς Θεοῦ»[18]. Καὶ ὁ Ἱερεμίας δέ εἶπεν˙ «οὐ μὴ διδάξωσιν ἕκαστος τὸν πλησίον αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, λέγων, γνῶθι τὸν Κύριον, ὅτι πάντες εἰδήσουσί με ἀπὸ μικροῦ αὐτῶν ἕως μεγάλου αὐτῶν»[19]. Καὶ ὁ Κύριος δε εἶπεν˙ «ἔσονται πάντες διδακτοὶ τοῦ Θεοῦ»[20].
Κατὰ τὸν ὅσιο Νικόδημο, ἡ Χάρις αὐτή ἀνήκει σ’ ἐκεῖνα τὰ εἴδη Χάριτος, πού μόνο καταχρηστικῶς ὀνομάζονται «ἔργα τοῦ προορισμοῦ», διότι διευκολύνουν τὸν σωζόμενο στὴν σωτηρία. Ἡ Χάρις αὐτή, ὅπως ἐξηγεῖται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους, εἷναι ἀποτέλεσμα τῆς προσλήψεως καὶ θεώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο Χριστό καὶ δίνεται σέ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς τήν συνέργεια τοῦ αὐτεξουσίου, ἀφοῦ προηγεῖται ἀπ’ αὑτό. Αὐτή ἡ προκαταρκτικὴ Χάρις, ἡ ὁποία δίνεται σέ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, γιά νά τοὺς παρακινήσει νά γνωρίσουν τὸν Θεό, νά εἰσέλθουν μέ τὴν ἐλεύθερη βούλησή τους στήν Ἐκκλησία Του καὶ νά βαδίσουν σέ ὀδό σωτηρίας, πρέπει νά εἷναι ἐκείνη, πού ὠθεῖ καὶ ὀρισμένους ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς (Παπικοὺς καὶ Προτεστάντες) νά ἔρχονται σέ ἐπίγνωση ὅτι βρίσκονται σέ αἵρεση καὶ σέ λάθος βάπτισμα καί ἄρα ἐκτὸς τῆς πραγματικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, καὶ στή συνέχεια νά ἐπιδιώκουν νά ἐπιστρέφουν στήν Ὀρθοδοξία.
Ποιό εἷναι, συνεπῶς, τὸ τελικό συμπέρασμα; Οἱ ψευδεπίσκοποι καὶ ἡ ψευδοεκκλησία, στήν ὁποία ἀνήκουν, καὶ ἡ ὁποία προσλαμβάνει τὸν μολυσμό τους διά τῆς κοινωνίας μαζί τους, ἔστω κι ἂν κάποιοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἐπισκόπους της ἔχουν πράγματι ὀρθόδοξο φρόνημα, ἀλλά ταυτόχρονα ἀδιαφοροῦν καὶ δέν τοὺς ἀποβάλλουν, γιά νά προστατέψουν τὸ ποίμνιο ἀπὸ τὸν μολυσμό, δέν τελοῦν Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, πού νά παρέχει τὴν πλήρη, σωστικὴ Χάρι καὶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν στοὺς μεταλαμβάνοντες πιστούς. Ὅσοι ἀπ’ αὐτοὺς ἐνστερνίζονται τὴν αἵρεση τῶν ψευδεπισκόπων συνειδητὰ καὶ ἐνεργητικὰ, μέ τήν δική τους γνώμη καὶ θέληση, καί συμμετέχουν στό Μυστήριο, ὑπόκεινται στήν ἴδια κατάκριση μ’ αὐτούς. Ἀπομένουν ὅσοι ἔχουν θεολογικὴ ἄγνοια, γιά τὴν ὁποία φυσικά εἷναι ὑπόλογοι ἀπέναντι στόν Θεό, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀδυνατοῦν νά καταλάβουν τὴν αἵρεση τῶν ψευδεπισκόπων, συμμετέχοντας παθητικὰ στό Μυστήριο, ἀλλὰ καὶ ὅσοι, φωτισμένοι ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, καταλαβαίνουν μὲν τὴν αἵρεση τοῦ ψευδεπισκόπου, ἀλλὰ ἀπὸ κάποια ἀδυναμία ἤ σκοπιμότητα ἢ ἀπὸ «ἀνάγκη καὶ βία», δέν τηροῦν τὴν προαιώνια ἐντολὴ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπ’ αὑτοὺς καὶ νά ἀποτειχίσουν (θωρακίσουν) τοὺς ἑαυτοὺς τους ἀπ’ αὐτοὺς, γιά νά μὴν διακινδυνεύσει ἡ σωτηρία τους.
Ι) Προκαταρκτικὴ, ἐνδυναμοῦσα, συνεργοῦσα Χάρις˙ διευκόλυνση προορισμοῦ, σωτηρίας
Ὅλοι αὐτοὶ, πού συμμετέχουν στό Μυστήριο, ἀσφαλῶς δέν λαμβάνουν σωστικὴ Χάρι, ἀλλά, ἂν ἡ γενικότερη πνευματικὴ καὶ μυστηριακὴ τους ζωὴ εἷναι ὀρθὴ καὶ ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀναγκαῖες ὑπόλοιπες προϋποθέσεις τῆς καθαρᾶς καρδίας καὶ τῆς ἀγαθῆς συνειδήσεως καὶ προαιρέσεως, ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς, μέσα στήν φιλανθρωπία καὶ φιλευσπλαχνία Του, καὶ ἐπειδὴ «θέλει πάντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»[21], μπορεῖ διά τῆς συμμετοχῆς τους στό Μυστήριο, παρ’ ὅλο πού προσφέρεται μέσα ἀπὸ μία ἐκπεσοῦσα ψευδοεκκλησία, νά ἐνεργοποιήσει μέσα τους τὰ εἴδη ἐκεῖνα τῆς Χάριτος, πού περιγράφονται ἀπὸ τὸν ὅσιο Νικόδημο ὡς προκαταρκτικὴ, ἐνδυναμοῦσα καὶ συνεργοῦσα Χάρις. Ἡ πρώτη, ὅπως περιγράφεται ἀπὸ τὸν Ὅσιο, αὐξάνει τήν θεογνωσία τους καὶ ἀναπληρώνει τὸ ἔλλειμμα τῆς πίστεώς τους. Ἡ δεύτερη ἐνισχύει τήν θέλησή τους ν’ ἀγαπήσουν ἀβίαστα τὸ ἀγαθὸ. Καὶ ἡ τρίτη συνεργεῖ μαζί μ’ αὐτοὺς στήν τέλεση τοῦ ἀγαθοῦ, ὥστε ἡ προσπάθειά τους νά ἔχει τελικά αἴσια ἔκβαση. Αὐτὰ τὰ τρία εἴδη, ἐνεργοῦντα ὅλα μαζί, μπορεῖ, θελήματι Θεοῦ, νά ἐπιτρέψουν σ’ αὐτές τίς κατηγορίες τῶν πιστῶν, πρῶτα νά καταλάβουν καλύτερα τὴν αἵρεση, μετὰ νά ἐνισχυθεῖ ἡ θέλησή τους νά τηρήσουν τὸ ἀγαθό, δηλ. ὅ,τι ἐντέλλεται τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά τὴν ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως μέ δική τους ἀπόφαση (δηλ. τὴν ἀπομάκρυνση ἀπ’ αὐτήν) καί, ὅταν τὸ ἀποφασίσουν, νά βοηθηθοῦν ἀπὸ τήν Θεία Χάρι, ὥστε νά φθάσουν καὶ νά τελέσουν τὸ θέλημα αὐτὸ μέχρι τέλους, χωρὶς παλινδρομήσεις καὶ κλυδωνισμούς.
ΙΑ) Διαμένουσα, ἐκτική Χάρις˙ ἐξασφάλιση προορισμοῦ, σωτηρίας
Ὅμως, ὁ Ὅσιος Νικόδημος ἀναφέρει καὶ δύο ἄλλα εἴδη Χάριτος, τὴν διαμένουσα καὶ τὴν ἐκτική. Ἐνῶ τὰ τρία προηγούμενα εἴδη μόνο διευκολύνουν τὸν «προορισμό», δηλ. τήν σωτηρία, τὰ δύο ἄλλα εἴδη ἐξασφαλίζουν τὸν «προορισμό». Εἶναι δηλ. αὐτὰ, πού σώζουν.
Ἄρα, τὸ τελούμενο Μυστήριο ἀπὸ μία αἱρετικὴ ψευδοεκκλησία δέν ἀπονέμει τήν σωστικὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ στοὺς πιστοὺς, παρ’ ὅλο πού μπορεῖ νά τελεῖται κατὰ τὸ προβλεπόμενο Τυπικό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἷτε ἀπὸ ψευδεπισκόπους, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν καθαιρεθεῖ ἄκομα συνοδικὰ καὶ ἐξακολουθοῦν ν’ ἀποτελοῦν μέλη τῆς ἀνθρωπίνης, ἀλλὰ ὄχι θεϊκῆς διοικούσης ψευδοεκκλησίας, εἷτε ἀπὸ ὀρθοδόξους στό φρόνημα Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι, ὅμως, ἔχουν κι αὐτοὶ μολυνθεῖ, λόγῳ τῆς κοινωνίας τους μέ τοὺς συναδέλφους τους ψευδεπισκόπους.
ΙΒ) Ὑγιές καί νοσηρό ποίμνιο
Κι αὐτό εἷναι φυσικό, διότι ἡ αἵρεση τῶν ψευδεπισκόπων διαιρεῖ τὸ ποίμνιο (ἀλλά ὄχι τήν Ἐκκλησία) σέ δύο τμήματα : α) τὸ ὑγιὲς, πού ἔχει διατηρήσει ἀλώβητη καὶ ἀνόθευτη τὴν πίστη του, μὴ υἱοθετώντας ἀνίερες καινοτομίες καὶ ψεύτικες νεοδιδασκαλίες, καὶ τὸ ὁποῖο συνιστᾶ τὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (τὸ Ἅγιο, ἀνθρώπινο Σῶμα Του). Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, β) τὸ νοσηρό, τὸ ὁποῖο ἔχει ἐκπέσει, λόγῳ τῆς υἱοθέτησης τῆς αἱρέσεως καὶ τῶν ἀμαρτύρητων καινοτομιῶν καὶ νεοδιδασκαλιῶν, καὶ δέν συνιστᾶ πλέον Σῶμα Χριστοῦ, ὁπότε δέν μπορεί νά διατηρεῖται ἑνωμένο μέ τὴν Καθόλου Ἐκκλησία, δηλ. τήν «θριαμβεύουσα» Ἐκκλησία τοῦ οὐρανοῦ. Ἂν δεχτοῦμε ὅτι καὶ τὸ νοσηρό τμῆμα τελεῖ Μυστήριο, πού ἀπονέμει τὴν ἴδια, πλήρη Χάρι σωτηρίας μέ τὸ ὑγιὲς, τότε εἰσάγουμε μία αἱρετική διδασκαλία γιά τὴν ὕπαρξη δύο «ἐκκλησιῶν», πού ἀμφότερες σώζουν, διαιρώντας τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλ. τὴν Ἐκκλησία Του, σέ δύο ἐξίσου σώζοντα μέρη. Ἂν ὁ Χριστὸς διαιρεῖται, τότε δέν εἷναι ἄκτιστος, ἀλλὰ κτιστός, καὶ αὐτή ἡ διδασκαλία εἷναι ὁ πρὸ αἰώνων καταδικασθεὶς Ἀρειανισμός.
Ἐπίλογος
Ὅπως ἐξηγήθηκε, ἡ μόνη Χάρις, πού μπορεῖ νά ἐνεργοποιηθεῖ σέ εὐσεβεῖς πιστοὺς ἀγαθῆς προαιρέσεως, πού παραμένουν γιά διαφόρους λόγους στήν αἱρετικὴ ψευδοεκκκλησία, χωρὶς νά ἔχουν αἱρετικό φρόνημα, εἷναι ἡ «Χάρις τοῦ προορισμοῦ», κατὰ τοὺς Ἁγίους, ἀλλὰ ὄχι ἡ σωστικὴ, πού παρέχει ἄφεση ἁμαρτιῶν. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δέν μπορεῖ νά παράσχει τήν σωστικὴ Του ἐνέργεια σέ κάποιον, πού πάσχει στήν πίστη ἢ σέ κάποιον, πού δέν τηρεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ νά προστατεύσει τὸ δῶρο, πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς, δηλ. τὴν ὀρθὴ πίστη, ἀπομακρυνόμενος καὶ ἀποτειχιζόμενος, ἀλλά ἀντίθετα παραμένοντας σέ ἐπικίνδυνο περιβάλλον μολυσμοῦ καὶ ἐνισχύοντας μ’ αὐτὸν τὸν ἔμμεσο τρόπο τὴν αἵρεση (δηλ. τὸ μὴ ἀγαθό). Πρῶτα, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μέ τήν Χάρι Του θ’ ἀναπληρώσει τὸ ἐλλεῖπον ἀπὸ τοὺς πιστοὺς καὶ θά διορθώσει καὶ θά ἐνισχύσει τὴν πίστη τους, ἐπιβάλλοντας τὸν ἁγιασμό της μέ τὴν ἀπομάκρυνσή τους ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ τὸ μὴ ἀγαθό (διότι, ἡ αἵρεση ὁδηγεῖ στό μὴ ἀγαθό καὶ ἀνάποδα), καὶ μετά θά δώσει τήν σωστικὴ Του Χάρι, πού ἑνώνει μέ τὸν Θεάνθρωπο Χριστό καὶ ὁδηγεῖ στήν θέωση καὶ τὴν υἱοθεσία ἀπὸ τὸν Θεό Πατέρα.
Στήν ἀπορία, λοιπόν, ἄν τὰ Μυστήρια, πού τελοῦν οἱ μολυσμένοι μέ τὴν αἵρεση ἱερωμένοι, εἷναι ἐνχαρίτωτα κι ἂν ὠφελοῦν τοὺς πιστοὺς, πού τὰ λαμβάνουν, ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι γιά τοὺς βαπτισμένους ὀρθόδοξα πιστοὺς, πού γιά διαφόρους λόγους παραμένουν μέσα σέ μιά αἱρετικὴ ψευδοεκκλησία, ὑπάρχει πάντοτε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, πού ἐκφράζεται μέ τὴν προκαταρκτική, τὴν ἐνδυναμοῦσα καὶ συνεργοῦσα Χάρι Του, τό ὁποῖο θά τοὺς διευκολύνει καί θά τούς ὀδηγήσει στήν σωτηρία, ἄν φυσικά εἷναι ἄξιοι γι’ αὐτό, μέ τὴν αὔξηση καὶ ἐνίσχυση τῆς θεογνωσίας καὶ τήν διάπραξη ἀγαθῶν ἔργων, ἐκ τῶν ὁποίων πρώτιστο εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό αἱρετικούς ψευδοκληρικούς, δηλ. ἡ ἀποτείχιση. Κι αὐτό διότι, ἡ αἱρετικὴ ψευδοεκκλησία, στήν ὁποία ἀνήκουν, ἀδυνατεῖ λόγῳ τῆς αἱρέσεώς της νά παράσχει στούς πιστοὺς της τὴν διαμένουσα καὶ ἑκτικὴ Χάρι, πού εἷναι ἡ σωστικὴ Χάρις, ἡ προορισμένη γιά ὅσους εἷναι νά σωθοῦν. Δέν μπορεῖ, ἐν τέλει, νά τούς ἐξασφαλίσει τήν σωτηρία, καί συνεπῶς οὔτε τόν Παράδεισο, οὔτε τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Οἱ σχισματοαιρετικοὶ τῆς Οὐκρανίας, καθὼς καὶ ὅσοι κοινωνοῦν μ’ αὐτούς (Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας, Ἐκκλησίες Κύπρου καί Ἑλλάδος), εἶναι ἀνεπίδεκτοι σωτηρίας. Αὐτό θεμελιώνει ἡ ἐπιβαλλομένη σ’ αὐτοὺς ἀκοινωνησία ἀπὸ τούς Ἱερούς Κανόνες 45ο Ἀποστολικό[22] καὶ 2ο τῆς Ἀντιοχείας[23], πού εἶναι προοίμιο τοῦ αἰωνίου χωρισμοῦ τους ἀπὸ τήν μερίδα τῶν προβάτων τοῦ Χριστοῦ.
Φυσικά ἐννοεῖται ὅτι σέ περίπτωση συμπροσευχῆς καί συλλειτουργίας τῶν μὴ ἔτι συνοδικῶς καταδικασμένων ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστῶν μέ κατεγνωσμένους αἱρετικούς (παπικούς, προτεστάντες, μονοφυσῖτες, ἀγγλικανούς, ἐπισκοπῖνες – ἱέρειες) ἤ ἀλλοθρήσκους ἤ τούς ἐπί κεφαλῆς τῶν σχισματοαιρετικῶν τῆς Οὐκρανίας Ἐπιφάνιο Ντουμένκο καί τῶν Σκοπίων Στέφανο Βελανόφσκι καί τούς σύν αὐτοῖς, οἱ ἀκολουθίες καί τά «μυστήρια» τυγχάνουν παντελῶς ἄκυρα καί ἀχαρίτωτα.
[1] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 4-5, 696.
[2] Ὁ.π.,, σ. 5.
[3] Ὅ. π., σ. 29.
[4] Mansi 12, 1042C
[5] ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ, Τά δύο ἄκρα. Οἰκουμενισμός καί Ζηλωτισμός, ἔκδ. Ἱερό Ἠσυχαστήριο Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος, ἔκδ. Β΄, Ἀθήναι 1997, σ. 91.
[6] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ΕΠΕ 23 (495-505).
[7] ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, «Περί τῶν Θείων Μυστηρίων τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας˙ μέρος Α΄˙ περί τῶν μυστηρίων καθ’ ὅλου», ἐν Ἅπαντα, τ. ΣΤ’, ἔκδ. Ἱερὰ Μητρόπολη Ὕδρας, Σπετσῶν καί Αἰγίνης, Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Τριάδος (Ἁγίου Νεκταρίου) Αἰγίνης, Ἀθήνα 2012, σσ. 155-158.
[8] “Si quis vero ante concilium nostrum et ante sententiam de omnio concilio statutam lapsis temere communicare voluisset, ipse a communicatione abstineretur”, PL 3, 790A.
[9] Τόμος β΄, σ. 19.
[10] PG 26, 1188.
[11] ΜΗΤΡ. ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΠΡΕΒΕΖΗΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ (ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ), Ἡ πέμπτη Οἰκουμενική Σύνοδος, Ἀθήνα 1985, σ. 560.
[12] ΟΣΙΟΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΓΑΛΗΣΙΩΤΗΣ, Λόγος γ΄ κατ’ Ἰταλῶν, LAURENT V. et DARROUZES J., Dossier Grec de l’ union de Lyon, s. 560.
[13] Ματθ. 7, 6.
[14] ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 2002, σσ. 374-375.
[15] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ὑποσημείωση στὸν 124ο Κανόνα τῆς ἐν Καρθαγένη τοπικῆς Συνόδου, σσ. 528.
[16] Ἑβρ. 8, 11
[17] Α΄ Θεσ. 4, 9
[18] Ἡσ. 54, 13
[19] Ἱερ. 31, 34
[20] Ἰω. 6, 45
[21] Α΄ Τιμ. 2, 4
[22] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 50.
[23] Ὅ. π., σσ. 407-8.