
Πρωτοπρεβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
15-08-2025
Ἐξαιτίας τῆς σημερινῆς μεγίστης Θεομητορικῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως καί ἱερᾶς Μεταστάσεως τῆς Κυρίας Θεοτόκου, παραθέτουμε σέ μετάφραση τήν ὁμιλία τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου[1].
Λέγει, λοιπόν, ὁ ὅσιος Μάξιμος : «Τώρα μέ τήν Χάρι της θά μιλήσουμε περί τῆς ἐξόδου καί τῆς Μεταστάσεως αὐτῆς ἀπό τόν παρόντα κόσμο στήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Υἱοῦ της. Εἶναι ὄντως φαιδρά καί χαρμόσυνη γιά τήν ἀκοή τῶν φιλοθέων αὐτή ἡ διήγηση.
Ὅταν, λοιπόν, ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, εὐδόκησε νὰ μεταθέσει τὴν παναγία καὶ πανάμωμη Μητέρα Του ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν στὴν Βασιλεία Του, προκειμένου νὰ λάβει τὸν ἄφθαρτο στέφανο τῶν ὑπερφυῶν ἀγώνων καὶ ἀρετῶν της, νὰ τὴν τοποθετήσει θεομητροπρεπῶς «ἐκ δεξιῶν Του, περιβεβλημένη μὲ πορφύρα καὶ πεποικιλμένη μέ ἱματισμό διάχρυσο»[2] καὶ νὰ τὴν ἀνακηρύξει Βασίλισσα πάντων τῶν κτισμάτων, ὁδηγώντας την στὸ ἐσώτερο τοῦ καταπετάσματος καὶ ἐγκαθιστώντας στὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, τῆς γνωστοποίησε ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἔνδοξή της μετάσταση. Ἀπέστειλε πάλι σ’ αὐτὴν τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριὴλ, γιὰ νὰ τῆς ἀναγγείλει τὴν ἔνδοξη ἐκδημία της, καθὼς ἄλλοτε τὴν θαυμαστὴ της σύλληψη. Τὴν ἐπισκέφθηκε, λοιπὸν, ὁ Ἀρχάγγελος καὶ τῆς ἐπέδωσε ἕνα κλάδο φοίνικα, σύμβολο τῆς νίκης, τὸ ὁποῖο εἶχε ἄλλοτε χρησιμοποιήσει ὁ λαὸς, ὑποδεχόμενος στὴν Ἱερουσαλὴμ τὸν Υἱό της, τὸν νικητὴ τοῦ θανάτου καὶ ἐξολοθρευτὴ τοῦ Ἅδου. Ὁμοίως καὶ τώρα ὁ Γαβριὴλ δίνει αὐτὸν τὸν κλάδο στὴν Παρθένο, ὡς σύμβολο τῆς νίκης κατὰ πάντων τῶν δεινῶν καὶ τῆς καταλύσεως τοῦ θανάτου, λέγοντας· «Ὁ Κύριος καὶ Υἱός σου σὲ προσκαλεῖ : Ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἔλθεις πλησίον μου, ὦ καλὴ μῆτερ μου[3]. Γι΄ αὐτό μὲ ἀπέστειλε πάλι νὰ σοῦ ἀνακοινώσω, ὦ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί», ὅτι σήμερα θὰ εὐφράνεις, ὦ Κεχαριτωμένη, τὶς οὐράνιες στρατιὲς μὲ τὴν ἄνοδό σου καὶ θὰ λαμπρύνεις περισσότερο τὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων, καθὼς ἔπλησες εὐφροσύνης αὐτοὺς, πού βρίσκονται στὴν γῆ. Ἀγάλλου καὶ σὺ μαζί τους, καθὼς ἄλλοτε τὸ εἶχες φανερώσει, διότι ἀπὸ τώρα θὰ σὲ μακαρίζουν στοὺς αἰῶνες ὅλα τὰ λογικὰ κτίσματα, «πᾶσαι αἱ γενεαί»[4]. «Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ». Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες σου ἀνέβηκαν στὸν οὐρανό, πρὸς τὸν Υἱό σου, γι’ αὐτό κατὰ τὸ αἴτημά σου σὲ προστάζει νὰ ἀφήσεις τὸν κόσμο αὐτὸν καὶ νὰ ἀνέλθεις στὰ οὐράνια σκηνώματα, γιὰ νὰ εἶσαι αἰωνίως μαζί του, στὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή». Καθὼς ἄκουσε ἡ ἁγία Θεοτόκος τοὺς λόγους αὐτούς, ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ ἔδωσε στὸν Ἄγγελο τὴν ἴδια, ὅπως καὶ παλαιά, ἀπόκριση : «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι -καὶ τώρα- κατὰ τὸ ρῆμα σου⋅ καὶ ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτῆς ὁ ἄγγελος»[5].
Τότε ἡ ὑπερευλογημένη καὶ ἔνδοξη Θεοτόκος Μαρία σηκώθηκε καὶ ἀγαλλομένη πορεύτηκε στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, γιὰ νὰ ἀπευθύνει πρὸς τὸν Κύριο μέ ἡσυχίᾳ τὶς εὐχαριστίες καὶ τὰ αἰτήματά της γι’ αὐτὴν τὴν ἴδια καὶ γιὰ τὸν κόσμο ὅλο. Ὅταν ἀνέβηκε στὸ ὄρος, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ προσέφερε τὴν λογικὴ λατρεία στὸν Υἱό της, τὶς δεήσεις καὶ τὶς εὐχαριστίες της. Συνέβη τότε ἕνα μεγάλο θαῦμα, τὸ ὁποῖο γνωρίζουν ἐκεῖνοι, ποὺ ἀξιώθηξαν αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας καὶ δι’ αὐτῶν ἔφθασε ἕως ἐμᾶς.
Ἐνῷ, δηλαδή, προσευχόταν καὶ παρακαλοῦσε τὸν Κύριο μέσα σέ μία πραγματικὴ μυσταγωγία, ὅλα τὰ δένδρα, πού βρίσκονταν ἐκεῖ, ἔκλιναν πρὸς τὴν γῆ καὶ τὴν προσκύνησαν. Ὅταν τελείωσε τὴν ἱκεσία καὶ τὴν εὐχαριστία της, πλημμυρισμένη ὅλη ἀπὸ Θεὸ, ἐπέστρεψε στὴν Σιών.
Εὐθὺς ἀμέσως ὁ Κύριος ἀπέστειλε ἐπὶ νεφέλης τὸν εὐαγγελιστὴ καὶ Θεολόγο Ἰωάννη, καθ’ ὅτι ἡ ἁγία Παρθένος εἶχε μεγάλη ἐπιθυμία νὰ τὸν δεῖ, δεδομένου ὅτι ὁ Κύριος τοὺς εἶχε συνδέσει μέ υἱοθεσία. Ἡ ἐξ ὅλων τῶν γυναικῶν ὑπερευλογημένη, καθὼς τὸν εἶδε, χάρηκε ἀκόμη περισσότερο καὶ ζήτησε νὰ προσευχηθοῦν. Μετὰ τὴν εὐχὴ, ἡ ἁγία καὶ ἀειπάρθενος Βασίλισσα ἀνακοίνωσε στὸν Ἰωάννη καὶ στὶς ἐκεῖ παρευρισκόμενες παρθένες τὸ νέο μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου, ποὺ ἀφοροῦσε τὴν μετάθεσή της, καὶ τοὺς ἔδειξε τὸν κλάδο τοῦ φοίνικα, τὸν ὁποῖο παρέλαβε ἀπ’ αὐτόν. Παρήγγειλε νὰ ἑτοιμάσουν τὸν οἶκο της, ν’ ἀνάψουν λαμπάδες καὶ νὰ θυμιάσουν, διότι τὸν εἶχε ἤδη διακοσμήσει ὡς ἄλλο νυμφικὸ θάλαμο, στὸν ὁποῖο θὰ ὑποδεχόταν τὸν ἀθάνατο Νυμφίο, τὸν παντευλόγητο Υἱό της, τὸν ὁποῖο προσδοκοῦσε μὲ μία ἀκατάσχετη ἐλπίδα. Ὅταν ὅλα τακτοποιήθηκαν, γνωστοποίησε στοὺς συνοδοὺς καὶ τοὺς γνωστούς της τὸ ἐπικείμενο μυστήριο τῆς Μεταστάσεώς της, καὶ ἐκεῖνοι ἀμέσως τὴν περικύκλωσαν, κλαίοντας καὶ θρηνώντας γιὰ τὸν ἀποχωρισμό τους, καθ’ ὅτι, μετὰ Θεὸν, αὐτὴν εἶχαν ἐλπίδα καὶ βοήθεια.
Ἡ ἀδελφή τους, ὅμως, ἡ Θεομήτωρ καὶ Βασίλισσα, τοὺς παρηγοροῦσε ἕναν ἕναν χωριστὰ καὶ ὅλους μαζὶ καὶ τοὺς ἀπηύθηνε ἕνα συγκινητικὸ χαιρετισμὸ, λέγοντας : «Χαίρετε, τέκνα μου εὐλογημένα καὶ μὴ κάνετε τὴν μετάστασή μου ἀφορμὴ θρήνου, ἀλλὰ γεμῖστε μέ ἀγαλλίαση, διότι ἔρχεται ἡ αἰώνια εὐφροσύνη, ὁ Κύριός μου καὶ Υἱός μου, καὶ ἡ Χάρις καὶ τὸ ἔλεός Του θὰ εἶναι πάντοτε μαζί σας».
Κοίταξε ἔπειτα τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη καὶ τοῦ εἶπε νὰ δώσει τὴν ἐσθῆτα καὶ τὸ μαφόριό της στὶς δύο χῆρες, οἱ ὁποῖες τὴν ὑπηρετοῦσαν. Ἐν συνεχείᾳ, τοὺς φανέρωσε τὰ μυστήρια τῆς ἐκδημίας της καὶ τῆς ἐπ’ εὐκαιρίᾳ αὐτῆς θείας ἐπισκέψεως, καθὼς καὶ τὴν σημασία τοῦ κάθε γεγονότος. Ἔπειτα, κανόνισε τὰ τῆς κηδείας καὶ τοὺς παρήγγειλε πὼς νὰ τὴν μυρώσουν, καθὼς καὶ ποῦ νὰ θάψουν τὸ πανάσπιλο σῶμα της.
Μετὰ ἀπ’ αὐτά, ἡ ἔνδοξη Θεομήτωρ ἀνεκλίθη σ’ ἕνα κρεββάτι, τὴν κλίνη ἐκείνη, τὴν ὁποία κάθε νύκτα ἔλουζε μὲ τὰ δάκρυα τῶν ὀφθαλμῶν της ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Υἱό της Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὴν λάμπρυνε μὲ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς δεήσεις της. Κατόπιν ζήτησε καὶ πάλι ν’ ἀνάψουν τὶς λαμπάδες.
Οἱ δὲ ἐκεῖ συγκεντρωμένοι πιστοί, αἰσθανόμενοι ὅτι ἐγγίζει ἡ ὥρα τῆς ἐκδημίας τῆς μητέρας τους Παναγίας Παρθένου, ξέσπασαν σέ λυγμούς. Ἔπεσαν στὸ ἔδαφος καὶ τὴν ἱκέτευαν νὰ μὴ τοὺς ἀφήσει ὀρφανούς. Ἐὰν, ὅμως, ἦταν ἀναπόφευκτη ἡ ἀναχώρησή της ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν, νὰ τοὺς συνοδεύει στὸ ἑξῆς μὲ τὴν Χάρι καὶ τὶς πρεσβεῖες της.
Ἡ ἁγία Θεοτόκος ἄνοιξε τότε τὸ ἀμόλυντο καὶ καθαρώτατο στόμα της καὶ τοὺς εἶπε : «Ἡ εὐδοκία τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου ἐπ’ ἐμέ⋅ οὗτός μου Θεὸς καὶ δοξάσω αὐτόν⋅ Θεὸς τοῦ Πατρός μου καὶ ὑψώσω αὐτόν»[6]. Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου, ὁ ὁποῖος κατὰ σάρκα γεννήθηκε ἀπὸ μένα, ὅμως, πατέρας Του εἶναι ὁ Θεός, ὁ δημιουργός καὶ τῆς μητέρας Του. Γι’ αὐτό ποθῶ νὰ πορευθῶ πρὸς Αὐτόν, ὁ Ὁποῖος χορηγεῖ σ’ ὅλους τὸ εἶναι καὶ τὴν ζωή. Παρ’ ὅλο δὲ ποὺ θὰ πάω ἐκεῖ κοντά του, δὲν θὰ παύσω νὰ παρακαλῶ καὶ νὰ πρεσβεύω γιά σᾶς καὶ γιά ὅλους τούς χριστιανούς καὶ γιά ὅλο τόν κόσμο, οὕτως ὥστε ὁ φιλάνθρωπος Κτίστης, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Του, νὰ εὐσπλαγχνίζεται ὅλους τοὺς πιστούς, νὰ τοὺς ἐνισχύει καὶ νὰ τοὺς καθοδηγεῖ στὸν δρόμο τῆς ἀληθινῆς ζωῆς· νὰ μεταστρέφει τοὺς ἀπίστους καὶ νὰ τοὺς συμπεριλάβει ὅλους σέ μία ποίμνη[7], καθ’ ὅτι, ὡς καλὸς Ποιμὴν, ἔδωσε τὴν ψυχὴ Του ὑπὲρ τῶν προβάτων Του, γνωρίζει δὲ τὰ δικά του καὶ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ αὐτά.
Καὶ καθὼς ἡ ὑπερευλογημένη μητέρα τοῦ Χριστοῦ τοιουτοτρόπως μιλοῦσε καὶ συγχρόνως τοὺς εὐλογοῦσε, ἀκούστηκε ξαφνικά δυνατὴ βροντὴ καὶ ἐμφανίστηκε μία νεφέλη, φερομένη ἀπὸ γαλήνια αὔρα. Ἀπὸ τὴν μεγαλειώδη αὐτὴ νεφέλη, ἄρχισαν νὰ πέφτουν στὴν γῆ σάν σταγόνες μυριπνόου δρόσου οἱ ἅγιοι ἔνδοξοι μαθητές καὶ Ἀπόστολοι τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, συνερχόμενοι «ἐπὶ τὸ αὐτό» ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης στὴν αὐλὴ τῆς Παναγίας Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας. Ἀμέσως ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ Θεολόγος Ἰωάννης, ἀφοῦ τοὺς ὑποδέχτηκε καὶ ἤρεμα τοὺς χαιρέτισε, τοὺς ὁδήγησε ἐνώπιον τῆς ὑπεραγίας καὶ μακαρίας Παρθένου. Δὲν ἦλθαν μόνο οἱ δώδεκα[8], ἀλλὰ καὶ ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς πολυάριθμους μαθητές τους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπιλεγεῖ καὶ ἀξιωθεῖ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ὅπως μᾶς τὸ δηλώνει ὁ μέγας Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης στὴν πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή του. Λέγει, δηλαδή, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Διονύσιος μαζὶ μὲ τὸν Τιμόθεο, τὸν Ἱερόθεο καὶ ἄλλους ὁμοψύχους τους ἔφτασαν ἐκεῖ μὲ τοὺς Ἀποστόλους γιὰ τὴν ἐκδημία τῆς Βασίλισσας. Εἰσῆλθαν, λοιπόν, καὶ παρέστησαν ἐνώπιόν της καὶ τὴν προσκύνησαν μέ δέος καὶ ἄκρα εὐλάβεια.
Ἡ δὲ μακαρία καὶ Παναγία Παρθένος τοὺς εὐλόγησε καὶ τοὺς ἀνήγγειλε τὴν ἀναχώρησή της ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν. Τοὺς διηγήθηκε ἐπίσης περὶ τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς κοιμήσεώς της ἐκ μέρους τοῦ Ἀρχαγγέλου, καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδειξε τὸ ἐπινίκιο σύμβολο τῆς Μεταστάσεώς της, τὸν κλάδο δηλαδὴ τοῦ φοίνικα, τὸν ὁποῖο τῆς ἔδωσε ὁ ἀρχηγὸς τῶν Ἀγγέλων, τοὺς παρηγόρησε καὶ πάλι τοὺς εὐλόγησε, ἐνισχύοντας καὶ στηρίζοντάς τους στὴν ὁλοκλήρωση τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Ἀποχαιρέτισε τὸν Πέτρο καὶ τὸν Παῦλο, καθὼς καὶ ὅλους τοὺς λοιπούς, λέγοντάς τους : «Χαίρετε τέκνα, φίλοι καὶ μαθητές τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου. Εἶστε μακάριοι, ποὺ ἔχετε κριθεῖ ἄξιοι νὰ γίνετε μαθητές τοῦ εὐλογητοῦ καὶ ἐνδόξου Κυρίου καὶ Δεσπότου, ὁ Ὁποῖος σᾶς ἐμπιστεύθηκε τὴν διακονία τέτοιων μεγίστων μυστηρίων καὶ σᾶς ἐξέλεξε συμμετόχους τῶν διωγμῶν καὶ τῶν Παθῶν Του, γιὰ νὰ σᾶς ἀξιώσει νὰ γίνετε κοινωνοὶ καὶ τῆς δόξας καὶ Βασιλείας Του, ὅπως σᾶς τὸ ὑποσχέθηκε καὶ τὸ οἰκονόμησε ὁ Ἴδιος, ὁ Βασιλιάς τῆς δόξας». Τοὺς ἐξέθεσε δὲ μία τέτοια εὐλογημένη διδασκαλία ἀνάλογη τοῦ ὕψους τῆς δόξας της καὶ, ἀφοῦ ὅρισε τὶς τελευταῖες λεπτομέρειες σχετικῶς μὲ τὴν κηδεία καὶ τὴν ταφή της, ὕψωσε τὰ χέρια στὸν οὐρανὸ καὶ ἤρχισε νὰ εὐχαριστεῖ τὸν Κύριο ὡς ἑξῆς :
«Σέ εὐλογῶ, τὸν Βασιλιά τοῦ παντὸς καὶ μονογενῆ Υἱὸ τοῦ ἀνάρχου Πατέρα, τὸν ἀληθινὸ Θεὸ ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, διότι εὐδόκησες, εὐαρεστῶντας τὸν Πατέρα, μέ ἄφατη (ἀνέκφραστη) φιλανθρωπία νὰ σαρκωθεῖς ἀπὸ ἐμὲνα τὴν δούλη σου μὲ τὴν συνδρομὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Σέ εὐλογῶ, τὸν χορηγὸ κάθε εὐλογίας καὶ φωτοπάροχο, τὸν αἴτιο κάθε ἀγαθοῦ καὶ εἰρηνάρχη, ποὺ μᾶς χάρισες τὴν ἐπίγνωσή Σου καὶ τοῦ ἀνάρχου Πατέρα καὶ τοῦ συναϊδίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος.
Σέ εὐλογῶ, γιὰ τὸ ὅτι εὐαρεστήθηκες νὰ κατοικήσεις στὴν κοιλιά μου ἀνεκλαλήτως.
Σέ εὐλογῶ, διότι ἀγάπησες τὴν ἀνθρώπινη φύση, μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑπομείνεις γιά χάρι μας τὸν Σταυρὸ καὶ τὸν θάνατο, καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή σου νὰ ἀναστήσεις τὴν φύση μας ἀπὸ τὰ ἔγκατα τοῦ Ἅδου, νὰ τὴν ἀναβιβάσεις στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ τὴν δοξάσεις μὲ δόξα ἀσύλληπτη.
Σέ εὐλογῶ καὶ μεγαλύνω τοὺς λόγους σου, τοὺς ὁποίους μᾶς παρέδωσες μέ κάθε ἀλήθεια καὶ πιστεύω στὴν ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐπαγγελιῶν σου πρός ἐμένα».
Ὅταν ἡ ἁγία καὶ ὑπερευλογημένη Θεοτόκος τελείωσε τὸν αἶνο (τόν εὐχαριστήριο ὕμνο) καὶ τὴν προσευχή της, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, κινούμενοι ἀπὸ τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἄρχισαν νὰ μιλοῦν, νὰ ἀνυμνοῦν καὶ νὰ δοξολογοῦν, ὁ καθένας ἀνάλογα μέ τήν ἱκανότητά του καὶ τόν θεῖο φωτισμό. Ἐγκωμίασαν καὶ ἀνύμνησαν τὴν ἀπροσμέτρητη γενναιοδωρία τῆς θείας κυριαρχίας καὶ μὲ τὴν θαυμαστὴ θεολογία τους εὔφραναν τὴν καρδιά τῆς ὑπερενδόξου Θεομήτορος, καθώς μᾶς παρέδωσε ὁ προαναφερθεὶς ἅγιος Διονύσιος στὸ κεφάλαιο, ὅπου καταδεικνύει τὴν δύναμη τῶν εὐχῶν καὶ τῆς θεολογίας, ποὺ ἐξέφρασε πανευλαβῶς ὁ μακάριος Ἱερόθεος[9]. Συγκεκριμένα, στὸ οἰκεῖο κεφάλαιο τοῦ λόγου του πρὸς τὸν Τιμόθεο, ἀναφέρει γιά τήν συνάθροιση τῶν ἁγίων Ἀποστόλων κατὰ τὴν ἐκδημία τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, καθὼς καὶ γιά τόν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο καθένας, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, διετράνωσε μέ λόγους αἰνέσεως τὴν δόξα τῆς ἀπειροδυνάμου θείας ἐξουσίας καὶ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εὐδόκησε νὰ κατέλθει στὴν γῆ, χωρὶς νὰ χωρισθεῖ ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς κόλπους, καὶ νὰ σαρκωθεῖ ἀπὸ τὴν πανάμωμη Παρθένο. Ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβηκε, ἐπειδὴ βρῆκε τὴν Παναγία καὶ ὑπερένδοξη Μαριὰμ ὑπήκοο καὶ ὑψηλοτέρα κάθε κτίσεως· εὐδόκησε νὰ κατοικήσει ἐντός της, ἐνδύθηκε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἐλέησε καὶ ἔσωσε τὸ ἀνθρώπινο γένος μὲ τὴν μεγαλειώδη καὶ ἀνέκφραστη Οἰκονομία Του καὶ τὸ δόξασε, πλουτίζοντάς το μὲ τὴν Χάρι Του, ἐξαιτίας τῆς ἀνυπέρβλητης εὐσπλαγχνίας καὶ μακροθυμίας Του.
Νά, τί γράφει στήν πραγματεία του ὁ μακάριος Διονύσιος : «Θά σοῦ διηγηθῶ στή συνέχεια ὅλους τούς θεολογικούς λόγους, τούς ὁποίους ἀπηύθυναν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί Ἱεράρχες μας, καθ’ ὅτι εἶναι ὄντως ἀνεκδιήγητοι, ὅπως κι ἐσύ ὁ ἴδιος τό γνωρίζεις, ἀδελφέ Τιμόθεε, καί ὅ,τι εἶπε ἀκολούθως μέ τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς μεγάλους Ἀποστόλους ὁ μακάριος Ἱερόθεος, ὁ σοφός μαθητής τοῦ μεγάλου Παύλου, ὁ πανηγυριστής Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὑμνωδός καί ἐγκωμιαστής τῆς παναμώμου καί ὑπερευλογημένης Του μητέρας, καθώς τό βεβαίωσαν καί οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι καί θεολόγοι, λέγοντας : Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἄνοιξε τό στόμα του καί τόν φώτισε νά ἐκφράσει τέτοιους δοξολογικούς ὕμνους».
Μετὰ ἀπ’ αυτά, ἡ ἁγία Παρθένος τοὺς εὐλόγησε γιὰ μία ἀκόμη φορὰ καὶ ἡ καρδιά της γέμισε μέ θεία παρηγοριά.
Καὶ νά, ἔλαβε χώρα ἡ μεγαλειώδης καὶ θαυμαστὴ ἄφιξη Χριστοῦ τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ της, πού συνοδευόταν ἀπὸ ἀναρίθμητες στρατιὲς Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλα τάγματα, Σεραφίμ, Χερουβὶμ καὶ Θρόνους⋅ ὅλοι οἱ Ἄγγελοι παρίσταντο ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μέ φόβο, καθ’ ὅσον «ὅπου βασιλέως παρουσία, καὶ ἡ τάξις παραγίγνεται»[10].
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος γνώριζε ὅλ’ αὐτὰ ἐκ τῶν προτέρων, τὰ προσδοκοῦσε μὲ ἀκράδαντη ἐλπίδα⋅ γι’ αὐτό ἔλεγε : «Πιστεύω ὅτι ὅλες οἱ ὑποσχέσεις Σου προς ἐμένα θὰ πραγματοποιηθοῦν». Ἀκολούθως εἶδαν καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐμφανῶς, εἶδαν ἔκπληκτοι τὴν Θεϊκή Του δόξα, ὁ καθένας βέβαια ἀνάλογα μέ τήν δυνατότητά του. Ἡ παροῦσα ἔλευση τοῦ Κυρίου ἦταν μεγαλοπρεπέστερη καὶ φοβερώτερη ἀπό τήν πρώτη, καθ’ ὅτι τώρα ἐμφανίστηκε λαμπρότερος ἀπό τήν ἀστραπή, ἀλλὰ καὶ ἀπό τήν Μεταμόρφωσή Του στό Θαβώρ, στὴν ὁποία δὲν ἔδειξε παρὰ τὴν φυσική Του δόξα, διότι μετὰ τὴν Ἀνάληψη ὁ Χριστὸς εἶναι ἀπρόσιτος καὶ ἀόρατος.
Ἐνώπιον τέτοιου μυστηρίου, «οἱ μαθητές ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα, γενόμενοι ὡσεὶ νεκροί»[11]. Τότε ὁ Κύριος τοὺς εἶπε : «Εἰρήνη ὑμῖν», ὅπως παλαιά, ὅταν «εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων»[12] στὸν ἴδιο αὐτὸν οἶκο τοῦ Ἰωάννου. Κάτι παρόμοιο συνέβη καὶ τώρα, στὴν Κοίμηση τῆς Μητέρας τοῦ Ἀναστάντος. Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι ἄκουσαν τὴν γλυκύτατη καὶ παμπόθητη φωνὴ Του, ἀναζωογονήθηκαν καὶ ἐνισχύθηκαν ψυχικῶς καὶ σωματικῶς καὶ ἔμειναν νὰ θεωροῦν μὲ δέος τὸ ὑπέρλαμπρο κάλλος καὶ τὴν Θεία αἴγλη τοῦ Προσώπου Του. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ Παναγία καὶ ἄμωμη καὶ εὐλογημένη Θεοτόκος γέμισε χαρά καὶ τὸ πρόσωπό της καταυγάστηκε μὲ θεία φωτοφάνεια. Ἀλλὰ καὶ ἐκείνη, βλέποντας μέ εὐλάβεια καὶ φόβο τὴν δόξα καὶ τὴν λαμπρότητα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε ὁ Υἱὸς καὶ Βασιλιάς της Ἰησοῦς Χριστός, μεγάλυνε ἀκόμη περισσότερο τὴν Θεότητά Του καὶ προσευχόταν ὑπὲρ τῶν Ἀποστόλων καὶ ὅλων τῶν παρόντων. Τὶς ὕστατες αὐτὲς στιγμὲς μεσίτευσε γιά τούς πιστούς, πού βρίσκονται παντοῦ, παρεκάλεσε γιά ὅλο τόν κόσμο καὶ γιά κάθε ψυχή, πού ἐπικαλεἶται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Μητέρας Του, ζήτησε δὲ, ὅπου μνημονεύονται τὰ δύο αὐτὰ ὀνόματα, νὰ ἐκχέεται πλούσια ἡ θεία εὐλογία.
Τότε ἡ ἁγία Παρθένος Μαρία, κοιτάζοντας καὶ πάλι πρὸς τὸν Υἱό της, Τὸν ἀντίκρυσε μὲ τέτοια δόξα, ὥστε καμμία γλώσσα ἀνθρώπινη νὰ μήν εἶναι σέ θέση νὰ τὴν ἐκφράσει.
Καὶ εἶπε : «Εὐλόγησέ με, Κύριε, μὲ τὴν δεξιά σου καὶ εὐλόγησε ὅλους ὅσους σὲ δοξάζουν καὶ μνημονεύουν τὸ ὄνομά μου κάθε φορὰ, ποὺ προσφέρουν σ’ Ἐσένα τὴν προσευχὴ καὶ δέησή τους». Ὁ Κύριος τότε ἐξέτεινε τὴν δεξιά Του, εὐλόγησε τὴν μητέρα του καὶ τῆς εἶπε : «Εἶσαι μακάρια˙ ἄς ἀγαλλιάσει ἡ καρδιά σου, Μαρία˙ εἶσαι εὐλογημένη ἀνάμεσα στίς γυναῖκες, διότι τὸ πλήρωμα τῆς Χάριτος καὶ ὅλες οἱ δωρεὲς σοῦ δόθηκαν ἀπὸ τὸν Πατέρα Μου τὸν Οὐράνιο⋅ καὶ κάθε ψυχὴ, ἡ ὁποία θὰ ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομά μου μέ εὐλάβεια, δὲν θὰ παραβλεφθεῖ, ἀλλὰ θὰ βρεῖ ἔλεος καὶ παρηγορία στὴν παροῦσα ζωὴ καὶ στὸν μέλλοντα αἰῶνα. Ἐσὺ δέ, πορεύου μέ εἰρήνῃ καὶ χαρά στὰ αἰώνια σκηνώματα, στοὺς ἀπέραντους θησαυροὺς τοῦ Πατέρα Μου, γιὰ νὰ θεωρεῖς τὴν δόξα μου καὶ νὰ εὐφραίνεσαι μὲ τὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Ἀμέσως δέ, μέ ἐντολή τοῦ Κυρίου, οἱ Ἄγγελοι ἄρχισαν νὰ ψάλλουν ἕνα γλυκύτατο ὕμνο μὲ φωνὴ ζωηρή καὶ θελκτικώτατη, ἐνῷ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔκλιναν εὐλαβῶς τά κεφάλια τους ἐνώπιον τῆς ἁγιοπνευματικῆς μυσταγωγίας καὶ ἀφιέρωσαν μὲ τὴν σειρά τους στὴν Παρθένο μία ὑμνωδία ἀγγελομίμητη. Καὶ σ’ αὐτὸ τὸ κλίμα ἡ Παναγία μητέρα τοῦ Κυρίου παρέδωσε τὴν μακαρία καὶ ἀμόλυντη ψυχὴ της στὸν Βασιλιά καὶ Υἱό της καὶ κοιμήθηκε ὕπνο γλυκὺ καὶ ἐράσμιο. Ὅπως στὸν ἀπόρρητο τοκετό της γέννησε ἀνωδύνως τὸν Κύριο Ἰησοῦ, ἔτσι ἔμεινε ἀνέπαφη ἀπὸ τοὺς ἐπιθανάτιους πόνους καὶ κατὰ τὴν Κοίμησή της, καθ’ ὅτι ὁ Βασιλιάς καὶ Δημιουργὸς κάθε κτιστῆς φύσεως, αὐτὸς ὁ Ἴδιος εἶναι, ποὺ τότε καὶ τώρα μετέτρεψε τοὺς φυσικοὺς νόμους.
Οἱ στρατιὲς τῶν Ἀγγέλων ὕψωσαν μὲ θαυμασμὸ τὰ ἀόρατα χέρια τους, καθὼς διερχόταν ἡ παναγία της ψυχή. Ὁ οἶκος τῆς Σιών, καθὼς καὶ ὅλη ἡ περιοχή, γέμισε ἀπὸ μιά ἄρρητη εὐωδία. Ἐπάνω δὲ ἀπὸ τὸ πανάχραντο σῶμα της πλανώταν μία φωτεινὴ ὕπαρξη, ἀόρατη ἀπὸ τοὺς αἰσθητοὺς ὀφθαλμούς. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο, ὁ Διδάσκαλος καὶ οἱ μαθητές, τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἐπίγεια, συνόδευσαν ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἁγία Παρθένο. Καὶ ὁ μὲν εὐλογητὸς Κύριος καὶ ἔνδοξος Δεσπότης τοῦ παντὸς εἰσήγαγε τὴν ἁγία ψυχὴ τῆς παναχράντου μητέρας Του στοὺς οὐρανούς, οἱ δὲ μαθητές ἀπέθεσαν τὸ πανάσπιλο σῶμα της στὴν γῆ, γιὰ νὰ τὸ ἀλείψουν μὲ ἀρώματα καὶ κατόπιν νὰ τὸ μεταφέρουν, ὅπου θὰ ἐπιθυμοῦσε ἐκείνη· ἀπὸ ἐκεῖ ἐπρόκειτο μετά ἀπό λίγο νὰ μεταστεῖ στὸν Παράδεισο ἢ ὁπουδήποτε θέλησε ὁ Υἱὸς καὶ Θεός της.
Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι τότε ἐξεκόμισαν τό κρεββάτι, πάνω στό ὁποῖο ἦταν ξαπλωμένο τὸ τελειότερο ἀπὸ τὸ οὐράνιο στερέωμα σῶμα τῆς Θεομήτορος. Τὸ τίμησαν μὲ ὕμνους καὶ ὠδὲς πνευματικές, τὸ ἀγκάλιασαν μέ φρίκη καί τρόμο, ἐκδηλώνοντας, ὄχι μόνο τὴν πίστη καὶ τὴν ἀφοσίωσή τους, ἀλλὰ καὶ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ λάβουν Χάρι καὶ μεγάλη ὠφέλεια, ἐάν, φυσικά, ἡ πίστη τους συνοδεύονταν ἀπὸ τὰ ἀνάλογα ἔργα.
Ἐν τῷ μεταξύ, μόλις ἔγινε γνωστὴ ἡ ἐκδημία τῆς Παντανάσσης, ὅλοι οἱ πάσχοντες ἀπὸ παντοειδεῖς ἀσθένειες συνήχθησαν ἐκεῖ· τότε θαυμαστῶς οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν τυφλῶν ἀνοίχτηκαν, οἱ κουφοὶ βρῆκαν τὴν ἀκοή τους, οἱ χωλοὶ ἔμαθαν νὰ περπατοῦν, οἱ δαιμονισμένοι καθαρίστηκαν καὶ κάθε πόνος καὶ ἀσθένεια θεραπεύτηκε. Οἱ αἰθέρες καὶ οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν ἁγιάστηκαν ἀπὸ τὴν διέλευση τῆς παναγίας ψυχῆς καὶ ἡ γῆ τιμήθηκε καὶ εὐλογήθηκε, ἐπειδή δέχθηκε τὸ πανάσπιλο καὶ θεοδόχο σῶμα.
Οἱ Ἀπόστολοι τότε προέτρεψαν τὸν μακάριο Πέτρο νὰ ἐκφωνήσει τὴν εὐχὴ τῆς ταφῆς. Ὁ Πέτρος, ὅμως, ἀνέθεσε στὸν Παῦλο καὶ τὸν Ἰωάννη νὰ ἀναπέμψουν τὴν προσευχὴ αὐτή. Ἐκεῖνοι δὲν ὑπάκουσαν, παρὰ μόνο ὑποκλίθηκαν ἐνώπιόν του, ὡς κορυφαίου ὅλου τοῦ χοροῦ τῶν Ἀποστόλων. Ὁ μακάριος Πέτρος τότε, μπροστά στήν ἐπιμονή τους ἔκανε ὑπακοὴ γιὰ τὴν τάξη, καθὼς ἅρμοζε στὸ προκείμενο μυστήριο. Καὶ ἀφοῦ προσευχήθηκε ἀρκετά, τύλιξαν μὲ λωρίδες καὶ ἄλειψαν μὲ ἔλαιο τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο εἶχε χωρέσει τὸν ἀχώρητο, τόν Βασιλιά καὶ Δημιουργὸ τῆς ὁρατῆς καὶ τῆς ἀοράτου κτίσεως, καὶ τὸ τοποθέτησαν στὸ ἱερὸ κρεββάτι. Ἀμέσως ἄρχισε μία νέα ὑμνωδία, τῆς ὁποίας προεξῆρχε ὁ μακάριος Πέτρος, ὁ δὲ χορὸς τῶν Ἀποστόλων ἀπαντοῦσε ἀντιφωνικῶς καὶ οἱ οὐράνιες δυνάμεις ἔψαλλαν μαζί τους ἀοράτως. Ὅλη ἡ ἀτμόσφαιρα εἶχε φωτιστεῖ ἀπὸ τὶς λαμπάδες καὶ εὐωδίαζε ἀπὸ τὰ θυμιάματα.
Ἀκολούθως, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι σήκωσαν τὸ σεπτὸ κρεββάτι στοὺς ὤμους τους καὶ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατευθύνθηκαν στὸ χωριό τῆς Γεθσημανῆ, καθὼς εἶχε καὶ αὐτό προκαθορισθεῖ ἀπὸ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Οἱ Ἄγγελοι προπορεύονταν, δορυφοροῦσαν καὶ ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν κατὰ πόδας τὸ ἱερὸ σκῆνος καὶ τοὺς κηδευτές του. Ἡ κηδεία τῆς παμμακαρίας καὶ δεδοξασμένης Θεοτόκου ἦταν ἐπιβλητικὴ καὶ ἱεροπρεπέστατη, καθὼς οἱ Ἀπόστολοι ἔψαλλαν καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ λιτάνευαν τὸν ναὸ τοῦ Σωτῆρα μέ πίστη.
Ὅλοι οἱ ἀσθενεῖς καὶ οἱ ποικίλως πάσχοντες θεραπεύθηκαν καὶ δὲν ὑπῆρχαν μόνο «ἑξήκοντα δυνατοὶ περὶ τὴν κλίνην τοῦ Βασιλέως»[13], καθώς λέγει ἡ Γραφή, ἀλλ ̓ ὁρατῶς μὲν οἱ εὐάριθμοι Ἀπόστολοι μέ τήν πολυπληθῆ συνοδεία τους καὶ ὅλους τούς πιστούς, ἀοράτως δὲ οἱ ἀναρίθμητες ἀγγελικές δυνάμεις.
Ὡστόσο, ὁ ἐχθρὸς τῆς ἀληθείας δὲν δίστασε νὰ δείξει ἀκόμη κι ἐκεῖ τὴν θρασύτητά του. Παρεκίνησε πάλι τοὺς μοχθηροὺς Ἰουδαίους πρὸς φθόνο καὶ ὀργή· διότι, βλέποντας αὐτοὶ τὴν λαμπρή συνοδεία τῆς ὑπερενδόξου Θεομήτορος μὲ τὸ πλῆθος τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀκολουθοῦσαν, καθὼς καὶ τὰ ἀναρίθμητα θαύματα, ποὺ ἔλαβαν χώρα μέ τήν Χάρι τῆς Παντανάσσης καὶ ἀκούγοντας τοὺς θεσπέσιους ὕμνους, καταλήφθηκαν ἀπὸ ζῆλο μοχθηρό, «τὸ μωρὸ καὶ ἀσύνετο γένος… στούς ὁποίους δέν ὑπάρχει σύνεση»[14]. Ὅπως ἄλλοτε, ὅταν τὰ πλήθη τῶν ἀθώων παιδιῶν, προπορευόμενα τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ, μὲ κλάδους φοινίκων κραύγαζαν˙ «Ὠσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ»[15], καὶ οἱ ἀνίεροι ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Γραμματεῖς μαίνονταν καὶ πολεμοῦσαν μὲ φθόνο καὶ μοχθηρία τὸν εὐλογημένο χορηγό κάθε ἀγαθοῦ, μέχρις σημείου νά Τὸν καταδικάσουν σέ θάνατο καὶ μάλιστα σταυρικό, ὁμοίως καί τώρα στὴν κηδεία τῆς ἐνδόξου καὶ παναμώμου Του μητέρας, ἀγωνίζονταν νὰ διαλύσουν τὴν εἰρηνικὴ καὶ κοσμιώτατη συνοδεία τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν πιστῶν καὶ προσπαθοῦσαν μὲ ἄναρθρες κραυγὲς νὰ πλήξουν τὴν ἱερή αὐτὴ σύναξη.
Τότε, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς ἐκείνους, πιὸ σωματώδης ἀπὸ τοὺς ἄλλους, θρασὺς καὶ φθονερός, ὅρμησε προκλητικῶς πρὸς τὸ πλῆθος τῶν χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι συνόδευαν τὴν κιβωτὸ τοῦ ἁγιάσματος[16]. Ἀνέμενε πρῶτα νὰ πλησιάσουν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι μετέφεραν τὸν οὐράνιο θησαυρό, τὴν χώρα τῆς ἀχωρήτου καὶ ἀπεριγράφου[17] φύσεως, καὶ τότε ἅπλωσε τά μιαρά του χέρια καὶ κράτησε δυνατὰ τὸ κρεββάτι, στό ὁποῖο ἦταν τοποθετημένο τὸ πανάγιο σκῆνος τῆς ὑπερευλογημένης Βασίλισσας, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἀκόμη καὶ οἱ Ἄγγελοι ἔφριτταν, καὶ αὐτὰ τὰ Χερουβὶμ προσέβλεπαν μέ ἄκρα εὐλάβεια. Αὐτὸ τὸ ξύλινο κρεββάτι, ὁ μωρὸς καὶ ἀναίσχυντος, τὸ ἅρπαξε μέ δύναμη καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὸν ἀνατρέψει. Ὤ, ψυχῆς κτηνώδους! Ὤ, λυσσώδους διανοίας! Ἀλλ’ ἔλαβε ἀκαριαίως τὸν δίκαιο μισθὸ τοῦ ἐγχειρήματός του. Πράγματι, τὴν στιγμὴ ποὺ τὰ χέρια του ἔπιασαν τὸ ἅγιο ἐκεῖνο κρεββάτι, παρευθὺς κόπηκαν ἀπὸ τοὺς ὤμους, ἀφοῦ τόλμησε νὰ τὰ ἀγγίξει ἐκεῖ, ποὺ δὲν ἦταν ἄξιος νὰ πλησιάσει, ἀλλ ̓ οὔτε κἂν νὰ ἀτενίσει. Ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἔπεσε πάνω του, μέχρι σημείου νὰ ἐκσπάσει σέ κραυγές καί ὁλολυγμούς. Τὸ πένθος καὶ ἡ ἀπελπισία κυρίευσαν τόσο αὐτὸν, ὅσο καὶ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἦταν μαζί του, διότι ἔπεσε πάνω τους ἡ θεία δίκη καὶ ἀγανάκτηση μέ Ἄγγελο ὀργισμένο. Ὀπισθοχώρησαν ἀμέσως πανικόβλητοι, καθὼς ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου τοὺς καταδίωκε. Τὸ θαῦμα αὐτὸ ἔγινε, γιὰ νὰ προκαλέσει σύγχυση καὶ φόβο στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ στοὺς πιστούς μεγαλύτερη καύχηση καὶ δόξα. Αὐτὸς δὲ, ὁ ὁποῖος προηγουμένως καταλήφθηκε ἀπό ὑπερβολικὴ μανία καὶ συγκαταλέχθηκε μεταξὺ τῶν πολεμίων καὶ ὑβριστῶν τοῦ Θεοῦ, ὅταν πατάχθηκε γιὰ τὴν πράξη του, καταλήφθηκε ἀπὸ ντροπή, ἦλθε σέ συναίσθηση καὶ μετέβαλε τὴν προηγούμενη καταφρόνηση σέ πίστη καὶ τὴν μοχθηρία σέ φόβο καί συντριβή, καθὼς ἐπίσης καὶ τὶς συκοφαντίες καὶ τὶς ὕβρεις σέ μετάνοια καὶ ἱκεσία. Τὰ χέρια δὲν τὰ εἶχε πλέον, ὥστε νὰ τὰ ὑψώσει σέ δέηση, ἀλλὰ μὲ φλογερὰ δάκρυα καὶ φωνὴ ὀδυνηρή ἐπικαλοῦνταν τὴν Παναγία Παρθένο, ἐκλιπαρῶντας την νὰ τὸν εὐσπλαγχνισθεῖ.
Γι’ αὐτό, ὁ αἴτιος τῶν ὅλων ἔγινε πρόξενος καὶ τῆς κοινῆς χαρμοσύνης· ἔκρινε ὀρθὸ νὰ μὴν ἐπιβάλει στὸν ἔνοχο αἰώνια ὀδύνη, λύπη, θρήνους καὶ κολάσεις, ἀλλά μόνο μία προσωρινὴ σωματικὴ πληγή. Θεράπευσε δὲ καὶ τὰ ἀνίατα τραύματα τῆς ψυχῆς του, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑπολοίπων, πού ἐπιτέθηκαν μαζί του, καὶ τοὺς ἀξίωσε νὰ γίνουν χριστιανοὶ καὶ νὰ ὀνομαστοῦν, μὲ τὴν Χάρι τοῦ Βαπτίσματος, τέκνα Θεοῦ. Ἀκολούθως, θεράπευσε εὐσπλάγχνως καὶ τὰ πληγωμένα χέρια· καθ’ ὅτι ὁ Ἑβραῖος, ὅταν τιμωρήθηκε, ἀναγνώρισε τὸ σφάλμα του, ἔσπευσε νὰ μετανοήσει καὶ ἱκέτευε μὲ πύρινα δάκρυα, ἐπικαλούμενος ὀδυνηρῶς τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ὑπεραγίας Μητρὸς Του Μαρίας. Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Πέτρος ἔδωσε τότε ἐντολὴ νὰ σταματήσουν τὴν ἱερή ἐκφορὰ καὶ νὰ προσπέσουν στὴν Θεομήτορα μέ προσευχές καὶ δεήσεις. Ἔφεραν ἐνώπιόν της τὸν ἔνοχο, συντετριμμένο καὶ μετανοημένο, ἐνῶ τὰ αἵματα ἔρρεαν κρουνηδὸν ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ δάκρυα ἀπὸ τά μάτια του. Ἄγγιξε τότε ἐκεῖνος τὸ ἱερὸ κρεββάτι, ὄχι ὅμως ὅπως πρίν λίγο, ἀλλ’ ἱκετεύωντας μέ φόβο καὶ τρόμο· ὁ δὲ μακάριος Πέτρος τοποθέτησε τὰ ἀποκομμένα μέλη στὴ θέση τους καὶ αὐτοστιγμεί, μὲ τὴν Χάρι τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας Μητέρας Του, τὰ κρεμασμένα ἀπὸ τοὺς ὤμους χέρια προσαρμόστηκαν, συνδεόμενα μὲ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα· καὶ ὄχι μόνο οἱ φρικτοί πόνοι καὶ ἡ ὀδύνη ἐξαφανίστηκαν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἴχνη ἀκόμη τῆς πληγῆς δὲν φαίνονταν καθόλου. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πίστευσε στὸν Χριστό, βαπτίστηκε, συγκατηριθμήθηκε στοὺς πιστοὺς καὶ δόξαζε τὸν Κύριο καὶ τὴν Παναγία καὶ ἔνδοξη Μητέρα Του. Τὸ θαῦμα αὐτό, τὸ ἀκαριαῖο πλῆγμα καὶ ἡ ἄμεση θεραπεία, στερέωσε στὴν πίστη πολλοὺς ὀλιγόπιστους καὶ μετέστρεψε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ὁμολόγησαν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ, Θεὸ Ἐσταυρωμένο ἀπ’ αὐτοὺς, καὶ κήρυτταν τὴν Μητέρα Του, Θεοτόκο.
Μετά, λοιπόν, ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ μὲ περισσότερη λαμπρότητα καὶ ἀκόμη πιὸ ἐγκάρδιους ὕμνους καὶ δοξολογίες, οἱ Ἀπόστολοι σήκωσαν πάλι στοὺς ἱεροὺς ὤμους τους τό κρεββάτι, τό ὁποῖο ἐξήστραπτε λαμπροφανῶς ἀπὸ τὴν Χάρι τῆς Ὑπεραγίας Βασίλισσας, φυλασσόμενο ἀπὸ οὐράνια καὶ ἐπίγεια τάγματα, καλλωπιζόμενο δὲ ἀοράτως ἀπό χιλιάδες Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων καὶ ὁρατῶς ἀπὸ ὕμνους καὶ ὠδὲς πνευματικές.
Ὅταν ἔφθασαν στὴν Γεθσημανῆ, ἐναπέθεσαν τὸ ἄσπιλο σῶμα μέσα στό μνήμα, τὸν ἅγιο καὶ ἔνσαρκο θρόνο τοῦ Κυρίου, τὰ ἀληθινὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, τὴν ἀπολύτρωση τῆς φύσεώς μας, τὸ ἐργαστήριο, μέσα στό ὁποῖο συντελέστηκε τὸ φοβερὸ μυστήριο τῆς ἑνώσεως τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Ὄντως, αὐτὴ εἶναι ἡ πόλη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ὁποία «δεδοξασμένα ἐλαλήθη»[18] ἀπὸ γενεᾶ σἐ γενεά˙ τὸ ὄρος, μέσα στό ὁποῖο εὐδόκησε νὰ κατοικήσει ὁ Θεός˙ ἡ κλεισμένη πύλη, μέσῳ τῆς ὁποίας δὲν διῆλθε κανεὶς ἄλλος, παρὰ μόνο ὁ Θεός[19], ὁ Ὁποῖος τὴν διαφύλαξε κλεισμένη[20]. Ἡ μοναδικὴ μεταξὺ τῶν μητέρων Παρθένος, ἡ μόνη Πάναγνη καὶ Θεοτόκος.
Παρ’ ὅλ’ αὐτἀ δὲν εἶναι παράδοξο ὅτι ἡ Μητέρα τῆς ζωῆς ἐναποτέθηκε σέ μνημεῖο, διότι καὶ ὁ Υἱὸς Της, ἡ ὄντως ζωή, αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ἀθανασία, ὑπέμεινε τὸν σωματικὸ θάνατο καὶ τὴν ταφὴ καὶ μέ τόν θάνατό του κατήργησε τόν θάνατο καὶ δώρισε στὸν κόσμο τὴν ζωή.
Δὲν ἁρμόζει, ὅμως, νὰ ἀποσιωπήσουμε καὶ τὰ τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ παρθενικοῦ σώματος. Ὅταν ἔφθασαν στὸν τάφο, ἄφησαν κοντά του τὸ κρεββάτι, πάνω στό ὁποῖο εἶχαν ἀποθέσει τὸν ἀνεκτίμητο θησαυρὸ, καὶ ἔπρεπε νὰ πάρουν μὲ τὰ χέρια τους τὸ εὐλογημένο σῶμα, γιὰ νὰ τὸ τοποθετήσουν μέσα στόν τάφο· ὅμως, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ ὑπόλοιποι, ποὺ ἀκολουθοῦσαν, ἔμειναν νὰ τὸ κοιτάζουν ἔντρομοι, μὴ τολμῶντας νὰ ἀγγίξουν τὸ ἅγιο καὶ ὑπερευλογημένο σκῆνος, διότι ἔβλεπαν τὸ φῶς, ἀπὸ τὸ ὁποῖο περιβαλλόταν, καὶ τὴν θεία Χάρι, ἡ ὁποία τὸ εἶχε ἐπισκιάσει.
Τότε, λοιπόν, ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι ἀνέθεσαν καὶ πάλι στὸν Πέτρο καὶ τὸν Παῦλο νὰ ἐνταφιάσουν τὸ ἅγιο σῶμα, διότι ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης κρατοῦσε τὸ λιβανωτὸ (θυμιατό) καὶ θυμίαζε μὲ εὐῶδες θυμίαμα τὸ ἱερὸ σκήνωμα τῆς Παντάνασσας, περιλούωντάς το μὲ τὰ δάκρυά του. Ὁ Πέτρος τότε καὶ ὁ Παῦλος, χωρὶς νὰ βάλουν τὰ χέρια τους πάνω στὸ πάνσεπτο σκῆνος, ἀλλὰ κρατῶντας κάτι ταινίες, ποὺ κρέμονταν ἀπ’ αὐτό, μὲ ἄκρα εὐλάβεια καὶ προσοχὴ τὸ σήκωσαν ἀπὸ τὸ κρεββάτι καὶ τὸ ἐναπέθεσαν στὸν τάφο. Μέ αὐτόν τόν τρόπο, οἱ λαμπροὶ αὐτοὶ καὶ ἀκατάβλητοι Ἀπόστολοι, ἀφοῦ πρῶτα τίμησαν καὶ διηκόνησαν ἀξίως καὶ πρεπόντως τὸν Υἱό της, ὑπηρέτησαν τώρα καὶ αὐτὴν τὴν Μητέρα Του, τὴν τιμώμενη ἀπό Ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, τὴν μακαριζόμενη ἀπὸ ὅλες τὶς γενεές, οἱ ὁποῖες τὴν ἀποκαλοῦν εὐλογημένη, καθὼς τὸ προεῖπε ἡ μακαρία μὲ τὸ ἴδιο της τό στόμα[21]. Γι’ αὐτό, ὅταν τὸ ἅγιο αὐτό, τὸ ἅγιο τῶν ἁγίων σῶμα τῆς Ὑπερευλογημένης Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας ἀποτέθηκε μέσα στό μνήμα, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι παρέμειναν ἐκεῖ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες, ἀπολαμβάνοντας τὴν ὡραιότατη ὑμνωδία τῶν ἁγίων Άγγέλων, μία γλυκύτατη καὶ θελκτικώτατη ψαλμωδία, τὴν ὁποία ἀνθρώπινη γλῶσσα ἀδυνατεῖ νὰ περιγράψει, καθὼς τὸ λέγει ὁ Προφήτης Δαυΐδ : «διελεύσομαι ἐν τόπῳ σκηνῆς θαυμαστῆς, ἕως τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως καὶ ἐξομολογήσεως ἤχου ἑορτάζοντος»[22]. Ἀληθινά, αὐτὴ ἦταν ἡ θαυμαστὴ σκηνή, ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ, μέσα στόν ὁποῖο εὐαρεστήθηκε νὰ κατοικήσει Αὐτὸς ὁ Ἴδιος, ὁ Κύριος τῆς δόξας καὶ Βασιλιάς τῆς εἰρήνης.
Αὐτὰ ποὺ διηγούμαστε, μᾶς παραδόθηκαν ἀπὸ ἀψευδεῖς καὶ ἀξιόπιστους μάρτυρες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους τὰ παρέλαβαν οἱ μετέπειτα γενεές. Καὶ εἶναι ἔγκυρο καὶ βεβαιωμένο ὅτι, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι συναθροίσθηκαν στὴν κηδεία τῆς Βασίλισσας, ἕνας ἀπό αὐτοὺς ἀπὸ θεία Πρόνοια δὲν τὸ πληροφορήθηκε ἐγκαίρως, ὅπως οἱ ὑπόλοιποι. Ἐκεῖνοι τὸν ἀνέμεναν, γιὰ νὰ γίνει μέτοχος κι αὐτὸς τῆς εὐλογίας, ποὺ εἶχαν λάβει καὶ οἱ ἴδιοι ἀπὸ τὸ χαριτόβρυτο καὶ εὐλογημένο σκῆνος. Τὴν τρίτη, λοιπὸν, ἡμέρα ἔφθασε κι αὐτὸς ὁ Ἀπόστολος καί βρῆκε τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς νά ψάλλουν μπροστά στό ἅγιο μνήμα. Ἄκουσε μάλιστα κι αὐτὸς τὴν γλυκύτατη καὶ παναρμόνια μελωδία τῶν Ἀγγέλων καὶ ἱκέτευε τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους ν’ ἀνοίξουν τὸν σεπτὸ τάφο, γιὰ νὰ προσκυνήσει κι αὐτὸς τὸ Θεοδόχο σῶμα τῆς Παναγίας Θεοτόκου. Οἱ μακάριοι Ἀπόστολοι ὑπήκουσαν στὸ αἴτημα τοῦ ἀδελφοῦ τους, καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ ἀποκάλυψαν τὸν τάφο μέ φόβο. Ὅταν, ὅμως, ἀφαίρεσαν τὴν πλάκα, δὲν βρῆκαν τὸ ἔνδοξο σῶμα τῆς Θεομήτορος, καθ ̓ ὅτι εἶχε μεταφερθεῖ ἐκεῖ, ὅπου θέλησε ὁ Υἱὸς καὶ Θεὸς της. Ὄντως, καθὼς ἐκεῖνος, ἀφοῦ ὑπέμεινε σωματικὸ θάνατο γιὰ τὴν δική μας σωτηρία, δέχθηκε νὰ τεθεῖ μέσα σέ μνημεῖο καὶ ἀναστήθηκε ἀπὸ ’κεῖ τὴν τρίτη ἡμέρα, κατὰ παρόμοιο τρόπο οἰκονόμησε νὰ τεθεῖ σέ τάφο καὶ τὸ ἄσπιλο σῶμα τῆς Ὑπεραγίας Μητέρας Του κι ἔπειτα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του, νὰ μετατεθεῖ στὴν αἰώνία ἀφθαρσία, γιὰ νὰ ἑνωθεῖ πάλι μὲ τὴν ψυχή της. Αὐτὴ τὴν μοναδικὴ τιμὴ ἐπεφύλαξε ὁ Δημιουργὸς τοῦ παντὸς γιὰ τὴν Μητέρα, ποὺ τὸν γέννησε, ὅπως Αὐτὸς μόνο γνωρίζει, ὁ Βασιλιάς τῆς δόξας καί Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου.
Ο τάφος, λοιπόν, βρέθηκε κενός! Οἱ λωρίδες καὶ ἡ σινδόνη, μὲ τὰ ὁποῖα τὴν εἶχαν περιτυλίξει, βρέθηκαν μέσα του, τὸ παρθενικὸ, ὅμως, σῶμα ἀπουσίαζε. Μεταστάθηκε κοντά στόν Υἱό καὶ Θεό της, ὥστε νὰ ζεῖ μαζὶ μ’ Ἐκεῖνον ψυχῇ καὶ σώματι καὶ νὰ βασιλεύει μαζί Του. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀξιώθηκε νὰ ἀνυψωθεῖ στὴν αἰώνια Βασιλεία, ὄχι μόνο ἐξ αἰτίας τοῦ Υἱοῦ της, ἀλλ ̓ ἐπίσης ἐξ αἰτίας τῆς Μητέρας Του.
Ἐξεπλάγησαν τότε οἱ μακάριοι Ἀπόστολοι, γέμισαν χαρά καὶ βεβαιώθηκαν ὅτι ἡ καθυστέρηση τοῦ ἑνὸς Ἀποστόλου ἦταν ἔργο τῆς θείας Προνοίας, γιὰ νὰ ἀποκαλυφθεῖ τὸ μέγα αὐτό μυστήριο· ν’ ἀνοιχθεῖ γιά χάρι ἐκείνου ὁ τάφος καὶ νὰ ἐξακριβωθεῖ ἡ μετάθεση τοῦ ἁγίου σώματος. Μπροστά σέ τέτοιο θαῦμα, δοξολόγησαν ἀμέσως τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἀπὸ κάθε ἄποψη τίμησε τὴν Παναγία καὶ ἄμωμη Μητέρα Του. Πράγματι, τὰ πάντα εἶχαν πλημμυρίσει ἀπὸ φῶς καὶ εὐωδία, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονταν ἀπὸ τὸ ἱερὸ μνῆμα, μέσα στό ὁποῖο εἶχε ἀποτεθεῖ τὸ τελειότερο ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς σῶμα τῆς ἁγίας Παρθένου. Σ’ ὅλη δὲ τὴν περιοχὴ τῆς Γεθσημανῆ εἶχε διασκορπισθεῖ ἡ λάμψη αὐτὴ καὶ ἡ εὐωδία. Ἔκλεισαν, λοιπὸν καὶ πάλι τὸν ἅγιο ἐκεῖνο τάφο καὶ ταχύτατα ἡ ἔνδοξη Μετάσταση τῆς Παναγίας Θεοτόκου ἔγινε γνωστὴ στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.
Ἐξ ἄλλου, κάτι τὸ ὁποῖο λέγεται ἀπὸ παλαιὰ καὶ ἔχει φθάσει ἕως τίς μέρες μας, εἶναι ὅτι ὁ Ἀπόστολος, ποὺ παρουσιάστηκε τὴν τρίτη ἡμέρα, ἦταν ὁ Θωμᾶς, ὁ ὁποῖος ἦλθε ἀπό τήν Ἰνδία. Μέ τόν τρόπο αὐτόν, καθὼς καὶ τὴν ἄλλη φορὰ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἔγινε περισσότερο πιστευτή ἐξ αἰτίας τοῦ Θωμᾶ, τότε ποὺ ὁ Κύριος εἰσῆλθε «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων»[23] τὴν ὄγδοη ἡμέρα καὶ ἔδειξε ὅλες τίς πληγές Του καὶ τὴν ἁγία Του πλευρά, ὁμοίως καί τώρα, χάρι στὸν Θωμᾶ ἔγινε γνωστὴ ἡ Μετάσταση τοῦ ἀδιάφθορου καὶ ἄσπιλου σώματος τῆς ἁγίας ὑπερενδόξου Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας.
Μετὰ ἀπ’ αὐτά οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἀφοῦ προσευχήθηκαν καὶ ἀσπάστηκαν ἀλλήλους, διασκορπίστηκαν πάλι ὁ καθένας στὴν χώρα, ποὺ τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ, γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ «ἐμαθήτευσαν πάντα τὰ ἔθνη»[24], κατὰ τὴν ἐντολὴ, ποὺ εἶχαν λάβει, βοηθούμενοι ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ ἀπὸ τὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα πραγματοποιοῦσαν μὲ τὴν δύναμή Του. Ἔτσι, λοιπόν, οἱ οὐρανοὶ καὶ οἱ στρατιὲς τῶν Ἀγγέλων συμπληρώθηκαν μὲ τὴν ἄνοδο τῆς ψυχῆς καὶ στή συνέχεια τοῦ σώματος τῆς Παναγίας καὶ μακαρίας Παρθένου. Ἀλλὰ, καὶ ἡ γῆ ἁγιάστηκε ἀπὸ τὴν πολιτεία της στήν γῆ, τὴν ταφή της καὶ ἀκόμη ἀπὸ τὰ ἅγια ἐνδύματα τοῦ σώματός της. Ὡς ἐκ τούτου καὶ οἱ αἰθέρες καὶ ὅλη ἡ κτίση εὐλογήθηκαν ἀπὸ τὸν σεβασμό πρὸς ἐκείνη καὶ ἀπὸ τὶς ἀφανεῖς καὶ διηνεκεῖς (ἀδιάκοπες) εὐεργεσίες της· ἀλλὰ καὶ κάθε πόλη καὶ χώρα καὶ ὅλων τῶν πιστῶν οἱ ψυχὲς εἶναι πλημμυρισμένες ἀπό τὶς ἀκατάπαυστες θαυματουργικὲς ἐνέργειές της, ἀπὸ τὶς θεραπεῖες καὶ ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα χαρίζει ἡ Θεομήτωρ στὸν καθένα. Πράγματι, ποιός εἶναι ἱκανὸς ποτέ νά διηγηθεῖ τὴν ἀρωγὴ καὶ τὴν μεσιτεία της ὑπέρ πάντων ἡμῶν, ἢ ποιά γλῶσσα θὰ ἐκφράσει ἐπαξίως τὸν πλοῦτο τῶν ἀγαθῶν της»;
[1] ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Ὁ βίος τῆς Ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας, ἐκδ. Ἱερόν Κελλίον Ἁγίου Νικολάου «Μπουραζέρη», Ἅγιον Ὄρος, 2010. σσ. 197-219.
[2] Ψαλμ. 44, 12.
[3] Ἆσμα Ἀσμάτων 2, 10 καὶ 13.
[4] Λουκ. 1, 48. Τῶν ἀνθρώπων καί τῶν Ἀγγέλων.
[5] Λουκ. 1, 38.
[6] Ἔξοδ. 15, 2.
[7] Ἰω. 10, 16.
[8] Ἔλειπε ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, παρέστη ὅμως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.
[9] ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περὶ θείων ὀνομάτων : «Τίς ἡ τῆς εὐχῆς δύναμις καὶ περὶ τοῦ μακαρίου Ἱεροθέου καὶ περὶ εὐλαβείας καὶ συγγραφῆς θεολογικῆς», Ρ.G. 3, 681D.
[10] Τό συχνά ἀπό τούς Πατέρες ἀναφερόμενο χωρίο αὐτό δέν εἶναι ἁγιογραφικό˙ σημαίνει δέ ὅτι ὁ Βασιλιάς Χριστός συνοδεύεται πάντοτε ἀπό ἀγγελικά τάγματα.
[11] Ματθ. 15, 6. Ὅ, τι ἔπαθαν δηλαδή καί κατά τήν Μεταμόρφωση.
[12] Ἰω. 20, 21, 19.
[13] Ἆσμα ἀσμάτων 3, 7.
[14] Δευτ. 32, 6 καὶ 28.
[15] Ἰω. 12, 13, Ματθ. 21, 9.
[16] Ἔτσι ὀνομάζει ὁ Δαυΐδ τὴν Θεοτόκο στὸν Ψαλμό 131, 8, ὅπου προφητεύει καὶ τὴν ἀνάστασή της.
[17] Ἡ γαλλική λέξη incirconscrite, ποὺ ὑπάρχει ἐδῶ, μεταφράζεται ἀκριβέστερα μὲ τὸν ἀσυνήθη ὅρο «ἀπερίγραφος», ὁ ὁποῖος συναντᾶται στὸν ἅγιο Μάξιμο, καὶ σημαίνει αὐτὸ, ποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ περικλειστεῖ, νὰ περιοριστεῖ.
[18] Ψαλμ. πδ, 3.
[19] Ψαλμ. 67, 16.
[20] Ἡσ. 44, 2.
[21] Λουκ. 1, 48.
[22] Ψαλμ. 41, 5.
[23] Ἰω. 20, 19, 26.
[24] Ματθ. 28, 19.