ΠΑCΧΑΛΙΟΝ ΜΗΝΥΜΑ 2024

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

Δευτέρα τῆς Διακαινισίμου 13-04-2026

ΧΡΙCΤΟC ΑΝΕCΤΗ !

Ἕνας ἀπό τούς ἁγίους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, πού κατενόησε εἰς βάθος τὴν ζωηφόρο Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὑπῆρξε ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Πάτμιος, ὁ Καλογερᾶς, ὁ Ἐθνοδιδάσκαλος (1688-1737). Στό βιβλίο του μέ τίτλο «Εὐαγγελική Σάλπιγξ» ἀποθησαυρίζεται ὁ λόγος του στήν λαμπροφόρο ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Πάσχα[1].

Ὡς ὑπότιτλο τοῦ λόγου του, τοποθετεῖ τόν 24ο στίχο τοῦ 117ου Ψαλμοῦ : «Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος˙ ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ», δηλ. «αὐτή εἶναι ἡ ἡμέρα, τήν ὁποία δημιούργησε ὁ Κύριος˙ ἄς ἀγαλλιάσουμε κι ἄς εὐφρανθοῦμε κατ’ αὐτήν».

Στή συνέχεια, ἀρχίζει τόν λόγο του ὡς ἑξῆς :

«Ποιός ἔχει πρόσωπο νὰ τὸ πεῖ; Ποιός ἔχει λόγους νὰ τὸ ἀποδείξει ὅτι δὲν εἶναι διαφορετική ἡ ἡμέρα ἀπό τή νύκτα; Ὅτι δὲν ἔχει τὰ πρωτεία; Ὅτι δὲν ὑπερέχει ἀσύγκριτα; Φτάνει ν’ ἀκούσεις φῶς καὶ σκοτάδι˙ εἰκόνα Παραδείσου καὶ σκιὰ τοῦ θανάτου˙ καὶ παρευθὺς γνώρισες πόση διαφορά ἔχει ἡ ἡμέρα ἀπὸ τὴ νύκτα. Καὶ ἀνίσως ἁπλῶς κάθε ἡμέρα εἶναι διαφορετική, συγκρινομένη μέ τὸ σκοτάδι τῆς νύκτας, πολύ περισσότερο αὐτή ἡ λαμπροφόρος ἡμέρα (τῆς Ἀναστάσεως) ὑπερβαίνει καὶ νικᾶ κάθε ἄλλη πανήγυρι. Ἐπειδὴ, ἄν ὑποτεθεῖ πώς ὁποιαδήποτε ἄλλη χαρμόσυνη ἡμέρα μᾶς φέρνει τήν χαρά ἑνὸς Μυστηρίου, αὐτή μᾶς εὐαγγελίζεται τήν τελείωση ὅλων τῶν Μυστηρίων. Ποιά ἄλλη ἡμέρα μετρᾶει μὲ τόσα Μυστήρια τὸ διάστημά της σὰν αὐτή, τῆς ὁποίας τὰ χαρμόσυνα ἔργα εἶναι περισσότερα παρά οἱ στιγμές, πού ἔχει; Ποιά ἄλλη ἡμέρα ἀνέτειλε τόσο πολύ, τόσο δραστικὸ φῶς, πού νὰ ἔχει δύναμη, ὄχι μόνο νὰ χαροποιήσει, νὰ φωτίσει καί νὰ λαμπρύνει τὸ πρόσωπο τῆς γῆς, τίς καρδιές τῶν ζωντανῶν, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τῶν ἀπ’ αἰῶνος νεκρῶν; Ποιά ἄλλη ἡμέρα μᾶς ἀνέτειλε τέτοιο χαροποιὸ φῶς, πού νὰ φτάσει ἕως καὶ τὰ καταχθόνια τοῦ ᾅδη, νὰ διασκεδάσει ἐκεῖνο τὸ παχύτατο σκοτάδι, πού κυρίευε μὲ μιά θλιβερή νύκτα ὅλο τὸ πλῆθος τῶν προπατόρων μας; Ὤ ἡμέρα ὄντως λαμπρή, ἐπειδὴ μᾶς ἀνέτειλε τὴν παντελῇ ἐρήμωση τοῦ ᾅδη. Ἡμέρα χαρμόσυνη, πού παύει τά δάκρυα καί τούς ἀναστεναγμούς, ὄχι μόνο τῶν ζωντανῶν, ἀλλὰ μάλιστα καί τῶν ἀπὸ κτίσεως κόσμου νεκρῶν. Ποιά ἄλλη χαρμόσυνη ἡμέρα βλέπεις τόσες μυριάδες φυλακισμένους, ἐλεύθερους; Ποιά ἄλλη μεγαλύτερη χαρὰ, ἀπό τό νά βλέπεις τὴν ἐξολόθρευση, τὸν κρημνισμό, τὸν παντελῆ ἀφανισμὸ τοῦ τυράννου, τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ τῆς ἀνθρώπινης φύσης; Ἄς ἀγαλλιάσουμε, λοιπόν, κι ἄς εὐφρανθοῦμε κατ’ αὐτήν τήν ἡμέρα. Διότι, νά πού μεταβλήθηκαν οἱ σταυροί σέ τρόπαια, μεταγύρισαν οἱ ἐπιτάφιοι θρήνοι σέ χαρμόσυνα ἄσματα. Δέν στάζουν πλέον αἷμα τά ἀγκάθια τοῦ Ἑσταυρωμένου μας Ἰησοῦ, ἀλλὰ βλάστησαν τὰ εὐωδέστατα ρόδα τῆς Ἀναστάσεως. Δὲν εἶναι πλέον σκυθρωπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ πολυΰμνητου Ἰησοῦ μὲ τοὺς ἐμπτυσμούς καὶ τίς μάστιγες, ἀλλὰ λαμπρότερο κι ἀπ’ αὐτὸν τὸν αἰσθητὸ ἥλιο. Δὲν κρεμιέται πλέον νεκρὸς στὸν Σταυρὸ ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου, ἀλλὰ θριαμβεύει κατὰ τοῦ θανάτου ὁ Ἀθάνατος. Μὲ τὴν δική Του τριήμερη Ἀνάσταση, μᾶς προκηρύττει τήν ἀνάσταση τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἄς ἀγαλλιάσουμε, λοιπὸν, καὶ ἄς εὐφρανθοῦμε στὴν κοινὴ ἐλευθερία, στὴν ὄντως λαμπροφόρα ἡμέρα.

Δὲν ὑπάρχει ἄλλο πράγμα, πού νὰ τυραννᾶ καὶ νὰ συγχύζει τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ ὅπως ὁ φόβος. Αὐτὸς κάνει τὸν ἄνθρωπο νά περιπατᾶ πάντα συλλογισμένος, νὰ ζεῖ πάντα λυπημένος, νά κοιμᾶται πάντα ταραγμένος. Αὐτὸς ὁ φόβος εἶναι, πού νικᾶ ἀκόμη κι ἐκείνους, πού εἶναι περιτριγυρισμένοι μέ πολλά ἄρματα, καθώς διαβάζουμε στίς Ἱστορίες ὅτι ὁ Κλέαρχος, ὁ βασιλιάς τοῦ Πόντου, παρακινημένος ἀπὸ τὸν φόβο, κλείστηκε μέσα σέ μιά μολύβδινη θήκη, νεκρός πρό τοῦ νὰ χωριστεῖ ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα, ἐξαιτίας τοῦ φόβου. Αὐτὸς καταβάρυνε μέ πολλές περικεφαλαίες τό κεφάλι τοῦ Ἀρτέμονα, γιὰ ν’ ἀποφύγει τὰ βέλη τῶν κεραυνῶν. Τυραννικό πρᾶγμα ὁ φόβος. Ἔχει φύση σέ καιρὸ γαλήνης νά σχηματίζει ζάλη θάλασσας˙ σέ καιρὸ ὑγείας, ζάλη ἀσθένειας. Μάταια καὶ ἀνωφελῆ τὰ πλούτη ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει ὁ φόβος. Δουλεύει καὶ ὑποτάσσεται κάθε ἐλευθερία, παρακινημένη ἀπὸ τὸν φόβο. Ἕνας παραμικρός σπινθήρας φαίνεται μιά πυρκαϊά ἀπό τόν φόβο. Μία μικρή ρανίδα φαίνεται ἕνας κατακλυσμός. Κάθε παραμικρός ἦχος τοῦ ἀέρα, μιά μεγάλη βροντή. Ἐκεῖ πού κυριεύει ὁ φόβος κάθε πιστότατο ὑπήκοο, ὑποπτεύεται πώς πρόκειται ν’ ἀποστατήσει. Κάθε ἀληθινή φιλία, φαίνεται πώς μελετᾶ ἀποστασία. Κάθε κῆπος γεμᾶτος ἀπό ἄνθη, φαίνεται ἕνα δάσος γεμάτο ἀπὸ ληστές. Καὶ νὰ πῶ μέ λίγα λόγια, τύραννος ἀπόκρυφος τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ὁ φόβος! Ἀπονεκρώνει τά μέλη, κόβει τούς χρόνους, προμαντεύεται τούς κινδύνους. Πάντοτε τέτοιος σκληρός τύραννος ὁ φόβος, καὶ μάλιστα στὸν καιρὸ τῆς ἐξόδου. Τότε, ὅταν φθάσει ἡ ὤρα ἐκείνη ἡ φοβερή καὶ ὁλοϋστερινή τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, παίρνει περισσότερη δύναμη ὁ φόβος. Τότε κατατυραννᾶ τήν ψυχή ὅσο ποτέ ἄλλοτε, καὶ μὲ τὴν ἐνθύμηση τῶν περασμένων, καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα ὅσων ἔρθουν μετὰ ἀπό αὐτά. Στὴν ἐξουσία τέτοιου τυράννου βρισκόταν ὑποταγμένο ὅλο τὸ πλῆθος, τόσο τῶν δικαίων, ὅσο καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν. Καὶ, ὅταν ζοῦσαν, ἦταν κυριευμένοι ἀπὸ τὸν κοινό φόβο τῆς κοινῆς καταδίκης, καὶ στὸν καιρὸ τοῦ θανάτου μὲ πολύ φόβο καὶ τρόμο χωρίζονταν ἀπό αὐτὴ τὴν ζωή, ἐπειδὴ κανένας δέν εἶχε πληροφορία σέ ποιά τάρταρα τοῦ ᾅδη θά καταντήσει, ποιός σκοτεινός καὶ ἀπαρηγόρητος τόπος τῆς γῆς θά τὸν δεχθεῖ. Ἀλλ’ ὅταν ἀνέτειλε ὁ νοητὸς Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, διασκορπίστηκε τό παχύτατο σκοτάδι αὐτοῦ τοῦ φόβου ἀπὸ τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, κόπηκε ἡ δύναμη ἐκείνου τοῦ κοινοῦ τυράννου, καὶ γι’ αὐτό μὲ χαρὰ ζοῦν ἀκόμη κι ἐκεῖνοι, πού βρίσκονται μέσα σέ πολλά κύματα τῆς λύπης, μὲ χαρὰ ἀποθνήσκουν ἀκόμη κι ἐκεῖνοι, πού ἔχουν πολύ βάρος τῆς ἀξιοδάκρυτης ἁμαρτίας, ἐπειδὴ κι αὐτοὺς ἡ χαρά τῆς σημερινῆς ἡμέρας τοὺς παρηγορεῖ, μόνο ποὺ θά τοὺς βρεῖ συντροφιασμένους μὲ τὴν καλή συνείδηση τῆς μετάνοιας.

Ποιά ἀφορμὴ χαρᾶς σοῦ φαίνεται πώς παίρνει ἕνας, πού τυραννιέται ἀπὸ μιά ἔσχατη φτώχεια, ὅταν θυμηθεῖ ὅτι ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς Ἐκεῖνος, πού φτώχευσε, γιὰ νὰ πλουτήσει τὴν ἀνθρώπινη φτώχεια; Πόση ἀφορμὴ χαρᾶς ἔχει ἕνας, πού εἶναι κατακυριευμένος ἀπὸ μιά ἀνίατη ἀσθένεια, ὅταν θυμηθεῖ ὅτι Ἐκεῖνος, πού ἦλθε στὴ γῆ, γιὰ νὰ σηκώσει τίς ἀσθένειες τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἀναστήθηκε τριήμερος ἀπό τόν τάφο; Πόση χαρά δίνει σ’ ἕναν ἀδικημένο, ὅταν θυμηθεῖ ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν δική Του τριήμερη Ἀνάσταση ἔδειξε καλό παράδειγμα, ὅτι θά γίνει ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, γιὰ ν’ ἀπολαύσει κάθε ἀδικημένος τὸ δίκιο του, κάθε λυπημένος τὴν παρηγοριά του, κάθε καταφρονεμένος τήν τιμή του; Βλέπεις πόσης χαρᾶς ἀφορμή μᾶς ἔγινε ἡ σημερινή ἡμέρα; Λοιπὸν, ἀς ἀγαλλιάσουμε κι ἀς εὐφρανθοῦμε κατ’ αὐτήν! Καὶ πτωχοὶ γιὰ τὸν πλουτίζοντα, καὶ λυπημένοι γιὰ τὸν παρηγορητὴ, καὶ ἁμαρτωλοὶ γιὰ τὸν δικαιοῦντα, καὶ δίκαιοι γιὰ τὸν μισθαποδότη. Καὶ γιατί ἀσχολοῦμαι μέ τὰ καθ’ ἔκαστα, καὶ ἀφήνω τὰ καθόλου; Καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ εὐφραίνονται σήμερα. Ὁ οὐρανὸς γιὰ τὴν δική του τελείωση, ἐπειδὴ μὲ τὸν κρημνισμὸ τοῦ ἐωσφόρου, καὶ μὲ τὴν ἀπώλεια τῶν ἀκολούθων του, ἔχασε ἐκείνη τὴν τελειότητα, πού εἶχε πρότερα. Ἀλλὰ, σήμερα πού ἀναστήθκε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου, ἔδωσε στὰ οὐράνια τάγματα ἀφορμὴ νὰ πανηγυρίζουν, καὶ τὴν ἀναπλήρωση τῆς δικῆς τους ἔλλειψης, καὶ τὴ νίκη κατὰ τῶν ἐχθρῶν τους. Καὶ ἡ γῆ εὐφραίνεται, ἐπειδὴ ἀνέτειλε τὸ φῶς τῆς κοινῆς ἐλευθερίας, τῆς κοινῆς ἀνάστασης. Ἀνοίχτηκε ἡ κλεισμένη ὁδὸς τῆς αἰώνιας ζωῆς. Τολμᾶ νά πεῖ ὁ λόγος καὶ κάποιο παράδοξο, ὅτι καὶ σ’ Αὐτὸν τὸν ἀνενδεῆ καὶ ἀπαθῆ Θεὸ χαρμόσυνη ἡ σημερινὴ ἡμέρα, καὶ σ’ αὐτὸν τὸν χορὸ τῶν ἁγίων καὶ δικαίων. Καὶ εἶναι πρᾶγμα ἀναμφίβολο καὶ ἀληθέστατο κοντὰ σ’ ἐκείνους, πού γνωρίζουν πόση ἀγάπη, πόση ἐπιθυμία τῆς κοινῆς ἐλευθερίας τρέφει ὁ Πανάγαθος Θεός μέσα στὰ δικά Του πατρικὰ καὶ φιλάνθρωπα σπλάγχνα. Κι ἀκόμη κατά μίμησή Του, καὶ ὅλοι οἱ δίκαιοι, καὶ ὅλη ἡ πανήγυρη τῶν ἁγίων. Κι ἐπειδὴ σήμερα βλέπουν πώς πῆρε τέλος ἐκεῖνο, πού ἐπιθυμοῦσαν, χαίρονται πνευματικῶς καὶ εὐφραίνονται.

Καὶ μοῦ φαίνεται ὅτι σ’ αὐτό ἀποβλέπωντας ὁ κορυφαῖος τῶν  ̓Αποστόλων μακάριος Πέτρος, ἔλεγε˙ «εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ κατὰ τὸ πολὺ ἔλεος αὐτοῦ ἀνακαινίσας ἡμᾶς εἰς ἐλπίδα ζῶσαν, δι’ ἀναστάσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ»[2], δηλ. «ἄς εἶναι εὐλογημένος ὁ Θεός καί Πατέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος, σύμφωνα μέ τό πολύ ἔλεός Του, μᾶς ἀνακαίνισε σέ ζωντανή ἐλπίδα μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Θέλεις νά γνωρίσεις πόση χαρὰ δίνει ἡ σημερινὴ ἑορτὴ στίς καρδιές τῶν εὐσεβῶν; Μέτρησε, ἄν μπορεῖς, τὸ πέλαγος τῆς ἐλεημοσύνης, πού ἔχυσε ὁ πολυεύσπλαγχνος Θεὸς στὸ ἀνθρώπινο γένος σήμερα. Εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸ καταλάβεις ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε. Γι’ αὐτό ἄκουσε ἀπὸ μὲνα μιά θαυμαστὴ τέχνη, γιά νά μπορέσεις μ’ αὐτὴν νὰ γνωρίσεις τό πολὺ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀνέβασε τὸ νοῦ, ὅσο μπορεῖς, νὰ βρεῖς τὴν πηγή, δηλ. τήν πρώτη αἰτία, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔτρεξε αὐτὸ τὸ ἔλεος, καὶ θά βρεῖς πώς εἶναι ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας. Καὶ λοιπόν, καθὼς Ἐκεῖνος εἶναι ἄπειρος, ἄπειρο εἶναι καὶ τὸ ἔλεός Του. Γνωρίζεται αὐτὸ τὸ ἄπειρο πέλαγος τοῦ ἐλέους Του, καὶ ἀπὸ τὸ μέσον, μέ τό ὁποῖο μᾶς χάρισε τόση εὐεργεσία. Ἐξετάζοντας κι ἐσύ ὁ ἴδιος, θά βρεῖς νὰ εἶναι τὰ σπλάγχνα τὰ δικά Του, καθὼς ὁ Προφήτης Ζαχαρίας ἔλεγε˙ «διά σπλάγχνα ἐλέους Θεοῦ ἡμῶν, ἐν οἷς ἐπεσκέψατο ἡμᾶς»[3], δηλ. «ἐξαιτίας τῶν γεμάτων ἔλεος σπλάγχνων τοῦ Θεοῦ μας, μᾶς ἐπισκέφτηκε». Αὐξάνει τὸ μεγαλεῖο τῆς ἐλεημοσύνης καὶ ἀκολούθως τὸ αἴτιο τῆς χαρᾶς, τὸ ὑποκείμενο, πάνω στὸ ὁποῖο χύθηκε αὐτὸ τὸ ἔλεος.

Ὤ καὶ ποιός νὰ μὴ θαυμάσει, ποιός νὰ μὴ φρίξει, ὅταν συλλογιστεῖ τὴν ἀχαριστία, τὴν ἀπανθρωπιά καὶ τὴν πολυαμάρτητη ζωὴ τῆς ἀνθρώπινης φύσης, πάνω στὴν ὁποία ἔχυσε τό τόσο πολὺ ἔλεος ὁ Θεός! Πρᾶγμα τόσο παράδοξο καὶ ἀκατανόητο, ποὺ παρακίνησε τόν προφητάνακτα Δαβίδ νὰ πεῖ˙ «ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται»[4]. Ἡ ἄβυσσος, ὁ Θεὸς τῆς ἀγαθότητος, ἐπικαλεῖται, στὴν ἀπόλαυση τοῦ δικοῦ Του ἐλέους, τὴν ἄβυσσο τῆς κακίας, τήν ἀνθρώπινη φύση. Ἥ ἄβυσσος τῆς καθαρότητας, τὴν ἄβυσσο τῆς ἀκαθαρσίας καὶ ἁμαρτίας. Ἡ ἄβυσσος τῆς δικαιοσύνης, τὴν ἄβυσσο τῆς ἀδικίας. Ἡ ἄβυσσος τῆς εὐσπλαγχνίας, τὴν ἄβυσσο τῆς ἀχαριστίας. Ἡ ἄβυσσος κάθε οὐράνιας δόξας, τὴν ἄβυσσο τῆς ἀθλιότητας. Τέτοιος ἀσύγκριτος σέ κάθε ἀγαθότητα Θεός, σέ τέτοιο ἄνθρωπο ἀσύγκριτο στὴν πονηριά, χάρισε σήμερα τό πολύ ἔλεος τῆς ἀγαθότητάς Του. Ὤ καὶ ποιός νὰ μὴ θαυμάσει, καὶ μάλιστα ὅταν συλλογισθεῖ τόν πλοῦτο τῶν χαρισμάτων, πού ἐμπιστεύεται σήμερα ὁ πανάγαθος Θεὸς σ’ αὐτὴ τὴν ἄβυσσο τῆς ἀχαριστίας, τὸν ἄνθρωπο! Κι ἀκόμη, γιὰ νὰ ἐκπλαγεῖς καὶ νὰ φρίξεις, ἐξέτασε νὰ δεῖς πῶς δὲν κάνει διαφορὰ ἀπὸ φίλο ἕως ἐχθρὸ, καὶ ἀπὸ πιστὸ ἕως ἄπιστο, ἀπὸ βλάσφημο ἕως ὁμολογητὴ, ἀλλ’ ἐπίσης ὅλους εὐεργέτησε, σ’ ὅλους χάρισε τὸ σημερινό ἔλεος τῆς  ̓Αναστάσεως, καθώς ὁ Προφήτης μ’ ἕνα λόγο τὸ φανερώνει˙ «τοῦ ἐλέους Κυρίου πλήρης ἡ γῆ»[5], δηλ. «ἡ γῆ εἶναι γεμάτη ἀπό τό ἔλεος τοῦ Κυρίου». Ὡς φθονερός θά καταδικαστῶ, ἀνίσως κρύψω τὸ τέλος, ταὐτὸν εἰπεῖν, τὸν σκοπὸ καὶ τὸ κέρδος αὐτοῦ τοῦ ἀπείρου ἐλέους. Λοιπὸν, μάθετε πώς εἶναι ἡ ἀνάβαση στὴν πρώτη τιμή, ἡ κληρονομιά τῆς μεγάλης Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, γιὰ νὰ μᾶς κάνει συμμέτοχους καὶ κληρονόμους τῆς δικῆς Του δόξας˙ γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν δικαιοσύνη, πού μέ τήν παρακοή ἔχασε ὁ παλαιὸς Ἀδάμ˙ γιὰ νὰ μᾶς ἀναγεννήσει στὴ νέα ζωὴ, τὴν μακάρια καὶ αἰώνια, κατὰ σύγκριση τῆς ὁποίας, αὐτή ἡ ζωὴ εἶναι νεκρή. Κι ἔπειτα λάμπει περισσότερο κι ἀπ’ αὐτές τίς ἡλιακές ἀκτῖνες, τό αἴτιο τῆς σημερινῆς χαρᾶς, ἐπειδὴ εἶναι ἡ ζωντανὴ ἐλπὶδα μέσῳ τῆς κοινῆς ἀνάστασης, τῆς ὁποίας θ’ ἀξιωθοῦμε, ὄχι παραδειγματικῶς, ἀλλὰ δραστικῶς, δηλ. μὲ τὸ Αἷμα καὶ τὸν θάνατο τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καθώς ὁ μακάριος Παῦλος πρὸς Φιλιππισίους ἔλεγε· «ἡμῶν δὲ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ Σωτήρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν, ὅς μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ»[6], δηλ. «τό πολίτευμά μας εἶναι στούς οὐρανούς, ἀπ’ ὅπου περιμένουμε τόν Σωτήρα, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος θά μετασχηματίσει τό ταπεινό αὐτό σῶμα μας, ὥστε νά γίνει ὁμοιόμορφο μέ τό σῶμα τῆς δόξας Του». Καὶ ὡς κοινός Σωτήρας καὶ Κεφαλή ὅλων θ’ ἀναστήσει, θ’ ἀξιώσει καὶ τὰ μέλη, ἐμᾶς, τῆς δόξας Του. Κι ἀπό ’δῶ ἀκολουθεῖ νά γνωρίζουμε τὴν σημερινὴ ἑορτή, ὄχι μόνο διαφορετικὴ ἀπό τίς ἄλλες ἑορτές, ὅσο διαφέρει ὁ ἥλιος ἀπὸ τ’ ἀστέρια, ἀλλ’ ἀκόμη νὰ εἶναι καὶ βεβαίωση τῆς πίστεώς μας, καθὼς τὸ ἀποδεικνύει ἐκ τουναντίον ἡ μεγαλόφωνη σάλπιγγα τοῦ Πνεύματος, ὁ μακάριος Παῦλος˙ «εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ ἡ πίστις ἡμῶν»[7], δηλ. «ἄν, ὅμως, ὁ Χριστός δέν ἀναστήθηκε, τότε εἶναι ἄδειο τό κήρυγμά μας, ἄδεια καί ἡ πίστη μας».

Παρόμοια μ’ αὐτὸν θεολογεῖ καὶ ὁ μακάριος Νεῖλος, λέγοντας ὅτι˙ «ἡ ἀνάσταση εἶναι κάποια δεύτερη ψυχή στούς ἀνθρώπους, πού διεγείρει πρός τίς πράξεις τῆς ἀρετῆς». Ὥστε, ἀνίσως σηκώσεις αὐτὴ τὴν ἀληθινὴ ἐλπίδα ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο βίο, ἀπομένει νεκρός καὶ ἀνενέργητος σέ κάθε θεάρεστο ἔργο. Ὁ ἴδιος ἀποκαλεῖ τήν ἀνάσταση τὸ κεφάλαιο τῆς πρόνοιας τοῦ Χριστοῦ. Καί τὸ αἴτιο, ἐκτός ἀπὸ τ’ ἄλλα, εἶναι αὐτό˙ νά ξυπνᾶ τὴν ψυχὴ σέ εὐχαριστία τοῦ Εὐεργέτη, ἐνθυμούμενη τὸ κεφάλαιο τῆς δικῆς Του πρόνοιας.

Γι’ αὐτό καὶ μὲ πολλὴ σπουδὴ οἱ θεόσοφοι Πατέρες συσταίνουν αὐτό τὸ πολυτίμητο καὶ ἀληθέστατο δόγμα τῆς Πίσεως, τὴν Ἀνάσταση. Ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἕνας εἶναι τὸ καύχημα τῆς Δαμασκοῦ, ὁ Ἰωάννης, λέγοντας· «οὐκ ἀδυνατεῖ ὁ ἐν ἀρχῇ ἐκ τοῦ χοὸς τῆς γῆς συστησάμενος τὸ σῶμα, ἀναλυθέν καὶ ἀποστραφὲν εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη, κατὰ τὴν τοῦ Δημιουργοῦ ἀπόφασιν, πάλιν ἀναστῆσαι αὐτό». Ἐκεῖνος, λέγει, ὁ παντοδύναμος Θεὸς, πού ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο ἐκ τοῦ μὴ ὄντος, μπορεῖ νὰ τὸν ἀναστήσει ἐκ τοῦ ὄντος. Ἀποδεικνύει, συμπεραίνοντας κατωτέρω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνάσταση εἶναι μία ζωντανὴ ἀπόδειξη τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἐπειδή βλέπουμε κατά τήν παρούσα ζωή πολλούς δίκαιους, πού περνοῦν φτωχική ζωή, νά ἀδικοῦνται, νά ζημιώνονται καί νά βλάπτονται, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος πολλούς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἄδικους, νά περνοῦν ζωή μὲ πλούτη, μέ δόξες, μὲ τρυφές καὶ μὲ ἄλλες ἀπολαύσεις. Λοιπὸν, ἀνίσως δὲν ὑπῆρχε ἀνάσταση, οὔτε Θεός, οὔτε πρόνοια, οὔτε δικαιοσύνη, ἀκολουθεῖ νὰ ὑπάρχουν. Διότι, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι κοινὸς Πατέρας ὅλων, πῶς τὸ ὑποφέρει ἡ πρόνοιά Του, ἡ δικαιοσύνη Του, τὸ ἕνα ἀπὸ τά παιδιά Του νὰ ταλαιπωρεῖται μὲ μιά ἄκρα φτώχεια, καὶ τὸ ἄλλο μὲ μιά ἄνεση καὶ τρυφὴ πλούτου; Πῶς τὸ ὑποφέρει ἡ παντοδυναμία Του νὰ βλέπει τὸν ἀδύνατο νὰ ταλαιπωρεῖται ἀπὸ ἕνα σκληρό καὶ τυραννικό χέρι ἑνὸς πλουσίου;

Ὑπάρχει, λοιπόν, Ἀνάσταση. Ὑπάρχει, γιὰ νὰ δώσει ἡ δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ τοὺς μισθοὺς τῶν ἔργων τοῦ καθενός. Ὑπάρχει Ἀνάσταση, γιά νὰ γνωρίσει ὁ ἄδικος καὶ πλεονέκτης πώς δὲν κέρδησε τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ τίς ἀδικίες του, παρά μιά αἰώνια κόλαση. Ὑπάρχει Ἀνάσταση, γιὰ νὰ γνωρίσει ὁ ὑβριστής, ὁ καταφρονητής, ὁ δυνάστης τῶν φτωχῶν, ὅτι, ἐξαιτίας τῆς πρόσκαιρης ἐκείνης καταφρόνησης, πού ἔδειξε στὸν σύνδουλό του, ἀπολαμβάνει μιά αἰώνια τιμωρία. Ὑπάρχει Ἀνάσταση, γιὰ νὰ γνωρίσουν οἱ σαρκικοί, οἱ πόρνοι καὶ οἱ μοιχοί, οἱ μέθυσοι καὶ οἱ γαστρίμαργοι, ὅτι ἐκεῖνες οἱ ἡδονές τοὺς προξένησαν μιά κάμινο ἄσβεστη, μιά φλόγα ἀκοίμητη. Ὑπάρχει Ἀνάσταση, ἡ παρηγοριά τῶν φτωχῶν, τῶν γυμνῶν, τῶν ὀρφανῶν, τῶν καταφρονεμένων, τῶν ὑβρισμένων, τῶν ἀδικημένων, γιὰ νὰ γνωρίσουν ὅτι ἐκείνη ἡ φτώχεια, ἐκείνη ἡ ὑπομονὴ, πού ἔδειξαν στίς ἀνάγκες τους, τοὺς γέννησε μιά χαρὰ παντοτεινή, μιά δόξα ἀκατανόητη, μιά συναναστροφή μέ Ἀγγέλους καὶ Ἁγίους ἀδιάκοπη. Βλέπεις γιὰ πόσα αἴτια εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνει Ἀνάσταση; Βλέπεις πόση χαρά, πόση ἄνεση, πόση παρηγοριά γεννᾶ στίς ψυχές τῶν δυστυχισμένων καὶ καταφρονεμένων φτωχῶν αὐτή ἡ χαρμόσυνη ἡμέρα;

Καὶ λοιπόν, πολύ καλά κάνει ὁ προφητάναξ Δαβίδ, ποὺ μᾶς τὴν βεβαιώνει, λέγοντας˙ «ἐξαποστελεῖς τὸ Πνεῦμά σου καὶ κτισθήσονται, καὶ ἀνακαινιεῖς τό πρόσωπον τῆς γῆς»[8], δηλ. «ἀποστέλλεις τό πνεῦμα σου καί ἀναδημιουργοῦνται, καί ἀνακαινίζεις τό πρόσωπο τῆς γῆς». Πλέον καθαρώτερα καί μέ μεγαλύτερη φωνή προεκήρυξε αὐτή τήν ἡμέρα ὁ μεγαλοφωνότατος τῶν προφητῶν Ἠσαΐας, λέγοντας˙ «ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις, καὶ εὐφρανθήσονται οἱ ἐν τῇ γῇ»[9], δηλ. «οἱ νεκροί θ’ ἀναστηθοῦν καί θά ἐγερθοῦν ὅλοι ὅσοι βρίσκονται στά μνήματα καί θά εὐφρανθοῦν ὅσοι βρίσκονται στή γῆ». Ἄξια τοῦ ἐπαγγέλματός του κάνει καὶ ὁ  ̓Απόστολος τῶν ἐθνῶν μακάριος Παῦλος, ὅταν λέγει γι’ αὐτήν τὴν ἡμέρα˙ «δεῖ γάρ τό φθαρτόν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν, καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν»[10], δηλ. «διότι, πρέπει αὐτό τό φθαρτό σῶμα νά ἐνδυθεῖ ἀφθαρσία, καί τό θνητό αὐτό σῶμα νά ἐνδυθεῖ ἀθανασία». Ὤ θαυμαστές μαρτυρίες! Ὤ ζωντανές ἀποδείξεις τῆς δικῆς σου ἀνάστασης, ἄνθρωπε!

Ἄν ὅμως, ὀρέγεσαι ν’ ἀκούσεις καὶ φυσικά παραδείγματα γιὰ τὴν βεβαίωση αὐτῆς τῆς ἀναστάσεως, ἄκουσε τὸν χρυσό στὴν ψυχὴ καὶ τὴν γλῶσσα, ποὺ σοῦ τὸ ἄφησε γραμμένο˙ «ὁρῶν τὸν κόκκον σηπόμενον καὶ ἀνανεούμενον, περὶ τῆς ἀναστάσεως μὴ ἀμφίβαλλε», δηλ. «βλέποντας τόν κόκκο νά σήπεται καί ν’ ἀνανεώνεται, μήν ἀμφιβάλλεις γιά τήν ἀνάσταση». Ὅσες φορές, λέγει, ἁπλώνεις τοὺς ὀφθαλμοὺς στούς κάμπους καὶ βλέπεις τό σιτάρι, πού ἐνταφιάζεται μέσα στ’ αυλάκια, καὶ ὕστερα φυτρώνει, θυμήσου τό μυστήριο τῆς ἀνάστασης. Αὐτὸ σοῦ κηρύττουν καὶ τόσα ἄνθη, τόσα βότανα, πού φυτρώνει ἡ γῆ στόν καιρὸ τῆς ἄνοιξης, ἐκεῖ πού φαίνεται τὸν χειμῶνα γυμνή ἀπὸ κάθε στολή, ἀπὸ κάθε καρπό. Τὸ ἴδιο σοῦ δίνει νά γνωρίσεις, ὅταν βλέπῃς τὸν χρυσοχόο, ποὺ, ἀναβράζοντας τήν χρυσίτη γῆ μέσα στὸ χωνευτήρι, βγάζει λαμπρὸ χρυσό. Τὸ ἴδιο σέ διδάσκουν καὶ τ’ ἄλλα μέταλλα, ὁ σίδηρος, ὁ μόλυβδος, τό γυαλί, καὶ ὅσα ἄλλα βγάζει ἡ δύναμη τῆς φωτιᾶς ἀπὸ μιά ἄμμο, ἀπὸ μιά γῆ καταπατημένη. Καὶ λοιπὸν, ἐκεῖνα, ποὺ μπορεῖ νά κάνει ἡ δύναμη τῆς φωτιᾶς, δὲν μπορεῖ ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ; Ἐκεῖνος, πού μὲ ἕνα νεῦμα δημιούργησε τόσες μυριάδες Ἀγγέλων, δέν μπορεῖ ν’ ἀναστήσει σῶμα ἀνθρώπου; Ναί, βεβαιώτατο καὶ ἀναμφίβολο πρᾶγμα τὸ χαρμόσυνο μυστήριο αὐτῆς τῆς ἡμέρας.

Καὶ λοιπὸν, ἄς τὸ τιμήσουμε μὲ ἔργα λαμπρά, μὲ ἔργα θεάρεστα. Ἄς δείξουμε πραγματικά ὅτι πιστεύουμε πώς ἑορτάζουμε σήμερα ἀνακαίνιση ζωῆς. Ἄς νικήσουμε κάθε σατανικό θέλημα, γιὰ νὰ φανοῦμε καὶ μὲ τὸ ἔργο πώς ἑορτάζουμε νίκη θανάτου. Ἄς στολίσουμε, ὄχι ἑλληνικῶς μὲ λαμπρά φορέματα τὸ σῶμα, ἀλλὰ μὲ λαμπρά ἔργα τήν ψυχή χριστιανικῶς. Ἄς ἀποδώσουμε, κατὰ τὸν Θεολόγο Γρηγόριο, στήν εἰκόνα τὸ κατ’ εἰκόνα, τήν πρώτη στολή τῆς ψυχῆς, τήν πρώτη ἀθωότητα. Ἄς τιμήσουμε τὸ ἀρχέτυπο. Κι αὐτό γίνεται, ὅταν μιμηθοῦμε τὰ φιλάνθρωπα σπλάγχνα τοῦ Πλάστη Θεοῦ, τό μεγαλόδωρο στὰ χαρίσματα, τό συμπαθητικό σ’ αὐτοὺς πού μᾶς ἀδίκησαν, τὸ εἰρηνικό στοὺς ἐχθροὺς˙ κι ἔπειτα γινόμαστε ὅπως ὁ Χριστός καὶ ὁ Χριστὸς ὅπως ἐμεῖς. Ἄς γίνουμε θεοὶ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, μὲ τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς, γιά τήν ἀγάπη Ἐκείνου, ποὺ ἔγινε γιά μᾶς ἄνθρωπος. Ἄς λαμπροφορέσουμε μέ πλούσια ἔργα. Ἄς στολίσουμε τὴν ψυχὴ σήμερα, γιὰ τὴν ἀγάπη Ἐκείνου, πού ἔγινε πτωχὸς γιά μᾶς. Ἄς ἀποδιώξουμε σήμερα μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά κάθε δουλικὴ ἐπιθυμία, γιά τήν ἀγάπη Ἐκείνου, πού ἔλαβε δούλου μορφή, γιὰ νὰ μᾶς τιμήσει μὲ τὴν πρώτη ἐλευθερία. Ἑορτὴ χαρᾶς, ἡμέρα πανηγύρεως ἑορτάζουμε σήμερα. Ἄς λυπήσουμε τὸν κοινὸ ἐχθρό, ἀποστρεφόμενοι ὅλα τὰ ἔργα του. Ἄς χαροποιήσουμε τόν κοινό Σωτῆρα, τὸν κοινὸ ἐλευθερωτή, Ἐκεῖνον, πού χαροποίησε τοὺς προπάτορες κάτω στὸ ἅδη, μέ ἔργα χριστιανικά. Ἑορτή νίκης πανηγυρίζουμε σήμερα. Ἄς νικήσουμε κάθε πάθος, κάθε ὑψηλό φρόνημα, κάθε μέθη, κάθε γαστριμαργία, κάθε αἰσχρή ἐπιθυμία, γιὰ νὰ στενάξει ὁ ἅδης σήμερα, ὄχι μόνο μὲ τὴ νίκη, πού πῆρε ἀπὸ τὸν Δεσπότη, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ νίκη, πού τοῦ δίνουμε ἐμεῖς οἱ δοῦλοι. Ἄς δείξουμε μὲ λαμπρά ἔργα ὅτι γιά μᾶς ἄνοιξε ὁ Παράδεισος. Ἄς δείξουμε ὅτι εἴμαστε τέκνα ἐκείνων τῶν προπατόρων, πού ἑορτάζουν στὸν οὐρανὸ τὴν κοινὴ ἐλευθερία. Καὶ ὕστερα μὲ ἔργα χριστιανικὰ ἄς εὐχαριστήσουμε τοὺς κόπους, τοὺς ἱδρῶτες, τὰ Πανάγια Αἵματα Ἐκείνου, πού καταδέχτηκε νά χύσει τόσο πέλαγος ἐλεημοσύνης  σ’ ἐμᾶς τοὺς ἀχάριστους δούλους. Ἄς εὐχαριστήσουμε Ἐκεῖνον, πού μᾶς ἐλευθέρωσε μέσα ἀπὸ τὰ καταχθόνια τοῦ ἅδη, τοὺς προπάτορες, τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους.

Καὶ ἄς φωνάξουμε ὅλοι μέσα ἀπὸ τὰ σπλάγχνα : «Χριστέ Βασιλιά, Υἱέ Μονογενές τοῦ προάναρχου Πατέρα, νικητά καί τροπαιοῦχε τοῦ θανάτου, ἀρχηγέ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀνάστασης, χάρισε καὶ σ’ ἐμᾶς σήμερα ἐκείνη τήν χαρὰ, πού ἔδωσες σ’ ἐκείνους, πού Σέ πίστεψαν μέσα στὸν ἅδη. Δός μας δύναμη νά νικήσουμε τόν κοινό ἐχθρό καὶ πολέμιο. Στεῖλε μιά ἀκτῖνα φωτός, γιά νὰ ἔχουμε μπροστά στα μάτια μας πάντοτε τὴν ἄπειρη εὐεργεσία καὶ χάρι, πού μᾶς ἔδωσε ἡ σημερινή Σου Ἀνάσταση. Καὶ τέλος, ἀξίωσέ μας στόν καιρό τῆς ἀνάστασης νὰ βρεθοῦμε ἐνδεδυμένοι μέ ἔργα λαμπρά τῆς ἀνάστασης, γιά νά δοξάζεται τό Πανάγιό Σου Ὄνομα στούς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν»!


[1] ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΠΑΤΜΙΟΣ, Εὐαγγελική σάλπιγξ, ἐκδ. Σταματίου Νικολαΐδου, Ἀθήναις 1867, σσ. 137-141.

[2] Α΄ Πέτρ. 1, 3.

[3] Λουκ. 1, 78.

[4] Ψαλμ. 41, 8.

[5] Ψαλμ. 32, 5.

[6] Φιλ. 3, 20-21.

[7] Α΄ Κορ. 15, 14.

[8] Ψαλμ. 103, 30.

[9] Ἠσ. 26, 19.

[10] Α΄ Κορ. 15, 53.