
Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
01-07-2013
Ὅπως εἶναι γνωστό, ἀγαπητοί μου, οἱ ἅγιοι ἔνδοξοι μάρτυρες Κοσμᾶς καί Δαμιανός οἱ Ἀνάργυροι ἐξασκοῦσαν καί οἱ δύο τήν τέχνη τῆς ἰατρικῆς, ἦταν καί οἱ δύο ἰατροί. Τό γεγονός αὐτό μᾶς παρέχει εὔκαιρον ἀφορμή, γιά νά ὁμιλήσουμε σήμερα περί τῆς σχέσεως Ἐπιστήμης καί Θεολογίας καί πιό συγκεκριμένα περί τῆς σχέσεως Ἰατρικῆς καί Θεολογίας.
Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς πρέπει νά ποῦμε ὅτι Ἐπιστήμη καί Θεολογία ἐκ τῆς φύσεώς τους δέν συγκρούονται˙ δέν ὑπάρχει σύγκρουση μεταξύ Ἐπιστήμης καί Θεολογίας. Καί αὐτό γιατί καί οἱ δύο ἔχουν διαφορετικό ἐπιστητό. Ἡ μέν Ἐπιστήμη ἐξετάζει τό «πῶς» καί τό «γιατί» τῆς Δημιουργίας, ἡ δέ Θεολογία ἐρευνᾶ τό «ποιός» τῆς Δημιουργίας. Ἡ Ἐπιστήμη κινεῖται στά ὅρια τοῦ κτιστοῦ, ἐνῶ ἡ Θεολογία κινεῖται στά ὅρια τοῦ ἀκτίστου. Τήν Ἐπιστήμη δέν τήν ἐνδιαφέρει τό «ποιός» τῆς Δημιουργίας, ἀλλά μόνο τό «πῶς» καί τό «γιατί», γι’αὐτό ἀφήνει τήν Θεολογία νά ἐρευνήσει τό «ποιός». Ἀντιστοίχως, τήν Θεολογία δέν τήν ἐνδιαφέρει τό «πῶς» καί τό «γιατί» τῆς Δημιουργίας, ἀλλά μόνο τό «ποιός», ἀφήνοντας τήν Ἐπιστήμη νά ἐρευνήσει τό «πῶς» καί τό «γιατί». Ὡς ἐκ τούτου, εἶναι φανερό ὅτι ὑπάρχει ἄρρηκτος δεσμός μεταξύ τῶν δύο, ἡ μία βοηθᾶ τήν ἄλλη, δηλ. ἀλληλοσυμπληρώνονται. Ἡ Ἐπιστήμη δέν μπορεῖ νά σταθεῖ μόνη της χωρίς τήν Θεολογία, ἐνῶ ἡ Θεολογία δέν ἔχει ἀνάγκη τήν ἐπιστήμη. Μπορεῖ νά σταθεῖ καί μόνη της, χωρίς τά δεκανίκια τῆς Ἐπιστήμης. Γιά νά ἔχουμε, λοιπόν, πλήρη εἰκόνα τοῦ «πῶς», τοῦ «γιατί» καί τοῦ «ποιός» τῆς δημιουργίας, πρέπει νά ὑπάρχει συνεργασία μεταξύ Ἐπιστήμης καί Θεολογίας.
Πρόβλημα ὑπάρχει, ὅταν ἡ μία ἐκ τῶν δύο ξεπερνᾶ τά ὅριά της, βγαίνει ἀπ’τό καθορισμένο πλαίσιό της, εἰσέρχεται στά ὅρια τῆς ἄλλης καί προσπαθεῖ μέ τά δικά της ἀκατάλληλα μέσα νά βγάλει συμπεράσματα καί νά νομοθετήσει. Τότε μόνο ἔχουμε σύγκρουση μεταξύ Ἐπιστήμης καί Θεολογίας, ἐξαιτίας κακῆς κατανόησης καί ἐκπροσώπησης τους. Τό πρόβλημα αὐτό δημιουργεῖται συνήθως ἐκ μέρους τῆς Ἐπιστήμης, ἡ ὁποία βγαίνει ἀπό τά κτιστά της ὅρια καί ἐπιθυμεῖ νά εἰσέλθει, μέ τά κτιστά της μέσα, στόν χαρισματικό χῶρο τοῦ ἀκτίστου τῆς Θεολογίας[1].
Συγκεκριμένα θά ἀναφέρουμε πέντε χαρακτηριστικά θέματα, στά ὁποία ἡ Ἰατρική συγκρούεται καί βρίσκεται σέ ἀντίθεση μέ τήν Θεολογία, μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μιλοῦμε γιά τήν Ἰατρική, γιατί οἱ σήμερον τιμώμενοι ἅγιοι Ἀνάργυροι Κοσμᾶς καί Δαμιανός εἶναι κι αὐτοί ἰατροί.
Α) Ἐκτρώσεις
Ἡ Ἰατρική ἀποδέχεται τίς ἐκτρώσεις, οἱ ὁποῖες, δυστυχῶς, δέν ποινικοποιοῦνται.
Γνωρίζετε, ὅμως, ἀγαπητοί μου, τί σημαίνει γιά τόν Δημιουργό Θεό καί τήν Ἐκκλησία Του ἡ ἔκτρωση, ἡ λεγομένη «διακοπή τῆς ἀνεπιθυμήτου κυήσεως»; Σημαίνει τριπλό φόνο. Φόνο ἐκ προμελέτης καί μάλιστα τριπλό. Γιατί; Ὅταν μιά γυναῖκα ἀποφασίζει μιά τέτοια πράξη, ἐκθέτει τήν ζωή της σέ τέτοιους κινδύνους καί τήν εἰσάγει σέ τέτοια περιπέτεια, πού εἶναι σχεδόν ἀδύνατον νά βγεῖ ἀβλαβής. Διακυνδυνεύει ἀπόλυτα τήν μητρική της ἰδιότητα στό μέλλον. Ἔτσι στήν γυναῖκα, πού ἀποτολμᾶ κάτι τέτοιο, παραμένει ὁ ἠθικός της θάνατος, πού τήν συνοδεύει μέ ἐνοχές σ’ὅλη τήν ζωή της.
Μέ τήν διακοπή τῆς κυήσεως ἔχουμε σίγουρα καί ἀναμφισβήτητα τόν δεύτερο θάνατο, τόν σαρκικό θάνατο τοῦ παιδιοῦ της, πού ὕπουλα τοῦ στεροῦμε τό δικαίωμα νά ἐπιζήσει, περιθωριοποιώντας ταυτόχρονα τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς ἐξ ἄκρας συλλήψεως τῆς ζωῆς, δηλ. ὅτι ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἀρχίζει ἀπό τήν στιγμή τῆς συλλήψεώς του. Ἡ εὐθύνη αὐτή βαρύνει τόσο τούς γονεῖς, πού ἀποφασίζουν τήν ἔκτρωση, ὅσο καί τόν ἰατρό, πού ἐπιτελεῖ τό ἔγκλημα.
Γιά νά δοῦμε τήν σοβαρότητα τῆς πράξεως, ἀρκεῖ νά ἀναφέρουμε ὅτι ὁ 21ος Ἱερός Κανών τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ Τοπικῆς Συνόδου προβλέπει ἐξωκοινωνία, δηλ. στέρηση τῆς Θείας Κοινωνίας μέχρι θανάτου ἤ φιλανθρωπότερα γιά δέκα χρόνια ἤ γιά 3 ὡς 5 χρόνια, κατά τόν 21ο Ἱερό Κανόνα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ[2].
Τέλος, ὁ χειρότερος θάνατος εἶναι ὁ τρίτος θάνατος. Ὁ πνευματικός θάνατος τοῦ παιδιοῦ, πού φονεύεται, πρίν δεχθεῖ τήν σωτηρία διά Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό ἀπαραίτητο ἅγιο Βάπτισμα, πού δικαιώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν προπατορική ἐνοχή. Ἔτσι, τό ἀνυπεράσπιστο βρέφος ὁδηγεῖται μέ τήν θέλησή μας στό ἀντίθετο τοῦ Θεοῦ στρατόπεδο. Δέν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νά συνυπολογίσουμε καί νά προσμετρήσουμε τίς εὐθύνες γονέων, ἰατρῶν καί νομοθετῶν, πού ἐθελοτυφλοῦν, διαγράφουν καί περιφρονοῦν τήν θεία ἐντολή «οὐ φονεύσης»[3].
Β) Ἐγκεφαλικός θάνατος
Ἡ ἰατρική, περίπου ἀπό τό 1960, ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἐγκεφαλικός θάνατος ἰσοδυναμεῖ μέ τόν ὁριστικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Ὑποστηρίζει δηλ. ὅτι, ὅταν νεκρώνεται, ὅταν παύει τήν λειτουργία του ὁ ἐγκέφαλος, τότε ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει.
Σύμφωνα, ὅμως, μέ τήν Θεολογία, κέντρο τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ὁ ἐγκέφαλος, ἀλλά ἡ καρδιά. Μόνον ὅταν παύσει νά λειτουργεῖ ἡ καρδιά, νεκρώνονται ὅλα τά ὑπόλοιπα ὄργανα καί ἐπακολουθεῖ ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Ἄρα, ὁ ἐγκέφαλος, ὄντας ἕνα ἀπό τά ὄργανα τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι τό κεντρικό, παρ’ ὅλο πού παύσει νά λειτουργεῖ, δέν ἐπιφέρει τόν ὁριστικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Ναί, μέν αὐτός εἶναι ἐκτός λειτουργίας, μέ δυνατότητα ἀνανήψεως καί ἐπανάκαμψης, ἀλλά ὅλα τά ἄλλα ὄργανα τοῦ ἀνθρώπου λειτουργοῦν κανονικά, ἐφ’ὅσον συνδέονται μέ τήν πηγή τροφοδοσίας τους, τήν καρδιά, ἡ ὁποία λειτουργεῖ κανονικά. Ἑπομένως, γιά τήν Θεολογία ὁ ἐγκεφαλικός θάνατος δέν ταυτίζεται μέ τόν ὁριστικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι αὐθαίρετη ἡ ταύτιση ἐγκεφαλικοῦ θανάτου καί ὁριστικοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου ἀκολουθεῖ τήν νέκρωση τῆς καρδιᾶς.
Ἡ ἰατρική, ὅμως, ἐφηῦρε αὐτό τό τέχνασμα τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου ὡς ὁριστικοῦ θανάτου, μέ σκοπό τήν λήψη ὀργάνων γιά μεταμοσχεύσεις[4].
Γ) Μεταμοσχεύσεις
Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς πρέπει νά ποῦμε ὅτι μόνο τά ἑξῆς εἴδη μεταμοσχεύσεων ἐπιτρέπονται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας. Ἡ μετάγγιση αἵματος, ἡ προσφορά ἑνός ἀπό τά διπλά ὄργανα (νεφροῦ), ἡ μεταμόσχευση ἱστῶν καί μυελῶν τῶν ὀστέων. Ὅλα τά ἄλλα εἴδη, ὅπως μεταμόσχευση ἥπατος, πνευμόνων, καρδιᾶς, ἀπαγορεύονται. Ὁ λόγος εἶναι προφανής. Γιά νά κάνουμε μεταμόσχευση, θά πρέπει τό ὄργανο νά εἶναι ἐν πλήρει λειτουργία, ζωντανό. Γιά νά εἶναι ζωντανό, θά πρέπει νά συνδέεται μέ τήν λειτουργοῦσα καρδιά. Ἄρα, ὅταν λειτουργεῖ ἡ καρδιά, λειτουργοῦν καί τά ὄργανα. Ὅταν νεκρώνεται ἡ καρδιά, νεκρώνονται καί τά ὄργανα. Στήν περίπτωση νεκρῆς καρδιᾶς, τά ὄργανα εἶναι ἄχρηστα γιά μεταμόσχευση, ἐφ’ὅσον δέν λειτουργοῦν. Στήν περίπτωση ζωντανῆς καρδιᾶς, τά ὄργανα εἶναι χρήσιμα γιά μεταμόσχευση. Ὅμως, τά χρειάζεται ὁ δότης, γιά νά ζήσει ὁ ἴδιος. Ἄρα, ὅταν παίρνουμε ἕνα ζωντανό ὄργανο τοῦ δότη, οὐσιαστικά τόν φονεύουμε, λέγοντάς του : «Πέθανε ἐσύ, γιά νά ζήσει κάποιος ἄλλος». Πόσο, ὅμως, ἔχουμε τό δικαίωμα νά ἀφαιρέσουμε τήν ζωή ἑνός, γιά νά ζήσει ὁ ἄλλος; Πῶς μποροῦμε νά φονεύσουμε ἕναν, γιά νά ζήσει ὁ ἄλλος; Πρέπει, ἐπίσης, νά λάβουμε ὑπ’ὄψιν τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος καί τήν πνευματική διάσταση, πού ἔχουν τάβασικά ὄργανά του, ὅπως ἐπίσης καί ὅτι τό σῶμα μας δέν μᾶς ἀνήκει, ἀλλά τό ὀφείλουμε στόν Θεό, καί δέν μποροῦμε νά τό διαχειριζόμασθε κατά τό δοκοῦν[5].
Δ) Εὐθανασία
Ἡ λέξη «εὐθανασία» προέρχεται ἀπό τό «εὖ θνήσκω» καί ἔχει τήν ἔννοιᾳ τοῦ ἐνδόξου, τοῦ ὡραίου, τοῦ ἥσυχου καί τοῦ φυσικοῦ θανάτου. Σήμερα ὡς «εὐθανασία» ὁρίζεται ἡ ἀνώδυνη θανάτωση κάποιου ἀπό εὐσπλαγχνία, ὁ ὁποῖος κρίνεται ὡς ἀνίατος καί βασανίζεται ἀπό ἀνυπόφορους πόνους.
Ὅμως, ὁ καλός ἤ κακός θάνατος δέν προσδιορίζεται ἀπό τήν ἐξωτερική μορφή του, ἀπό τήν εὐκολία, μέ τήν ὁποία ἐπέρχεται, ἀλλά ἀπό τήν ἐσωτερική κατάσταση, μέ τήν ὁποία τόν ἀντιμετωπίζει ὁ ἄνθρωπος. Ὁ καλός θάνατος δέν εἶναι πάντοτε εὔκολος, οὔτε ὁ εὔκολος θάνατος εἶναι πάντοτε καλός. Χαρακτηριστικά εἶναι τά ἐρωτήματα, πού διατυπώνει σχετικά μέ τό θέμα αὐτό ὁ ἱερός Χρυσόστομος : «Μήπως ἦταν κακός ὁ θάνατος τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, ἐπειδή ἀποκεφαλίσθηκε, ἤ τοῦ Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ἐπειδή λιθοβολίθηκε ἤ τῶν ἁγίων Ἀναργύρων, πού ἑορτάζουμε σήμερα, ἐπειδή κι αὐτοί θανατώθηκαν μέ πέτρα, ἤ ὅλων τῶν ἁγίων, ἐπειδή τελείωσαν μέ σκληρό τρόπο τήν ζωή τους»; Καί ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος : «Κακός δέν εἶναι ὁ θάνατος αὐτός, ἀλλά ὁ θάνατος μέσα στήν ἁμαρτία καί τήν ἀμετανοησία, πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν κόλαση».
Τό σοβαρώτερο, ὅμως, εἶναι ὅτι πάλι διαπράττουμε φόνο, σκοτώνουμε τόν ἀσθενή, δῆθεν ἀπό εὐσπλαγχνία, γιά νά τόν ἀπαλλάξουμε ἀπό τούς πόνους. Δέν ὑπολογίζουμε, ὅμως, ὅτι σέ αὐτές τίς ὁριακές καταστάσεις, ἰδίως τοῦ πόνου καί τοῦ θανάτου, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά μετανοήσει, νά ζητήσει συγχώρηση, νά δεῖ τήν ματαιότητα τῶν πραγμάτων καί νά πιστέψει στήν μετά θάνατον ζωή[6].
Ε) Παρεμβατική ἀναπαραγωγή
Ἡ παρεμβατική ἀναπαραγωγή ἐπινοήθηκε, γιά νά ἀντιμετωπισθεῖ ἡ ἀτεκνία. Δηλ. παρεμβαίνει ὁ ἄνθρωπος στήν φύση τοῦ ἀνδρογύνου μέ διάφορα ἰατρικά μέσα, ὥστε νά ἀποκτήσει τό ἀνδρόγυνο παιδιά. Αὐτή γίνεται εἴτε μέ ἐνδοσωματική εἴτε μέ ἐξωσωματική γονιμοποίηση, ἡ ὁποία, ὅμως, στό σύνολό της εἶναι προβληματική.
Ὅμως, ἡ ἀναπαραγωγή τοῦ ἀνθρώπου μέ τεχνητή γονιμοποίηση ἀποτελεῖ καινοφανή παρέμβαση στή δημιουργία καί ὡς ἐξ αὐτοῦ εἶναι ἀπορριπτέα. Ἐξ ἄλλου ἐμεῖς, ὡς Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ὀφείλουμε νά ἀκολουθοῦμε τήν Ἐκκλησία μας, ἡ ὁποία μᾶς ἔχει δώσει λύση στό πρόβλημα τῆς ἀτεκνίας. Καί ἡ λύση αὐτή δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν μίμηση τόσων στείρων καί σέ γεροντική ἡλικία ἀνδρογύνων τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, ὅπως τά ζεύγη Ἐλκανᾶ καί Ἄννης, Ζαχαρίου καί Ἐλισάβετ, Ἰωακείμ καί Ἄννης, τά ὁποία ἀντιμετώπισαν τήν στειρότητα καί τήν ἀτεκνία μέ νηστεία καί θερμή προσευχή, καί ὁ Κύριος, εἰσακούοντας τίς προσευχές τους, τούς χάρισε τούς εὐλογημένους καρπούς, τόν προφήτη Σαμουήλ, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο καί τήν Παναγία μας.
Λύση, ἐπίσης, ἀποτελεῖ καί ἡ εὐλογημένη ἀπό τήν Ἐκκλησία μας υἱοθεσία παιδιῶν, γιά τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία ἔχει εἰδική ἀκολουθία.
Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά συστήσει τήν καταφυγή στήν παρεμβατική ἀναπαραγωγή γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς ἀτεκνίας, παρά μόνο τήν ἐμμονή στά αἰώνια πρότυπά της. Ἐξ ἄλλου δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε ὅτι βρισκόμαστε στήν ἐποχή τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅπου τά ἰνεία δέν κατέχει πλέον ὁ γάμος, ὅπως στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά ἡ παρθενία, ὁ μοναχικός βίος, πού ἀποτελεῖ κατάπαυση τῆς τεκονογονίας. Ἐπίσης, πρώτιστος σκοπός τοῦ γάμου δέν εἶναι ἡ ἀπόκτηση παιδιῶν, ὅπως στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά ἡ ἁγιότητα, ἡ κατά χάριν θέωση τοῦ ἀνδρογύνου, καί ἐπακολουθεῖ ἡ τεκνοποίηση ὡς δευτερεύων σκοπός[7].
Ὅλα τά παραπάνω, ἀγαπητοί μου, μαρτυροῦν τήν ἐπιθυμία τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου νά ἐπιτύχει μιά ψευδαίσθηση ἐπίγειας ἀθανασίας, ἡ ὁποία τόν αποπροσανατολίζει ἀπό τόν τελικό σκοπό τῆς ὑπάρξεώς του, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν προσδοκία τῆς αἰωνιότητας, τήν πίστη στή νίκη τοῦ θανάτου διά τοῦ Χριστοῦ καί τέλος τήν κατά Χάριν θέωσή του. Αὐτή εἶναι ἡ σκληρή πραγματικότητα σήμερα, ἀγαπητοί μου, καθόλου εὐχάριστη, καθόλου ἐνθαρρυντική, ἄν θέλουμε νά δοῦμε ρεαλιστικά τά προβλήματα, πού εἰσήγαγε περίτεχνα ὁ πονηρός στίς ἡμέρες μας, ὥστε νά κερδίζει ἀκούραστα ψυχές. Ἄς θελήσουμε νά κατανοήσουμε τό μέγεθος καί τό βάρος τῶν προβλημάτων καί νά πάρουμε ἀρνητική θέση ἀπέναντί τους. Τό ὀφείλουμε στόν Θεό, στούς Ἁγίους Του, στούς σήμερον ἑορτάζοντας ἰατρούς Ἀναργύρους Κοσμᾶ καί Δαμιανό τούς Ρωμαίους , στήν κοινωνία καί πρώτιστα στόν ἑαυτό μας. Ἄς μήν καλυπτόμαστε πίσω ἀπό δικαιολογίες, ἀλλά ἄς ἀφήσουμε χῶρο γιά τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας. Ἡ εὐχή τῶν ἁγίων Ἀναργύρων ἄς μᾶς καταξιώσει νά καλλιεργοῦμε μέσα μας τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀποφεύγουμε πράξεις, πού λυποῦν τόν Θεό καί μᾶς καταδικάζουν.
[1] Σχ. βλ. Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, Δογματική καί συμβολική θεολογία Α΄˙ εἰσαγωγή στή θεολογική γνωσιολογία, ἐκδ. Πουρναρᾶς, Θεσ/κη 2000, σσ. 137-149, καί ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, «Ὀρθόδοξος πίστις καί φυσικαί ἐπιστήμαι»,ἐν ἐφημερίδᾳ ‘’Ὀρθόδοξος Τύπος’’ (13-02-2009) 5.
[2] Σχ. βλ. ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 382, 711.
[3] Ἔξ. 20,15. Σχ. βλ. ΙΕΡΕΥΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΩΚΑΣ, Ἁγιοδρόμιον˙ θεομητορικά κηρύγματα ἀπό τήν διακονίαν του θείου λόγου, τ. Α΄, Ἀργοστόλιον 1996.
[4] Σχ. βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ, Χριστιανική ]ηθική ΙΙ, ἐκδ. Πουρναρᾶς, Θεσ/κη 2003, σσ. 607-8.
[5] Αὐτόθι, σσ. 600-614 καί ΠΡΕΣΒ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΟΠΟΥΛΟΣ, «Ἐκκλησία καί μεταμοσχεύσεις», Θεοδρομία Ε1 (2003) 72-102, Ε2 (2003) 183-214.
[6] Σχ. βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ, Χριστιανική ἠθική ΙΙ, ἐκδ. Πουρναρᾶς, Θεσ/κη 2003, σσ.653-60 καί ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΡΑΔΗΜΟΥ, «Ἡ εὐθανασία˙ νομική, ἰατρική καί θεολογική θεώρηση», Θεοδρομία Ε2 (2003) 215-231.
[7] Σχ. βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 577-598.
https://sotiriosnavs.com/wp-content/uploads/2020/05/IMG_20200508_130841-rotated.jpg2020-07-02 22:19:55%ce%bf%ce%b9-%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%ce%b9-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%bf%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b7-%cf%83%cf%87%ce%b5%cf%83%ce%b7-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9