Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΚΑΙ THN ΙΕΡΑ ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ἡ Παναγία, οἱ αἱρετικοί, οἱ λατινόφρονες καί ἡ ἀπαράδεκτη οἰκουμενιστική ἐκμετάλλευσή της

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

15-08-2026

Μέ ἀφορμή τήν σημερινή μεγίστη Θεομητορική ἑορτή τῆς Κοιμήσεως καί ἱερᾶς Μεταστάσεως τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἐπιθυμοῦμε ἐν πρώτοις νά παραθέσουμε στήν ἀγάπη σας σέ μετάφραση τό Ἐγκώμιο τοῦ μεγάλου ὁμολογητοῦ, εἰκονοφίλου καί διακόψαντος τήν μνημόνευση, δηλ. ἀποτειχισμένου, ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἠμῶν Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου στήν Κοίμηση τῆς Ἁγίας Δέσποινάς μας Θεοτόκου[1], καί δεύτερον στή συνέχεια, ἐπικαιροποιῶντας τόν λόγο μας, νά ἀναφερθοῦμε, μέσα ἀπό διάφορα περιστατικά, στό θέμα : «Ἡ Παναγία, οἱ αἱρετικοί, οἱ λατινόφρονες καί ἡ ἀπαράδεκτη οἰκουμενιστική ἐκμετάλλευσή της».

Ἄς παρακολουθήσουμε, ὅμως, πρώτα τί λέγει ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης στό προαναφερθέν Ἐγκώμιο. 

«1. Ἄν καὶ ὁ λόγος ἀπαιτεῖ φωνὴ σάλπιγγος, ποὺ νὰ βγάζει βοή πιὸ δυνατὴ καὶ νὰ ταρακουνάει τὰ πέρατα, γιὰ νὰ ἐπαινέσει αὐτὴ τὴν ἱεροκήρυκτη ἡμέρα, κινδυνεύει, ὦ ἄνδρες, ἐπειδὴ βγαίνει ἀπὸ τὸ ἀδύναμο φωνητικό μου όργανο. ̓Αλλὰ, ἡ Βασίλισσα καὶ Κυρία τοῦ σύμπαντος, ἐπειδὴ δὲν εἶναι φιλόδοξη, ὁπωσδήποτε θὰ δεχθεῖ καὶ αὐτὸν τὸν δουλικό, σύντομο καί φτωχό μου λόγο, ὅπως καὶ τοὺς μεγαλήγορους καὶ τοὺς ἐντυπωσιακούς, ἐξευμενιζομένη ἀπὸ τὶς προσευχὲς τοῦ συντάκτη, ἀφοῦ ἡ φιλάγαθη ἕνα μόνο προσέχει, τήν πρόθεση.

Ἀλλ’ ἐμπρός, παρακαλῶ, ἃς συγκεντρωθεῖ ὅλη ἡ οἰκουμένη, ὅλοι οἱ ἱεράρχες καὶ ἱερεῖς, οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ μικτοί (ἔγγαμοι), οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες, οἱ ἄνδρες καὶ οἱ γυναῖκες, οἱ νέοι καὶ οἱ παρθένες, οἱ φυλὲς καὶ οἱ γλῶσσες, ὅλα τὰ γένη καὶ τὰ πλήθη, καὶ φορώντας τὰ ἐνδύματα τῶν ἀρετῶν, ντυμένη μὲ χρυσά κροσσωτά, κεντητά, ἄς προσέλθεις, λάμποντας ἀπὸ χαρὰ, γιὰ νὰ ἑορτάσεις τὴν ἑορτὴ τῆς Μαρίας, που γέννησε τὸν Κύριο, τήν Κοίμηση καὶ τὴν Μετάσταση. Γιατί, μεταβαίνει ἀπὸ ἐδῶ καὶ πηγαίνει σὲ ὄρη αἰώνια, στὸ πραγματικό ὄρος Σιών, στὸ ὁποῖο εὐαρεστεῖται νὰ κατοικεῖ ὁ Θεός, ὅπως ψάλλει ἡ λύρα τοῦ Δαβίδ[2]. Σήμερα, λοιπὸν, ὁ ἐπίγειος οὐρανός, τυλιγμένος μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας, ἀλλάζει τὴν διαμονή του μὲ καλύτερη καὶ αἰώνια. Σήμερα ἡ νοητὴ καὶ θεοφώτιστη σελήνη, συμπίπτοντας μὲ τὸν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, φεύγει βέβαια ἀπὸ τὴν ἐδῶ πρόσκαιρη ζωή, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἀνατέλλει, στολισμένη μὲ τὸ ἀξίωμα τῆς ἀθανασίας. Σήμερα ἡ κατασκευασμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ χρυσή κιβωτὸς τοῦ ἁγιάσματος, ἀναχωρώντας πρὸς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, μεταφέρεται σὲ ἀτελείωτη ἀνάπαυση, καὶ ὁ Θεοπάτωρ Δαβίδ, σὰν ἄλλος κιθαριστής, μελωδώντας, μᾶς ἀναγγέλλει ὅλα ἐκεῖνα. Γιατί, λέγει· «Θὰ ὁδηγηθοῦν στὸν βασιλιὰ παρθένες»[3], δηλ. θὰ ὁδηγηθοῦν πίσω ἀπὸ αὐτὴν ψυχές.

2. Τώρα, λοιπὸν, ἡ Θεοτόκος, κλείνοντας τὰ αἰσθητά μάτια, ἀνοίγει σ΄ ἐμᾶς τὰ νοητά μάτια της, σὰν λαμπεροὺς καὶ μεγάλους φωστήρες, τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν βασίλεψαν, γιὰ νὰ ἀγρυπνοῦν καὶ νὰ ἐξευμενίζουν τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν βοήθεια τοῦ κόσμου. Τώρα, ἀφοῦ σώπασε τὰ θεοκίνητα χείλη της, μὲ τὴν ἔναρθρη φωνή ἀνοίγει λαλίστατο γιὰ πάντα τὸ μεσιτευτικό της στόμα γιὰ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Τώρα, ἀφοῦ μάζεψε τίς σωματικὲς καὶ θεοφόρες παλάμες της, τίς παρουσιάζει, ἀφθαρτοποιημένη, ὑψωμένες πρὸς τὸν Δεσπότη, παρακαλώντας γιά ὅλη τὴν οἰκουμένη. Ἀφοῦ τώρα ἔκρυψε τὸ ὅμοιο μὲ τὸν ἥλιο καὶ φυσικὸ πρόσωπό της, ἀκτινοβολεῖ μὲ τὴν ζωγραφιστή εἰκόνα της, τὴν ὁποία προβάλλει στοὺς λαοὺς, γιὰ νὰ τὴν ἀσπασθοῦν εὐεργετικὰ μὲ σχετική προσκύνηση, ἔστω καὶ ἂν οἱ αἱρετικοὶ δὲν θέλουν. Ἄν καὶ δηλαδὴ ἡ πάναγνη περιστερὰ πέταξε πρὸς τὰ ἄνω, δὲν παύει νὰ προστατεύει τὰ κάτω. Ἄν καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ σῶμα, μὲ τὸ πνεῦμα της εἶναι μαζί μας. Πηγαίνοντας στοὺς οὐρανούς, ἀπομακρύνει τοὺς δαίμονες, μεσιτεύοντας πρὸς τὸν Κύριο. Παλαιότερα, μὲ τὴν προμήτορα Εὔα, μπαίνοντας ὁ θάνατος, κυριάρχησε σ’ ὅλο τὸν κόσμο. Τώρα, ὅμως, συναντώντας τὴν μακαρία θυγατέρα της, ἀποκρούσθηκε, δεχόμενος τὴν ἧττα ἀπὸ ἐκεῖ, ἀπὸ ὅπου εἶχε ἐπιτύχει τὴν ἐπικράτηση. Ἄς ἀγάλλεται, λοιπὸν, τὸ γένος τῶν γυναικῶν, κληρονομώντας δόξα ἀντὶ τῆς ντροπῆς. Ἄς εὐφραίνεται ἡ Εὐα. Γιατὶ, δὲν εἶναι πιά καταραμένη, ἀφοῦ φέρει τὴν Μαρία ἀπόγονό της εὐλογημένο. Ἄς σκιρτᾶ ὅλη ἡ κτίση, ἀντλώντας τά νάματα τῆς ἀφθαρσίας μυστικὰ ἀπὸ τὴν παρθενικὴ πηγή, καὶ καταπαύοντας τὴν θανατηφόρα δίψα της.

Αὐτὰ ἑορτάζουμε σήμερα. Τόσο μεγάλα εἶναι αὐτὰ, ποὺ ὑμνολογοῦμε, τὰ ὁποῖα μᾶς χαρίζει ἡ ρίζα τοῦ Ἰεσσαὶ, ποὺ βλάστησε τὸν Χριστό˙ ἡ ράβδος τοῦ  ̓Ααρών, ποὺ βλάστησε˙ ὁ νοητός παράδεισος τοῦ δένδρου τῆς ζωῆς˙ τὸ ἔμψυχο λιβάδι τῶν παρθενικῶν ἀρωμάτων˙ τὸ καλλιεργημένο ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀμπέλι, ποὺ ἄνθισε καὶ παρήγαγε τὸ ὥριμο σταφύλι, πού στάζει ζωή˙ ὁ ὑψηλὸς καὶ ὑπερυψωμένος χερουβικός θρόνος τοῦ Παμβασιλέως˙ ὁ οἶκος ὁ γεμᾶτος ἀπὸ τὴν δόξα τοῦ Κυρίου˙ τὸ ἅγιο καταπέτασμα τοῦ Χριστοῦ˙ ὁ πιό φωτεινός τόπος τῆς  ̓Ανατολῆς, ποὺ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ δικαιοσύνη. Πού κοιμήθηκε δηλαδή, ἀλλὰ δὲν πέθανε˙ πού μετατέθηκε, ἀλλὰ δὲν ἔπαψε νὰ ὑπερασπίζεται τὸ ἀνθρώπινο γένος. Μὲ ποιόν λόγο, λοιπὸν, νὰ σοῦ παρουσιάσουμε μυστήριο, ποὺ ἀδυνατοῦμε νὰ τὸ καταλάβουμε, δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἐκφράσουμε, καὶ τρομάζουμε νὰ τὸ περιγράψουμε, γιατί εἶναι παράδοξο καὶ ὑψηλὸ καὶ ὑπερβαίνει κάθε νοῦ; Γιατὶ, δὲν κοινωνεῖ καὶ συμπεριφέρεται ὅπως οἱ ἄλλοι, γιὰ νὰ δώσουμε ἀποδείξεις ἀπὸ τὰ δικά μας, ἀλλὰ, παίρνοντας μὲ εὐσέβεια ἀπὸ αὐτὰ, ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ μᾶς, παραχωροῦμε μόνο σ’ ἐσένα ὅσα εἶναι ὑπεράνθρωπα. Πράγματι, ἄλλαξες τήν φύση μὲ τὴν ἀπερίγραπτη γέννηση. Γιατί, ποῦ ἄκουσε κανείς παρθένο νὰ συλλαμβάνει ἀσπόρως; Πόσο μεγάλο ἀλήθεια θαῦμα! Αὐτὴν, ποὺ ὡς μητέρα εἶναι λεχώνα, τὴν βλέπει νὰ εἶναι ἀδιάφθορη παρθένος, ἐπειδὴ αὐτὸ, ποὺ γεννήθηκε, εἶναι Θεός. Διαφέροντας, λοιπὸν, ὡς πρὸς αὐτὸ καὶ στὴν ζωηφόρο Κοίμησή σου, ἔχεις μόνη ἐσὺ τὴν ἀφθαρσία καὶ στὶς δύο περιπτώσεις.

3. ̓Αλλὰ, ἂς μᾶς διηγηθεῖ ἡ Σιὼν τὰ παράδοξα τῆς ἡμέρας. Εἶχε συμπληρωθεῖ τὸ ὅριο τῆς ζωῆς της. Εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα τῆς ἀναχωρήσεως. Προαισθάνθηκε σὰν Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡ Παναγία τὴν στιγμὴ τῆς μεταστάσεώς της. Πόσο μεγαλύτερο ἄλλωστε χρόνο, φιλόχριστοί μου, θὰ μποροῦσε νὰ δώσει κανείς, βλέποντάς τα ὅλα ὡς δοῦλος, στήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀρχιπροφήτιδα; Καὶ ὅταν τὰ αἰσθάνθηκε αὐτὰ καὶ τὰ ἔμαθε, τί μᾶς παρουσιάζει ὁ λόγος ὅτι εἶπε; «Ἦρθε ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου μου. Ἦρθε ὁ χρόνος τῆς ἀποδημίας μου σ’ Ἐσένα. Ἄς παρουσιαστοῦν αὐτοὶ, ποὺ θὰ τελέσουν τὰ ἐντάφια νόμιμα, Δέσποτα. Ἄς ἔρθουν οἱ ὑπηρέτες, ποὺ θὰ βοηθήσουν στήν κηδεία. Καὶ στὰ χέρια Σου βέβαια θὰ παραδώσω τὸ Πνεῦμα μου, ἐνῶ στις παλάμες τῶν μαθητῶν Σου τὸ ἀνέγγιχτο καὶ θεοδόχο σῶμα μου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀνέτειλες Ἐσὺ ἡ ἀθανασία, γιὰ νὰ τὸ κηδέψουν. Ἄς παραστοῦν οἱ διασκορπισμένοι στά πέρατα τῆς γῆς, γιὰ νὰ χαροῦν, οἱ κήρυκες καὶ ὑπηρέτες τοῦ Εὐαγγελίου Σου. Καὶ ἐφ’ὅσον συγκατατέθηκες, ἐπειδὴ ἦταν ἀνάγκη, νὰ μετατεθεῖ ὁ δίκαιος Ἐνώχ, ἐνῷ ἀκόμα ζοῦσε, καὶ ὁ Θεσβίτης Ἠλίας νὰ ἀναληφθεῖ μὲ πύρινο ἅρμα φανερὰ πρὸς ἄγνωστες χώρες, καὶ νὰ περιμένουν καὶ οἱ δύο τὴν φρικτή σου καὶ ὁλοφώτιστη Δευτέρα Παρουσία, καθὼς ἐπίσης καὶ ὁ προφήτης Ἀββακούμ νά μεταφερθεῖ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ στήν Βαβυλώνα γιὰ τὴν ἀνάγκη τοῦ Δανιήλ καὶ νὰ ἐπιστρέψει πίσω μὲ τρόπο θαυματουργικό, τί δὲν Σοῦ εἶναι δυνατόν, ἀρκεῖ μόνο νὰ τὸ θελήσεις»;

Μόλις τὰ εἶπε αὐτὰ ἡ Πανύμνητη, ἀμέσως καὶ ἡ δωδεκάδα τῶν Ἀποστόλων ἔφτασε, ὁ καθένας ἀπὸ ἄλλο τόπο, μεταφερόμενοι ἀναπαυτικὰ πάνω στὰ φτερὰ τοῦ Πνεύματος σὰν σὲ σύννεφα, στή νεφέλη τοῦ φωτός. Τί εἶπε, λοιπὸν, ἡ θεώνυμη καὶ πολυώνυμη καὶ μεγαλώνυμη; Στρέφοντας τριγύρω τὰ μάτια της, καθὼς ἦταν ξαπλωμένη, καὶ, βλέποντας αὐτοὺς, ποὺ ζητοῦσε, εἶπε· «Ἄς ἀγάλλεται ἡ ψυχή μου γιὰ τὸν Κύριο καὶ ἂς εἶναι τὸ ὄνομα αὐτὸ (τὸ ὄνομα «Κύριος») ἡ χαρά, ὁ ἔπαινος καὶ ἡ μεγαλωσύνη σ’ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ἐπειδὴ μοῦ συγκέντρωσε τοὺς θεμελίους τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ μοῦ συγκέντρωσε τοὺς ἄρχοντες τῆς οἰκουμένης, τοὺς θαυμασίους ὑπηρέτες τῆς κηδείας μου. Πόσο μεγαλοφυές ἀλήθεια θαῦμα! Τί ἔργο μητρικῆς ἀφοσίωσης! Τί δῶρο υἱϊκῆς ἀγάπης! Ὁ οὐρανὸς μοῦ ἔγινε δωμάτιο, ποὺ ἔχει μέσα του τοὺς φωστῆρες τοῦ κόσμου. Ἡ ὀροφή μεταβλήθηκε σὲ ναὸ τοῦ Κυρίου, ποὺ μοῦ παρουσίασε τοὺς διδασκάλους καὶ λειτουργούς. Τὸ ἰουδαϊκό σύστημα δὲν θὰ ξαναεπιχειρήσει πιὰ ἐναντίον μου ἀσχημοσύνη. Τὸ ἱερατικό βουλευτήριο δὲν θὰ ἐξοπλίσει πιὰ ἐναντίον μου τὸ ἀδιάντροπο χέρι του, γιὰ νὰ μὲ σκοτώσει». Παλαιά βέβαια οἱ αἱμοδιψεῖς εἶχαν ἐπιχειρήσει νά σκοτώσουν, μαζὶ μὲ τὸν Υἱὸ, καὶ τὴν Μητέρα Του, ἀλλὰ ἀστόχησαν, ἐπειδὴ τοὺς ἐμπόδιζε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἡ θεία Πρόνοια. «Τώρα πηγαίνω σὲ ἀσφαλεῖς κατοικίες, σὲ ἀσφαλεῖς καὶ ἀνενόχλητες ἀναπαύσεις, ὅπου δὲν στήνει ὁ ἐχθρὸς τὶς ἐνέδρες τῆς κακίας, ὅπου θὰ δῶ τὴν εὐχαρίστηση τοῦ Κυρίου, καὶ θὰ ἐπισκεφθῶ τὸν ναό, ἐγὼ ὁ πάμφωτος ναός Του».

4. Ὅμως, τί λένε σ’ αὐτὴν, εἴτε ἀπὸ μόνοι τους, εἴτε ἐπιλέγοντάς τα ἀπὸ τὰ στόματα τῶν προφητῶν, οἱ μακάριοι Ἀπόστολοι;

α΄. Χαῖρε, λένε, κλίμακα στηριγμένη ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανό, μέσῳ τῆς ὁποίας ἔγινε ἡ κάθοδος καὶ ἄνοδος τοῦ Κυρίου μας στοὺς οὐρανούς, σύμφωνα μὲ τὸν μεγάλο πατριάρχη Ἰακώβ[4].

β΄. Χαῖρε, βάτε θαυμασιώτατη, μὲ τὴν ὁποία ἐμφανίσθηκε Ἄγγελος Κυρίου μὲ τὴν μορφὴ πύρινης φλόγας, τὴν ὁποία (βάτο), ἐνῶ τὴν ἔφλεγε ἡ φωτιά, δὲν τὴν ἔκαιε, σύμφωνα μὲ τὸν Θεόπτη Μωϋσῆ[5].

γ΄. Χαῖρε, Θεόδεκτε πόκε, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔτρεξε ἡ οὐράνια δροσιά, μιά λεκάνη γεμάτη νερό, σύμφωνα μὲ τὸν θαυμάσιο Γεδεών[6].

δ΄. Χαῖρε, πόλη τοῦ μεγάλου βασιλιά, τὴν ὁποία ἐξυμνοῦν, θαυμάζοντάς την, οἱ βασιλεῖς, μετὰ τὸν ψαλμωδό Δαβίδ.

ε΄. Χαῖρε, νοητὴ Βηθλεέμ, ὁ Οἶκος τοῦ Ἐφραθᾶ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθε ὁ βασιλιὰς τῆς δόξης, γιὰ νὰ εἶναι ἄρχοντας τοῦ Ἰσραήλ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχὴ ξεπερνᾶ τὴν ἀρχὴ τῶν ἡμερῶν τῆς δημιουργίας, σύμφωνα μὲ τὸν θεϊκώτατο Μιχαία[7].

στ΄. Χαῖρε, τὸ κατάφυτο παρθενικὸ ὄρος, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἦρθε ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ, σύμφωνα μὲ τὸν θεόπνευστο Ἀββακούμ[8].

ζ΄. Χαῖρε, λυχνία χρυσοστόλιστη καὶ φωτοφόρε, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔλαμψε σ’ αὐτοὺς, ποὺ κάθονταν στὸ σκοτάδι καὶ στὴν σκιὰ τοῦ θανάτου, τὸ ἀπλησίαστο φῶς τῆς Θεότητος, σύμφωνα μὲ τὸν θεόπνευστο Ζαχαρία[9].

η΄. Χαῖρε, τὸ παγκόσμιο ἱλαστήριο τῶν ἀνθρώπων, μέσῳ τοῦ ὁποίου, ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου μέχρι τὴν δύση, δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου στὰ ἔθνη, καὶ σὲ κάθε τόπο προσφέρεται θυμίαμα στὸ ὄνομά Του, σύμφωνα μὲ τὸν ἁγιώτατο Μαλαχία[10].

θ΄. Χαῖρε, ἀνάλαφρη νεφέλη, στὴν ὁποία κάθισε ὁ Κύριος, σύμφωνα μὲ τὸν ἱεροφωνότατο Ἠσαΐα[11].

ι΄. Χαῖρε, ἱερὴ βίβλος τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, καὶ ο Θεοχάρακτος νόμος τῆς Χάριτος, διὰ τῆς ὁποίας εἶναι σὲ μᾶς γνωστὰ αὐτὰ, ποὺ ἀρέσουν στὸν Θεό, σύμφωνα μὲ τὸν πολυθρηνότατο Ἰερεμία[12].

ια΄. Χαῖρε, πύλη κλεισμένη, μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία μπῆκε καὶ βγῆκε ὁ Κύριος καὶ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, σύμφωνα μὲ τὸν θεοπτικώτατο Ἰεζεκιήλ[13].

ιβ΄. Χαῖρε, τὸ ἀλάξευτο ἀπὸ χέρια ὑψηλὸ ὄρος, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀποκόπηκε ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος, σύμφωνα μὲ τὸν θεολογικώτατο Δανιήλ[14].

5. Καὶ ποιὸς νοῦς μπορεῖ νὰ χωρέσει, ἢ ποιὸς λόγος νά φθάσει ὅλα ὅσα ἔψαλαν, εἶπαν καὶ εὐχήθηκαν οἱ θεολόγοι; Ἀλλ’ ὅταν τέλεσαν αὐτὰ, ποὺ ἔπρεπε, κατὰ τρόπον ἱερὸ καὶ ἅγιο, νά, ἦρθε καὶ ὁ Κύριος μὲ τὴν δοξασμένη ἰσχύ Του καὶ ὅλη τὴν στρατιὰ τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ οἱ Ἀσώματοι βέβαια Ἄγγελοι ὑπηρετοῦσαν ἀόρατα, ἐνῶ οἱ Ἀπόστολοι σωματικὰ ὑμνολογοῦσαν τὴν θεϊκὴ μεγαλειότητα. Ἡ πανήγυρη ἦταν ἀνάμικτη, ἀδελφοί, καὶ ἡ συνοδεία οὐράνια καὶ ἐπίγεια (καὶ ἂς μὴ φαίνεται παράξενος ὁ λόγος, περιγράφοντας τὰ θεοπρεπῆ), Ἀγγέλων, Ἀρχαγγέλων, Κυριοτήτων, Θρόνων, ̓Αρχῶν, Ἐξουσιῶν, Δυνάμεων, τῶν Χερουβικῶν καὶ Σεραφικῶν, Ἀποστόλων, Μαρτύρων, Δικαίων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἄλλοι ἔτρεχαν μπροστά, ἄλλοι πήγαιναν νὰ τοὺς προϋπαντήσουν, ἄλλοι ἦταν ὁδηγοί, ἄλλοι προπορεύονταν, καὶ ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν, ἐνῶ ἄλλοι παρακολουθοῦσαν, καὶ ὅλοι μὲ μιὰ φωνὴ φώναζαν μὲ χαρά· «Ψάλετε στὸν Κύριο· δοξολογεῖστε τὸν Κύριο· εὐλογημένος ὁ Κύριος γιὰ τὸ δίκαιο καὶ ἅγιο ὄρος Του· καὶ ἂς σηκωθεῖ ὁ οὐρανὸς ψηλὰ στὸ διάστημα». Ποιος, λοιπόν, φιλόχριστοί μου, στοὺς αἰῶνες ἄκουσε τέτοια ἐκφορά νεκροῦ; Ποιός εἶδε τόσο μεγάλη προπομπή κηδείας; Ποιός αἰσθάνθηκε τέτοια συνοδεία ποτέ, σὰν αὐτὴν ποὺ ἀξιώθηκε ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου; Καὶ ἦταν πολύ φυσικό, γιατί κανένας δὲν εἶχε φανεῖ ἀνώτερος ἀπὸ αὐτήν, ἡ ὁποία ἦταν ἀνώτερη ὅλων.

Τρέμει ἀπὸ συγκίνηση τὸ πνεῦμα μου, Παρθένε, ὅταν θυμᾶμαι τὸ μεγαλεῖο τῆς Μεταστάσεώς σου. Μένει κατάπληκτος ὁ νοῦς μου, ἀναλογιζόμενος τὴν θαυμάσια Κοίμησή σου. Δένεται ἡ γλώσσα μου, ὅταν διηγεῖται τὸ μυστήριο τῆς ἀναβιώσεώς σου. Γιατὶ, ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ κάνει ἐπάξια νὰ ἀκουστοῦν ὅλοι οἱ ἔπαινοί σου, καὶ θὰ διηγηθεῖ ὅλα τὰ θαυμαστά σου; Ποιός νοῦς, ποὺ διαθέτει ὕφος ὑψηλὸ, θὰ τὰ διακηρύξει; Ποιὰ γλῶσσα μεγαλήγορη θὰ φωνάξει δυνατὰ καὶ θὰ διηγηθεῖ τὰ δικά σου, θὰ παρουσιάσει καὶ θὰ προβάλει τὰ λόγια σου, ἢ θὰ φθάσει νὰ περιγράψει τίς θαυμάσιες τελετές, τίς πανηγύρεις, τίς ἑορτές, τίς διηγήσεις καὶ τὰ ἐγκώμια, ὅταν καὶ γιὰ τὸ τωρινό μυστήριο ἀδυνατεῖ, ἐξασθενεῖ, ἀποτυγχάνει καὶ ἐπικρίνεται; Γιατὶ, ὑπερέχεις, ὑπερβάλλεις, εἶσαι ἀσύγκριτα ἀνώτερη, ὡς πρὸς τὸ ὕψος καὶ τὸ μέγεθος, ἀπὸ τὸν ἀνώτατο πόλο˙ ὡς πρὸς τὴν λαμπρότητα τῆς καθαρότητός σου, ἀπὸ τὸ ἡλιακὸ φῶς˙ ὡς πρὸς τὴν οἰκείωση τῆς παρρησίας, ἀπὸ τὴν ἀγγελική τάξη, καὶ ἀπὸ ὅλη τὴν ἄϋλη καὶ λογικὴ οὐσία τῶν νοητῶν καὶ τῶν νοερῶν Δυνάμεων».

Ἀδελφοί μου!

Ἡ κοιμηθείσα, ἀναστηθεῖσα, ἀναληφθείσα, ἐκ δεξιῶν τοῦ Υἱοῦ της καθίσασα καί ἀπό τότε πολιτογραφειθείσα καί μόνη ἤδη μετέχουσα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν Κυρία Θεοτόκος, εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία ἀποστρέφεται καί κηρύττει ὡς ἐχθρούς δικούς της, ἀλλά καί τοῦ Υἱοῦ της, τούς αἱρετικούς, τούς λατινόφρονες καί τούς οἰκουμενιστές, ὅπως αὐτό ἐμφαίνεται ἀπό τά κάτωθι ἀκολουθοῦντα περιστατικά.

i. Οἱ δύο λόγοι τοῦ ἐχθροῦ τῆς Θεοτόκου αἱρετικοῦ Νεστορίου στό κελί τοῦ ἀββᾶ Κυριακοῦ, πού ἐμπόδιζαν τήν εἴσοδό της

Ὁ ἀββὰς Κυριακός (5ος – 6ος αἰ.) ἦταν πρεσβύτερος στὴ λαύρα τοῦ Καλαμῶνος, κοντὰ στὸν ποταμὸ Ἰορδάνη. Κάποτε διηγήθηκε τὰ ἕξης :

«Μιὰ νύχτα εἶδα στὸν ὕπνο μου νὰ στέκουν ἔξω ἀπὸ τὸ κελί μου μία πορφυροντυμένη γυναῖκα μὲ σεμνὴ ἐμφάνιση καὶ δύο ἄνδρες ἱεροπρεπεῖς καὶ σεβάσμιοι. Κατάλαβα πὼς ἡ γυναῖκα ἦταν ἡ ἴδια ἡ Υπεραγία Θεοτόκος, ἐνῶ ἀπὸ τοὺς ἄνδρες, ὁ ἕνας ἦταν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καὶ ὁ ἄλλος ὁ Τίμιος Πρόδρομος.

Βγῆκα ἀπὸ τὸ κελί καὶ τοὺς παρακάλεσα νὰ περάσουν μέσα, γιὰ νὰ τὸ εὐλογήσουν. Ἡ Θεοτόκος, ὅμως, ἀρνήθηκε. Ἐγὼ ἐπέμεινα γιὰ πολλὴ ὥρα νὰ τὴν παρακαλῶ, ὁπότε ἐκείνη ἀποκρίθηκε αὐστηρὰ : «Ἔχεις τὸν ἐχθρὸ μου στὸ κελί σου καὶ πῶς θέλεις νὰ μπῶ»; Αὐτὸ εἶπε κι ἔφυγε.

Ὅταν ξύπνησα, ἄρχισα νὰ σκέπτομαι στενοχωρημένος, μήπως ἁμάρτησα μὲ τὸν λογισμὸ ἀπέναντί της. Στὸ κελί μου δὲν ὑπῆρχε ἄλλος κανεὶς, παρὰ μόνο ἐγώ. Γιὰ πολλὴ ὥρα ἐξέταζα τὸν ἑαυτὸ μου, ἀλλὰ δὲν βρῆκα νὰ ἔσφαλα σὲ τίποτε ἀπέναντί της.

Σηκώθηκα τότε πολὺ λυπημένος καὶ πῆρα νὰ διαβάσω ἕνα βιβλίο, γιὰ νὰ διώξω τὴ λύπη μὲ τὴν ἀνάγνωση. Τὸ βιβλίο ἦταν τοῦ ἁγίου Ἠσυχίου, πρεσβυτέρου τῶν Ἱεροσολύμων. Καθὼς τὸ ξεφύλλιζα, βρῆκα πρὸς τὸ τέλος δύο λόγους τοῦ δυσσεβοῦς Νεστορίου. Κατάλαβα ἀμέσως ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἐχθρὸς τῆς Θεοτόκου. Σηκώθηκα τότε καὶ τὸ ἐπέστρεψα σ’ αὐτόν, ποὺ μοῦ τὸ εἶχε δώσει, λέγοντας : «Πάρε τὸ βιβλίο σου, ἀδελφέ, γιατὶ περισσότερο ζημιώθηκα, παρὰ ὠφελήθηκα».

Κι ὅταν τοῦ ἐξήγησα τὰ συμβάντα, ἔκοψε μὲ ζῆλο τοὺς δύο λόγους τοῦ Νεστορίου καὶ τοὺς πέταξε στὴ φωτιά, λέγοντας : «Δὲν θὰ παραμείνει στὸ κελί μου ὁ ἐχθρὸς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας».

ii. Ἡ αἱρετικὴ πατρικία Κοσμιανή, πού ἐμποδιζόταν ἀπό τήν Παναγία νά προσκυνήσει τόν Πανάγιο Τάφο

Κάποια πατρικία, ποὺ λεγόταν Κοσμιανή (6ος αἰ.), ἦρθε μιὰ νύχτα νὰ προσκυνήσει τὸν Πανάγιο Τάφο στὴν Ἱερουσαλήμ. Καθὼς πλησίαζε, τῆς παρουσιάσθηκε ἡ Κυρία Θεοτόκος μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες καὶ τῆς εἶπε : «Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μπεῖς ἐδῶ, γιατὶ δὲν εἶσαι δικὴ μας».

Τὸ εἶπε αὐτό, γιατὶ ἡ Κοσμιανή ἀνῆκε στὴν αἵρεση τοῦ μονοφυσίτη Σεβήρου. Ἐκείνη, ὅμως, ἐπέμενε καὶ παρακαλοῦσε νὰ τῆς ἐπιτρέψει τὴν εἴσοδο. Τότε ἡ Θεοτόκος ἀποκρίθηκε : «Εἶναι ἀδύνατο νὰ μπεῖς ἐδῶ μέσα, ἂν προηγουμένως δὲν ἔρθεις σὲ μυστηριακὴ κοινωνία μ’ ἐμᾶς».

Κατάλαβε τότε ἡ πατρικία ὅτι ἡ εἴσοδός της ἐμποδίζεται, ἐπειδὴ εἶναι αἱρετική, καὶ ὅτι, ἂν δὲν προσέλθει στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δὲν πρόκειται νὰ προσκυνήσει τὸν Πανάγιο Τάφο.

Ἔτσι κι ἔκανε. Πρῶτα – πρῶτα ἐγκατέλειψε τὴν αἵρεση τοῦ Σεβήρου, κι ὕστερα μετανοημένη κάλεσε τὸν Διάκονο καὶ μετέλαβε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Τότε προχώρησε ἀνεμπόδιστα καὶ προσκύνησε τὸ Ζωοποιὸ μνῆμα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ[15].

 iii. Οἱ ἅγιοι ἔνδοξοι ὁσιομάρτυρες Πατέρες τῆς Ἱ. Μ. Ζωγράφου Ἁγίου Ὄρους καὶ ἡ Παναγία τοῦ «Χαίροβο» ἢ Προαγγελλομένη (22 – 09)

Μὲ τὴν ψευδοσύνοδο, ποὺ συνεκάλεσε ὁ τότε αἱρετικὸς πάπας Οὐρβανός στὴ Λυών τὸ 1274, ἔγινε ἡ πρώτη σοβαρὴ ἀπόπειρα «ἑνώσεως» ἢ γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβέστεροι, ὑποδουλώσεως τῶν Ὀρθοδόξων στοὺς αἱρετικοὺς Λατίνους. Στὴν ψευδοσύνοδο αὐτὴ συμμετεῖχαν δυστυχῶς καὶ ἐκπρόσωποι τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ ἀρχηγὸ τὸν πρώην Πατριάρχη Γερμανὸ Γ’, λόγῳ ἀρνήσεως τοῦ κανονικοῦ Πατριάρχου Ἰωσὴφ (καὶ τοῦ εὐσεβοῦς ποιμνίου του νὰ συμμετάσχει σ’ αὐτήν.) Ἡ αὐτοκρατορικὴ πρεσβεία, ποὺ ἐπίσης συμμετεῖχε, ἐνεχείρησε στὴν ψευδοσύνοδο, χωρὶς κανένα θεολογικὸ διάλογο, γραπτὴ ὁμολογία πίστεως ἐκ μέρους τοῦ λατινόφρονος αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Η’ τοῦ Παλαιολόγου, βάσει τῆς ὁποίας ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία δέχονταν τὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα, τὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ (filioque), καθὼς καὶ τὸ καθαρτήριο πῦρ.

Μετὰ τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Λυών, ὁ αὐτοκράτορας ἔθεσε σὲ ἐφαρμογὴ τὶς ἀποφάσεις της. Ἀντικατέστησε τὸν ἀνθενωτικὸ Πατριάρχη Ἰωσὴφ μὲ τὸν λατινόφρονα Ἰωάννη IA΄ Βέκκο, διέταξε νὰ ἐγγραφεῖ τὸ ὄνομα τοῦ αἱρεσιάρχη Πάπα στὰ δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας καὶ κήρυξε ἐπίσημα τὴν «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» στὶς 16 Ἰανουαρίου 1275.

Οἱ μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀρχικὰ ἀπέστειλαν δύο ἐπιστολὲς (μία στὸν αὐτοκράτορα καὶ μία στὴ Σύνοδο τοῦ Πατριάρχου Ἰωάννη Βέκκου), μέσα ἀπὸ τὶς ὁποῖες τοὺς συμβούλευαν καὶ ταυτόχρονα τοὺς ἤλεγχαν γιὰ τὴν πολιτικὴ τῆς «ἑνώσεως» τῶν δύο «Ἐκκλησιῶν». Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας καὶ ὁ Πατριάρχης Βέκκος παρέλαβαν τὶς ἐπιστολές, ἔγιναν ἔξω φρενῶν καὶ, λαμβάνοντας στρατὸ, ἦρθαν στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ ἄρχισαν νὰ φονεύουν, νὰ πνίγουν καὶ νὰ ἀπαγχονίζουν ὁποιονδήποτε μοναχὸ τολμοῦσε νὰ τοὺς ἐλέγξει καὶ νὰ ἀντιταχθεῖ στὰ φιλενωτικά τους σχέδια.

Ἐνῶ οἱ λατινόφρονες συνέχιζαν νὰ λεηλατοῦν τὰ πάντα στὸ πέρασμά τους, ἔφθασαν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ζωγράφου, προκειμένου νὰ ὑποτάξουν ὅσους μοναχοὺς κοινοβίαζαν ἐκεῖ. Ὅμως, ἡ Κυρία Θεοτόκος δὲν ἄφησε ἀπροειδοποίητους τοὺς δούλους της. Λίγο ἔξω ἀπὸ τὴ Μονή, ἀσκήτευε σὲ ἕνα κελλάκι ἕνας πολὺ ἐνάρετος γέροντας. Αὐτὸς νήστευε καὶ ἀγρυπνοῦσε τακτικά, ἐνῶ εἶχε τὴν εὐλογημένη συνήθεια νὰ λέει πολλὲς φορὲς τὴν ἡμέρα τὸν Ἀρχαγγελικὸ ὕμνο, δηλαδὴ τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας.

Ἡ συνοδεία τῶν λατινοφρόνων πλησίαζε στὴν Ἱερὰ Μονὴ. Ὁ μοναχός, κατὰ τὴν συνήθειά του, ἔλεγε γονατιστὸς τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Θεοτόκου. Ὅταν δὲ ἔφθασε στὸν στίχο «Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε», τότε ἀπάντησε ἡ Παναγία ἀπὸ τὴν εἰκόνα της : «Χαῖρε καὶ σύ, γέρων τοῦ Θεοῦ»! Ὁ γέροντας τρόμαξε. «Μὴ φοβοῦ»! συνέχισε ἡ φωνὴ ἐκ τῆς εἰκόνος, «ἀλλ’ ἀπελθὼν ταχέως εἰς τὴν Μονήν, ἀνάγγειλον τοῖς αδελφοῖς καὶ τῷ Καθηγουμένῳ ὅτι οἱ ἐχθροὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν. Ὅστις οὖν ὑπάρχει ἀσθενὴς τῷ πνεύματι ἐν ὑπομονῇ κρυβήτω, ἕως τοῦ παρελθῆναι τόν πειρασμόν. Οἱ δὲ στεφάνων μαρτυρικῶν ἐφιέμενοι, παραμενέτωσαν ἐν τῇ Μονῇ. Ἄπελθε οὖν ταχέως».

Μόλις ὁ Γέροντας ἔφθασε στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς εἶδε παράδοξο πράγμα καὶ ἐξέστη. Εἶδε τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος, μπροστὰ στὴν ὁποία συνήθιζε νὰ διαβάζει τοὺς Χαιρετισμοὺς στὸ κελλὶ του, νὰ εἶναι τοποθετημένη στὴν πύλη τῆς Μονῆς! Ἀφοῦ τὴν προσκύνησε μέχρι ἐδάφους, τὴν πῆρε στὰ χέρια του καὶ μὲ αὐτὴ πῆγε στὸν ἠγούμενο καὶ τοῦ εἶπε καταλεπτῶς τὴν ὑπόθεση.

Ἀφοῦ ἄκουσε ἀπὸ τὸν γέροντα αὐτὰ, ὁ ἠγούμενος τῆς Μονῆς Θωμᾶς, μαζὶ μὲ ἄλλους εἴκοσιπέντε Πατέρες δὲν ἐγκατέλειψαν τὸν τόπο τῆς ἀσκήσεως καὶ μετανοίας τους, ἀλλὰ παρέμειναν καὶ μαρτύρησαν! Ἀνέβηκαν, λοιπόν, στὸν πύργο τοῦ Μοναστηριοῦ ἕτοιμοι γιὰ τὸ μαρτύριο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἤλεγξαν τὸν λατινόφρονα Πατριάρχη. «Δὲν ὑποτασσόμεθα στὴν αἵρεση», εἶπαν μὲ μιὰ φωνή, «καί δὲν ἀναχωροῦμε ἀπὸ τὴν μετάνοιά μας».

Οἱ 26 Ὁσιομάρτυρες δὲν ἄνοιξαν τὶς πόρτες τοῦ Μοναστηριοῦ στοὺς λατινόφρονες. Τοὺς ζητήθηκε νὰ συλλειτουργήσουν μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ νὰ ἀναγνωρίσουν τὸν αἱρεσιάρχη Πάπα ὡς Κεφαλὴ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὸν Πύργο ἐπάνω ἀπάντησαν : «Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ὄχι ὁ πάπας. Εὐκολώτερα ἐμεῖς ἀποφασίζουμε νὰ πεθάνουμε, παρὰ νὰ ὑποχωρήσουμε στὰ θέματα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ νὰ ἀναγνωρίσουμε τὸν αἱρετικὸ πάπα τῆς Ρώμης ὡς Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ μήν μολυνθεῖ αὐτὸς ὁ τόπος ἀπὸ τὴν δικὴ σας βία καὶ τυραννία. Δὲν σᾶς ἀνοίγουμε τὶς πόρτες τοῦ Μοναστηριοῦ! Φύγετε ἀπ’ ἐδῶ»! Οἱ δὲ λατινόφρονες μαζὶ μὲ τοὺς λατίνους ἀπάντησαν μὲ ὀργὴ : «Πρέπει, λοιπόν, νὰ πεθάνετε…». Τότε, ἀφοῦ συγκέντρωσαν πολλὰ φρύγανα καὶ ξύλα, τὰ ἔβαλαν γύρω ἀπὸ τὸν πύργο, ἄναψαν μεγάλη φωτιὰ καὶ τοὺς κατέκαυσαν στίς 22-09-1274.

Οἱ 26 Ὁσιομάρτυρες παρέδωσαν τὶς ψυχὲς τους στὸν Δεσπότη Χριστό, ὁμολογήσαντες μόνο Αὐτὸν ὡς Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι τὸν πάπα. Τὰ ὀνόματα τοὺς εἶναι : Θωμᾶς ἠγούμενος, Βαρσανούφιος, Κύριλλος, Μιχαίος (ἢ Μιχαίας), Σίμων, Ἱλαρίων, Ἰάκωβος, ἕτερος Ἰάκωβος, Ἰώβ, Κυπριανός, Σάββας, Μαρτινιανός, Κοσμᾶς, Σέργιος, Μηνᾶς, Ἰωάσαφ, Ἰωαννίκιος, Παῦλος, Ἀντώνιος, Εὐθύμιος, Δομέτιος, Παρθένιος καὶ τέσσερα ἀκόμα ἄτομα, ποὺ τὰ ὀνόματα τοὺς εἶναι ἄγνωστα.

Ὅταν μετὰ τὴν συμφορὰ καὶ τὴν ἀπομάκρυνση τῶν κακούργων ἐπέστρεψαν οἱ πατέρες, ποὺ εἶχαν κρυφθεῖ, ἀπομακρύνοντας τὰ ἀποκαΐδια ἀπὸ τὸν Πύργο, καὶ τὰ ἅγια λείψανα τῶν μαρτύρων, βρῆκαν ἀκέραιη καὶ ἄβλαπτη τὴν Θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ποὺ εἶχαν πάρει μαζὶ τους, ὅταν κλείστηκαν στὸν Πύργο γιὰ βοήθεια καὶ ἐνθάρρυνση στὸ μαρτύριό τους. Μὲ πολλὴ εὐλάβεια τὴν μετέφεραν καὶ τὴν τοποθέτησαν στὸ τέμπλο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὅπου ὑπάρχει μέχρι σήμερα. Οἱ Ζωγραφίτες Πατέρες φροντίζουν, ὥστε τὸ κανδήλι της νὰ καίει «ἀκοιμήτως». Τὴν ἀποκαλοῦν «Χαίροβο», ποὺ εἶναι τὸ Ἀρχαγγελικὸ «Χαῖρε» στὰ βουλγαρικά, γνωστῆς ἐπίσης ὡς Παναγίας τοῦ Ἀκαθίστου ἢ Παναγίας Προαγγελλομένης. «Χαίροβο», ἐπίσης, ἀποκαλοῦν καὶ τὴν τοποθεσία, ποὺ ἡσύχαζε ὁ ἅγιος ἐκεῖνος Γέροντας, ποὺ καταξιώθηκε τοῦ Θεομητορικοῦ χαιρετισμοῦ. Πρὸς τιμὴν τῆς Ἀειπαρθένου καὶ σὲ ἀνάμνηση τοῦ θαύματος καὶ τῆς εὐνοίας πρὸς τὴν Μονή, καθιερώθηκε στὶς Θεῖες Λειτουργίες, ἀντὶ τοῦ «Κοινωνικοῦ», νὰ διαβάζεται μπροστὰ ἀπὸ τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος[16].

iv. Ἡ οἰκουμενιστική «Παναγία ‘’ἵνα ὦσιν ἕν’’, ἡ Πατριώτισσα»

Στίς ἡμέρες μας, δυστυχῶς, ἔχουμε γίνει θεατές μιᾶς οἰκουμενιστικῆς ἐκμετάλλευσης τῆς Παναγίας μας. Ὁ Ἁγιορείτης Ἱερομόναχος Γεώργιος Ἀλευρὰς ὁ Καυσοκαλυβίτης, δυστυχῶς, ἔχει φτιάξει μιά εἰκόνα ἀναγεννησιακῆς τεχνοτροπίας μὲ τίτλο : «Παναγία ἵνα ὦσιν ἕν, ἡ Πατριώτισσα». Στὴν εἰκόνα αὐτὴ ἀπεικονίζεται ἡ Θεοτόκος σὲ στάση δεήσεως, νὰ κρατᾶ στὰ δύο χέρια της δύο ὁμοιώματα ναῶν, τὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὸν Ἅγιο Πέτρο Ρώμης, ποὺ συμβολίζουν τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὴν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ. Ἀναμφίβολα τὸ ὁμοίωμα τοῦ ναοῦ παραπέμπει στὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ παράσταση παραπέμπει στὴν ἀποδοχὴ ὅτι ἡ παπικὴ θρησκευτικὴ κοινότητα εἶναι ἀληθὴς Ἐκκλησία, ἰσότιμη μὲ τὴν Ὀρθόδοξη! Στὰ σπλάγχνα τῆς Παναγίας εἰκονίζεται μέσα σὲ κύκλο ὁ χάρτης τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Πάνω ἀπὸ τὴν Παναγία εἰκονίζεται ὁ Χριστὸς σὲ στάση εὐλογίας καὶ πάνω ἀπὸ τὸν Χριστὸ ἡ φράση «ἵνα ὦσιν ἕν». Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τῆς εἰκόνος εἰκονίζονται οἱ ἅγιοι Γεώργιος καὶ Δημήτριος, οἱ ἅγιοι Ἀρχάγγελοι  Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καὶ ὁ ἅγιος προφήτης Ἠλίας. Ἡ ὅλη παράσταση θέλει νὰ διακηρύξει τὴν θερμὴ δέηση τῆς Θεοτόκου πρὸς τὸν ὕπερθεν αὐτῆς εἰκονιζόμενο Υἱὸ τῆς γιὰ τὴν «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» Ὀρθοδοξίας καὶ Παπισμοῦ, ἐνῶ ὁ Χριστὸς εὐλογεῖ τὴν ἐν λόγῳ οἰκουμενιστικοῦ τύπου «ἕνωση» μὲ βάση τοὺς λόγους Του «ἵνα ὦσιν ἕν», κατὰ τὴν Ἀρχιερατικὴ Του προσευχή.

Ἐπιπροσθέτως, ἡ ἐν λόγω εἰκόνα ἀποκτᾶ καὶ ἐθνικιστικὸ περιεχόμενο. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Παναγία εἰκονίζεται νὰ φέρει στὰ σπλάγχνα της τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπιγράφεται ὡς «ἡ Πατριώτισσα», ὑποδηλώνει ξεκάθαρα ὅτι ἔχει προτίμηση σὲ ἕνα ἔθνος – λαό, τὸν Ἑλληνικό. Προφανῶς, λησμονεῖται ὅτι ὁ ἐθνικισμὸς καὶ ὁ ἐθνοφυλετισμός, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ταλαιπωρήσει ἀφάνταστα τὴν Ἐκκλησία, ἔχουν καταδικασθεῖ ὡς αἵρεση ἀπὸ τὴν Ἐνδημοῦσα Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1872. Δὲν ὑπάρχει Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, ἢ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος, ἢ τῆς Ρωσίας, ἢ τῆς Σερβίας» κλπ. Οὔτε Παναγία Ἑλληνίδα ἢ Ρωσίδα ἢ Σερβίδα κλπ., ἀλλὰ «τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστὸς»[17]. Ὑπάρχει ἡ «καινὴ κτίσις»[18], ὅπου «οὐκ ἕνι Ἰουδαῖος οὐδὲ  Ἕλλην, οὐκ ἕνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἕνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστέ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»[19]. Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία ἀνήκουν σὲ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ ὄχι μόνο σὲ κάποιο συγκεκριμένο ἔθνος, ἢ σὲ μερίδα «ἐκλεκτῶν». Βεβαίως, αὐτὴ ἡ παγκοσμιότητα τῆς Ἐκκλησίας δὲν αἴρει σὲ καμμιὰ περίπτωση τὴν ἔννοια τῆς ὑγιοῦς φιλοπατρίας, ἡ ὁποία εἶναι θεμιτὴ καὶ εὐλογημένη, ἐν ὅσῳ πιστεύεται μὲ ἀκρίβεια ἡ σώζουσα πίστη καὶ τηροῦνται οἱ σωτήριες ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παναγία μας γίνεται προστάτης τῆς Πατρίδος μας, ὅταν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς μετανοεῖ καὶ βαδίζει πάνω στὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου[20].

Κατακλείουμε τόν σημερινό λόγο μας, ἐπιστρέφοντας στόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ὁ ὁποῖος στόν ἐπίλογο τοῦ Ἐγκωμίου του, σημειώνει :

6. Πόσο θαυμαστὴ, ἀλήθεια, εἶναι ἡ ἔνδοξη καὶ λαμπρὴ (τὸ λέγω μὲ εὐχαρίστηση) πανήγυρή σου! Πόσο θαυμαστὴ καὶ θαυματουργικὴ εἶναι ἡ Μετάστασή σου! Πόσο θαυμαστὸς εἶναι ὁ ἐνταφιασμός σου, πού χαρίζει ζωὴ καὶ δωρίζει ἀφθαρσία, Ἐσὺ ποὺ γέννησες τὸ φῶς! Ἀλλά, τώρα ποὺ διέσχισες τά σύννεφα καὶ ἀνέβηκες στὸν οὐρανὸ καὶ μπῆκες στὰ ἅγια τῶν ἁγίων μὲ φωνὴ ἀγαλλιάσεως καὶ δοξολογίας, εὐλόγησε, Θεοτόκε, τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης, στέλνοντας μὲ τὶς πρεσβείες σου εὐκράτους ἀέρες, χαρίζοντας βροχές στόν κατάλληλο καιρό, κάνοντας οὔριους τοὺς ἀνέμους, τὴ γῆ νὰ δίνει καρπούς καλούς, τὴν Ἐκκλησία νὰ εἰρηνεύει, τὴν Ὀρθοδοξία νὰ εἶναι δυνατή, φυλάττοντας τὴν βασιλεία, ἀπομακρύνοντας τὰ βάρβαρα ἔθνη, φροντίζοντας ὅλο τὸ πλήρωμα τῶν Χριστιανῶν, ἀλλὰ καὶ συγχωρώντας τήν δική μου θρασύτητα. Γιατί, δικός σου εἶναι ὁ λόγος αὐτὸς, καὶ σύ, Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἔψαλες προφητικά αὐτὸ, ποὺ θὰ συνέβαινε· Γιατί, λέγει· «Νά, ἀπὸ τώρα θὰ μὲ μακαρίζουν ὅλες οἱ γενεές»[21]. Ἐπειδή, λοιπὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαψευσθεῖ ὁ θεόφραστος λόγος σου, δέξου καὶ ἀπὸ ἐμένα τὸν ἀνάξιο δοῦλο σου τὴν ἀνάλογη πρὸς τὶς δυνάμεις μου προσφώνηση, καὶ «δῶσε μου τὴν ἀγαλλίαση, ποὺ χαρίζει ἡ ἐκ μέρους σου σωτηρία μου»[22], καὶ μὲ τὴ δύναμη τῶν πρεσβειῶν σου στήριξέ με, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα, ποὺ μὲ ἀνέχεται, καὶ τὸ ποίμνιο, ποὺ μοῦ ἔχει ἀνατεθεῖ, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δύναμη, μαζὶ μὲ τὸν παντοδύναμο Πατέρα καὶ τὸ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!


[1] ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ, Ἐγκώμιον εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Ἁγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ΕΠΕ 18, Λόγοι Α΄ – ΙΒ΄, Κατηχήσεις Α΄ – ΛΓ΄, ἐκδοτικός οἴκος Ἐλευθερίου Μερετάκη «Τό Βυζάντιον» καί Πατερικαί ἐκδόσεις Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 66-79.  

[2] Ψαλμ. 131, 13.

[3] Ψαλμ. 44, 15.

[4] Γεν. 28, 12.

[5] Εξ 3, 21.

[6] Βλ. Κριτ. 6, 36. Ὁ πόκος ἦταν τὸ κουρεμένο μαλλὶ τῶν προβάτων.

[7] Μιχ. 5, 2.

[8] Ἀβ. 3, 3.

[9] Ζαχ. 3, 9 καί 6, 12.

[10] Μαλ. 1, 11.

[11] Ἠσ. 19, 1.

[12] Ἰερ. 25, 13.

[13] Ἰεζ. 44, 2.

[14] Δαν. 2, 45.

[15] ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, Ἐμφανίσεις καὶ θαύματα τῆς Παναγίας, σσ. 132-134, https://www.sostis.gr/blog/item/174-h-panagia-kai-oi-airetikoi

[16] Σχ. βλ. iconandlight.wordpress.com καὶ https://immorfou.org.cy/οι-ζωγραφίτες-οσιομάρτυρες-και-η-πανα/

[17] Κολ. 3, 1.

[18] Γαλ. 6, 15.

[19] Γαλ. 3, 28.

[20] Ι.Μ.ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ, Ὁ «οἰκουμενισμός» τοῦ ἁγίου Πορφυρίου και ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας «Πατριώτισσας», 30-03-2017, https://www.impantokratoros.gr/19E923C5.print.el.aspx

[21] Λουκ. 1, 48.

[22] Ψαλμ. 50, 14.