ΟΙ ΠΑΜΜΕΓΙΣΤΟΙ ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΟΙ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΥΜΑΤΟΘΡΑΥΣΤΕΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΧΙΣΜΑΤΩΝ

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

26-06-2022

Ἡ σύναξη πάντων τῶν ἐν Ἄθῳ ἐν ἀσκήσει διαλαμψάντων ὁσίων καί θεοφόρων πατέρων ἡμῶν, πού ἑορτάζουμε τήν Κυριακή Β΄ Ματθαίου, μᾶς παρέχει εὔκαιρον καί κατάλληλον ἀφορμή, γιά νά ἀναπτύξουμε τό θέμα : «Ἡ διακοπή μνημονεύσεως τῶν οἰκουμενιστῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν Ἀθηναγόρα καί Δημητρίου στό Ἅγιον Ὄρος κατά τήν τριετία 1969-1972».

1. Ἡ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα ἀπό τούς Ἁγιορεῖτες

Τήν τριετία 1969-1972, οἱ περισσότερες Ἱερές Μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους, βασιζόμενες στον 31ο Ἀποστολικό Κανόνα καί τόν 15ο Ἱερό Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, διέκοψαν τήν μνημόνευση τοῦ μεγάλου οἰκουμενιστοῦ καί μασόνου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα γιά καθαρά λόγους πίστεως, οἱ ὁποῖοι συνίσταντο : α) στήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων, πού ἐνήργησε τό 1965, β) στήν συνάντησή του μέ τόν αἱρεσιάρχη Πάπα στά Ἱεροσόλυμα, καί γ) γενικῶς στήν φιλοπαπική του στάση. Εἶναι γνωστό τοῖς πᾶσι ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας δέν εἶχε δογματικούς φραγμούς, δέν πίστευε στήν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε βεβαίως δεχόταν ὅτι οἱ αἱρετικοί εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας.

Μέ τήν ἀνάρρηση στό Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα (01-11-1948 / 07-07-1972), ὁ Οἰκουμενισμός ἔλαβε καί θεσμική κάλυψη στόν Ὀρθόδοξο χῶρο μέ πρωτοφανῆ ἀνατροπή τῆς μέχρι τότε ἐκκλησιαστικῆς καί κανονικῆς τάξεως. Ὁ Ἀθηναγόρας, μέ μία σειρά ἀπό πρωτόγνωρες ἀποφάσεις καί ἐνέργειες, ἀνέτρεψε μέ συνοπτικές διαδικασίες κάθε δεδομένο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀνέτρεψε Ἱερούς Κανόνες, συνοδικότητα, ἁγιοπατερική παράδοση, δογματική καί ἐκκλησιαστική συνείδηση καί οὐσιαστικά ἀμνήστευσε τίς πλάνες καί τά ἐναντίον τῆς εὐαγγελικῆς Ἀλήθειας ἐγκλήματα τοῦ Παπισμοῦ, ἐξισώνοντας τήν αἵρεση μέ τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν πλάνη μέ τήν ὀρθή Πίστη, τό δαιμονικό ψεῦδος μέ τήν Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, τόν Παπισμό μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ἔτσι, μπροστά σέ αὐτό τό ξεθεμελίωμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ὁ ἁγιορειτικός μοναχισμός (Μονές, Σκῆτες καί Κελιά), ἀκολουθώντας τήν μακραίωνη ἐκκλησιαστική καί κανονική παράδοση, ἔπαψε νά ἀναγνωρίζει τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα ὡς Ὀρθόδοξο Πατριάρχη καί διέκοψε τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματός του ἀπό τό 1969 μέχρι τό θάνατό του (07-07-1972), ἐξαιτίας τῆς οἰκουμενιστικῆς του πολιτικῆς.

Οἱ Μονές αὐτές ἦταν : α) Ἱερά Μονή Διονυσίου, μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Γαβριήλ,

β) Ἱερά Μονή Καρακάλλου, μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Παῦλο,

γ) Ἱερά Μονή Σίμωνος Πέτρας, μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Χαράλαμπο,

δ) Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου, μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Βησσαρίωνα,

ε) Ἱερά Μονή Ἁγίου Παύλου, μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Ἀνδρέα,

στ) Ἱερά Μονή Ξενοφῶντος, μέ Ἠγούμενο τόν Γέροντα Εὐδόκιμο,

ζ) Ἱερά Μονή Ἑσφιγμένου, μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Ἀθανάσιο,

η) Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα, μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα τόν Βασίλειο (Γοντικάκη), μέ τήν σημαντικότατη συμβολή τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου,

θ ) Ἱερά Μονή Κουτλουμουσίου,

ι) Ἱερά Μονή Κωνσταμονίτου,

ια) Ἱερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, καί

ιβ) πολλοί κελλιώτες Ἁγιορεῖτες Πατέρες[1]

Ἐρωτοῦμε, λοιπόν, τούς ἐναντιουμένους μετά μανίας στήν ἀποτείχιση καί συκοφαντοῦντες καί ὑβριστές τῶν ὀρθῶς ἀποτειχισμένων : «Ὅλοι αὐτοί τότε, μέ τήν ἀποτείχισή τους, μήπως ἀποσχίστηκαν ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, βγῆκαν ἐκτός Ἐκκλησίας και ἔγιναν σχισματικοί»; Προφανέστατα, ὄχι!

i) Ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους

Ἠ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους σέ ἐπιστολή της πρός ὅλες τίς Ἁγιορείτικες Ἰερές Μονές, ἀπό τίς ὁποῖες ζητοῦσε τίς ἀπόψεις τους γιά τήν παύση μνημονεύσεως, τόνιζε ὅτι ἡ διακοπή μνημονεύσεως ἀποτελεῖ πράξη ἀντιστάσεως ἐν ὄψει τοῦ διαγραφομένου κινδύνου : «Ἡ διακοπή τοῦ μνημοσύνου ἀποτελεῖ ἄρνησιν καί πρᾶξιν ἀντιστάσεως ἐν ὄψει διαγραφομένου κινδύνου»[2]. Μέ ἔγγραφό της ἡ ἔκτακτη Διπλή Σύναξη τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος, στίς 13-11-1971, τόνιζε ὅτι «ἐπαφίεται εἰς τὴν συνείδησιν ἑκάστης Μονῆς ἡ διαμνημόνευσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου».

ii) Ὁ ὅσιος καί θεοφόρος πατήρ ἡμῶν Παΐσιος ὁ Ἁγιορεῖτης διέκοψε τήν μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα

Ἱερομόναχος Ἰσαάκ στό βιβλίο του μέ τίτλο : «Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου»[3], γράφει τά ἑξῆς : «Στά θέματα τῆς πίστεως (ὁ ὅσιος Παΐσιος) ἦταν ἀκριβής καί ἀσυγκατάβατος.

Εἶχε μεγάλη ὀρθόδοξη εὐαισθησία, γι’ αὐτό δέν δεχόταν συμπροσευχές καί κοινωνία μέ πρόσωπα μή ὀρθόδοξα. Τόνιζε : ‘’Γιά νά συμπροσευχηθοῦμε μέ κάποιον, πρέπει νά συμφωνοῦμε στήν πίστη’’. Διέκοπτε τίς σχέσεις του ἤ ἀπεύφευγε νά δῆ κληρικούς, πού συμμετεῖχαν σέ κοινές προσευχές μέ ἑτεροδόξους. Τά ‘’μυστήρια’’ τῶν ἑτεροδόξων δέν τά ἀναγνώριζε καί συμβούλευε οἱ προσερχόμενοι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά κατηχοῦνται καλά πρίν βαπτιστοῦν.

Καταπολέμησε τόν οἰκουμενισμό καί μιλοῦσε γιά τό μεγαλεῖο καί τήν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν πληροφορία του ἀρυόμενος ἀπό τήν ἐν καρδίᾳ του θεία χάρι. Ὁ βίος του ἀποδείκνυε τήν ὑπεροχή τῆς Ὀρθοδοξίας.

Γιά ἕνα διάστημα εἶχε διακόψει, μαζί μέ ὅλο σχεδόν τό ὑπόλοιπο Ἅγιον Ὄρος, τό μνημόσυνο τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα γιά τά ἐπικίνδυνα ἀνοίγματά του πρός τούς Ρωμαιοκαθολικούς. Ἀλλά, τό ἔκανε μέ πόνο : ‘’Κάνω προσευχή’’, εἶπε σέ κάποιον, ‘’γιά νά κόβη ὁ Θεός μέρες ἀπό μένα καί νά τίς δίνη στόν πατριάρχη Ἀθηναγόρα, γιά νά ὁλοκληρώση τήν μετάνοιά του’’.

Χωρίς νά ἐπιδιώκη νά φαίνεται ὁμολογητής, μέ τόν τρόπο του, ἀντιδροῦσε, μιλοῦσε καί ἔγραφε σέ ἐκκλησιαστικά πρόσωπα. ‘’Ἡ Ἐκκλησία’’, ἔλεγε, ‘’δεν εἶναι καράβι τοῦ κάθε ἐπισκόπου νά κάνη ὅ,τι θέλει’’. Οἱ ἀντιδράσεις του αὐτές συνωδεύονταν ἀπό πολλή προσευχή καί ἀγάπη γιά τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί γιά τούς παρεκτρεπομένους, καί προϋπέθεταν ἀπάθεια, διάκριση καί ἄνωθεν φωτισμό».

Σέ αὐτούς, πού πρωτοστάτησαν στήν τολμηρή καί ὁμολογιακή αὐτή ἐνέργεια ἐναντίον τοῦ Ἀθηναγόρα, ἀνῆκε καί ὁ ὅσιος Παΐσιος, ὁ ὁποῖος μοναχός, τότε, στήν Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα συνήργησε τά μέγιστα, μαζί μέ τόν τότε Καθηγούμενο Ἀρχιμ. Βασίλειο Γοντικάκη, ὥστε καί ἡ Μονή του νά διακόψει τήν μνημόνευση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη.

Μάλιστα ὁ ὅσιος Παΐσιος, ὁ ἡγούμενος π. Βασίλειος Γοντικάκης καί ὁ ἱερομόναχος Γρηγόριος στήν ἀπό 21-11-1968 κοινή ἐπιστολή τους, χαρακτήρισαν τά λεχθέντα καί πραχθέντα ὑπό τοῦ Ἀθηναγόρα ὡς «ἀκατανόητα καί δυστυχῶς βλάσφημα διά τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν» καί σημείωσαν : «ἡ ἂρνησι πρός τόν Πατριάρχη δέν εἶναι ἂρνησι πρός τήν ἀγάπην, οὒτε πρός τήν ἑνότητα. Εἶναι “ὂχι” πρός τό ψεῦδος καί “ναί” πρός τήν Ἀλήθεια»[4]!

Στήν ἐπιστολή αὐτή, μέ ἡμερομηνία 21-11-1968, οἱ τρεῖς συνυπογράφοντες παρέθεσαν συγκεκριμένες ἀντορθόδοξες δηλώσεις τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, τονίζοντας ταυτόχρονα ὅτι στήν Ἰερά Μονή Σταυρονικήτα μνημονευόταν ἀκόμη τό ὄνομα τοῦ Πατριάρχου (πρᾶγμα σπάνιο γιά Κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἐνῶ οἱ περισσότερες Μονές εἶχαν παύσει νά τό μνημονεύουν) κατ’ ἀνοχήν καί ὄχι σάν ἔκφραση καταφάσεως στήν οἰκουμενιστική γραμμή τοῦ Πατριάρχου : « […] ἡ ἐπανίδρυση τῆς Μιᾶς …. Ἐκκλησίας καί τόσα ἄλλα εἶναι ἀκατανόητα καί κυριολεκτικῶς βλάσφημα διά τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Τό ὅτι στή Μονή Σταυρονικήτα μνημονεύεται σήμερα τό ὄνομα τοῦ Πατριάρχου – πρᾶγμα σπάνιο γιά Κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Ὄρους – τοῦτο γίνεται κατ᾽ ἀνοχήν, ἀπό σεβασμό στήν Ἐκκλησία, καί ὄχι σάν ἔκφρασι καταφάσεως στή γραμμή αὐτή»[5] . Δύο χρόνια ἀργότερα, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1970, ἡ Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα, ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τῶν ὑπολοίπων Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, διέκοψε τήν μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, συνεργήσαντος σ’ αὐτό τά μέγιστα καί τοῦ ὁσίου Παϊσίου. Ἠ Ἰερά Μονή Σταυρονικήτα ἀνακοίνωσε τήν διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα μέ ἐπιστολή, πού ἀπέστειλε στίς 07-10-1970 πρός τήν Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους,τήν ὁποίαὑπέγραφε ὁ τότε Ἠγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης ἐκ μέρους τῆς Ἀδελφότητος. Ἡ ἐπιστολή ἔχει ὡς ἑξῆς :

iii) Ἀπάντηση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα (ἡγούμενος ἀρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης) πρὸς τὴν Ἱερὰ Κοινότητα γιὰ τὴν διακοπὴ μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα[6]

Πρὸς τὴν Ἱερὰν Κοινότητα Ἁγίου Ὄρους

Εἰς Καρυὰς

7 Ὀκτωβρίου 1970

Τήν Ὑμετέραν Πανοσιολογιότητα ἀδελφικῶς ἐν Κυρίῳ κατασπαζόμεθα.

Ἀπαν­τῶν­τες εἰς τό ὑ­π’ ἀ­ριθμ. 139/Κ/ 5.9.70 Ὑ­μέ­τε­ρον ἐγ­κυ­κλι­ῶ­δες γράμ­μα ὁ­μο­λο­γοῦ­μεν ὅ­τι ἐχάρημεν ἰ­δι­αι­τέρως, δι­ό­τι θί­γε­τε ἕ­να πρό­βλη­μα τό­σον βα­σι­κόν καί θέ­τε­τε ἐ­ρω­τή­μα­τα σο­βα­ρά ζητοῦντες λύ­σεις. Ἐ­ρω­τᾶ­τε : «Ποί­α ἐκ­δή­λω­σις καί ποί­α ἐ­νέρ­γεια ἐκ τοῦ Πα­να­γι­ω­τά­του κ. Ἀ­θη­να­γό­ρου θά ἦ­το ἐν­δε­δειγ­μέ­νη τό­σον διά τήν κα­θη­σύ­χα­σιν τῶν συ­νει­δή­σε­ων ὅ­σον καί διά τήν ἀ­πο­κα­τά­στα­σιν τῆς δι­α­τα­ρα­χθεί­σης ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς ἑ­νό­τη­τος»;

1. Δυ­στυ­χῶς, ὡς ἀ­πο­δει­κνύ­ουν αἱ ἀλ­λεπάλ­λη­λοι καί ἐ­πί σει­ράν ἐ­τῶν πα­τρι­αρ­χι­καί δη­λώ­σεις δέν πρό­κει­ται πε­ρί φρα­στι­κῶν λα­θῶν ἤ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κῶν ἀ­να­κρι­βει­ῶν ἀλ­λά πε­ρί στα­θε­ρῶν πεποι­θή­σε­ων, ἐκ­φρα­ζο­μέ­νων εὐ­καίρως ἀ­καί­ρως με­τά πά­σης ἐμ­φά­σε­ως. Ἄ­ρα δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν μί­α ἐκ­δή­λω­σις τοῦ Πα­τριά­ρχου νά κα­θη­συ­χά­σῃ τήν ὀρ­θό­δο­ξον συ­νεί­δη­σιν ἐ­φ’ ὅ­σον αἱ πε­ποι­θή­σεις τοῦ Φανα­ρί­ου καί ἡ δι­α­γρα­φομέ­νη πο­ρεί­α του πα­ρα­μέ­νει ἡ αὐ­τή.

Συγ­κε­κρι­μέ­νως εἰς τήν ἡ­με­τέ­ραν Μο­νήν, πα­ρ’ ὅ­λην τήν ἁ­γι­ο­ρει­τι­κήν ἀν­τί­δρα­σιν, ἐ­μνη­μο­νεύα­μεν μέχρι τι­νός τοῦ Πα­τρι­αρ­χι­κοῦ ὀ­νό­μα­τος φειδόμε­νοι τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς ἑ­νό­τη­τος. Με­τά δέ τήν πε­ρί Φιλι­όκ­βε καί Πρω­τεί­ου, ὡς ἁ­πλῶν ἐ­θί­μων, δή­λω­σιν τοῦ Πα­τριά­ρχου, ἐ­παύ­σα­μεν τό μνη­μό­συ­νον, αἰσθαν­θέν­τες ὅ­τι ἐ­ξέ­λι­πε πᾶνπε­ρι­θώ­ριον ἀ­νο­χῆς ἤ προ­θε­σμί­α ἀ­να­μο­νῆς.

Αἱ πα­ρό­μοι­αι δη­λώ­σεις δέν ἀ­πο­τε­λοῦν μό­νον ἀ­ναί­ρε­σιν τῆς Θε­ο­δι­δά­κτου καί ζω­η­φό­ρου παρα­δό­σε­ως τῆς Ἁ­γί­ας μας Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀλ­λά συγχρό­νως ἐμ­παιγ­μόν πρός τόν τα­λαί­πω­ρον Δυ­τι­κόν κό­σμον, ὁ ὁ­ποῖ­ος κε­κο­πια­κώς ἐκ τοῦ καύσω­νος καί τῆς στεί­ρας ὁ­δοι­πο­ρί­ας εἰς χώ­ρους ἀ­βά­του καί ἀ­νύ­δρου ὀρ­θο­λο­γι­σμοῦ ζη­τεῖ, ἐνσυνειδήτως ἤ μή, τό ὕ­δωρ ἐκ τῶν πη­γῶν τῆς σω­τη­ρί­ας.

Ἡ ἐκ­φρα­ζο­μέ­νη πε­ποί­θη­σις τοῦ Πα­τριά­ρχου (πε­ρί τοῦ ἀ­λα­θή­του ὡς ἐ­θί­μου) καί ἡ ὁ­ρα­μα­τι­ζομέ­νη προ­ο­πτι­κή του (διά τόν τρό­πον τῆς ἑ­νώ­σεως) δέν τόν ἀ­πο­ξε­νώ­νει ἁ­πλῶς ἀ­πό την Ὀρ­θό­δοξον συ­νεί­δη­σιν καί τό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κόν πλή­ρω­μα, ἀλ­λά τόν ἐμφα­νί­ζει ἥ­κι­στα σο­βα­ρόν καί εἰς τό πρό­σω­πον τοῦ ἰ­δί­ου, τοῦ Πά­πα, ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τ’ ἐμ­φά­σε­ως ἐ­τό­νι­σε –με­τά τάς πα­τρι­αρ­χι­κάς ταύ­τας δη­λώ­σεις– τό, Θεί­ῳ δι­καί­ῳ, ἀ­λά­θη­τόν του καί τήν ἕ­νω­σιν τῶν Ἐκκλησιῶν ἄ­νευ τοῦ «πα­ρα­με­ρι­σμοῦ τῶν ἀ­λη­θῶν δογ­μά­των» του. Τό νά ἀ­κο­λου­θεῖ ὅ­θεν τάς πα­τρι­αρ­χι­κάς καί οἰ­κου­με­νι­κάς ἀ­κρο­βα­σί­ας κα­νείς, δέν ἀ­πά­δει ἁ­πλῶς πρός τήν Ὀρ­θό­δο­ξον ἱ­ε­ρο­πρέ­πειαν ἀλλά καί ἀν­τί­κει­ται πρός τήν στοι­χει­ώ­δη σο­βα­ρότη­τα. Σα­φῶς ἄλ­λω­στε ἡ ἀ­πο­φυ­γή ἀ­παν­τή­σε­ως τοῦ Πα­τριά­ρχου διά τήν με­τά τοῦ κ. Ἀ­λε­ξί­ου συνέν­τευ­ξίν του, (πα­ρά τήν ἐ­ρώ­τη­σιν τῆς Ὑ­με­τέ­ρας Πα­ν­ο­σι­ο­λο­γι­ό­τη­τος), ὑ­πο­δη­λοῖ τό ἔγ­κυ­ρον τοῦ ἐν λό­γῳ δη­μο­σι­εύ­μα­τος καί τήν πα­τρι­αρ­χι­κήν προ­έ­λευ­σιν τῶν ἀ­πό­ψε­ων.

2. EINAI ΓΕΓΟΝΟΣ ὅ­τι ἡ οἰ­κου­με­νι­κή κρί­σις εὗ­ρε τήν Ὀρ­θό­δο­ξον Ἐκ­κλη­σί­αν, καί μά­λι­στα τήν Ἑλληνι­κήν, εἰς μί­αν κάμ­ψιν θε­ο­λο­γι­κῆς ζωῆς. Αὐτή ἡ θεολογική ἀναιμία, ἡ ἀπουσία τοῦ πατερικοῦ καί καθολικῶς σωτηρίου πνεύματος, παρουσιάζεται ἀπ’αἰῶνος καί πλέον εἰς τάς θεολογικάς μας Σχολάς καί τόν κηρυκτικόν λόγον. Πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μιά πτῶ­σις τῆς Ὀρ­θο­δόξου συ­νει­δή­σε­ως καί τῆς ὀρ­γα­νι­κῆς συνα­φεί­ας ἀ­λη­θεί­ας καί ζω­ῆς εἰς τήν Ἐκ­κλη­σί­αν. Ἔ­γι­ναν σπά­νιοι ἐ­κεῖ­νοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι με­ταγ­γί­ζουν τό δόγμα ὡς χά­ριν ζω­ῆς καί τήν Λει­τουρ­γί­αν ὡς ἁ­για­σμόν ψυ­χῶν καί σω­μά­των. Θά ἦ­το βε­βαί­ως ἄ­δι­κον καί ἀ­συ­νε­πές ἱ­στο­ρι­κῶς ἄν ἀ­πε­σι­ω­πᾶ­το ἡ πα­ρου­σια­ζο­μέ­νη ἀ­πό εἰ­κο­σα­ε­τί­ας πε­ρί­που ἀ­να­γέν­νη­σις τῶν πα­τε­ρι­κῶν με­λε­τῶν. Καί μιά μα­τιά μό­νον εἰς τάς δι­δα­κτο­ρι­κάς δι­α­τρι­βάς καί τάς θε­ο­λο­γι­κάς ἐρ­γα­σί­ας τῶν τε­λευ­ταί­ων ἐ­τῶν πεί­θει διά τήν πρός τούς Πα­τέ­ρας στρο­φήν καί στορ­γήν. Ἐ­πί­σης, ἀ­ναμ­φι­βό­λως ἔχο­μεν πα­ρά πολ­λούς κα­λούς (ἤ ὅ­πως ἀ­ρε­σκό­με­θα νά τούς ἐ­πι­κα­λοῦ­μεν συντη­ρη­τι­κούς) Ἀρ­χι­ε­ρεῖς. Ἀλ­λ’ οὔ­τε ἡ ἀρ­χο­μέ­νη πα­τε­ρι­κή ἀ­να­γέν­νη­σις εἰς τὴν Θε­ο­λο­γί­αν οὔτε ἡ ἀ­να­φερ­θεῖ­σα συν­τη­ρη­τι­κό­της, δύ­ναν­ται πρὸς τὸ πα­ρόν νά λύ­σουν τὴν ὑ­πάρ­χου­σαν βρα­δυ­γλωσ­σί­αν καί τὸν ἐν­δοια­σμόν πρὸς σα­φῆ καί ἀ­πε­ρί­φρα­στον ὁ­μο­λο­γί­αν πί­στε­ως.

Θά πρέ­πει πι­θα­νῶς νά ἀ­να­μέ­νω­μεν ὀ­λί­γας ἐ­πί πλέ­ον γενε­άς, διά νά τρα­φοῦν καί νά ἀν­δρω­θοῦν μορ­φαί ἱ­κα­ναί νά μαρ­τυ­ρή­σουν εὐ­θαρ­σῶς τήν Ὀρ­θό­δο­ξον πί­στιν εἰς Εὐ­αγ­γέ­λιον ζω­ῆς. Σή­με­ρον ὡς συνέ­πεια καί κλη­ρο­νο­μιά τῆς ἀ­σπον­δύ­λου δογ­μα­τι­κῶς ἀ­γω­γῆς μας καί τῆς ἀ­πω­λεί­ας ὀργα­νι­κοῦ δεσμοῦ με­τά τῆς ζώ­σης βυ­ζαν­τι­νῆς μας πα­ρα­δό­σε­ως καί τῆς λει­τουρ­γι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας εἶ­ναι ἡ ἔλλει­ψις ἑτοι­μό­τη­τος καί ἡ πα­ρου­σια­ζο­μέ­νη νω­θρό­της καί ἀ­νι­κα­νό­της (με­ρι­κή ἕ­ως γε­νι­κή) ὀρθοδό­ξου ὁμολογίας. Ἀντ’ αὐ­τῆς δέ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται, ὡς ἀν­τί­δρα­σις, ὁ δι­πλοῦς κα­κο­ή­θης ὄγ­κος : ἑ­νός ἐ­πι­πο­λαί­ου οἰ­κου­με­νισμοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­με­νος τήν γε­νι­κήν ἀ­νε­δα­φι­κό­τη­τα καί τόν πε­ρι­σπα­σμόν τῆς ἐποχῆς, ὁ­μι­λεῖ διά ἑ­νώ­σεις καί συ­νο­μο­σπον­δια­κήν συ­νύ­παρ­ξιν, ἀ­γνο­ῶν καί περι­παί­ζων τήν ὀντολογικήν βά­σιν τῆς ἀ­λη­θεί­ας καί τοῦ δόγ­μα­τος καί ἑ­νός τυ­φλοῦ ἀν­θε­νω­τι­σμοῦ ἐ­γω­ϊ­στι­κῆς συ­σκο­τί­σε­ως καί δη­μι­ουρ­γοῦ ἀ­πε­ρι­ο­ρί­στων ἀλ­λη­λο­α­φο­ρι­ζο­μέ­νων πα­ρα­τά­ξε­ων. Ἐ­νῷ δέ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δο­κι­μά­ζε­ται διά τῆς πο­λώσε­ως τῶν ἀ­κραί­ων τού­των τά­σε­ων καί χει­μά­ζε­ται διά τοῦ ἀ­κρω­τη­ρια­σμοῦ τῆς γνη­σί­ας μαρ­τυ­ρί­ας της, καί ἐ­νῷ αἱ οἰ­κου­με­νι­καί με­γα­λο­στο­μί­αι αὐ­ξά­νουν, ἐν­τός τοῦ εὐ­σε­βοῦς λα­οῦ καί τοῦ θε­ο­λο­γι­κοῦ «λείμ­μα­τος» κυ­ο­φο­ρεῖ­ται ἡ μυ­στι­κή καί ἀ­κα­τά­βλη­τος ἀντίδρασις. Εἰς τήν πε­ρί­πτω­σιν αὐ­τήν εἷς δι­ώ­ξε­ται χι­λιά­δας, δι­ό­τι δέν πρό­κειται πε­ρί τῆς ἀ­το­μι­κῆς του δυ­νά­με­ως, ἡ ὁ­ποί­α δρᾷ, ἀλ­λά πε­ρί τῆς φα­νε­ρώ­σε­ως τῆς δυ­νά­με­ως, ἡ ὁ­ποί­α συν­θλᾷ καί λικμίζει τήν ἀ­νυ­πό­στα­τον θρα­σύ­τη­τα τῶν αἱ­ρέ­σε­ων. Δέν πρό­κει­ται πε­ρί ἀν­θρω­πί­νου πά­θους, ἀλ­λά πε­ρί συμ­πλο­κῆς τοῦ ἐ­φη­μέ­ρου, πα­ρο­δι­κοῦ καί αὐ­το­κα­τα­δι­κα­στέ­ου, πρός τό αἰ­ώ­νιον καί ἀ­κα­τά­βλη­τον τῆς ἀ­σα­λεύ­του βα­σι­λεί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐ­φ’ ὅ­σον ἀ­δρα­νοῦν οἱ κα­τά πρώ­τι­στον λό­γον ὑ­πεύ­θυ­νοι, διεγεί­ρε­ται αὐ­τή ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή καί κα­θο­λι­κή συ­νεί­δη­σις τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Τήν εὐ­θύ­νην ἐ­πω­μί­ζε­ται ὁ φύλαξ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ὁ πι­στός λα­ός,τοῦ ὁ­ποί­ου πάν­το­τε ἀ­νά τά πέ­ρα­τα τῆς Οἰ­κου­μέ­νης καί διά τῶν αἰ­ώνων «ἡ ψυ­χή καί ἡ καρ­δί­α εἶ­ναι μί­α». Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἔ­χει τόν οἰ­κου­με­νι­σμόν της. Διά τῆς τρι­α­δι­κῆς συγ­κρο­τή­σε­ως τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς της πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ἐν αὐ­τῇ ἡ τῶν πάν­των ἕ­νω­σις, διά τὴν ἐ­πέ­κτα­σιν τῆς ὁ­ποί­ας εὔ­χε­ται. Ἡ ἕ­νω­σις αὐ­τή δὲν λαμ­βά­νει χώ­ραν εἰς τήν ἱ­στο­ρι­κήν ἐπι­φά­νειαν ὡς ψι­λόν ἐξωτερι­κόν συμ­βάν, ἀλ­λ’ ἱ­ε­ρουρ­γεῖ­ται ἐν­τός τοῦ θε­αν­θρω­πί­νου μυ­στηρί­ου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὡς λειτουργι­κόν γε­γο­νός καί τρι­α­δι­κή μυ­στα­γω­γί­α. Εἶ­ναι σταυ­ρός καί ἀ­νά­στα­σις. Διά νά ἔλ­θῃ ἡ ζύ­μη τῆς ξέ­νης αὐ­τῆς ἑ­νό­τη­τος εἰς τήν γῆν ἐ­θυ­σιά­σθη ὁ Υ­ἱός τοῦ Θε­οῦ. Διά νά δι­α­τη­ρη­θῇ ἡ δυ­να­τό­της αὐ­τή «ἀ­εί σφαγι­ά­ζε­ται» ὁ Αὐ­τός. Ἡ φύ­σις τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας εἶ­ναι κα­θο­λι­κή ἐκκλη­σι­ο­λο­γι­κῶς. Ἡ φύ­ση τοῦ κά­θε Ὀρ­θο­δό­ξου εἶναι οἰ­κου­με­νι­κή πνευ­μα­τικῶς : Ζῇ διά τὸν ἄλ­λον. Πο­νᾶ καί χαί­ρε­ται τον πό­νον καί τὴν χα­ράν τοῦ ἄλ­λουὡς ἰ­δι­κήν του. Εἶ­ναι ἰ­δι­κός του ὁ πό­νος καί ἡ χα­ρά τοῦ ἀ­δελ­φοῦ (Ἅ­γιος Συ­με­ών). Καί αὐ­τό δέν συμ­βαί­νει, ἐ­πει­δή ὁ ἴ­διος τό ἀ­πε­φά­σι­σε ἤ ἡ κρά­σις του εἶ­ναι τοια­ύτη, ἀλ­λά δι­ό­τι ἀ­νε­γεν­νή­θη καί ἀ­νε­και­νί­σθη ἡ θε­ο­ει­δής ὀρ­γά­νω­σις τοῦ εἶ­ναι του, διά τοῦ βα­πτί­σμα­τός του εἰς τὴν ζω­ήν τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Οὕ­τως ἡ προ­σφο­ρά τῆς ἀ­γά­πης του δέν εἶ­ναι ἐ­φή­με­ρος καί φθαρ­τός συ­ναι­σθη­μα­τι­σμός, ἀλλά ἀ­φορ­μή θε­ο­φα­νεί­ας καί ἀ­φθαρ­σί­ας διά τόν πλη­σί­ον. Τό κα­λόν τῆς κρί­σε­ως, τήν ὁ­ποί­α δι­ερχό­με­θα, εἶ­ναι ὅ­τι ἐ­γεί­ρει ἐκ τοῦ ὕ­πνου καί θέ­τει τά δογ­μα­τι­κά προ­βλή­μα­τα ὡς προ­βλή­μα­τα ζωῆς. Αὐ­τό εἶ­ναι μιά μο­να­δι­κή δυ­να­τό­της διά τήν ἀ­να­γέν­νη­σιν τῆς ἀ­λη­θοῦς θε­ο­λο­γί­ας.

3. ΕΝΤΟΣ ΜΙΑΣ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑΣ τοι­ού­των ἐκκλη­σι­ο­λο­γι­κῶν ὠ­δί­νων, πο­λύ ὀρ­θῶς μᾶς με­ταφέ­ρε­τε τόν προ­βλη­μα­τι­σμόν : Μή­πως ἡ πα­ροῦσα στά­σις τῆς δι­α­κο­πῆς τοῦ μνη­μο­σύ­νου εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἀρνητι­κή; Μή­πως ἐμ­πο­δί­ζο­μεν ἀν­τί νά ὠ­φε­λοῦ­μεν; Δι­ό­τι, εἶ­ναι ἀ­νε­πί­τρε­πτον νά ἐ­πιβα­ρύ­νω­μεν τήν Ἐκ­κλη­σί­αν εἰς τό­σον δυ­σκό­λους πε­ρι­στά­σεις διά προ­σθε­τι­κῶν ἀρ­νη­τι­κῶν καί σχισματογεννῶν ἀν­τι­δρά­σε­ων.

Νομίζομεν ὅτι, ἄν διακόπτεται τό μνημόσυνον ἀνωδύνως καί ἀπό συνήθειαν, ἐ­άν πα­ρα­τεί­νε­ται ἡ δι­α­κο­πή χω­ρίς καμ­μί­αν πνευ­μα­τι­κήν μέ­ρι­μναν δι’ αὐ­τό, πρό­κει­ται περί ἀρ­νη­τι­κοῦ ἔρ­γου. Πε­ρί μιᾶς, ὄ­χι ἐν πο­λέ­μῳ ἐ­κτά­κτου στά­σε­ως, ἀλ­λά πε­ρί τῆς εἰ­σα­γω­γῆς μιᾶς πε­πλα­νη­μέ­νης παραδόσεως : Τό νά μή μνη­μο­νεύ­ε­ται (ἐ­π’ ἀ­ό­ρι­στον καί ἀ­νευ­θύ­νως) ὁ οἰ­κεῖ­ος ἐ­πί­σκο­πος. Ἀ­πό μίαν οὕτως γε­νο­μέ­νην δι­α­κο­πήν μό­νον οἱ ἐ­χθροί τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας θά ὠ­φε­λη­θοῦν. Ἐ­αν, ὅ­μως, ἡ διακο­πή τοῦ μνη­μο­σύ­νου εἶ­ναι ὁ συν­το­μο­γρα­φι­κός καθο­ρι­σμός τῆς θέ­σε­ως τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους μετα­ξύ τῶν δύ­ο ἄ­κρων (οἰ­κου­με­νι­κῶν οὐ­νι­τι­σμῶν διά τῆς ἀ­πεμ­πο­λή­σε­ως τῆς δογ­μα­τι­κῆς βά­σε­ως καί ἀ­πο­κο­πήν ἐκ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δι’ ἀ­το­μι­κι­στι­κοῦ ζή­λου), τό­τε δι­και­ο­λο­γεῖ­ται. Ἐ­άν εἶ­ναι μί­α ἔκφρα­σις τῆς μυ­στι­κῆς καί ἀ­γρύ­πνου μο­να­χι­κῆς συμ­με­το­χῆς εἰς τήν ζω­ήν καί τόν πό­νον τῆς Ἐκκλη­σί­ας, τό­τε ἐ­πι­τε­λεῖ ἔρ­γον θε­τι­κόν.

Ἡ μο­να­χι­κή εὐ­αι­σθη­σί­α εἰς τά θέ­μα­τα τῆς πί­στε­ως ἀ­πο­τε­λεῖ τόν δεί­κτην κα­τευ­θύν­σε­ως καί ζω­ῆς διά τόν ἀ­γω­νι­ζό­με­νον πι­στόν λα­όν. Ἐ­πει­δή δέ ἐν προ­κει­μέ­νῳ τό βά­ρος καί ἡ εὐ­θύ­νη μιᾶς ὀρθοδό­ξου μαρ­τυ­ρί­ας ἐ­να­πό­κει­ται εἰς τόν Ὀρ­θό­δο­ξον λα­όν, γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτόν τό ἐ­πί­καιρον καί ἐπεῖγον δι’ ἡ­μᾶς τῆς μο­να­χι­κῆς νή­ψε­ως καί ἐ­γρη­γόρ­σε­ως. Χω­ρίς καμ­μί­αν ἐ­ξω­τε­ρι­κήν ἀλ­λα­γήν, ἐ­άν τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος βιοῖ τήν πνευ­μα­τικήν του πα­ρά­δο­σιν, θά ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά ἀ­πο­τε­λῇ ση­μεῖ­ον στα­θε­ρό­τη­τος καί ἐλ­πί­δος ἐν μέ­σῳ τῶν πολ­λῶν κα­τα­πον­τι­σμῶν. Θά εὐ­αγ­γε­λί­ζε­ται διά τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς του (τοῦ λόγου ἤ τῆς σι­ω­πῆς του) πό­σον τὸ πα­λαι­όν καί πα­ρα­δο­σια­κὸν εἰς τὴν Ἐκκλη­σί­αν εἶ­ναι ὁλοζώντα­νον καὶ ἑ­κά­στο­τε σύγχρο­νον, δι­ό­τι πα­ρε­δό­θη καί πα­ρα­δί­δε­ται ἀ­κατα­παύ­στως ὑ­πό τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος εἰς Αὐ­τήν.

Πάν­τως πρός τό πα­ρόν ἡ ἐμ­βά­θυν­σις εἰς τό δια­τί τῆς δι­α­κο­πῆς τοῦ μνη­μο­σύ­νου (καί ὄ­χι ἡ ἐ­πα­νά­λη­ψίς του), καί ἡ ἐ­πα­γρύ­πνησις εἰς τό μονα­χι­κόν μας χρέ­ος, συμ­βάλ­λουν εἰς τήν ἀ­πο­κατά­τα­σιν τῆς ἑνότητος καί τήν κα­θη­σύ­χα­σιν τῶν τε­τα­ραγ­μέ­νων συ­νει­δή­σε­ων.

Ἐ­πί πᾶ­σι τού­τοις εὐ­χό­με­νοι ἀ­δελ­φι­κῶς, πᾶσαν πα­ρά Κυ­ρί­ου ἐ­νί­σχυ­σιν καί εἰς τήν συγ­κεκρι­μέ­νην Ὑμῶν προ­σπά­θειαν δι­α­τε­λοῦ­μεν με­τά πολ­λῆς ἀ­γά­πης καί τῆς ἐν Κυ­ρί­ῳ φι­λα­δελ­φί­ας.

Ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα

† Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος καί οἱ σύν ἐμοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί

2. Οἱ θέσεις τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιά τήν μνημόνευση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Δημητρίου τό 1972[7]

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ

Τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 627 καὶ ἀπὸ 19ης τρέχοντος ἐπείγουσαν Ἐγκύκλιον τῆς Ὑμετέρας Πανοσιολογιότητος ἐγκαίρως ἐλάβομεν. Ἀναγνώσαντες ταύτην ἐπισταμένως, μετὰ τῶν συνημμένων πολυγραφημένων διὰ τὰ ὅσα ἐξέθεσεν ὁ Πατριαρχικὸς Ἔξαρχος Σεβ. Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου κ. Ἀλέξανδρος, ἐν συνεδρίᾳ τῆς Γεροντικῆς Συνάξεως τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ κατ’ ἀπόφασιν Ταύτης, Σᾶς ἀπαντῶμεν :

Τὸ θέμα τοῦ μνημοσύνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὅπερ ὑφίσταται ἀπὸ 8ετίας, μετὰ ἀπὸ ἐκείνην τὴν συνάντησιν τῶν Ἱεροσολύμων, ἀλλά καὶ ἀπὸ 50ετίας σχεδὸν ὑπὸ τῶν λεγομένων «Ζηλωτῶν», κατὰ τὴν καινοτομίαν τοῦ νέου Ἡμερολογίου, ἔχει συζητηθῆ ἐπανειλημμένως μετὰ φορτικότητος καὶ ὁ Ἱερὸς ἡμῶν Τόπος ἔλαβε τὰς δεούσας Αὐτοῦ ἀποφάσεις, διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, Συνεδρία ΝΒ’ τῆς 13ης Νοεμβρίου 1971, καθ’ ἣν ἑκάστη Ἱερὰ Μονή, ὡς αὐτοδιοίκητος, ἀφέθη ἐλευθέρα νὰ πράττη κατὰ συνείδησιν εἰς τὸ θέμα τοῦτο.

Ἀλλά, δυστυχῶς, συνεχίζεται καὶ ἀναδιφῆται τὸ θέμα τοῦτο, ὁσάκις τοιαῦται ἐνέργειαι πέμπονται ἐκ τοῦ Φαναρίου. Καί ὁ μέν ἅγιος Πατριαρχικὸς Ἔξαρχος ἔκαμε τὴν δουλειὰ του, διότι αὐτὸς ἀκριβῶς ἦτο καὶ ὁ σκοπὸς τῆς πλεύσεώς του ἐνταῦθα. Ἐποίησε δὲ καὶ οὐκ ὀλίγην διαφήμισιν τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως, πράγμα ἀδιάφορον εἰς ἡμᾶς τοὺς Μοναχούς, τοὺς προσηλωμένους ἀκραιφνῶς εἰς τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Έκκλησίας μας. Καὶ ὁ μὲν ἀποθανὼν Πατριάρχης οὐδέποτε ἠσχολήθη μὲ τὸ θέμα αὐτό, εἴτε διότι ἠσθάνετο τὴν ἐνοχὴν του διὰ τὰς ἀντορθοδόξους κινήσεις, ποὺ ἔκαμε, εἴτε διότι ἦτο ἀνώτερος ὡς ἄνθρωπος καὶ δὲν ἔδιδε σημασίαν εἰς τοῦτο. Ὁ νῦν Προκαθήμενος τοῦ Φαναρίου, ἄρτι ἀνελθὼν εἰς τὸν θρόνον, ἔστρεψεν τὴν προσοχὴν Του εἰς τὸ θέμα τοῦ μνημοσύνου τοῦ ὀνόματός Του, ὡσὰν νὰ ἐλύθησαν ὅλα τὰ ἄλλα προβλήματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας καὶ ἀπέμεινε μόνον αὐτό. Ὁ ἅγιος Πατριαρχικὸς Ἔξαρχος, μεταξὺ τῶν ἄλλων, εἶπεν ὅτι εἰς τὸ θέμα τοῦ μνημοσύνου ἔχομεν «… τὴν ἐπέμβασιν ξένων πρὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος στοιχείων, ἀνευθύνων προσώπων, πού σᾶς ταράσσουν καὶ σᾶς δημιουργοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ σᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν κύρια ἀποστολὴν σας, ἡ όποία εἶναι νὰ σώσετε τὴν ψυχὴν σας». Αὐτό ἀπέχει μακράν τῆς ἀληθείας. Οὐδεὶς ξένος μᾶς ἐπηρεάζει. Μόνον ἡ συνείδησίς μας, ὁ νόμος οὗτος «ὁ ἐγγεγραμμένος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν», κατὰ τὸν θεῖον Ἀπόστολον. Διότι, οἱ Μοναχοί, ἀποχωριζόμενοι τοῦ κόσμου καὶ ἐγκαταλείποντες αὐτὸν διὰ τὴν ψυχικὴν των σωτηρίαν, ἀσχολοῦνται μὲ τὰς λεπτομερείας τῆς Πίστεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦν νὰ πράξουν οἱ ἐν τῷ κόσμῳ κληρικοί, καὶ δὴ οἱ ἀνώτεροι τοιοῦτοι.

Δυστυχῶς, οὐσιαστικῶς δὲν ἤρθησαν οἱ λόγοι, οὐδὲ αἱ ἐπιφυλάξεις, ποὺ ἐπέβαλαν τήν διακοπὴν τοῦ μνημοσύνου τοῦ πατριαρχικοῦ ὀνόματος, δεδομένου ὅτι ὁ νέος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, ὄχι μόνον δὲν ἐφάνη συντηρητικώτερος τοῦ Προκατόχου Του, ἀλλά, τοὐναντίον, ὑπερθεματίζει τούτου, διὰ τὴν οἰκουμενικὴν του κίνησιν. Ἡμεῖς τὸν θεσμὸν τοῦ Οἰκουμενικού Πατριαρχείου τὸν σεβόμεθα ὡς θεσμὸν καὶ ἀναφερόμεθα εἰς Αὐτὸ εἰς ὅ,τι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν τόπου κελεύει, δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὸν τρόπον, ποὺ θέλουν νὰ προβάλλουν τὴν Ὀρθοδοξίαν, διότι φρονοῦμεν ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ὑποδουλώνεται ἡ Ὀρθοδοξία. Βέβαια, δέν εἴμεθα καὶ οἱ ἁρμόδιοι εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ὡς Μοναχοὶ δέον νὰ ἐκφράζωμεν ἐλευθέρως τὴν γνώμην μας.

Τὸ θρησκευτικὸ περιοδικὸ «Ἐπίσκεψις», ἐκδιδόμενον ὑπὸ τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν Γενεύῃ, εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 69 τεῦχος του, τῆς 25ης Ἰουλίου 1972, ἀναγράφει ὁλόκληρον τὸν ἐνθρονιστήριον Λόγον τοῦ νέου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Δημητρίου τοῦ Α’, ὅστις, μεταξὺ τῶν ἄλλων, λέγει : «… Καὶ διαδηλῶμεν τὴν πρόθεσιν ἡμῶν, ὅπως ἐν πιστότητι πρὸς τὴν ἄχρι τοῦδε γραμμὴν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀκολουθήσωμεν τὴν ἁγίαν καὶ μεγάλην γραμμὴν τοῦ Μεγάλου Προκατόχου ἡμῶν, τοῦ ἀοιδίμου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου τοῦ Α’, διὰ τὴν ἐν Πανορθοδόξῳ συμπνοίᾳ διαχριστιανικήν ἑνότητα. Οὐδόλως θὰ παραλείψωμεν τὸ ἐπιβαλλόμενον χρέος ὅπως συνάψωμεν διαλόγους, πρωτίστως μετὰ τοῦ Ἰαλάμ, ἔπειτα δὲ καὶ μετὰ τῶν ἄλλων μειζόνων μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν…».

Ἡ ἐφημερὶς «Ἑστία» τῆς 25ης Αὐγούστου 1972, εἰς ἄρθρον της μὲ τίτλον : «ΤΙ ΘΑ ΚΑΜΗ Η ΕΛΛΑΔΑ»; ἀναγράφει : «Εἰς τὸν Ἀθηναϊκὸν Τύπον ἔφθασε καὶ ἐδημοσιεύθη μία ἀπίστευτος – τερατώδης θὰ ἐλέγαμεν – καταγγελία, προερχομένη ἐκ μέρους 12 Ὁμογενῶν τοῦ Σικάγου καὶ ἀπευθυνομένη, ἐνυπογράφως, πρὸς τὸν νέον Πατριάρχην. Ἡ καταγγελία ἀφορᾶ εἰς τὸν Ἑλληνορθόδοξον Ἀρχιεπίσκοπον Βορείου καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς κ. Ἰάκωβον Κουκούζην, τοῦ ὁποίου οἱ καταγγέλοντες ζητοῦν τὴν παραπομπὴν εἰς δίκην ἐπὶ ΄΄ἀποστασίᾳ καὶ αἱρέσει, ἐπὶ παραβάσει τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἐπὶ ἀρνήσει τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἐπὶ ἐκουσίᾳ ἀρνήσει τοῦ ἀποκαλουμένου Λόγου τοῦ Θεοῦ΄΄. Ἡ καταγγελία δὲν εἶναι οὔτε αὐθαίρετος, οὔτε ἐπιπολαία, ἀλλά στηρίζεται ἐπὶ συγκεκριμένων γεγονότων, ἤγουν ἐπί δηλώσεων καὶ ἄρθρων τοῦ ἰδίου κ. Ἰακώβου, ὁ ὁποῖος – ὡς καταγγέλλουν οἱ 12 Ὁμογενεῖς – παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ ποιμνίου, ὄχι μόνον δὲν ἀποκηρύσσει τὰς ἀποστατικάς του αὐτὰς ἐνεργείας, ἀλλά τὰς ἐπαναλαμβάνει καὶ τὰς προσυπογράφει εἰς συνεντεύξεις καὶ ἐπιστολὰς του πρὸς ξένους καὶ ὁμογενεῖς!! Τὸ πλέον, ὅμως, κραυγαλέον δεῖγμα τῶν τερατωδῶν καὶ ἀπιστεύτων δηλώσεων τοῦ ἀποστάτου Ἱεράρχου ἀποτελεῖ ἄρθρον του εἰς τοὺς «Times» τῆς Νέας Ὑόρκης, τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 1967, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρονται ὑπ’ αὐτοῦ καί τά ἑξῆς : «Τὸ νόημα τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἀφηρημένη ἑλληνικὴ ἰδέα, τὴν όποία ὁ ἄνθρωπος τῆς σήμερον καὶ τῆς αὔριον δὲν ἀποδέχεται. Εἰδικῶς δὲ ἡ ἀποδοκιμασία αὕτη ἀφορᾶ εἰς τὸ δόγμα τῆς Τριαδικότητος. Ἑπομένως, δέον ὅπως ἀπεκδυθῆ ἡ Θεολογία τῶν ἑλληνικῶν της ἐνδυμάτων, ἕν μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος»!

Καὶ ἡμεῖς μέν, οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν εἴχομεν περί τῶν τάσεων τοῦ νέου αὐτοῦ Παραβάτου, ὁ ὁποῖος, ὡς νὰ μὴ ἔφθαναν τὰ ὅσα διέπραξε καὶ διαπράττει διὰ τὸν ἀφελληνισμὸν τοῦ ἐν Ἀμερικῇ ἑλληνικοῦ στοιχείου, προσπαθῶν νὰ εἰσαγάγη τὸ Εὐαγγέλιον ἐν Ἀγγλικῇ μεταφράσει εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Ἐκκλησίας τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς του, προχθὲς ἀκόμη κατηγγέλλετο ὡς μετέχων διεθνιστικῆς θρησκευτικῆς κινήσεως, διαθέσας μάλιστα καὶ τὸ ποσὸν τῶν 500.000 δολλαρίων ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς – ἤτοι, ἐξ ἑλληνικῶν χρημάτων – πρὸς ἀνέγερσιν πανθεϊστικοῦ ναοῦ, ὅπου θὰ λατρεύωνται ὅλοι οἱ θεοί, ἀνεξαρτήτως θρησκείας! Ἀλλά, βεβαίως, τὸ ὑπὸ τῶν 12 Ὁμογενῶν καταγγελλόμενον κροῦσμα, καθ’ ὅ ὁ ἀσχημονῶν οὕτω Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς φθάνει εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἀπαρνῆται αὐτὸ τοῦτο τὸ Τριαδικὸν τῆς Θεότητος, ἀπαρνούμενος, ἐν ἄλλοις λόγοις, τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως, ὑπερβαίνει κάθε ὅριον ἀνοχῆς καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸν χῶρον τοῦ ἐπικινδύνου. Διότι, δύο τινὰ θὰ πρέπη νὰ ὑποθέση κανεὶς : Ἤ ὅτι ὁ καταγγελλόμενος τελεῖ ἐν πλήρει συγχύσει, ἢ ὅτι ἀπηρνήθη τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν – ἄν, βεβαίως, ἐπὶστευε ποτέ! Ὁ,τιδήποτε πάντως καὶ ἂν συμβαίνει, ὁ κύριος αὐτὸς εἶναι πλέον κίνδυνος – θάνατος διὰ τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ ἐπιβάλλεται ὅπως πάραυτα ἀπομακρυνθῆ τῶν καθηκόντων του, ἵνα μὴ ἐξ αὐτοῦ σκανδαλίζεται τὸ Χριστεπώνυμον ἐκ 2.500.000 Ἑλλήνων πλήρωμα τῆς Ἀμερικῆς.

Ὁ νέος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος ὁ Α’ ὀφείλει νὰ δώση πάραυτα ἁπτὸν δεῖγμα ὅτι γνωρίζει νὰ προασπίζεται τὴν Ὀρθοδοξίαν, ἧς ἐτάχθη θεματοφύλαξ, σχολάζων, ἄνευ ἑτέρου, τὸν ἀσεβέστατον καὶ αἱρετικὸν Ἱεράρχην, ἐφ’ ὅσον, οὕτως ἢ ἄλλως, διὰ τῆς παραμονῆς του εἰς τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀμερικῆς ἔχει προκαλέσει σκανδαλισμὸν εἰς τὸ ποίμνιόν του, νὰ προβῆ δὲ εἰς πᾶσαν περαιτέρω ἐνέργειαν προσάγων εἰς δίκην τὸν ἀποστάτην Ἀρχιεπίσκοπον πρὸς καθαίρεσίν του. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, προέχει ἡ ἄμεσος ἀπομάκρυνσίς του ἐκ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, ἐπὶ τῇ βάσει καὶ μόνον τῆς γενομένης καταγγελίας, δι’ ἥν οὐκέτι χρείαν ἄλλων μαρτύρων ὑπάρχει! Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη ὁ Πατριάρχης παραμελήση τὸ καθῆκον του, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει παρὰ μόνον τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς Ἕλληνας νὰ σκεφθῆ, διαθέτει πλεῖστα ὅσα πλάγια μέσα, δυνάμενα νὰ ἐξαναγκάσουν ἐμμέσως τὸν ἐν λόγῳ Ἀρχιεπίσκοπον ὅπως ἀπαλλάξη τῆς παρουσίας του τοὺς Ἕλληνας τῆς Ἀμερικῆς…».

Καὶ ὅμως, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ νέου Προκαθημένου, ἀνέχεται τον Ἀμερικῆς, ὅν κατὰ τὸ παρελθὸν σύνεδρος τῆς Ὑμετέρας Πανοσιολογιότητος ἀπεκάλει «Καρδινάλιον» καὶ συνεργάζεται μετ’ αὐτοῦ. Καὶ ὕστερον πταίουν οἱ Μοναχοὶ, ποὺ δὲν μνημονεύουν. Ἀλλά, τὴν Οἰκουμενικὴν κίνησιν καὶ ἐν γένει τὸν Οἰκουμενισμόν κατεδίκασεν ἐσχάτως καὶ ὁ Μακαριώτατος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας κ. Νικόλαος, ἀποκαλέσας τοῦτον, ὄχι μόνον «αἵρεσιν», ἀλλά καὶ «παναίρεσιν» (ὅρα θρησκευτικὸν περιοδικὸν «Ὀρθόδοξος Τύπος», ὑπ’ ἀριθμ. φ. 170 καὶ ἀπὸ 15 Σεπτεμβρίου 1972, καὶ ἐφημερὶς «Μακεδονία» καὶ ἀπὸ 4 Ὀκτωβρίου 1972). Εἶπεν ἐπὶ λέξει ὁ Μακαριώτατος Ἀλεξανδρείας : «… Καταδικάζω τὸν Οἰκουμενισμὸν καὶ τὸν θεωρῶ, ὄχι μόνον ὡς ἁπλήν αἵρεσιν, ἀλλ’ ὡς παναίρεσιν καὶ σύμπλεγμα ὅλων τῶν κακοδοξιῶν. Εἶναι λίαν ἐμφανεῖς αἱ ἀντιχριστιανικαὶ δυνάμεις, ποὺ τὸν κινοῦν ἕκ τῶν παρασκηνίων. Οὐδεμίαν συμμετοχὴν εὶχεν ἢ θὰ ἔχη τὸ Πατριαρχεῖον Ἀλεξανδρείας εἰς τὰς κινήσεις αὐτάς, διότι ὁ Οἰκουμενισμός στρέφεται κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας κ.λπ…».

Κατόπιν ὅλων τούτων, ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Μονὴ θὰ συνεχίση τὴν ἀκολουθητέαν Αὐτῆς γραμμὴν κατ’ ἐφαρμογὴν τῆς προρρηθείσης ἀποφάσεως τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως. Ὁ Σεβασμιώτατος Πατριαρχικὸς Ἔξαρχος ἐπεσήμανε τὸ φάσμα τῆς ἐπιβολῆς κυρώσεων. Δηλαδή, θὰ ἐξασκηθῆ βία; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν νὰ ἐξασκήσουν βία, ἂς ἀναλογισθοῦν τὰς εὐθύνας των διὰ τὴν τύχην τῶν Ἱερῶν τούτων καὶ αἰωνοβίων Σκηνωμάτων. Ἂς ἀφήσουν ἠσύχους ἡμᾶς τοὺς Μοναχούς, τοὺς ἀπομεμακρυσμένους ἐκ τοῦ κόσμου, νὰ συνεχίζωμεν τὴν ἐφαρμογήν τῶν ὦν παρελάβομεν ἐκ τῶν πατέρων μας ἱερῶν παραδόσεων. Ὄχι κατὰ τὸ δοκοῦν νὰ ζητῶμεν δῆθεν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων καί, ὅταν δὲν θέλωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τούτων, νὰ θέτωμεν τὰ δόγματα εἰς τὰ Σκευοφυλάκια, ὅπως διεκήρυσσεν ὁ ἀποθανών Πατριάρχης Ἀθηναγόρας.

Ἐπὶ τούτοις, διατελοῦμεν μετὰ πολλῆς τῆς ἐν Χριστῷ φιλαδελφίας καὶ ἀγάπης.

† Ὁ Τοποτηρητὴς

τῆς Ἱερὰς Κοινοβιακῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΑΡΑΚΑΛΛΟΥ – ὑπ’ ἀριθ. 117/21.9.72

 «Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 627 ἐπείγουσαν ἐγκύκλιον ἐλάβομεν τὴν 20.9.72 ἐπὶ τῇ ἐνταῦθα ἀφίξει τοῦ Σεβ. Ἁγίου Προέδρου καὶ Πατριαρχικοῦ Ἐξάρχου Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου κ. Ἀλεξάνδρου.

Χαιρετίζομεν Ὑμᾶς καὶ ἡμεῖς ὅλοι οἱ πατέρες τῆς Μονῆς μετὰ χαρᾶς. Ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἱερὰ Μονὴ ὑπὸ στοιχ. ΙΔ’ ἐν τῇ σημερινῇ Συνάξει 21.9.72 ἐξήτασε καὶ αὖθις τὸ ἐπίμαχον αὐτὸ θέμα τοῦ μνημονεύματος, καὶ παρ’ ὅλον τὸν σεβασμόν καὶ τὰ ὡραῖα λόγια τοῦ ἁγίου Προέδρου, ἅτινα ἐμελετήσαμεν μετὰ προσοχῆς ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ του, ἡ καθ’ ἡμᾶς Γεροντικὴ Σύναξις, κατόπιν ἀνταλλαγῆς γνωμῶν, ὁμοφώνως ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ πληροφορήση Ὑμᾶς, τὴν ὑμετέραν Σεβασμιότητα, γραπτῶς τὰ κάτωθι, ἐν σχέσει μὲ τὸ σοβαρόν ἐκκλησιαστικόν αὐτὸ θέμα :

Ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ἐν πεποιθήσει καὶ ἀμετάθετον ἀπόφασιν ἡμῶν περὶ συνεχίσεως τῆς διακοπῆς τοῦ Πατριαρχικοῦ Μνημοσύνου εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας, ἐφ’ ὅσον ὁ Νέος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Δημήτριος ὁ Α’ θὰ συνεχίση τὴν τηρουμένην ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου γραμμήν, τὴν ὁποίαν εἶχε χαράξει ὁ Ἀθηναγόρας. Ἡμεῖς οἱ Ἁγιορεῖται ἐνομίζομεν ὅτι θὰ ἀκολουθήση αὐστηρὰν συντηρητικὴν γραμμὴν ἀντίθετον ἀπὸ ἐκείνην τοῦ Ἀθηναγόρα. Ἑπομένως, ἔργον τοῦ νέου Πατριάρχου θὰ εἶναι ἡ ἐπὶ 24 ἔτη χαραχθεῖσα γραμμὴ τῆς συνεργασίας μετὰ τοῦ ἀμετανοήτου πάπα Παύλου διὰ τὴν ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν. Συνεπῶς, ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Καρακάλλου ἐπανέρχεται καὶ αὖθις εἰς τὴν παλαιὰν ἀπόφασιν τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, ἥτις λέγει καὶ ἀποφασίζει, σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι ἐπαφίεται εἰς τὴν συνείδησιν ἑκάστης Μονῆς ἡ διαμνημόνευσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ καταπατήσωμεν τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, οὓς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐλάλησεν εἰς αὐτοὺς παρὰ ταῖς Ἱεραῖς Συνόδοις. Θὰ πειθώμεθα εἰς τὸν νέον Πατριάρχην, ὅταν διαπιστώσωμεν ὅτι οὗτος θὰ ἀναθεωρήση τὰς αἱρετικὰς ὁμολογίας τοῦ προκατόχου του καὶ δὲν θὰ συνεχίση τὴν φιλοπαπικήν γραμμήν».

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑΣ ὑπ’ ἀριθ. 156/20.9.72.

 «Ἐμμένομεν εἰς τὴν πιστὴν τήρησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, Συνεδρία ΝΒ’ τῆς 13.11.72, διὰ τὸ μνημόσυνον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὅστις ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἀκολουθήση τὴν γραμμὴν τοῦ προκατόχου του.

Ἡ Συνεδρία τῆς ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως φέρει τὸν τύπον ἐθνοσυνελεύσεως, συμφώνως τῷ 1ῳ ἄρθρω τοῦ ἐσωτερικοῦ κανονισμοῦ τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, καί, ὡς ἐκ τούτου, ἡ Ἱερὰ Κοινότης δὲν δύναται νὰ ἀκυρώση τὰς ληφθείσας ἀποφάσεις αὐτῆς».

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ὑπ’ ἀριθ. 624/25.9.72

 «Ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 627 τῆς 19ης τρέχοντος μηνὸς Ὑμετέραν ἐγκύκλιον, γνωρίζομεν τῇ Ἱερᾷ Κοινότητι ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ μνημοσύνου τοῦ ὀνόματος τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυρίου Δημητρίου, ἡ ἀπόφασις ἡμῶν εἶναι ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς συζήτησιν, παρὰ μόνον ἐφ’ ὅσον δηλωθῆ ὑπὸ τῆς Α. Παναγιότητος διὰ τοῦ Τύπου ὅτι δὲν θὰ ἀκολουθήση τὴν πορείαν τοῦ προκατόχου Αὐτοῦ».

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ὑπ’ ἀριθ. 188/22.9.72

 «Ὅτι ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Μονὴ ἐμμένει ἐπὶ τῆς πιστῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀποφάσεως τῆς ὑπὸ στοιχ. ΝΒ’ 18.11.71 Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, δεδομένου ὅτι τὰ αἴτια, ἅτινα μᾶς ἔφερον εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ μνημοσύνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου δὲν ἤρθησαν, ὡς ηὐχόμεθα καὶ ἀνεμένομεν. Ἀντιθέτως, μάλιστα, ἐὰν λάβη κανεὶς ὑπ’ ὅψιν του τὸν ἐνθρονιστήριον λόγον τοῦ νέου Πατριάρχου, Παναγιωτάτου κ. Δημητρίου – Ἐφημερὶς Ὀρθόδοξος Τύπος, φυλ. 167-1688 τῆς 1ης καὶ 15ης Αὐγούστου 1972 – ὡς καὶ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις του πρὸς τὴν ἐνδημοῦσαν Σύνοδον – «Ἐπίσκεψις», ἀριθμ. 60/8.8.1972, σελὶς 7 -, ἡ ἐμμονὴ μας ἐγένετο πλέον σταθερά».

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΩΝΣΤΑΜΟΝΙΤΟΥ ὑπ’ ἀριθ. 125/25.9.72

 «Ὅτι ἡ Ἱερὰ Μονὴ οὐδέποτε διέκοψε τὴν μνημόνευσιν, ἀλλά μνημονεύει ‘’Ὑπὲρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν’’, ἔχομεν ὅμως τὴν γνώμην ὅπως ἡ Ὑμετέρα Πανοσιολογιότης συγκαλέση Ἔκτακτον Διπλήν Ἱερὰν Σύναξιν διὰ τὰ περαιτέρω».

Ἐπίλογος

Ἠ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ μεγάλου οἰκουμενιστοῦ καί μασόνου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου ἀπό σύσσωμον τό Ἅγιον Ὄρος (καί τούς τρεῖς μακαριστούς Μητροπολῖτες τῶν «Νέων Χωρῶν» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος Φλωρίνης Αὐγουστῖνο Καντιώτη, Παραμυθίας Παῦλο καί Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιο), ἦταν ἡ κύρια αἰτία ἀναβολῆς τῆς ψευδοῦς ἑνώσεως ἐν τῇ πράξει μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Παπισμοῦ, ἡ ὁποία ἤδη ἀπό νωρίτερα, τό 1964, εἶχε συμφωνηθεῖ θεωρητικά. Τόση δύναμη εἶχε ἡ διακοπή κοινωνίας καί μνημονεύσεως, ὥστε ἀνεβλήθη ἡ ψευδοένωσις.

Ἴδού, λοιπόν, πεδίον δόξης λαμπρόν καί γιά τούς συγχρόνους Ἁγιορεῖτες, νά προβοῦν σέ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ ὑπερακοντίσαντος σέ οἰκουμενιστικά ἄλματα τούς Ἀθηναγόρα καί Δημήτριο οἰκουμενιστοῦ καί σχίστου τῆς Ἐκκλησίας Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ἄν βέβαια ἐπιθυμοῦν νά εἶναι καί νά λέγονται συνεχιστές τῆς Ἁγιορειρικῆς πρακτικῆς σέ θέματα πίστεως καί ἑπόμενοι τοῖς παλαιοῖς Ἁγιορεῖταις πατράσι.


[1] ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΧΑΡΙΤΩΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Τό Ἅγιον Ὄρος καί ἡ διαχρονική του στάση ἔναντι τῶν αἱρέσεων, ἔκδ. Ἱερόν Κελλίον Θείας Ἀναλήψεως, Ἅγιον Ὄρος, σσ. 262-265.

[2] Ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀρ. φ. 127, 10-10-1970.

[3] ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΙΣΑΑΚ, Βίος Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Ἅγιον Ὄρος 2004, σσ. 690-691.

[4] Ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος», τ. 98/1.3.1969, σ. 4 καί τ. 1680/9.3.2007, σ. 5.

[5] Ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος», 9.3.2007, φ. 1680, σσ. 1.5.

[6] Ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος», 15-06-1971, ἀρ. φ. 142, σ. 4 καί «Ἅγιον Ὄρος. Διαχρονική μαρτυρία στούς ἀγῶνες ὐπέρ τῆς πίστεως», ἔκδ. Ἁγιορειτῶν Πατέρων, Ἅγιον Ὄρος 2014, σσ. 104-107.

[7] Σχ. βλ. Θεοδρομία ΙΑ΄ 1 (Ἰανουάριος – Μάρτιος 2009) 75-81.

https://sotiriosnavs.com/wp-content/uploads/2020/05/IMG_20200508_130841-rotated.jpg2022-06-26 12:14:28%ce%b7-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%b7-%ce%bc%ce%bd%ce%b7%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b5%cf%85%cf%83%ce%b5%cf%89%cf%83-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%b9