
Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
26-06-2022
Ἡ σύναξη πάντων τῶν ἐν Ἄθῳ ἐν ἀσκήσει διαλαμψάντων ὁσίων καί θεοφόρων πατέρων ἡμῶν, πού ἑορτάζουμε τήν Κυριακή Β΄ Ματθαίου, μᾶς παρέχει εὔκαιρον καί κατάλληλον ἀφορμή, γιά νά ἀναπτύξουμε τό θέμα : «Ἡ διακοπή μνημονεύσεως τῶν οἰκουμενιστῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν Ἀθηναγόρα καί Δημητρίου στό Ἅγιον Ὄρος κατά τήν τριετία 1969-1972».
1. Ἡ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα ἀπό τούς Ἁγιορεῖτες
Τήν τριετία 1969-1972, οἱ περισσότερες Ἱερές Μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους, βασιζόμενες στον 31ο Ἀποστολικό Κανόνα καί τόν 15ο Ἱερό Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, διέκοψαν τήν μνημόνευση τοῦ μεγάλου οἰκουμενιστοῦ καί μασόνου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα γιά καθαρά λόγους πίστεως, οἱ ὁποῖοι συνίσταντο : α) στήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων, πού ἐνήργησε τό 1965, β) στήν συνάντησή του μέ τόν αἱρεσιάρχη Πάπα στά Ἱεροσόλυμα, καί γ) γενικῶς στήν φιλοπαπική του στάση. Εἶναι γνωστό τοῖς πᾶσι ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας δέν εἶχε δογματικούς φραγμούς, δέν πίστευε στήν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε βεβαίως δεχόταν ὅτι οἱ αἱρετικοί εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας.
Μέ τήν ἀνάρρηση στό Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα (01-11-1948 / 07-07-1972), ὁ Οἰκουμενισμός ἔλαβε καί θεσμική κάλυψη στόν Ὀρθόδοξο χῶρο μέ πρωτοφανῆ ἀνατροπή τῆς μέχρι τότε ἐκκλησιαστικῆς καί κανονικῆς τάξεως. Ὁ Ἀθηναγόρας, μέ μία σειρά ἀπό πρωτόγνωρες ἀποφάσεις καί ἐνέργειες, ἀνέτρεψε μέ συνοπτικές διαδικασίες κάθε δεδομένο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀνέτρεψε Ἱερούς Κανόνες, συνοδικότητα, ἁγιοπατερική παράδοση, δογματική καί ἐκκλησιαστική συνείδηση καί οὐσιαστικά ἀμνήστευσε τίς πλάνες καί τά ἐναντίον τῆς εὐαγγελικῆς Ἀλήθειας ἐγκλήματα τοῦ Παπισμοῦ, ἐξισώνοντας τήν αἵρεση μέ τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν πλάνη μέ τήν ὀρθή Πίστη, τό δαιμονικό ψεῦδος μέ τήν Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, τόν Παπισμό μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Ἔτσι, μπροστά σέ αὐτό τό ξεθεμελίωμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ὁ ἁγιορειτικός μοναχισμός (Μονές, Σκῆτες καί Κελιά), ἀκολουθώντας τήν μακραίωνη ἐκκλησιαστική καί κανονική παράδοση, ἔπαψε νά ἀναγνωρίζει τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα ὡς Ὀρθόδοξο Πατριάρχη καί διέκοψε τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματός του ἀπό τό 1969 μέχρι τό θάνατό του (07-07-1972), ἐξαιτίας τῆς οἰκουμενιστικῆς του πολιτικῆς.
Οἱ Μονές αὐτές ἦταν : α) Ἱερά Μονή Διονυσίου, μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Γαβριήλ,
β) Ἱερά Μονή Καρακάλλου, μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Παῦλο,
γ) Ἱερά Μονή Σίμωνος Πέτρας, μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Χαράλαμπο,
δ) Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου, μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Βησσαρίωνα,
ε) Ἱερά Μονή Ἁγίου Παύλου, μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Ἀνδρέα,
στ) Ἱερά Μονή Ξενοφῶντος, μέ Ἠγούμενο τόν Γέροντα Εὐδόκιμο,
ζ) Ἱερά Μονή Ἑσφιγμένου, μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Ἀθανάσιο,
η) Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα, μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα τόν Βασίλειο (Γοντικάκη), μέ τήν σημαντικότατη συμβολή τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου,
θ ) Ἱερά Μονή Κουτλουμουσίου,
ι) Ἱερά Μονή Κωνσταμονίτου,
ια) Ἱερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, καί
ιβ) πολλοί κελλιώτες Ἁγιορεῖτες Πατέρες[1]
Ἐρωτοῦμε, λοιπόν, τούς ἐναντιουμένους μετά μανίας στήν ἀποτείχιση καί συκοφαντοῦντες καί ὑβριστές τῶν ὀρθῶς ἀποτειχισμένων : «Ὅλοι αὐτοί τότε, μέ τήν ἀποτείχισή τους, μήπως ἀποσχίστηκαν ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, βγῆκαν ἐκτός Ἐκκλησίας και ἔγιναν σχισματικοί»; Προφανέστατα, ὄχι!
i) Ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους
Ἠ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους σέ ἐπιστολή της πρός ὅλες τίς Ἁγιορείτικες Ἰερές Μονές, ἀπό τίς ὁποῖες ζητοῦσε τίς ἀπόψεις τους γιά τήν παύση μνημονεύσεως, τόνιζε ὅτι ἡ διακοπή μνημονεύσεως ἀποτελεῖ πράξη ἀντιστάσεως ἐν ὄψει τοῦ διαγραφομένου κινδύνου : «Ἡ διακοπή τοῦ μνημοσύνου ἀποτελεῖ ἄρνησιν καί πρᾶξιν ἀντιστάσεως ἐν ὄψει διαγραφομένου κινδύνου»[2]. Μέ ἔγγραφό της ἡ ἔκτακτη Διπλή Σύναξη τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος, στίς 13-11-1971, τόνιζε ὅτι «ἐπαφίεται εἰς τὴν συνείδησιν ἑκάστης Μονῆς ἡ διαμνημόνευσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου».
ii) Ὁ ὅσιος καί θεοφόρος πατήρ ἡμῶν Παΐσιος ὁ Ἁγιορεῖτης διέκοψε τήν μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα
Ὁ Ἱερομόναχος Ἰσαάκ στό βιβλίο του μέ τίτλο : «Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου»[3], γράφει τά ἑξῆς : «Στά θέματα τῆς πίστεως (ὁ ὅσιος Παΐσιος) ἦταν ἀκριβής καί ἀσυγκατάβατος.
Εἶχε μεγάλη ὀρθόδοξη εὐαισθησία, γι’ αὐτό δέν δεχόταν συμπροσευχές καί κοινωνία μέ πρόσωπα μή ὀρθόδοξα. Τόνιζε : ‘’Γιά νά συμπροσευχηθοῦμε μέ κάποιον, πρέπει νά συμφωνοῦμε στήν πίστη’’. Διέκοπτε τίς σχέσεις του ἤ ἀπεύφευγε νά δῆ κληρικούς, πού συμμετεῖχαν σέ κοινές προσευχές μέ ἑτεροδόξους. Τά ‘’μυστήρια’’ τῶν ἑτεροδόξων δέν τά ἀναγνώριζε καί συμβούλευε οἱ προσερχόμενοι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά κατηχοῦνται καλά πρίν βαπτιστοῦν.
Καταπολέμησε τόν οἰκουμενισμό καί μιλοῦσε γιά τό μεγαλεῖο καί τήν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν πληροφορία του ἀρυόμενος ἀπό τήν ἐν καρδίᾳ του θεία χάρι. Ὁ βίος του ἀποδείκνυε τήν ὑπεροχή τῆς Ὀρθοδοξίας.
Γιά ἕνα διάστημα εἶχε διακόψει, μαζί μέ ὅλο σχεδόν τό ὑπόλοιπο Ἅγιον Ὄρος, τό μνημόσυνο τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα γιά τά ἐπικίνδυνα ἀνοίγματά του πρός τούς Ρωμαιοκαθολικούς. Ἀλλά, τό ἔκανε μέ πόνο : ‘’Κάνω προσευχή’’, εἶπε σέ κάποιον, ‘’γιά νά κόβη ὁ Θεός μέρες ἀπό μένα καί νά τίς δίνη στόν πατριάρχη Ἀθηναγόρα, γιά νά ὁλοκληρώση τήν μετάνοιά του’’.
Χωρίς νά ἐπιδιώκη νά φαίνεται ὁμολογητής, μέ τόν τρόπο του, ἀντιδροῦσε, μιλοῦσε καί ἔγραφε σέ ἐκκλησιαστικά πρόσωπα. ‘’Ἡ Ἐκκλησία’’, ἔλεγε, ‘’δεν εἶναι καράβι τοῦ κάθε ἐπισκόπου νά κάνη ὅ,τι θέλει’’. Οἱ ἀντιδράσεις του αὐτές συνωδεύονταν ἀπό πολλή προσευχή καί ἀγάπη γιά τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί γιά τούς παρεκτρεπομένους, καί προϋπέθεταν ἀπάθεια, διάκριση καί ἄνωθεν φωτισμό».
Σέ αὐτούς, πού πρωτοστάτησαν στήν τολμηρή καί ὁμολογιακή αὐτή ἐνέργεια ἐναντίον τοῦ Ἀθηναγόρα, ἀνῆκε καί ὁ ὅσιος Παΐσιος, ὁ ὁποῖος μοναχός, τότε, στήν Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα συνήργησε τά μέγιστα, μαζί μέ τόν τότε Καθηγούμενο Ἀρχιμ. Βασίλειο Γοντικάκη, ὥστε καί ἡ Μονή του νά διακόψει τήν μνημόνευση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη.
Μάλιστα ὁ ὅσιος Παΐσιος, ὁ ἡγούμενος π. Βασίλειος Γοντικάκης καί ὁ ἱερομόναχος Γρηγόριος στήν ἀπό 21-11-1968 κοινή ἐπιστολή τους, χαρακτήρισαν τά λεχθέντα καί πραχθέντα ὑπό τοῦ Ἀθηναγόρα ὡς «ἀκατανόητα καί δυστυχῶς βλάσφημα διά τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν» καί σημείωσαν : «ἡ ἂρνησι πρός τόν Πατριάρχη δέν εἶναι ἂρνησι πρός τήν ἀγάπην, οὒτε πρός τήν ἑνότητα. Εἶναι “ὂχι” πρός τό ψεῦδος καί “ναί” πρός τήν Ἀλήθεια»[4]!
Στήν ἐπιστολή αὐτή, μέ ἡμερομηνία 21-11-1968, οἱ τρεῖς συνυπογράφοντες παρέθεσαν συγκεκριμένες ἀντορθόδοξες δηλώσεις τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, τονίζοντας ταυτόχρονα ὅτι στήν Ἰερά Μονή Σταυρονικήτα μνημονευόταν ἀκόμη τό ὄνομα τοῦ Πατριάρχου (πρᾶγμα σπάνιο γιά Κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἐνῶ οἱ περισσότερες Μονές εἶχαν παύσει νά τό μνημονεύουν) κατ’ ἀνοχήν καί ὄχι σάν ἔκφραση καταφάσεως στήν οἰκουμενιστική γραμμή τοῦ Πατριάρχου : « […] ἡ ἐπανίδρυση τῆς Μιᾶς …. Ἐκκλησίας καί τόσα ἄλλα εἶναι ἀκατανόητα καί κυριολεκτικῶς βλάσφημα διά τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Τό ὅτι στή Μονή Σταυρονικήτα μνημονεύεται σήμερα τό ὄνομα τοῦ Πατριάρχου – πρᾶγμα σπάνιο γιά Κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Ὄρους – τοῦτο γίνεται κατ᾽ ἀνοχήν, ἀπό σεβασμό στήν Ἐκκλησία, καί ὄχι σάν ἔκφρασι καταφάσεως στή γραμμή αὐτή»[5] . Δύο χρόνια ἀργότερα, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1970, ἡ Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα, ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τῶν ὑπολοίπων Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, διέκοψε τήν μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, συνεργήσαντος σ’ αὐτό τά μέγιστα καί τοῦ ὁσίου Παϊσίου. Ἠ Ἰερά Μονή Σταυρονικήτα ἀνακοίνωσε τήν διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα μέ ἐπιστολή, πού ἀπέστειλε στίς 07-10-1970 πρός τήν Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους,τήν ὁποίαὑπέγραφε ὁ τότε Ἠγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης ἐκ μέρους τῆς Ἀδελφότητος. Ἡ ἐπιστολή ἔχει ὡς ἑξῆς :
iii) Ἀπάντηση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα (ἡγούμενος ἀρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης) πρὸς τὴν Ἱερὰ Κοινότητα γιὰ τὴν διακοπὴ μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα[6]
Πρὸς τὴν Ἱερὰν Κοινότητα Ἁγίου Ὄρους
Εἰς Καρυὰς
7 Ὀκτωβρίου 1970
Τήν Ὑμετέραν Πανοσιολογιότητα ἀδελφικῶς ἐν Κυρίῳ κατασπαζόμεθα.
Ἀπαντῶντες εἰς τό ὑπ’ ἀριθμ. 139/Κ/ 5.9.70 Ὑμέτερον ἐγκυκλιῶδες γράμμα ὁμολογοῦμεν ὅτι ἐχάρημεν ἰδιαιτέρως, διότι θίγετε ἕνα πρόβλημα τόσον βασικόν καί θέτετε ἐρωτήματα σοβαρά ζητοῦντες λύσεις. Ἐρωτᾶτε : «Ποία ἐκδήλωσις καί ποία ἐνέργεια ἐκ τοῦ Παναγιωτάτου κ. Ἀθηναγόρου θά ἦτο ἐνδεδειγμένη τόσον διά τήν καθησύχασιν τῶν συνειδήσεων ὅσον καί διά τήν ἀποκατάστασιν τῆς διαταραχθείσης ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος»;
1. Δυστυχῶς, ὡς ἀποδεικνύουν αἱ ἀλλεπάλληλοι καί ἐπί σειράν ἐτῶν πατριαρχικαί δηλώσεις δέν πρόκειται περί φραστικῶν λαθῶν ἤ δημοσιογραφικῶν ἀνακριβειῶν ἀλλά περί σταθερῶν πεποιθήσεων, ἐκφραζομένων εὐκαίρως ἀκαίρως μετά πάσης ἐμφάσεως. Ἄρα δέν εἶναι δυνατόν μία ἐκδήλωσις τοῦ Πατριάρχου νά καθησυχάσῃ τήν ὀρθόδοξον συνείδησιν ἐφ’ ὅσον αἱ πεποιθήσεις τοῦ Φαναρίου καί ἡ διαγραφομένη πορεία του παραμένει ἡ αὐτή.
Συγκεκριμένως εἰς τήν ἡμετέραν Μονήν, παρ’ ὅλην τήν ἁγιορειτικήν ἀντίδρασιν, ἐμνημονεύαμεν μέχρι τινός τοῦ Πατριαρχικοῦ ὀνόματος φειδόμενοι τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος. Μετά δέ τήν περί Φιλιόκβε καί Πρωτείου, ὡς ἁπλῶν ἐθίμων, δήλωσιν τοῦ Πατριάρχου, ἐπαύσαμεν τό μνημόσυνον, αἰσθανθέντες ὅτι ἐξέλιπε πᾶνπεριθώριον ἀνοχῆς ἤ προθεσμία ἀναμονῆς.
Αἱ παρόμοιαι δηλώσεις δέν ἀποτελοῦν μόνον ἀναίρεσιν τῆς Θεοδιδάκτου καί ζωηφόρου παραδόσεως τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ἀλλά συγχρόνως ἐμπαιγμόν πρός τόν ταλαίπωρον Δυτικόν κόσμον, ὁ ὁποῖος κεκοπιακώς ἐκ τοῦ καύσωνος καί τῆς στείρας ὁδοιπορίας εἰς χώρους ἀβάτου καί ἀνύδρου ὀρθολογισμοῦ ζητεῖ, ἐνσυνειδήτως ἤ μή, τό ὕδωρ ἐκ τῶν πηγῶν τῆς σωτηρίας.
Ἡ ἐκφραζομένη πεποίθησις τοῦ Πατριάρχου (περί τοῦ ἀλαθήτου ὡς ἐθίμου) καί ἡ ὁραματιζομένη προοπτική του (διά τόν τρόπον τῆς ἑνώσεως) δέν τόν ἀποξενώνει ἁπλῶς ἀπό την Ὀρθόδοξον συνείδησιν καί τό ἐκκλησιαστικόν πλήρωμα, ἀλλά τόν ἐμφανίζει ἥκιστα σοβαρόν καί εἰς τό πρόσωπον τοῦ ἰδίου, τοῦ Πάπα, ὁ ὁποῖος μετ’ ἐμφάσεως ἐτόνισε –μετά τάς πατριαρχικάς ταύτας δηλώσεις– τό, Θείῳ δικαίῳ, ἀλάθητόν του καί τήν ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν ἄνευ τοῦ «παραμερισμοῦ τῶν ἀληθῶν δογμάτων» του. Τό νά ἀκολουθεῖ ὅθεν τάς πατριαρχικάς καί οἰκουμενικάς ἀκροβασίας κανείς, δέν ἀπάδει ἁπλῶς πρός τήν Ὀρθόδοξον ἱεροπρέπειαν ἀλλά καί ἀντίκειται πρός τήν στοιχειώδη σοβαρότητα. Σαφῶς ἄλλωστε ἡ ἀποφυγή ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου διά τήν μετά τοῦ κ. Ἀλεξίου συνέντευξίν του, (παρά τήν ἐρώτησιν τῆς Ὑμετέρας Πανοσιολογιότητος), ὑποδηλοῖ τό ἔγκυρον τοῦ ἐν λόγῳ δημοσιεύματος καί τήν πατριαρχικήν προέλευσιν τῶν ἀπόψεων.
2. EINAI ΓΕΓΟΝΟΣ ὅτι ἡ οἰκουμενική κρίσις εὗρε τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, καί μάλιστα τήν Ἑλληνικήν, εἰς μίαν κάμψιν θεολογικῆς ζωῆς. Αὐτή ἡ θεολογική ἀναιμία, ἡ ἀπουσία τοῦ πατερικοῦ καί καθολικῶς σωτηρίου πνεύματος, παρουσιάζεται ἀπ’αἰῶνος καί πλέον εἰς τάς θεολογικάς μας Σχολάς καί τόν κηρυκτικόν λόγον. Παρατηρεῖται μιά πτῶσις τῆς Ὀρθοδόξου συνειδήσεως καί τῆς ὀργανικῆς συναφείας ἀληθείας καί ζωῆς εἰς τήν Ἐκκλησίαν. Ἔγιναν σπάνιοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μεταγγίζουν τό δόγμα ὡς χάριν ζωῆς καί τήν Λειτουργίαν ὡς ἁγιασμόν ψυχῶν καί σωμάτων. Θά ἦτο βεβαίως ἄδικον καί ἀσυνεπές ἱστορικῶς ἄν ἀπεσιωπᾶτο ἡ παρουσιαζομένη ἀπό εἰκοσαετίας περίπου ἀναγέννησις τῶν πατερικῶν μελετῶν. Καί μιά ματιά μόνον εἰς τάς διδακτορικάς διατριβάς καί τάς θεολογικάς ἐργασίας τῶν τελευταίων ἐτῶν πείθει διά τήν πρός τούς Πατέρας στροφήν καί στοργήν. Ἐπίσης, ἀναμφιβόλως ἔχομεν παρά πολλούς καλούς (ἤ ὅπως ἀρεσκόμεθα νά τούς ἐπικαλοῦμεν συντηρητικούς) Ἀρχιερεῖς. Ἀλλ’ οὔτε ἡ ἀρχομένη πατερική ἀναγέννησις εἰς τὴν Θεολογίαν οὔτε ἡ ἀναφερθεῖσα συντηρητικότης, δύνανται πρὸς τὸ παρόν νά λύσουν τὴν ὑπάρχουσαν βραδυγλωσσίαν καί τὸν ἐνδοιασμόν πρὸς σαφῆ καί ἀπερίφραστον ὁμολογίαν πίστεως.
Θά πρέπει πιθανῶς νά ἀναμένωμεν ὀλίγας ἐπί πλέον γενεάς, διά νά τραφοῦν καί νά ἀνδρωθοῦν μορφαί ἱκαναί νά μαρτυρήσουν εὐθαρσῶς τήν Ὀρθόδοξον πίστιν εἰς Εὐαγγέλιον ζωῆς. Σήμερον ὡς συνέπεια καί κληρονομιά τῆς ἀσπονδύλου δογματικῶς ἀγωγῆς μας καί τῆς ἀπωλείας ὀργανικοῦ δεσμοῦ μετά τῆς ζώσης βυζαντινῆς μας παραδόσεως καί τῆς λειτουργικῆς θεολογίας εἶναι ἡ ἔλλειψις ἑτοιμότητος καί ἡ παρουσιαζομένη νωθρότης καί ἀνικανότης (μερική ἕως γενική) ὀρθοδόξου ὁμολογίας. Ἀντ’ αὐτῆς δέ παρουσιάζεται, ὡς ἀντίδρασις, ὁ διπλοῦς κακοήθης ὄγκος : ἑνός ἐπιπολαίου οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐκμεταλλευόμενος τήν γενικήν ἀνεδαφικότητα καί τόν περισπασμόν τῆς ἐποχῆς, ὁμιλεῖ διά ἑνώσεις καί συνομοσπονδιακήν συνύπαρξιν, ἀγνοῶν καί περιπαίζων τήν ὀντολογικήν βάσιν τῆς ἀληθείας καί τοῦ δόγματος καί ἑνός τυφλοῦ ἀνθενωτισμοῦ ἐγωϊστικῆς συσκοτίσεως καί δημιουργοῦ ἀπεριορίστων ἀλληλοαφοριζομένων παρατάξεων. Ἐνῷ δέ ἡ Ἐκκλησία δοκιμάζεται διά τῆς πολώσεως τῶν ἀκραίων τούτων τάσεων καί χειμάζεται διά τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ τῆς γνησίας μαρτυρίας της, καί ἐνῷ αἱ οἰκουμενικαί μεγαλοστομίαι αὐξάνουν, ἐντός τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ καί τοῦ θεολογικοῦ «λείμματος» κυοφορεῖται ἡ μυστική καί ἀκατάβλητος ἀντίδρασις. Εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν εἷς διώξεται χιλιάδας, διότι δέν πρόκειται περί τῆς ἀτομικῆς του δυνάμεως, ἡ ὁποία δρᾷ, ἀλλά περί τῆς φανερώσεως τῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία συνθλᾷ καί λικμίζει τήν ἀνυπόστατον θρασύτητα τῶν αἱρέσεων. Δέν πρόκειται περί ἀνθρωπίνου πάθους, ἀλλά περί συμπλοκῆς τοῦ ἐφημέρου, παροδικοῦ καί αὐτοκαταδικαστέου, πρός τό αἰώνιον καί ἀκατάβλητον τῆς ἀσαλεύτου βασιλείας τῆς Ἐκκλησίας. Ἐφ’ ὅσον ἀδρανοῦν οἱ κατά πρώτιστον λόγον ὑπεύθυνοι, διεγείρεται αὐτή ἡ ἐσωτερική καί καθολική συνείδησις τῆς Ἐκκλησίας. Τήν εὐθύνην ἐπωμίζεται ὁ φύλαξ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ πιστός λαός,τοῦ ὁποίου πάντοτε ἀνά τά πέρατα τῆς Οἰκουμένης καί διά τῶν αἰώνων «ἡ ψυχή καί ἡ καρδία εἶναι μία». Ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει τόν οἰκουμενισμόν της. Διά τῆς τριαδικῆς συγκροτήσεως τῆς ὑπάρξεώς της πραγματοποιεῖται ἐν αὐτῇ ἡ τῶν πάντων ἕνωσις, διά τὴν ἐπέκτασιν τῆς ὁποίας εὔχεται. Ἡ ἕνωσις αὐτή δὲν λαμβάνει χώραν εἰς τήν ἱστορικήν ἐπιφάνειαν ὡς ψιλόν ἐξωτερικόν συμβάν, ἀλλ’ ἱερουργεῖται ἐντός τοῦ θεανθρωπίνου μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ὡς λειτουργικόν γεγονός καί τριαδική μυσταγωγία. Εἶναι σταυρός καί ἀνάστασις. Διά νά ἔλθῃ ἡ ζύμη τῆς ξένης αὐτῆς ἑνότητος εἰς τήν γῆν ἐθυσιάσθη ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Διά νά διατηρηθῇ ἡ δυνατότης αὐτή «ἀεί σφαγιάζεται» ὁ Αὐτός. Ἡ φύσις τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι καθολική ἐκκλησιολογικῶς. Ἡ φύση τοῦ κάθε Ὀρθοδόξου εἶναι οἰκουμενική πνευματικῶς : Ζῇ διά τὸν ἄλλον. Πονᾶ καί χαίρεται τον πόνον καί τὴν χαράν τοῦ ἄλλουὡς ἰδικήν του. Εἶναι ἰδικός του ὁ πόνος καί ἡ χαρά τοῦ ἀδελφοῦ (Ἅγιος Συμεών). Καί αὐτό δέν συμβαίνει, ἐπειδή ὁ ἴδιος τό ἀπεφάσισε ἤ ἡ κράσις του εἶναι τοιαύτη, ἀλλά διότι ἀνεγεννήθη καί ἀνεκαινίσθη ἡ θεοειδής ὀργάνωσις τοῦ εἶναι του, διά τοῦ βαπτίσματός του εἰς τὴν ζωήν τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οὕτως ἡ προσφορά τῆς ἀγάπης του δέν εἶναι ἐφήμερος καί φθαρτός συναισθηματισμός, ἀλλά ἀφορμή θεοφανείας καί ἀφθαρσίας διά τόν πλησίον. Τό καλόν τῆς κρίσεως, τήν ὁποία διερχόμεθα, εἶναι ὅτι ἐγείρει ἐκ τοῦ ὕπνου καί θέτει τά δογματικά προβλήματα ὡς προβλήματα ζωῆς. Αὐτό εἶναι μιά μοναδική δυνατότης διά τήν ἀναγέννησιν τῆς ἀληθοῦς θεολογίας.
3. ΕΝΤΟΣ ΜΙΑΣ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑΣ τοιούτων ἐκκλησιολογικῶν ὠδίνων, πολύ ὀρθῶς μᾶς μεταφέρετε τόν προβληματισμόν : Μήπως ἡ παροῦσα στάσις τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου εἶναι ἁπλῶς ἀρνητική; Μήπως ἐμποδίζομεν ἀντί νά ὠφελοῦμεν; Διότι, εἶναι ἀνεπίτρεπτον νά ἐπιβαρύνωμεν τήν Ἐκκλησίαν εἰς τόσον δυσκόλους περιστάσεις διά προσθετικῶν ἀρνητικῶν καί σχισματογεννῶν ἀντιδράσεων.
Νομίζομεν ὅτι, ἄν διακόπτεται τό μνημόσυνον ἀνωδύνως καί ἀπό συνήθειαν, ἐάν παρατείνεται ἡ διακοπή χωρίς καμμίαν πνευματικήν μέριμναν δι’ αὐτό, πρόκειται περί ἀρνητικοῦ ἔργου. Περί μιᾶς, ὄχι ἐν πολέμῳ ἐκτάκτου στάσεως, ἀλλά περί τῆς εἰσαγωγῆς μιᾶς πεπλανημένης παραδόσεως : Τό νά μή μνημονεύεται (ἐπ’ ἀόριστον καί ἀνευθύνως) ὁ οἰκεῖος ἐπίσκοπος. Ἀπό μίαν οὕτως γενομένην διακοπήν μόνον οἱ ἐχθροί τῆς Ἐκκλησίας θά ὠφεληθοῦν. Ἐαν, ὅμως, ἡ διακοπή τοῦ μνημοσύνου εἶναι ὁ συντομογραφικός καθορισμός τῆς θέσεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους μεταξύ τῶν δύο ἄκρων (οἰκουμενικῶν οὐνιτισμῶν διά τῆς ἀπεμπολήσεως τῆς δογματικῆς βάσεως καί ἀποκοπήν ἐκ τῆς Ἐκκλησίας δι’ ἀτομικιστικοῦ ζήλου), τότε δικαιολογεῖται. Ἐάν εἶναι μία ἔκφρασις τῆς μυστικῆς καί ἀγρύπνου μοναχικῆς συμμετοχῆς εἰς τήν ζωήν καί τόν πόνον τῆς Ἐκκλησίας, τότε ἐπιτελεῖ ἔργον θετικόν.
Ἡ μοναχική εὐαισθησία εἰς τά θέματα τῆς πίστεως ἀποτελεῖ τόν δείκτην κατευθύνσεως καί ζωῆς διά τόν ἀγωνιζόμενον πιστόν λαόν. Ἐπειδή δέ ἐν προκειμένῳ τό βάρος καί ἡ εὐθύνη μιᾶς ὀρθοδόξου μαρτυρίας ἐναπόκειται εἰς τόν Ὀρθόδοξον λαόν, γίνεται ἀντιληπτόν τό ἐπίκαιρον καί ἐπεῖγον δι’ ἡμᾶς τῆς μοναχικῆς νήψεως καί ἐγρηγόρσεως. Χωρίς καμμίαν ἐξωτερικήν ἀλλαγήν, ἐάν τό Ἅγιον Ὄρος βιοῖ τήν πνευματικήν του παράδοσιν, θά ἐξακολουθεῖ νά ἀποτελῇ σημεῖον σταθερότητος καί ἐλπίδος ἐν μέσῳ τῶν πολλῶν καταποντισμῶν. Θά εὐαγγελίζεται διά τῆς ὑπάρξεώς του (τοῦ λόγου ἤ τῆς σιωπῆς του) πόσον τὸ παλαιόν καί παραδοσιακὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν εἶναι ὁλοζώντανον καὶ ἑκάστοτε σύγχρονον, διότι παρεδόθη καί παραδίδεται ἀκαταπαύστως ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς Αὐτήν.
Πάντως πρός τό παρόν ἡ ἐμβάθυνσις εἰς τό διατί τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου (καί ὄχι ἡ ἐπανάληψίς του), καί ἡ ἐπαγρύπνησις εἰς τό μοναχικόν μας χρέος, συμβάλλουν εἰς τήν ἀποκατάτασιν τῆς ἑνότητος καί τήν καθησύχασιν τῶν τεταραγμένων συνειδήσεων.
Ἐπί πᾶσι τούτοις εὐχόμενοι ἀδελφικῶς, πᾶσαν παρά Κυρίου ἐνίσχυσιν καί εἰς τήν συγκεκριμένην Ὑμῶν προσπάθειαν διατελοῦμεν μετά πολλῆς ἀγάπης καί τῆς ἐν Κυρίῳ φιλαδελφίας.
Ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα
† Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος καί οἱ σύν ἐμοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί
2. Οἱ θέσεις τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιά τήν μνημόνευση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Δημητρίου τό 1972[7]
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
Τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 627 καὶ ἀπὸ 19ης τρέχοντος ἐπείγουσαν Ἐγκύκλιον τῆς Ὑμετέρας Πανοσιολογιότητος ἐγκαίρως ἐλάβομεν. Ἀναγνώσαντες ταύτην ἐπισταμένως, μετὰ τῶν συνημμένων πολυγραφημένων διὰ τὰ ὅσα ἐξέθεσεν ὁ Πατριαρχικὸς Ἔξαρχος Σεβ. Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου κ. Ἀλέξανδρος, ἐν συνεδρίᾳ τῆς Γεροντικῆς Συνάξεως τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ κατ’ ἀπόφασιν Ταύτης, Σᾶς ἀπαντῶμεν :
Τὸ θέμα τοῦ μνημοσύνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὅπερ ὑφίσταται ἀπὸ 8ετίας, μετὰ ἀπὸ ἐκείνην τὴν συνάντησιν τῶν Ἱεροσολύμων, ἀλλά καὶ ἀπὸ 50ετίας σχεδὸν ὑπὸ τῶν λεγομένων «Ζηλωτῶν», κατὰ τὴν καινοτομίαν τοῦ νέου Ἡμερολογίου, ἔχει συζητηθῆ ἐπανειλημμένως μετὰ φορτικότητος καὶ ὁ Ἱερὸς ἡμῶν Τόπος ἔλαβε τὰς δεούσας Αὐτοῦ ἀποφάσεις, διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, Συνεδρία ΝΒ’ τῆς 13ης Νοεμβρίου 1971, καθ’ ἣν ἑκάστη Ἱερὰ Μονή, ὡς αὐτοδιοίκητος, ἀφέθη ἐλευθέρα νὰ πράττη κατὰ συνείδησιν εἰς τὸ θέμα τοῦτο.
Ἀλλά, δυστυχῶς, συνεχίζεται καὶ ἀναδιφῆται τὸ θέμα τοῦτο, ὁσάκις τοιαῦται ἐνέργειαι πέμπονται ἐκ τοῦ Φαναρίου. Καί ὁ μέν ἅγιος Πατριαρχικὸς Ἔξαρχος ἔκαμε τὴν δουλειὰ του, διότι αὐτὸς ἀκριβῶς ἦτο καὶ ὁ σκοπὸς τῆς πλεύσεώς του ἐνταῦθα. Ἐποίησε δὲ καὶ οὐκ ὀλίγην διαφήμισιν τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως, πράγμα ἀδιάφορον εἰς ἡμᾶς τοὺς Μοναχούς, τοὺς προσηλωμένους ἀκραιφνῶς εἰς τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Έκκλησίας μας. Καὶ ὁ μὲν ἀποθανὼν Πατριάρχης οὐδέποτε ἠσχολήθη μὲ τὸ θέμα αὐτό, εἴτε διότι ἠσθάνετο τὴν ἐνοχὴν του διὰ τὰς ἀντορθοδόξους κινήσεις, ποὺ ἔκαμε, εἴτε διότι ἦτο ἀνώτερος ὡς ἄνθρωπος καὶ δὲν ἔδιδε σημασίαν εἰς τοῦτο. Ὁ νῦν Προκαθήμενος τοῦ Φαναρίου, ἄρτι ἀνελθὼν εἰς τὸν θρόνον, ἔστρεψεν τὴν προσοχὴν Του εἰς τὸ θέμα τοῦ μνημοσύνου τοῦ ὀνόματός Του, ὡσὰν νὰ ἐλύθησαν ὅλα τὰ ἄλλα προβλήματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας καὶ ἀπέμεινε μόνον αὐτό. Ὁ ἅγιος Πατριαρχικὸς Ἔξαρχος, μεταξὺ τῶν ἄλλων, εἶπεν ὅτι εἰς τὸ θέμα τοῦ μνημοσύνου ἔχομεν «… τὴν ἐπέμβασιν ξένων πρὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος στοιχείων, ἀνευθύνων προσώπων, πού σᾶς ταράσσουν καὶ σᾶς δημιουργοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ σᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν κύρια ἀποστολὴν σας, ἡ όποία εἶναι νὰ σώσετε τὴν ψυχὴν σας». Αὐτό ἀπέχει μακράν τῆς ἀληθείας. Οὐδεὶς ξένος μᾶς ἐπηρεάζει. Μόνον ἡ συνείδησίς μας, ὁ νόμος οὗτος «ὁ ἐγγεγραμμένος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν», κατὰ τὸν θεῖον Ἀπόστολον. Διότι, οἱ Μοναχοί, ἀποχωριζόμενοι τοῦ κόσμου καὶ ἐγκαταλείποντες αὐτὸν διὰ τὴν ψυχικὴν των σωτηρίαν, ἀσχολοῦνται μὲ τὰς λεπτομερείας τῆς Πίστεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦν νὰ πράξουν οἱ ἐν τῷ κόσμῳ κληρικοί, καὶ δὴ οἱ ἀνώτεροι τοιοῦτοι.
Δυστυχῶς, οὐσιαστικῶς δὲν ἤρθησαν οἱ λόγοι, οὐδὲ αἱ ἐπιφυλάξεις, ποὺ ἐπέβαλαν τήν διακοπὴν τοῦ μνημοσύνου τοῦ πατριαρχικοῦ ὀνόματος, δεδομένου ὅτι ὁ νέος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, ὄχι μόνον δὲν ἐφάνη συντηρητικώτερος τοῦ Προκατόχου Του, ἀλλά, τοὐναντίον, ὑπερθεματίζει τούτου, διὰ τὴν οἰκουμενικὴν του κίνησιν. Ἡμεῖς τὸν θεσμὸν τοῦ Οἰκουμενικού Πατριαρχείου τὸν σεβόμεθα ὡς θεσμὸν καὶ ἀναφερόμεθα εἰς Αὐτὸ εἰς ὅ,τι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν τόπου κελεύει, δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὸν τρόπον, ποὺ θέλουν νὰ προβάλλουν τὴν Ὀρθοδοξίαν, διότι φρονοῦμεν ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ὑποδουλώνεται ἡ Ὀρθοδοξία. Βέβαια, δέν εἴμεθα καὶ οἱ ἁρμόδιοι εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ὡς Μοναχοὶ δέον νὰ ἐκφράζωμεν ἐλευθέρως τὴν γνώμην μας.
Τὸ θρησκευτικὸ περιοδικὸ «Ἐπίσκεψις», ἐκδιδόμενον ὑπὸ τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν Γενεύῃ, εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 69 τεῦχος του, τῆς 25ης Ἰουλίου 1972, ἀναγράφει ὁλόκληρον τὸν ἐνθρονιστήριον Λόγον τοῦ νέου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Δημητρίου τοῦ Α’, ὅστις, μεταξὺ τῶν ἄλλων, λέγει : «… Καὶ διαδηλῶμεν τὴν πρόθεσιν ἡμῶν, ὅπως ἐν πιστότητι πρὸς τὴν ἄχρι τοῦδε γραμμὴν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀκολουθήσωμεν τὴν ἁγίαν καὶ μεγάλην γραμμὴν τοῦ Μεγάλου Προκατόχου ἡμῶν, τοῦ ἀοιδίμου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου τοῦ Α’, διὰ τὴν ἐν Πανορθοδόξῳ συμπνοίᾳ διαχριστιανικήν ἑνότητα. Οὐδόλως θὰ παραλείψωμεν τὸ ἐπιβαλλόμενον χρέος ὅπως συνάψωμεν διαλόγους, πρωτίστως μετὰ τοῦ Ἰαλάμ, ἔπειτα δὲ καὶ μετὰ τῶν ἄλλων μειζόνων μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν…».
Ἡ ἐφημερὶς «Ἑστία» τῆς 25ης Αὐγούστου 1972, εἰς ἄρθρον της μὲ τίτλον : «ΤΙ ΘΑ ΚΑΜΗ Η ΕΛΛΑΔΑ»; ἀναγράφει : «Εἰς τὸν Ἀθηναϊκὸν Τύπον ἔφθασε καὶ ἐδημοσιεύθη μία ἀπίστευτος – τερατώδης θὰ ἐλέγαμεν – καταγγελία, προερχομένη ἐκ μέρους 12 Ὁμογενῶν τοῦ Σικάγου καὶ ἀπευθυνομένη, ἐνυπογράφως, πρὸς τὸν νέον Πατριάρχην. Ἡ καταγγελία ἀφορᾶ εἰς τὸν Ἑλληνορθόδοξον Ἀρχιεπίσκοπον Βορείου καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς κ. Ἰάκωβον Κουκούζην, τοῦ ὁποίου οἱ καταγγέλοντες ζητοῦν τὴν παραπομπὴν εἰς δίκην ἐπὶ ΄΄ἀποστασίᾳ καὶ αἱρέσει, ἐπὶ παραβάσει τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἐπὶ ἀρνήσει τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἐπὶ ἐκουσίᾳ ἀρνήσει τοῦ ἀποκαλουμένου Λόγου τοῦ Θεοῦ΄΄. Ἡ καταγγελία δὲν εἶναι οὔτε αὐθαίρετος, οὔτε ἐπιπολαία, ἀλλά στηρίζεται ἐπὶ συγκεκριμένων γεγονότων, ἤγουν ἐπί δηλώσεων καὶ ἄρθρων τοῦ ἰδίου κ. Ἰακώβου, ὁ ὁποῖος – ὡς καταγγέλλουν οἱ 12 Ὁμογενεῖς – παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ ποιμνίου, ὄχι μόνον δὲν ἀποκηρύσσει τὰς ἀποστατικάς του αὐτὰς ἐνεργείας, ἀλλά τὰς ἐπαναλαμβάνει καὶ τὰς προσυπογράφει εἰς συνεντεύξεις καὶ ἐπιστολὰς του πρὸς ξένους καὶ ὁμογενεῖς!! Τὸ πλέον, ὅμως, κραυγαλέον δεῖγμα τῶν τερατωδῶν καὶ ἀπιστεύτων δηλώσεων τοῦ ἀποστάτου Ἱεράρχου ἀποτελεῖ ἄρθρον του εἰς τοὺς «Times» τῆς Νέας Ὑόρκης, τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 1967, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρονται ὑπ’ αὐτοῦ καί τά ἑξῆς : «Τὸ νόημα τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἀφηρημένη ἑλληνικὴ ἰδέα, τὴν όποία ὁ ἄνθρωπος τῆς σήμερον καὶ τῆς αὔριον δὲν ἀποδέχεται. Εἰδικῶς δὲ ἡ ἀποδοκιμασία αὕτη ἀφορᾶ εἰς τὸ δόγμα τῆς Τριαδικότητος. Ἑπομένως, δέον ὅπως ἀπεκδυθῆ ἡ Θεολογία τῶν ἑλληνικῶν της ἐνδυμάτων, ἕν μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος»!
Καὶ ἡμεῖς μέν, οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν εἴχομεν περί τῶν τάσεων τοῦ νέου αὐτοῦ Παραβάτου, ὁ ὁποῖος, ὡς νὰ μὴ ἔφθαναν τὰ ὅσα διέπραξε καὶ διαπράττει διὰ τὸν ἀφελληνισμὸν τοῦ ἐν Ἀμερικῇ ἑλληνικοῦ στοιχείου, προσπαθῶν νὰ εἰσαγάγη τὸ Εὐαγγέλιον ἐν Ἀγγλικῇ μεταφράσει εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Ἐκκλησίας τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς του, προχθὲς ἀκόμη κατηγγέλλετο ὡς μετέχων διεθνιστικῆς θρησκευτικῆς κινήσεως, διαθέσας μάλιστα καὶ τὸ ποσὸν τῶν 500.000 δολλαρίων ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς – ἤτοι, ἐξ ἑλληνικῶν χρημάτων – πρὸς ἀνέγερσιν πανθεϊστικοῦ ναοῦ, ὅπου θὰ λατρεύωνται ὅλοι οἱ θεοί, ἀνεξαρτήτως θρησκείας! Ἀλλά, βεβαίως, τὸ ὑπὸ τῶν 12 Ὁμογενῶν καταγγελλόμενον κροῦσμα, καθ’ ὅ ὁ ἀσχημονῶν οὕτω Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς φθάνει εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἀπαρνῆται αὐτὸ τοῦτο τὸ Τριαδικὸν τῆς Θεότητος, ἀπαρνούμενος, ἐν ἄλλοις λόγοις, τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως, ὑπερβαίνει κάθε ὅριον ἀνοχῆς καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸν χῶρον τοῦ ἐπικινδύνου. Διότι, δύο τινὰ θὰ πρέπη νὰ ὑποθέση κανεὶς : Ἤ ὅτι ὁ καταγγελλόμενος τελεῖ ἐν πλήρει συγχύσει, ἢ ὅτι ἀπηρνήθη τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν – ἄν, βεβαίως, ἐπὶστευε ποτέ! Ὁ,τιδήποτε πάντως καὶ ἂν συμβαίνει, ὁ κύριος αὐτὸς εἶναι πλέον κίνδυνος – θάνατος διὰ τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ ἐπιβάλλεται ὅπως πάραυτα ἀπομακρυνθῆ τῶν καθηκόντων του, ἵνα μὴ ἐξ αὐτοῦ σκανδαλίζεται τὸ Χριστεπώνυμον ἐκ 2.500.000 Ἑλλήνων πλήρωμα τῆς Ἀμερικῆς.
Ὁ νέος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος ὁ Α’ ὀφείλει νὰ δώση πάραυτα ἁπτὸν δεῖγμα ὅτι γνωρίζει νὰ προασπίζεται τὴν Ὀρθοδοξίαν, ἧς ἐτάχθη θεματοφύλαξ, σχολάζων, ἄνευ ἑτέρου, τὸν ἀσεβέστατον καὶ αἱρετικὸν Ἱεράρχην, ἐφ’ ὅσον, οὕτως ἢ ἄλλως, διὰ τῆς παραμονῆς του εἰς τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀμερικῆς ἔχει προκαλέσει σκανδαλισμὸν εἰς τὸ ποίμνιόν του, νὰ προβῆ δὲ εἰς πᾶσαν περαιτέρω ἐνέργειαν προσάγων εἰς δίκην τὸν ἀποστάτην Ἀρχιεπίσκοπον πρὸς καθαίρεσίν του. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, προέχει ἡ ἄμεσος ἀπομάκρυνσίς του ἐκ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, ἐπὶ τῇ βάσει καὶ μόνον τῆς γενομένης καταγγελίας, δι’ ἥν οὐκέτι χρείαν ἄλλων μαρτύρων ὑπάρχει! Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη ὁ Πατριάρχης παραμελήση τὸ καθῆκον του, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει παρὰ μόνον τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς Ἕλληνας νὰ σκεφθῆ, διαθέτει πλεῖστα ὅσα πλάγια μέσα, δυνάμενα νὰ ἐξαναγκάσουν ἐμμέσως τὸν ἐν λόγῳ Ἀρχιεπίσκοπον ὅπως ἀπαλλάξη τῆς παρουσίας του τοὺς Ἕλληνας τῆς Ἀμερικῆς…».
Καὶ ὅμως, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ νέου Προκαθημένου, ἀνέχεται τον Ἀμερικῆς, ὅν κατὰ τὸ παρελθὸν σύνεδρος τῆς Ὑμετέρας Πανοσιολογιότητος ἀπεκάλει «Καρδινάλιον» καὶ συνεργάζεται μετ’ αὐτοῦ. Καὶ ὕστερον πταίουν οἱ Μοναχοὶ, ποὺ δὲν μνημονεύουν. Ἀλλά, τὴν Οἰκουμενικὴν κίνησιν καὶ ἐν γένει τὸν Οἰκουμενισμόν κατεδίκασεν ἐσχάτως καὶ ὁ Μακαριώτατος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας κ. Νικόλαος, ἀποκαλέσας τοῦτον, ὄχι μόνον «αἵρεσιν», ἀλλά καὶ «παναίρεσιν» (ὅρα θρησκευτικὸν περιοδικὸν «Ὀρθόδοξος Τύπος», ὑπ’ ἀριθμ. φ. 170 καὶ ἀπὸ 15 Σεπτεμβρίου 1972, καὶ ἐφημερὶς «Μακεδονία» καὶ ἀπὸ 4 Ὀκτωβρίου 1972). Εἶπεν ἐπὶ λέξει ὁ Μακαριώτατος Ἀλεξανδρείας : «… Καταδικάζω τὸν Οἰκουμενισμὸν καὶ τὸν θεωρῶ, ὄχι μόνον ὡς ἁπλήν αἵρεσιν, ἀλλ’ ὡς παναίρεσιν καὶ σύμπλεγμα ὅλων τῶν κακοδοξιῶν. Εἶναι λίαν ἐμφανεῖς αἱ ἀντιχριστιανικαὶ δυνάμεις, ποὺ τὸν κινοῦν ἕκ τῶν παρασκηνίων. Οὐδεμίαν συμμετοχὴν εὶχεν ἢ θὰ ἔχη τὸ Πατριαρχεῖον Ἀλεξανδρείας εἰς τὰς κινήσεις αὐτάς, διότι ὁ Οἰκουμενισμός στρέφεται κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας κ.λπ…».
Κατόπιν ὅλων τούτων, ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Μονὴ θὰ συνεχίση τὴν ἀκολουθητέαν Αὐτῆς γραμμὴν κατ’ ἐφαρμογὴν τῆς προρρηθείσης ἀποφάσεως τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως. Ὁ Σεβασμιώτατος Πατριαρχικὸς Ἔξαρχος ἐπεσήμανε τὸ φάσμα τῆς ἐπιβολῆς κυρώσεων. Δηλαδή, θὰ ἐξασκηθῆ βία; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν νὰ ἐξασκήσουν βία, ἂς ἀναλογισθοῦν τὰς εὐθύνας των διὰ τὴν τύχην τῶν Ἱερῶν τούτων καὶ αἰωνοβίων Σκηνωμάτων. Ἂς ἀφήσουν ἠσύχους ἡμᾶς τοὺς Μοναχούς, τοὺς ἀπομεμακρυσμένους ἐκ τοῦ κόσμου, νὰ συνεχίζωμεν τὴν ἐφαρμογήν τῶν ὦν παρελάβομεν ἐκ τῶν πατέρων μας ἱερῶν παραδόσεων. Ὄχι κατὰ τὸ δοκοῦν νὰ ζητῶμεν δῆθεν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων καί, ὅταν δὲν θέλωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τούτων, νὰ θέτωμεν τὰ δόγματα εἰς τὰ Σκευοφυλάκια, ὅπως διεκήρυσσεν ὁ ἀποθανών Πατριάρχης Ἀθηναγόρας.
Ἐπὶ τούτοις, διατελοῦμεν μετὰ πολλῆς τῆς ἐν Χριστῷ φιλαδελφίας καὶ ἀγάπης.
† Ὁ Τοποτηρητὴς
τῆς Ἱερὰς Κοινοβιακῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΑΡΑΚΑΛΛΟΥ – ὑπ’ ἀριθ. 117/21.9.72
«Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 627 ἐπείγουσαν ἐγκύκλιον ἐλάβομεν τὴν 20.9.72 ἐπὶ τῇ ἐνταῦθα ἀφίξει τοῦ Σεβ. Ἁγίου Προέδρου καὶ Πατριαρχικοῦ Ἐξάρχου Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου κ. Ἀλεξάνδρου.
Χαιρετίζομεν Ὑμᾶς καὶ ἡμεῖς ὅλοι οἱ πατέρες τῆς Μονῆς μετὰ χαρᾶς. Ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἱερὰ Μονὴ ὑπὸ στοιχ. ΙΔ’ ἐν τῇ σημερινῇ Συνάξει 21.9.72 ἐξήτασε καὶ αὖθις τὸ ἐπίμαχον αὐτὸ θέμα τοῦ μνημονεύματος, καὶ παρ’ ὅλον τὸν σεβασμόν καὶ τὰ ὡραῖα λόγια τοῦ ἁγίου Προέδρου, ἅτινα ἐμελετήσαμεν μετὰ προσοχῆς ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ του, ἡ καθ’ ἡμᾶς Γεροντικὴ Σύναξις, κατόπιν ἀνταλλαγῆς γνωμῶν, ὁμοφώνως ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ πληροφορήση Ὑμᾶς, τὴν ὑμετέραν Σεβασμιότητα, γραπτῶς τὰ κάτωθι, ἐν σχέσει μὲ τὸ σοβαρόν ἐκκλησιαστικόν αὐτὸ θέμα :
Ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ἐν πεποιθήσει καὶ ἀμετάθετον ἀπόφασιν ἡμῶν περὶ συνεχίσεως τῆς διακοπῆς τοῦ Πατριαρχικοῦ Μνημοσύνου εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας, ἐφ’ ὅσον ὁ Νέος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Δημήτριος ὁ Α’ θὰ συνεχίση τὴν τηρουμένην ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου γραμμήν, τὴν ὁποίαν εἶχε χαράξει ὁ Ἀθηναγόρας. Ἡμεῖς οἱ Ἁγιορεῖται ἐνομίζομεν ὅτι θὰ ἀκολουθήση αὐστηρὰν συντηρητικὴν γραμμὴν ἀντίθετον ἀπὸ ἐκείνην τοῦ Ἀθηναγόρα. Ἑπομένως, ἔργον τοῦ νέου Πατριάρχου θὰ εἶναι ἡ ἐπὶ 24 ἔτη χαραχθεῖσα γραμμὴ τῆς συνεργασίας μετὰ τοῦ ἀμετανοήτου πάπα Παύλου διὰ τὴν ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν. Συνεπῶς, ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Καρακάλλου ἐπανέρχεται καὶ αὖθις εἰς τὴν παλαιὰν ἀπόφασιν τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, ἥτις λέγει καὶ ἀποφασίζει, σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι ἐπαφίεται εἰς τὴν συνείδησιν ἑκάστης Μονῆς ἡ διαμνημόνευσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ καταπατήσωμεν τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, οὓς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐλάλησεν εἰς αὐτοὺς παρὰ ταῖς Ἱεραῖς Συνόδοις. Θὰ πειθώμεθα εἰς τὸν νέον Πατριάρχην, ὅταν διαπιστώσωμεν ὅτι οὗτος θὰ ἀναθεωρήση τὰς αἱρετικὰς ὁμολογίας τοῦ προκατόχου του καὶ δὲν θὰ συνεχίση τὴν φιλοπαπικήν γραμμήν».
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑΣ ὑπ’ ἀριθ. 156/20.9.72.
«Ἐμμένομεν εἰς τὴν πιστὴν τήρησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, Συνεδρία ΝΒ’ τῆς 13.11.72, διὰ τὸ μνημόσυνον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὅστις ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἀκολουθήση τὴν γραμμὴν τοῦ προκατόχου του.
Ἡ Συνεδρία τῆς ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως φέρει τὸν τύπον ἐθνοσυνελεύσεως, συμφώνως τῷ 1ῳ ἄρθρω τοῦ ἐσωτερικοῦ κανονισμοῦ τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, καί, ὡς ἐκ τούτου, ἡ Ἱερὰ Κοινότης δὲν δύναται νὰ ἀκυρώση τὰς ληφθείσας ἀποφάσεις αὐτῆς».
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ὑπ’ ἀριθ. 624/25.9.72
«Ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 627 τῆς 19ης τρέχοντος μηνὸς Ὑμετέραν ἐγκύκλιον, γνωρίζομεν τῇ Ἱερᾷ Κοινότητι ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ μνημοσύνου τοῦ ὀνόματος τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυρίου Δημητρίου, ἡ ἀπόφασις ἡμῶν εἶναι ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς συζήτησιν, παρὰ μόνον ἐφ’ ὅσον δηλωθῆ ὑπὸ τῆς Α. Παναγιότητος διὰ τοῦ Τύπου ὅτι δὲν θὰ ἀκολουθήση τὴν πορείαν τοῦ προκατόχου Αὐτοῦ».
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ὑπ’ ἀριθ. 188/22.9.72
«Ὅτι ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Μονὴ ἐμμένει ἐπὶ τῆς πιστῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀποφάσεως τῆς ὑπὸ στοιχ. ΝΒ’ 18.11.71 Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, δεδομένου ὅτι τὰ αἴτια, ἅτινα μᾶς ἔφερον εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ μνημοσύνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου δὲν ἤρθησαν, ὡς ηὐχόμεθα καὶ ἀνεμένομεν. Ἀντιθέτως, μάλιστα, ἐὰν λάβη κανεὶς ὑπ’ ὅψιν του τὸν ἐνθρονιστήριον λόγον τοῦ νέου Πατριάρχου, Παναγιωτάτου κ. Δημητρίου – Ἐφημερὶς Ὀρθόδοξος Τύπος, φυλ. 167-1688 τῆς 1ης καὶ 15ης Αὐγούστου 1972 – ὡς καὶ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις του πρὸς τὴν ἐνδημοῦσαν Σύνοδον – «Ἐπίσκεψις», ἀριθμ. 60/8.8.1972, σελὶς 7 -, ἡ ἐμμονὴ μας ἐγένετο πλέον σταθερά».
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΩΝΣΤΑΜΟΝΙΤΟΥ ὑπ’ ἀριθ. 125/25.9.72
«Ὅτι ἡ Ἱερὰ Μονὴ οὐδέποτε διέκοψε τὴν μνημόνευσιν, ἀλλά μνημονεύει ‘’Ὑπὲρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν’’, ἔχομεν ὅμως τὴν γνώμην ὅπως ἡ Ὑμετέρα Πανοσιολογιότης συγκαλέση Ἔκτακτον Διπλήν Ἱερὰν Σύναξιν διὰ τὰ περαιτέρω».
Ἐπίλογος
Ἠ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ μεγάλου οἰκουμενιστοῦ καί μασόνου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου ἀπό σύσσωμον τό Ἅγιον Ὄρος (καί τούς τρεῖς μακαριστούς Μητροπολῖτες τῶν «Νέων Χωρῶν» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος Φλωρίνης Αὐγουστῖνο Καντιώτη, Παραμυθίας Παῦλο καί Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιο), ἦταν ἡ κύρια αἰτία ἀναβολῆς τῆς ψευδοῦς ἑνώσεως ἐν τῇ πράξει μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Παπισμοῦ, ἡ ὁποία ἤδη ἀπό νωρίτερα, τό 1964, εἶχε συμφωνηθεῖ θεωρητικά. Τόση δύναμη εἶχε ἡ διακοπή κοινωνίας καί μνημονεύσεως, ὥστε ἀνεβλήθη ἡ ψευδοένωσις.
Ἴδού, λοιπόν, πεδίον δόξης λαμπρόν καί γιά τούς συγχρόνους Ἁγιορεῖτες, νά προβοῦν σέ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ ὑπερακοντίσαντος σέ οἰκουμενιστικά ἄλματα τούς Ἀθηναγόρα καί Δημήτριο οἰκουμενιστοῦ καί σχίστου τῆς Ἐκκλησίας Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ἄν βέβαια ἐπιθυμοῦν νά εἶναι καί νά λέγονται συνεχιστές τῆς Ἁγιορειρικῆς πρακτικῆς σέ θέματα πίστεως καί ἑπόμενοι τοῖς παλαιοῖς Ἁγιορεῖταις πατράσι.
[1] ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΧΑΡΙΤΩΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Τό Ἅγιον Ὄρος καί ἡ διαχρονική του στάση ἔναντι τῶν αἱρέσεων, ἔκδ. Ἱερόν Κελλίον Θείας Ἀναλήψεως, Ἅγιον Ὄρος, σσ. 262-265.
[2] Ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀρ. φ. 127, 10-10-1970.
[3] ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΙΣΑΑΚ, Βίος Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Ἅγιον Ὄρος 2004, σσ. 690-691.
[4] Ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος», τ. 98/1.3.1969, σ. 4 καί τ. 1680/9.3.2007, σ. 5.
[5] Ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος», 9.3.2007, φ. 1680, σσ. 1.5.
[6] Ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος», 15-06-1971, ἀρ. φ. 142, σ. 4 καί «Ἅγιον Ὄρος. Διαχρονική μαρτυρία στούς ἀγῶνες ὐπέρ τῆς πίστεως», ἔκδ. Ἁγιορειτῶν Πατέρων, Ἅγιον Ὄρος 2014, σσ. 104-107.
[7] Σχ. βλ. Θεοδρομία ΙΑ΄ 1 (Ἰανουάριος – Μάρτιος 2009) 75-81.
https://sotiriosnavs.com/wp-content/uploads/2020/05/IMG_20200508_130841-rotated.jpg2022-06-26 12:14:28%ce%b7-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%b7-%ce%bc%ce%bd%ce%b7%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b5%cf%85%cf%83%ce%b5%cf%89%cf%83-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%b9