
Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
25-03-2013
1. Ἀπό τόν πολιτικό ἐκμηδενισμό στά πρόθυρα νέας αὐτοκρατορίας
Εὐγνώμονες ἐμεῖς προσκυνητές σήμερα τῆς μνήμης τοῦ ἐθνομάρτυρος Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄, ἄς παρακολουθήσουμε σέ σύντομη ἐξιστόρηση τόν σταυρό καί τήν δόξα του, γιά νά τονώσουμε τά ἀντισώματα ἀπορρίψεως, ἀπομονώσεως τῶν διαστροφέων τῆς ἱστορίας μας.
Γεννημένος ἀπό φτωχική οἰκογένεια στή Δημητσάνα τῆς Πελοποννήσου τό 1746 κατόρθωσε, λόγῳ τῆς εὐφυΐας του ὁ μικρός Γεώργιος Ἀγγελόπουλος – Γρηγόριος εἶναι τό κληρικό του ὄνομα – νά διακριθεῖ στά γράμματα καί νά ὑποστηριχθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία. Φοιτᾶ μετά ἀπό τήν Δημητσάνα στά φημισμένα σχολεῖα τῆς Σμύρνης, τῆς ὁποίας σέ λίγο θά γίνει Μητροπολίτης. Τό πέρασμά του ἀπό τήν Σμύρνη καί τήν Κωνσταντινούπολη θά συνδεθεῖ μέ ἕνα ἐκπαιδευτικό φούντωμα, μέ ἵδρυση σχολείων, τυπογραφείων, συγγραφή διδακτικῶν βιβλίων, ἐνίσχυση δασκάλων καί μαθητῶν, πού δέν τολμοῦν οὔτε οἱ ἀντικληρικό πνεῦμα ἔχοντες Ἕλληνες διαφωτιστές τοῦ ἐξωτερικοῦ νά τό ἀμφισβητήσουν[1]. Ἡ προπαρασκευή καί τό ξέσπασμα τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 βρίσκουν τόν ἅγιο Γρηγόριο στόν Πατριαρχικό Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐπί κεφαλῆς, ὄχι μόνον τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τοῦ Γένους, ἐκκλησιαστικό καί πολιτικό συγχρόνως ἀρχηγό τῶν Ὀρθοδόξων, ἐθνάρχη, ὑπεύθυνο νομικά ἀπέναντι τοῦ κατακτητῆ γιά ο,τιδήποτε συνέβαινε μεταξύ τῶν ὑποδούλων Ρωμηῶν.
Κουβαλοῦσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος στό μεγάλο καί ὑπεύθυνο αὐτό λειτούργημά του μακραίωνη παράδοση, πού τήν θεμελίωσε ὁ πρῶτος μετά τήν ἅλωση Πατριάρχης Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος μέ τά προνόμια, πού τοῦ παρεχώρησε ὁ Μωάμεθ, ἀπό θαυμασμό πρός τήν σοφία καί τήν ἀκτινοβολία του.
Προδομένο καί τότε τό Γένος, τό 1453, ἀπό τούς δῆθεν συμμάχους, τούς Δυτικοευρωπαίους μέ ἐπί κεφαλῆς τόν αἱρεσιάρχη Πάπα τῆς Ρώμης καί τούς Σλάβους μέ ἐπί κεφαλῆς τόν τσάρο τῆς Ρωσίας (παπικούς καί πανσλαβιστές) καί ἀποκοιμισμένο ἀπό τούς πολιτικούς του ἡγέτες, βρῆκε στήριγμα καί στέγη στήν Ἐκκλησία, πού τό παρέλαβε κυριολεκτικά ἐκμηδενισμένο ἀπό τά χέρια τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν, στό χεῖλος τῆς ἀβύσσου καί τῆς καταστροφῆς[2], τοῦ γιάτρεψε τίς πληγές καί τό κατέστησε πρώτη πνευματική καί οἰκονομική δύναμη τῆς μεγάλης Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, πού κατήντησε νά κυβερνᾶται ἀπό τούς εὐφυεῖς καί δραστήριους Ἕλληνες Φαναριώτες, οἱ ὁποῖοι δέν διέφυγαν καί αὐτοί τήν λασπολογία στρατευμένων ἱστορικῶν[3]. Ὁ Ἑλληνισμός τῶν χρόνων τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἦταν ἀκμαιότερος ὑλικά καί πνευματικά τοῦ σημερινοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ ὁποῖος γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία του ἔχει συρρικνωθεῖ γεωγραφικά στά ὅρια τῆς μητροπολιτικῆς Ἑλλάδος, στήν δυτική μόνο πλευρά τοῦ Αἰγαίου πελάγους, πνευματικά δέ εἶναι περισσότερο συρρικνωμένος, γιατί ἀπομόνωσε καί κατέστησε δυσχερή τήν τονωτική ἐπίδραση τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα στίς νέες γενεές.
2. Οἱ ἀποτυχίες προηγουμένων κινημάτων ἐπιβάλλουν φρόνηση
Ἔχοντας, λοιπόν, τήν εὐθύνη γιά τήν ζωή καί τήν ὕπαρξη τοῦ Γένους ὁ Πατριάρχης ἅγιος Γρηγόριος ἀντιμετώπισε μέ σπάνια σύνεση καί παραδειγματικό ἡρωισμό τό ξέσπασμα τῆς Ἐπαναστάσεως κατ’ ἀρχήν μέν στήν Μολδοβλαχία μέ ἡγέτη τόν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη, κατόπιν δέ στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τήν Πελοπόννησο, ὅπου μάλιστα ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός, πού εὐλόγησε τούς ὁπλαρχηγούς καί τό λάβαρο τοῦ ἀγῶνος στήν Ἁγία Λαύρα, ἦταν δικός του προστατευόμενος καί συγγενής.
Ὅπως ἦταν φυσικό οἱ Τοῦρκοι ἀνησύχησαν μέ τίς ἐπαναστατικές αὐτές κινήσεις. Πολύ περισσότερο μάλιστα, γιατί ἡ παρουσία τοῦ Ὑψηλάντη ἑρμηνευόταν ὡς προστασία καί ὑποκίνηση τοῦ κινήματος ἀπό τήν Ρωσία. Διαδόθηκε ὅτι πρόκειται γιά γενικό ξεσηκωμό τῶν Ρωμηῶν, στόν ὁποῖο μετεῖχε ἐπίσημα καί ἡ ἡγεσία, ὁ Πατριάρχης, πράγμα πού ἐπέτρεπε στόν σουλτάνο νά διατάξει γενική σφαγή τῶν Χριστιανῶν.Ὁ Πατριάρχης ἀναμέτρησε τίς εὐθύνες του γιά τόν ἄοπλο πληθυσμό, πού θά ἀφηνόταν ἀνυπεράσπιστος στήν ἐκδικητική μανία τοῦ ὄχλου καί τῶν Γενιτσάρων. Εἶχαν καταγραφεῖ ἄλλωστε στήν ἐθνική μνήμη οἱ φοβερές σφαγές, πού ἀκολούθησαν μετά ἀπό ἀποτυχόντα προηγούμενα κινήματα, τοῦ Διονυσίου τοῦ Φιλοσόφου π.χ. στήν Θεσσαλία, καί πιό πρόσφατα στά Ὀρλωφικά στήν Πελοπόννησο.
3. Δέν μοιάζει μέ τήν Γαλλική ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση
Δέν ἦταν ἡ πρώτη φορά τό 1821, πού ξεσηκωνόταν τό σκλαβωμένο Γένος, ἀλλά μία ἀπό τίς πολλές. Ἀποδεικνύει καί αὐτό, ἐναντίον τῶν ἀπόψεων τῶν σημερινῶν διαστροφέων τῆς ἱστορίας μας, ὅτι οἱ Ἕλληνες δέν περίμεναν τήν Γαλλική Ἐπανάσταση, γιά νά διδαχθοῦν καί νά ἐμπνευσθοῦν ἀπό τίς ἀρχές της. Ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1821, ἀποκορύφωμα σέ σειρά παρομοίων ἐξεγέρσεων, δέν ἔχει σχέση μέ τήν Γαλλική Ἐπανάσταση. Ἐκεῖ ἐπρόκειτο περί ἐμφυλίου πολέμου μέ κοινωνικές καί πολιτικές διεκδικήσεις, ἐνῶ ἐδῶ περί κοινοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος τῶν ἀρχόντων, τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ ἐναντίον ξένου καί ἀλλοθρήσκου κατακτητοῦ.
Ἡ Γαλλική Ἐπανάσταση, ἐμπνευσμένη ἀπό τίς ἀρχές τοῦ ἀθεϊστικοῦ Διαφωτισμοῦ ἤ καλύτερα σκοταδισμοῦ ἦταν ἀντιχριστιανική καί φανατικά ἀντικληρική, διότι εἶχε ὡς βασική ἀρχή της τό νά τεθοῦν ὁ Χριστός, ἡ Ἐκκλησία, οἱ ἅγιοι Πατέρες καί οἱ κληρικοί στό περιθώριο. Ἑκατοντάδες κληρικῶν καί μοναχῶν πέρασαν ἀπό τήν γκιλοτίνα μέ τήν κατηγορία ὅτι ἦσαν δῆθεν μοναρχικοί, βασιλικοί[4]. Ἀντίθετα, ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση, ὅπως τό βεβαιώνουν στίς ἁπλοϊκές τους γραφές οἱ πρωταγωνιστές τοῦ ἀγῶνος, οἱ στρατηγοί Κολοκοτρώνης καί Μακρυγιάννης, ἀλλά καί τά πολεμικά συνθήματα, εἶχε σάν κίνητρο πρῶτα τήν θρησκευτική ἐλευθερία, τήν θρησκεία, καί κατόπιν τήν ἐθνική ἀπελευθέρωση, τήν πατρίδα : «Γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστη τήν ἁγία, γιά τῆς πατρίδος τήν ἐλευθερία».
Εἶναι κατηγορηματικός γιά τό θέμα αὐτό ὁ γέρος τοῦ Μωριᾶ στόν λόγο του πρός τούς φοιτητές πάνω στήν Πνύκα καί εἶναι ἀπορίας ἄξιο πῶς ξεπερνοῦν τήν γνώμη του ὅσοι θέλουν τήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση ἐπηρεασμένη ἀπό τήν Γαλλική, ταξικό καί κοινωνικό κίνημα τῶν πτωχῶν ἐναντίον τῶν κοτζαμπάσηδων καί τῶν δεσποτάδων.
Λέγει ὁ Κολοκοτρώνης : «Ἡ ἐπανάστασις ἡ ἰδική μας δέν ὁμοιάζει μέ καμμιάν ἀπ’ ὅσας γίνονται τήν σήμερον εἰς τήν Εὐρώπην. Τῆς Εὐρώπης αἱ ἐπαναστάσεις ἐναντίον τῶν διοικήσεών των εἶναι ἐμφύλιος πόλεμος. Ὁ ἐδικός μας πόλεμος ἦταν ὁ πλέον δίκαιος. ἦταν ἔθνος μέ ἄλλο ἔθνος, ἦταν μέ ἕνα λαόν, ὅπου ποτέ δέν ἠθέλησε νά ἀναγνωρισθῆ ὡς τοιοῦτος, οὔτε νά ὁρκισθῆ, παρά μόνο ό,τι ἔκανε ἡ βία. Οὔτε ὁ σουλτάνος ἠθέλησε ποτέ νά θεωρήση τόν ἑλληνικόν λαόν, ἀλλ’ ὡς σκλάβους… Ὅταν ἀποφασίσαμε νά κάμωμε τήν ἐπανάσταση, δέν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε πώς δέν ἔχομε ἅρματα, οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τά κάστρα καί τάς πόλεις, οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε “ποῦ πάτε ἐδῶ νά πολεμήσετε μέ σιταροκάραβα βατσέλα”, ἀλλ’ ὡς μία βροχή ἔπεσε εἰς ὅλους ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καί ὅλοι, καί ὁ κλῆρος μας καί οἱ προεστοί καί οἱ καπετανέοι καί οἱ πεπαιδευμένοι καί οἱ ἔμποροι, μικροί καί μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτόν τόν σκοπόν καί ἐκάμαμε τήν ἐπανάστασι».
Καί ὁ στρατηγός Μακρυγιάννης διηγεῖται ἁπλοϊκά, γιατί ἀποφάσισε νά ἀναμειχθεῖ στόν ἀγώνα, μέ τήν μύησή του στήν Φιλική Ἑταιρεία. Ὄχι βέβαια γιά νά κάνει κοινωνικό καί ταξικό ἀγώνα. Ἀλλ’ ἄς ἀκούσουμε τόν ἴδιο, νά διηγεῖται πῶς τόν μύησε στήν Ἑταιρεία ὁ φίλος του ἱερεύς . «Κατεβάζει τίς εἰκόνες καί μ’ ὁρκίζει καί ἀρχινάγει νά μέ βάλη εἰς τό μυστήριον… Πῆγα στοχάστηκα καί τά’βαλα ὅλα ὀμπρός καί σκοτωμόν καί κιντύνους καί ἀγῶνες – θά τά πάθω διά τήν λευτερίαν τῆς πατρίδος μου καί τῆς θρησκείας μου. Πῆγα καί τοῦ εἶπα . “Εἶμαι ἄξιος”. Τοῦ φίλησα τό χέρι, ὁρκίστηκα.. Καί ἡ εὐχή τοῦ παπᾶ τοῦ εὐλογημένου καί τῆς πατρίδος μου καί θρησκείας μου, ὡς τήν σήμερον δέν μ’ ἄφησε ὁ Θεός νά ντροπιαστῶ. Τράβηξα δεινά, πληγές καί κιντύνους, ὅμως εἶμαι καλά σάν θέλει ὁ Θεός…».
Καί μετά ἀπό αὐτό εἶναι ἀπορίας, ἀλλά καί δακρύων ἄξιον, πῶς βρίσκονται ἐκπαιδευτικοί, οἱ ὁποῖοι διαστρέφουν τό νόημα τῆς Ἐπαναστάσεως[5]. Πῶς θά ἀναλύσουν στά παιδιά τά κείμενα τοῦ Κολοκοτρώνη καί τοῦ Μακρυγιάννη καί ὅλες τίς ἐπίσημες διακηρύξεις τοῦ ἀγῶνος; Ἄς παρουσιάσουν ἕνα κείμενο, πού νά λέγει γιά ἐμφύλιο πόλεμο, γιά ταξικό ἀγώνα, γιά πάλη τῶν τάξεων, γιά ἀντικληρικό πνεῦμα.
Στίς τάξεις τῶν πρωτεργατῶν στά διάφορα κινήματα ὑπῆρχαν τά πιό ἐπίλεκτα στελέχη, οἱ κληρικοί, ὅπως ὁ Διονύσιος Φιλόσοφος, καί στήν συνέχεια ὁ παπα-Βλαχάβας, ὁ Παπαφλέσσας, ὁ Ἀθανάσιος Διάκος, ὁ καλόγερος Σαμουήλ στό Κούγκι, ὁ ἡγούμενος μέ τούς καλογήρους στό Ἀρκάδι τῆς Κρήτης ἀργότερα[6]. Ἄφηναν συχνά τό ἁγιοπότηρο, γιά νά πιάσουν τό καριοφίλι, πού εἶναι ἁγιασμένο στήν συνείδηση τοῦ λαοῦ.
Εἶναι χαρακτηριστικό ἐπί τοῦ προκειμένου αὐτό, πού διασώζει ὁ ποιητής Ἰ. Πολέμης σάν ἀπάντηση κάποιας γιαγιᾶς πρός τόν ἐγγονό της, πού ἀποροῦσε γιατί τήν ἔβλεπε κάθε βράδυ μετά τόν Ἑσπερινό, μαζί μέ τά εἰκονίσματα νά θυμιατίζει καί τό καριοφίλι. Δέν ἀμφιβάλλουμε ὅτι θά βρεθοῦν οἱ γνωστοί «εἰρηνιστές», πού σίγουρα δέν ἔχουν μεγαλύτερη ὡριμότητα ἀπό τοῦ μικροῦ ἐγγονοῦ, νά κατακρίνουν τήν Ἐκκλησία, πού συντηροῦσε τήν ἐθνική συνείδηση καί ἐξαγίαζε τήν ἐξέγερση ἐναντίον τῶν ἀλλοθρήσκων. Ἡ ἀπάντηση τῆς ὥριμης γερόντισσας εἶναι ἀπάντηση τῆς γηραιᾶς ἑλληνικῆς ἱστορίας στούς ἀνώριμους μελετητές της :
«Τό καριοφίλι πού θωρεῖς
ψηλά στόν τοῖχο νά σκουριάζη,
παιδάκι μου, μήν ἀπορεῖς,
ἁγιολιβάνι τοῦ ταιριάζει.
γιατί χωρίς αὐτό, χωρίς-
χωρίς τό φλογερό του στόμα
θά ’μαστε σκλάβοι, σκλάβοι ἀκόμα».
4. Ἀπειλεῖται γενική σφαγή, ἱερός πόλεμος. Ὁ Πατριάρχης ἀρνεῖται νά φύγει.
Ἄς ἐπανέλθουμε, ὅμως, στόν ἐθνομάρτυρα Πατριάρχη. Πληροφορήθηκε ὅτι ὁ σουλτάνος ἔδωσε ἐντολή στόν σεϊχούλ-ἰσλάμη, τόν Τοῦρκο δηλαδή πρωθιερέα, νά ἐκδώσει φετφά, τό σχετικό δηλαδή ἔγγραφο, μέ τό ὁποῖο θά κηρυσσόταν ἱερός πόλεμος ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων, τῶν ραγιάδων, πού τόλμησαν νά σηκώσουν κεφάλι. Ἡ σφαγή κρεμόταν πάνω ἀπό τά κεφάλια τοῦ ἀμάχου πληθυσμοῦ. Θά μποροῦσε κάλλιστα ὁ Πατριάρχης νά φύγει καί νά σωθεῖ, ὅπως τοῦ συνιστοῦσαν πολλοί ἀπό τούς ἄρχοντες καί οἱ ξένες πρεσβεῖες, πού πάντοτε εἶναι καλά ἐνημερωμένες. Ἡ ἀπάντησή του εἶναι τό ἀντάξιο, τό κατάλληλο προοίμιο, στίς ἔνδοξες σελίδες ἱστορίας, πού σέ λίγο θά γραφόταν μέ τόν μαρτυρικό του θάνατο :
«Μή μέ προτρέπετε εἰς φυγήν. μάχαιρα θά διέλθη τάς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τῶν λοιπῶν πόλεων τῶν χριστιανικῶν ἐπαρχιῶν. Ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε, ἐγώ μετημφιεσμένος νά καταφύγω εἰς πλοῖον, ἤτοι κλεισθείς ἐν οἰκίᾳ οἱουδήποτε εὐεργετικοῦ ἡμῖν πρέσβεως νά ἀκούω, πώς εἰς τάς ὀδούς οἱ δήμιοι κατακρεουργοῦν τόν χηρεύσαντα λαόν! Οὐχί. Ἐγώ διά τοῦτο εἶμαι Πατριάρχης, ὅπως σώσω τό ἔθνος μου, οὐχί δέ ὅπως δι’ ἐμοῦ ἀπολεσθῆ διά τῶν χειρῶν τῶν Γενιτσάρων. Ὁ θάνατός μου ἴσως ἐπιφέρει μεγαλυτέραν ὠφέλειαν ἀπό τήν ζωήν μου. Οἱ ξένοι Χριστιανοί ἡγεμόνες, ἐκπλαγέντες ἐκ τῆς ἀδικίας τοῦ θανάτου μου, δέν θά θεωρήσωσιν ἀδιαφόρως, πώς ἡ πίστις αὐτῶν ἐξυβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ μου. Οἱ δέ Ἕλληνες, οἱ ἄνδρες τῆς μάχης θά μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, ὅπερ συχνάκις δωρεῖται τήν νίκην. εἰς τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ ὑπομονῆς εἰς ὅ,τι καί ἄν μοι συμβῆ. Σήμερον (Κυριακήν τῶν Βαΐων) θά φάγωμεν ἰχθύας, ἀλλά μετά τινάς ἡμέρας, καί ἴσως κατά ταύτην τήν ἑβδομάδα, ἰχθύες θά μᾶς φάγωσι… Ναί, ἄς μή γίνω χλεύασμα τῶν ζώντων. Δέν θά ἀνεχθῶ, ὥστε εἰς τάς ὀδούς τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Κερκύρας καί τῆς Ἀγκῶνος, διερχόμενον ἐν μέσῳ τῶν ἁγυιῶν, νά μέ δακτυλοδεικτοῦσι, λέγοντες. Ἰδού ἔρχεται ὁ φονεύς Πατριάρχης. Ἄν δέ τό ἔθνος μας σωθῆ καί θριαμβεύση, τότε πέποιθα, θά μοι ἀποδώση θυμίαμα ἐπαίνου καί τιμῶν, διότι ἐξεπλήρωσα τό χρέος μου».
Δέν ἔφυγε, λοιπόν, ὁ ἡρωικός Πατριάρχης καί ἀρνήθηκε τήν προσφορά τῶν ξένων νά τόν φυγαδεύσουν ἤ νά τόν κρύψουν. Ἔμεινε ὀρθός νά ἀντιμετωπίσει παλληκαρίσια τήν κατάσταση. νά δώσει, ὡς καλός ποιμήν, τήν ζωή του ὑπέρ τοῦ ποιμνίου, νά προστατεύσει τόν λαό ἀπό τήν σφαγή. Ἐπισκέπτεται τόν σεϊχούλ-ἰσλάμη καί τοῦ ὑπενθυμίζει μέ παρρησία τά προνόμια, πού παρεχώρησε ὁ πορθητής. Ἐκεῖνος ζητᾶ κάποια ἐπίσημη διαβεβαίωση περί τοῦ ὅτι δέν συμμετέχει ὅλο τό ἔθνος εἰς τό κίνημα. Ὁ Τοῦρκος πρωθιερεύς, δίκαιος καί φιλάνθρωπος, παίζει ὁ ἴδιος μέ τήν ζωή του, ψάχνοντας νά βρεῖ τρόπο νά βοηθήσει τούς Χριστιανούς καί νά μήν ἐκδώσει τά ἔγγραφα, πού θά κήρυσσαν ἱερό πόλεμο. Συσκέπτεται ὁ Πατριάρχης μέ τούς προκρίτους καί τούς Ἀρχιερεῖς καί δέν δυσκολεύεται νά ἀποφασίσει. ἐκδίδει τόν γνωστό ἀφορισμό τῆς Ἐπαναστάσεως, βέβαιος ὧν ὅτι αὐτό δέν θά εἶχε καμμία ἐπίπτωση στόν ἀγώνα, διότι θά καταλάβαιναν οἱ ἡγέτες τῆς Ἐπαναστάσεως ὅτι ὁ ἀφορισμός εἶναι εἰκονικός, ὅτι ἔγινε μετά ἀπό πίεση καί βία, μόνο καί μόνο γιά νά ἀποφευχθεῖ ἡ γενική σφαγή.
5. Ὁ ἀφορισμός τῆς Ἐπαναστάσεως ἦταν εἰκονικός. Ἡ ἄρση τοῦ ἀφορισμοῦ.
Αὐτός, λοιπόν, ὁ εἰκονικός τῆς Ἐπαναστάσεως ἀφορισμός εἶναι τό μεγάλο ἐπιχείρημα τῶν σημερινῶν στρατευμένων πολεμίων τῆς Ἐκκλησίας κατά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Ὅλοι κατάλαβαν ὅτι ἐπρόκειτο περί διπλωματικοῦ φαναριωτικοῦ ἑλιγμοῦ.ὅτι ὁ Πατριάρχης ἄλλα πίστευε καί ἄλλα ἔγραφε. Ὅλοι κατάλαβαν καί καταλαβαίνουν,ἐκτός ἐκείνων, πού οἱ δογματικές ἀντιεκκλησιαστικές θέσεις τῆς ἰδεολογίας τους, τούς ἐμποδίζουν νά σκέφτονται ἐλεύθερα. Κατάλαβε ἀμέσως ὁ Ἀλέξανδρος Υψηλάντης καί δέν ἔλαβε καθόλου ὑπ’ ὄψιν τόν ἀφορισμό, ὅπως φαίνεται ἀπό ὅσα ἔγραφε στίς 19 Ἰανουαρίου πρός τόν Κολοκοτρώνη καί πρός τούς Σουλιῶτες : «Ὁ μέν πατριάρχης, βιαζόμενος παρά τῆς Πόρτας, σᾶς στέλλει ἀφοριστικά καί ἐξάρχους, παρακινώντας σας νά ἐνωθεῖτε μέ τήν Πόρτα. Ἐσεῖς, ὅμως,νά τά θεωρεῖτε ταῦτα ὡς ἄκυρα,καθότι γίνονται μέ βία καί δυναστεία καί ἄνευ θελήσεως τοῦ Πατριάρχου».
Καί δέν ἦταν καθόλου δύσκολο νά καταλάβει, ὄχι μόνο ὁ Ὑψηλάντης, ὁ ἔμπειρος διπλωμάτης, ἀλλά καί ὁ ὁποιοσδήποτε, ὁ πλέον ἀγράμματος, διότι ἤδη εἶχε περάσει στήν λαϊκή σοφία ἡ τακτική αὐτή τῶν κληρικῶν, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν παροιμία : «Πίσκοπος κρεμάμενος, ἔγραφε κι ἀπόγραφε».
Ὑπάρχουν, ἄλλωστε, κι ἄλλα στοιχεῖα, πού ἀποδεικνύουν τόν εἰκονικό χαρακτήρα τοῦ ἀφορισμοῦ, μπροστά στά ὁποία κλείνουν τά μάτια, σάν τήν στρουθοκάμηλο, οἱ μαρξιστές ἱστορικοί Κορδάτος, Σκαρίμπας, Καρανικόλας.
Σέ ἄρθρο, πού δημοσίευσε ὁ ἀείμνηστος καθηγητής τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Περικλῆς Βιζουκίδης μέ θέμα : «Ἡ Ἐκκλησία καί ὁ ἱερός ἀγών», ἀποκαλύπτει ὅτι «ὑπέγραψαν μέν ὁ Πατριάρχης καί οἱ συνοδικοί τό ἀφοριστικό ἔγγραφο, «διότι εὑρίσκοντο πρό τοῦ φοβεροῦ διλήμματος ἤ νά ἀποδοκιμάσωσι καί ἀφορίσωσι ἔργον ἅγιον καί ἱερόν, εἰς ὅ καί αὐτοί ἦσαν μεμυημένοι καί συνεργάται ἤ νά ἀπολέσωσι, ὄχι ἑαυτούς – ἄπαγε! περί αὐτῶν οὐδείς λόγος, ὡς τό ἀπέδειξαν ὀλίγον βραδύτερον –ἀλλά τό ταλαίπωρον ἔθνος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου θά ἐστρέφετο, ὡς ἠπείλει, ἡ σουλτανική ὀργή καί λύσσα».Στήν συνέχεια δέ, κατά τόν καθηγητή Βιζουκίδη, τήν ἴδια νύκτα μετά τήν ὑπογραφή τοῦ ἀφορισμοῦ, ὁ Πατριάρχης μαζί μέ τούς δώδεκα συνοδικούς Ἀρχιερεῖς κατέβηκαν στόν Πατριαρχικό Ναό καί σέ εἰδική μυστική τελετή, ἐν μέσῳ λυγμῶν καί δακρύων, ἔλυσαν καί ἀκύρωσαν τόν ἀφορισμό, «ἐπευλογοῦντες νοερῶς τά ὅπλα τῶν ὑπέρ Πίστεως καί Πατρίδος ἀγωνιζομένων ἀδελφῶν»8.
Ὑπάρχει, ἐπίσης, ἐπιστολή τοῦ ἰδίου τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου πρός τό δραστήριο μέλος τῆς φιλικῆς Ἑταιρείας, τόν Ἐπίσκοπο Σαλώνων Ἠσαΐα, στήν ὁποία τοῦ συνιστᾶ νά τηρεῖ ἀπέναντι τοῦ τυράννου τήν διπλωματική αὐτή τακτική. Τό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς, ὅπου φαίνεται ἐπίσης ὅτι ὁ Πατριάρχης τελοῦσε ἐν γνώσει τῶν προετοιμασιῶν γιά τήν ἐξέγερση, ἔχει ὡς ἑξῆς : «Ἀμφοτέρας τάς τιμίας ἐπιστολάς, διά τοῦ ἀγαθοῦ πατριώτου Φούντα Γαλαξειδιώτου, ἀσφαλῶς ἐδεξάμην καί τούς ἐν αὐταῖς τιμίους σου λόγους ἔγνων. Ἐχεμυθίας, ἀδελφέ, μεγίστη χρεία καί προφύλαξις περί πᾶν διάβημα. οἱ γάρ χρόνοι πονηροί εἰσί καί ἐν τοῖς φιλοπατριώταις ἐστί καί μοχθηρῶν ζύμη, ἀφ’ ἧς ὡς ἀπό ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακόν γάρ πολλοί μηχανῶνται διά τό τῆς φιλοπλουτίας ἔγκλημα. Διό τήν ἀγαθήν ἐξελέξω μερίδα κοινολογῶν μοι, ἐμπιστευμένοις πατριώταις, τά εχεμυθίας δεόμενα. Οἱ Γαλαξειδιώται, οὕς ἐπιστέλλεις μοι συνεχῶς, πεφροντισμένως ἐνεργοῦσι, καί ἀφ’ ὧν ἔγνων ἀδύνατον ἀντί παντός τιμίου οὐδ’ ἐλάχιστον λόγον ἔρκος ὀδόντων φυγεῖν. οὐ μόνον τά σά, ἀλλά καί τά τῶν ἐν Μωρέᾳ ἀδελφῶν γράμματα κομίζουσί μοι. Ἡ τοῦ Παπανδρέα πρᾶξις πατριωτική μέν τοῖς γινώσκουσι τά μύχια, κατακρίνουσι δέ οἱ μή εἰδότες τόν ἄνδρα. Κρύφα ὑπερασπίζου αὐτόν, ἐν φανερῷ δέ ἄγνοιαν ὑποκρίνου, ἔστι δέ ὅτε καί ἐπίκρινε τοῖς θεοσεβέσιν ἀδελφοῖς καί ἀλλοφύλοις. Ἰδίᾳ πράυνον τόν Βεζύρην λόγοις καί ὑποσχέσεσιν, ἀλλά μή παραδοθήτω εἰς λέοντος στόμα. Ἄσπασον σύν ταῖς ἐμαῖς εύχαῖς τούς ἀνδρείους ἀδελφούς, προτρέπων εἰς κρυψίνοιαν διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων. Ἀνδρωθήτωσαν ὥσπερ λέοντες καί ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου κρατυνεῖ αὐτούς, ἐγγύς δέ ἐστι τοῦ Σωτῆρος τό Πάσχα. Αἱ εὐχαί τῆς ἐμῆς μετριότητος ἐπί τῆς κεφαλῆς σου ἀδελφέ μου Ἠσαΐα. Γεώργει ἀκαμάτως καί ὄλβια γεώργια δώσει σόοι ὁ Πανύψιστος».
Καλύτερα, ὅμως, ἀπό κάθε ἄλλον τόν εἰκονικό καί παραπλανητικό χαρακτήρα τοῦ ἀφοριστικοῦ ἐγγράφου ἀντελήφθη ἡ Ὑψηλή Πύλη, ἡ ὁποία ἐκτός τοῦ ὅτι ἐξόρισε καί τελικῶς φόνευσε τόν ἀτυχή πρωθιερέα τῶν Τούρκων,διότι πίστεψε τούς ἀπίστους ραγιάδες, ὁδήγησε τελικῶς μετά ἀπό πολλά μαρτύρια πολλούς Ἀρχιερεῖς στόν θάνατο, κορυφαῖο δέ καί πρῶτο μεταξύ αὐτῶν τόν Πατριάρχη Γρηγόριο, ἀμέσως μετά τήν Λειτουργία τοῦ Πάσχα, στίς 10 Ἀπριλίου τοῦ 1821. Ἀπαγχονίσθηκε στήν μεσαία πύλη τῆς εἰσόδου τοῦ Πατριαρχείου. Ἐπάνω στό στῆθος «ἥν ἡ αἰτία αὐτοῦ γεγραμμένη», κρεμάσθηκε τό ἐκτενές καταδικαστικό ἔγγραφο, ὁ γιαφτάς, πού καί μόνο ἀρκεῖ νά συντρίψει σέ χίλια κομμάτια τίς γραφίδες τῶν στρατευμένων διαστροφέων τῆς ἱστορίας μας. Μεταξύ ἄλλων ἔγραφε καί τά ἑξῆς : «Ὁ ἄπιστος Πατριάρχης τῶν Ἑλλήνων ἀδύνατον νά θεωρηθῆ ἀλλότριος τῶν στάσεων τοῦ ἔθνους του… Ἀλλ’ ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς τῆς καρδίας του, ὄχι μόνο δέν εἰδοποίησεν, οὐδ’ ἐπαίδευσε τούς ἀπατηθέντας, ἀλλά καθ’ ὅλα τά φαινόμενα ἧτο καί ὁ ἴδιος αὐτός, ὡς ἀρχηγός, μυστικός συμμέτοχος τῆς Ἐπαναστάσεως.Εἴμεθα πληροφορημένοι ὅτι ἐγεννήθη ὁ ἴδιος ἐν Πελοποννήσῳ καί ὅτι εἶναι συνένοχος ὅλων τῶν ἀταξιῶν, ὅσας οἱ ἀποπλανηθέντες ραγιάδες ἔπραξαν κατά τήν ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων. Οὗτος, λοιπόν, εἶναι αἴτιος τοῦ παντελοῦς ἀφανισμοῦ, τόν ὁποῖον μέλλουν διά τῆς θείας βοηθείας νά πάθωσιν οἱ ἀποπλανηθέντες ραγιάδες. Ἐπειδή δέ ἐβεβαιώθημεν πανταχόθεν περί τῆς προδοσίας του, ὄχι μόνον εἰς βλάβην τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ἀλλά καί εἰς ὄλεθρον τοῦ ἰδίου ἔθνους του,ἀνάγκη ἧτο νά λείψῃ ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπό τοῦ προσώπου τῆς γῆς καί διά τοῦτο ἐκρεμάσθη πρός σωφρονισμόν τῶν ἄλλων».
6. Ὁ ἀπαγχονισμός τοῦ Πατριάρχου ἐπιδρᾶ εὐνοϊκά στόν ἀγώνα
Ἡ σύγχυση καί τό μίσος τοῦ σουλτάνου τόν ὁδήγησαν στήν πράξη τοῦ ἀπαγχονισμοῦ τοῦ Πατριάρχου, πού ἔφερε εὐνοϊκά γιά τόν ἀγώνα ἀποτελέσματα, ὅπως ἄλλωστε εἶχε προβλέψει προφητικά ὁ ἡρωικός ἐθνομάρτυς. Ἡ ἐπίσημη Εὐρώπη, πού κυριαρχoύνταν ἀπό τόν μισελληνισμό τοῦ Μέττερνιχ καί τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, ἀρχίζει γιά πρώτη φορά νά βλέπει μέ συμπάθεια τό ἑλληνικό ζήτημα.Ὁ φιλελληνισμός φουντώνει. Οἱ Ἕλληνες, ἀντί νά καμφθούν καί νά σωφρονισθοῦν, ξεσηκώθηκαν καί ἀγρίεψαν περισσότερο, ζητῶντας ἐκδίκηση, γιατί στό πρόσωπο τοῦ Πατριάρχου θεώρησαν ὅτι ἀτιμάζεται καί περιφρονεῖται τό Γένος τῶν Ὀρθοδόξων Ρωμιῶν.
7. Οἱ τιμές τῆς Ρωσίας καί τῆς Ἑλλάδος πρός τό λείψανο τοῦ Πατριάρχου
Μετά τόν ἀπαγχονισμό ἐπί τρεῖς ἡμέρες ἔμεινε τό ἅγιο σκήνωμα τοῦ ἐθνομάρτυρος στά χέρια τοῦ ἀγρίου ὄχλου καί τῶν Ἑβραίων, μέχρις ὅτου στίς 13 Ἀπριλίου τό ἔριξαν στή θάλασσα τοῦ Κερατίου κόλπου. Τό Σάββατο τοῦ Θωμᾶ, 16 Ἀπριλίου, ἀνέλπιστα προσκολλήθηκε στό πλοῖο τοῦ ἐκ Κεφαλληνίας Νικ. Σκλάβου καί μέσα στήν γενική τοῦ πληρώματος συγκίνηση μεταφέρθηκε στήν Ὀδησσό. Ἀπό τήν στιγμή ἐκείνη ἀρχίζει ἡ θαυμαστή ἱστορία τῆς ἀποδόσεως πρωτοφανῶν στό λείψανο τοῦ Πατριάρχου τιμῶν. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ξεφεύγει πλέον ἀπό τά πλαίσια τῶν ἀνθρωπίνων νόμων, τῆς ἀνθρωπίνης ἐκτιμήσεως, καί εἰσάγεται ἀπό τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ στά ἅγια τῶν ἁγίων τοῦ Γένους. Ἀντί τῶν χλευασμῶν καί τῆς καταφρόνιας, πού δοκίμασε ζῶν, ἀπολαμβάνει τώρα νεκρός τίς τιμές, πού τοῦ ἄξιζαν.
Συνεγείρεται ἡ Ὀδησσός στό ἄκουσμα ὅτι ἔρχεται τό λείψανο τοῦ Πατριάρχου. Ἡ αὐτοκρατορική Ὀρθόδοξη Ρωσία σέ συμφωνία μέ τό λαϊκό αἴσθημα ὀργάνωσε τήν ὑποδοχή καί τίμησε τό λείψανο, ὅπως ταίριαζε στόν Οἰκουμενικό τῆς Ὀρθοδοξίας Πατριάρχη. Στήν Ὀδησσό ἐξεφώνησε δύο θαυμασίους πρός τόν Πατριάρχη λόγους, ἐπικήδειο καί μετά ἕνα χρόνο ἐπιμνημόσυνο, ὁ μεγάλος ρήτωρ καί διδάσκαλος τοῦ Γένους Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων.
Πενήντα χρόνια ἀργότερα, τό νέο πλέον ἑλληνικό κράτος ἐνέκρινε, μέ ἀπόφαση τῆς Βουλῆς, αἴτημα τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν Θεοφίλου, τό 1871, νά μεταφερθοῦν ἀπό τήν Ρωσία τά λείψανα τοῦ Πατριάρχου στήν ἐλεύθερη πατρίδα. Πολυμελής ἀντιπροσωπεία, ἀφοῦ ἐπιβιβάσθηκε στό πλοῖο «Βυζάντιο», ἔφθασε στήν Ὀδησσό, ὅπου ἐπί τῇ ἀναχωρήσει τοῦ λειψάνου ἐπαναλήφθηκαν οἱ λαμπρές τελετές, πού ἔλαβαν χώρα κατά τήν ἄφιξή του. Στήν Ἀθήνα ἦταν συγκινητική στό ἔπακρο καί πάνδημη ἡ ὑποδοχή. Εἶχαν φθάσει στόν Πειραιά στίς 14 Ἀπριλίου του 1871. Οἱ βασιλεῖς, ἡ Ἱερά Σύνοδος, ἡ κυβέρνηση, καί πλήθη παραληροῦντος λαοῦ ἀπέδωσαν τιμές καί ὑποδέχθηκαν σέ ἐλεύθερο ἔδαφος τόν πρωτομάρτυρα τῆς ἐλευθερίας, ὅπως προφητικά καί πάλι εἶχε προβλέψει. Τό λείψανο τοποθετήθηκε στόν Μητροπολιτικό Ναό Ἀθηνῶν, ὅπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, τό ἑπόμενο δέ ἔτος ἐπαναλήφθηκαν οἱ τιμητικές ἐκδηλώσεις, ὅταν ἔγινε ἡ ἀποκάλυψη τοῦ ἀνδριάντα στά προπύλαια τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ὁπότε ἀπήγγειλε, τό συγκλονιστικό του ποίημα ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης[7]. Ἐπιστέγασμα δέ αὐτῆς τῆς τιμῆς ἦταν ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, ἀφοῦ συνῆλθε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1921 σέ ἔκτακτη συνεδρία, ἀποφάσισε τήν ἔνταξη τοῦ Ἱεράρχου Γρηγορίου στό ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Εκκλησίας[8]μέ ἀφορμή τήν συμπλήρωση ἑκατονταετίας ἀπό τοῦ μαρτυρικοῦ του θανάτου, ἐνῶ τό ἴδιο ἔτος ὁ σοφός καθηγητής Χρ. Ἀνδρούτσος ἐξεφώνησε θαυμάσιο πανηγυρικό.
8. Πότε ἐξαφανίζεται ἕνα ἔθνος;
Δύο εἶναι στήν μακραίωνα ἐκτίμηση τῶν ἱστορικῶν τοῦ πολιτισμοῦ τά στοιχεῖα, πού προαγγέλλουν τήν ἐπερχομένη καταστροφή ἑνός ἔθνους: α) ἡ ἔλλειψη ἱκανῶν ἡγετῶν, καί β) ἡ ἀποξένωση τοῦ λαοῦ ἀπό τά ἱερά καί τά ὅσια τῆς φυλῆς. Ὅταν παρατηρεῖται τό ἕνα ἀπό τά δύο μόνον, ὑπάρχει ἐλπίς ἀποφυγῆς τοῦ ἀφανισμοῦ. Ἐμπνευσμένοι ἡγέτες μποροῦν καί μόνοι τους, ὅταν δέν εἶναι ἁπλοί δημαγωγοί, νά ἐκφράσουν την ἐθνική αὐτοσυνειδησία, νά κλείσουν μέσα τους ὅλο τό παρελθόν καί νά τό ζωντανέψουν στίς καρδιές ἑνός λαοῦ, πού ἔχει ξεχάσει τήν ἱστορία του, ἔχει ἰσοπεδώσει τά πνευματικά του ἐνδιαφέροντα μέ τήν μέριμνα τῆς καθημερινότητας, τοῦ γλεντιοῦ καί τῶν ἀπολαύσεων. Αὐτό δέν ἔκαναν οἱ προφῆτες καί οἱ κριτές τοῦ Ἰσραήλ μέ τόν καυστικό καί θαρραλέο τους λόγο, ἐναντίον τῶν ἐπιθυμιῶν καί τῶν θελήσεων τῶν ἀρχόντων καί τοῦ λαοῦ; Αὐτό δέν ἔκαναν οἱ μεγάλες καί ἡρωικές μορφές τῶν ἁγίων καί Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους, πού σάν ἄλλοι προφῆτες ὁδήγησαν μέ δριμεῖς ἐλέγχους σέ αὐτοσυνειδησία καί ἐπίγνωση; Ὅταν πάλι ὁ λαός βρίσκεται σέ σωστή πορεία, καί οἱ ἄρχοντες τόν παραπλανοῦν, γρήγορα τούς ἀπομονώνει καί τούς ἀπορρίπτει, ἀναδεικνύοντας μέσα ἀπό τά σπλάχνα του νέους λαοπρόβλητους καί ἱκανούς ἡγέτες. Ἀλλοίμονο, ὅμως, ἄν συμβεῖ ἡγεσία καί λαός νά βρεθοῦν σέ καταστροφική γιά τό Γένος πορεία. Τότε ἡ σωτηρία ἀπό τόν Θεό μόνο πρέπει νά ἐλπίζεται.
9. Το εἰκονοστάσι τοῦ Γένους ξηλώνεται ἀπό νέους εἰκονομάχους
Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς Ὀρθοδόξους Ρωμηούς σήμερα, ἰδίως οἱ Ἕλληνες, συμφωνοῦμε ὅτι κάτι ἐπικίνδυνο κυοφορεῖται στό σῶμα καί πιό πολύ στό πνεῦμα τοῦ πολιτισμοῦ μας. Δέν γονιμοποιεῖται πλέον ἀπό ὑγιεῖς δυνάμεις ὁ πνευματικός μας βίος. Ξέφραγο ἀμπέλι ἡ παιδεία μας ταλανίζεται ἀπό ἐκθεμελιωτικές καί καταστροφικές δυνάμεις. Ὑβρίζεται καί παραχαράσσεται ἡ ἐθνική μας ἱστορία, σπιλώνονται καί συκοφαντοῦνται μεγάλες μορφές, δέν διαβάζεται πιά τό συναξάρι τοῦ Γένους, στήν ἱερή μνήμη τῶν προγόνων μας σπάνια τελοῦμε μνημόσυνα. Μία ἀδίστακτη εἰκονοκλαστική κίνηση κατεβάζει ἀπό τό εἰκονοστάσι τοῦ Γένους τίς τιμημένες μορφές μαρτύρων καί ἡρώων. Βεβηλώνονται οἱ μνῆμες τῶν διδασκάλων. Ὁ χαρακτήρας τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ἀπό ὀρθόδοξος, κατηχητικός καί ὁμολογιακός μεταβάλλεται σέ θρησκειολογικός, πανθρησκειακός. Γνωστοί αἱρετικοί σχεδόν ἀμετανόητοι μεταπατερικοί κύκλοι ζητοῦν τόν ἀπογαλακτισμό τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν Ρωμηοσύνη καί τό Ἔθνος. Αὐτή ἡ ἱεροσυλία καί τυμβωρυχία εἶναι πιό βδελυρές ἀπό τίς βεβηλώσεις τῶν τάφων, γιατί προσβάλλουν καί ἐξευτελίζουν τό πνεῦμα τους, μά καί γιατί δέν γίνονται ἀπό ἀλλοεθνεῖς, ἀλλά ἀπό ὁμοθρήσκους γενιτσάρους. Καί εἶναι ὅλα αὐτά ἡ de facto ἐφαρμογή ἑνός παλαιοῦ σχεδίου ἐκπεφρασμένου ἀπό τά χείλη τοῦ ἑβραϊκῆς καταγωγῆς Ἀμερικανοῦ Χένρυ Κίσσιγκερ, πρώην ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν τῶν Η.Π.Α., ἀνθέλληνος καί μισέλληνος, σχετικά μέ τό ἑλληνικό ἔθνος καί τήν ὀρθόδοξη πίστη του : «Ὁ ἑλληνικός λαός εἶναι δυσκολοκυβέρνητος καί γι’αὐτό πρέπει νά τόν πλήξουμε βαθειά στίς πολιτιστικές του ρίζες. Τότε ἴσως συνετισθεῖ. Ἐννοῶ δηλαδή νά πλήξουμε τήν γλώσσα, τήν θρησκεία, τά πνευματικά καί ἱστορικά τοῦ ἀποθέματα, ὥστε νά ἐξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του νά ἀναπτυχθεῖ, νά διακριθεῖ, νά ἐπικρατήσει, γιά νά μή μᾶς παρενοχλεῖ στήν Ἀνατολική Μεσόγειο, στήν Μέση Ἀνατολή, σέ ὅλη αὐτή τήν νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικῆς σημασίας γιά μᾶς, γιά τήν πολιτική τῶν Η.Π.Α.». Ὅλ’ αὐτά δέν συμβαίνουν μακρυά μας. καθημερινά τά συναντοῦμε σέ πολλές ἐφημερίδες καί σέ φθηνές ἐκδόσεις βιβλίων, πού κατακλύζουν τά βιβλιοπωλεῖα. Μπαίνουν, χωρίς τήν ἄδειά μας, στά σχολικά τῶν παιδιῶν μας βιβλία, ἀλλά χωρίς ντροπή καί μέσα στά σπίτια μας μέ τήν τηλοψία, παραβιάζοντας τήν πανάρχαια ἱερότητα τῆς οἰκογενειακῆς ἑστίας, τό οἰκογενειακό ἄσυλο. Καί ἀνεχόμαστε ὅλους αὐτούς τούς βιαστές καί διαφθορεῖς τῆς ἐθνικῆς μας μνήμης, τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητος, τῶν ἱερῶν καί ὁσίων τῆς φυλῆς μας, χωρίς καμμία ἀντίδραση.
10. Θά ξαναζωντανέψει τό κρυφό σχολειό
Ἀνεχόμαστε νά ὑβρίζεται περισσότερο ταν ἄλλων ἡ ἱερή μνήμη τοῦ κορυφαίου πρωτομάρτυρος τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους στήν ἐθνική ἐξέγερση τοῦ 1821, τοῦ Πατριάρχου καί ἐθνάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄. Ἐπιχειροῦν ἀσύστολα νά πλήξουν στό πρόσωπό του τήν Ἐκκλησία, νά μειώσουν τήν ἐπίδρασή της, νά τήν τοποθετήσουν, ἄν μπορέσουν, στό περιθώριο τῆς πνευματικῆς καί πολιτιστικῆς ζωῆς τοῦ ἔθνους, ὥστε ἀνενόχλητοι νά οἰκοδομήσουν τά δικά τους πολιτιστικά καί πολυπολιτισμικά μοντέλα. Καί εἶναι αὐτή ἡ μεθοδευμένη ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας ἐπίθεση ἀπ’ ὅλους τούς Κορδάτους, Κολλάτους, Καρατζαφέρηδες, Καρανικόλες καί Σκαρίμπες, ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη ὅτι τήν φοβοῦνται καί τήν ὑπολογίζουν σάν τήν μόνη ἱκανή, συγκροτημένη καί ὀργανωμένη, μέ αἰώνων πείρα καί θεϊκή ἰσχύ, δύναμη πού μπορεῖ νά σταθεῖ ἐμπόδιο στά σχέδιά τους. Νά καλέσει τόν λαό σέ ἐπαγρύπνηση, νά ἀνοίξει διάπλατα τίς πόρτες της, γιά νά καταφύγει ἐκεῖ μέσα πάλι τῶν ἐλευθέρων πολιτικά Ἑλλήνων τό δουλωμένο πνεῦμα, νά ξαναλειτουργήσει τά κρυφά σχολειά, γιά νά ἀποδείξει στήν πράξη στούς ἀνιστόρητους ἱστορικούς ὅτι δέν εἶναι θρύλος καί παραμύθι τό κρυφό σχολειό, ὅπως τό παρουσιάζουν τελευταία, ἀλλά ἀναμφίβολη πραγματικότητα, πού τήν διέσωσε ἡ λαϊκή συνείδηση στό τραγούδι «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου νά περπατῶ, νά πηγαίνω στό σχολειό κ.τ.λ.», τήν ἔψαλε ὁ ποιητής μας Ἰωάννης Πολέμης στό θαυμάσιο ὁμώνυμο ποίημά του «Ἀπ’ ἔξω μαυροφόρα ἀπελπισιά…» καί τήν ἀπεικόνισε ὁ μεγάλος μας ζωγράφος Νικ. Γύζης, στήν γνωστή παράσταση τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ, μέ τούς μαθητές γύρω ἀπό τόν δάσκαλο Καλόγηρο.
Ἐπισυμβαίνει μπροστά στά μάτια ὅλων μας ἕνας πνευματικός ἐξανδραποδισμός τῶν νέων μας, μιά μεθοδευμένη ἀπό ξένα κέντρα ἀποφάσεων ἐθνική ἀπονεύρωση, μία γενοκτονία τῆς μνήμης καί τῆς ἐθνικῆς ἱστορίας. Σέ λίγο καιρό οἱ νέες γενεές θά νοιώθουν ἤ μᾶλλον ἤδη νιώθουν ξένες καί ἀλλοτριωμένες ἀπό τά ἰδανικά, πού πυρπολοῦσαν μέχρι τώρα τούς Ἕλληνες καί ἐξασφάλιζαν τήν ἐθνική τους ἐπιβίωση. Οἱ νέοι μας θά ἑτοιμάζονται σάν νέοι γενίτσαροι. Ἐλπίζουμε ὅτι, μέ τήν Χάρι καί τό ἔλεος τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ καί μέ τήν πάνδημη μετάνοια κλήρου, ἀρχόντων καί ἀρχομένων, γρήγορα νά συνέλθουμε. Ἡ εἰλικρινής μετάνοια γιά τίς ἁμαρτίες μας καί ἡ συγχώρεση ὅλων, ἰδίως τῶν ἐχθρῶν, καθίσταται ἀναγκαία ὅσο ποτέ ἄλλοτε. Μόνο ἔτσι θά ξεκινήσει ἡ ἀνάκαμψη καί ἡ ὑπέρβαση τῆς κατευθυνομένης ἐκ τῆς Μασονίας καί τοῦ Σιωνισμοῦ παγκοσμίου πνευματικῆς, ἠθικῆς καί οἰκονομικῆς κρίσεως. Ἀδήριτη, ἐπίσης, εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ Τάματος τοῦ Ἔθνους, τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ μεγαλοπρεποῦς Ναοῦ τοῦ Σωτῆρος, καί ὄχι τοῦ σχεδιαζομένου μουσουλμανικοῦ τεμένους, πρός ἀναθέρμανση καί ἀναζωπύρωση τῆς Ἑλληνορθοδόξου ταυτότητος, ἰδιοπροσωπείας καί μνήμης μας.
Ἀπό ’δῶ καί στό ἑξῆς δέν πρέπει νά ἐπιτρέψουμε νά εὐδοκιμήσουν ἡ ὕβρη, ἡ ἀγνωμοσύνη καί ἡ προδοσία. Ἡ δόξα τοῦ εθνομάρτυρος Γρηγορίου, δόξα καί τιμή τοῦ ἰδίου τοῦ ἔθνους, πρέπει νά προστατευθεῖ ἀπό τούς λασπολόγους ἀρνητές, γιατί ἔτσι προστατεύεται καί ἡ ἱστορία. Εἶναι καιρός νά ἀναστήσουμε τήν ἱστορική ἀλήθεια, νά ἀποκαταστήσουμε, μαζί μέ τούς θραυσμένους ἀνδριάντες, τίς ἱερές μνῆμες τῶν μεγάλων μορφῶν τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας.
Τελειώνουμε τήν σημερινή ταπεινή ὁμιλία μας μέ τήν προφητεία τοῦ μακαριστοῦ ἁγίου Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου : «Μετά τήν μπόρα τήν δαιμονική, θά ἔλθει ἡ λιακάδα ἡ θεϊκή».
[1] Σχ. βλ. τήν μελέτη τῆς Χριστίνας Μπουλάκη-Ζήση, πού ἀναφέρεται σέ ἕνα συνεργάτη τοῦ Πατριάρχου στά ἐκπαιδευτικά προγράμματα, τόν Ἱλαρίωνα Σιναΐτη, καί δίνει συγχρόνως μία γενική εἰκόνα τῆς καταστάσεως γιά τήν παιδεία. Ὁ τίτλος τῆς μελέτης εἶναι «Ἱλαρίων Σιναΐτης, Μητροπολίτης Τυρνόβου. Ἡ ζωή καί το ἔργο αὐτοῦ», Θεσσαλονίκη 1983. Πολύ καλή εἰκόνα γιά τήν συμβολή τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γρηγορίου Ε’ στήν ὀργάνωση τῆς Παιδείας τοῦ Γένους δίδει ὁ Μ. Γεδεών, «Ἡ πνευματική κίνησις τοῦ Γένους κατά τόν ιη’ καί ιθ’ αἰώνα», Ἀθήνα 1976. Ἀπογοητευτική εἶναι ἡ εἰκόνα, πού δίδει ἡ Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους τῆς Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν, διότι στηρίζεται ἡ ἀνάλυση στίς ἀπόψεις τῶν «διαφωτιστῶν», τῶν παλαιῶν καί νέων ὀπαδῶν τοῦ Ἀδάμ. Κοραῆ. Γράφει ὁ Μ. Γεδεών (ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 292-223) : «Τήν ὑπέρ τῶν γραμμάτων καί σχολείων φροντίδα καί ἐποπτείαν ταύτην ἡ Μ. Ἐκκλησία ἤσκει, οὐχί συνιστώσα μόνον, οὐχί τήν ἵδρυσιν εὐλογοῦσα, ἀλλά καί παρακελευομένη πρός σπουδήν τῶν γραμμάτων καί παρορμώσα πρός ἐπανίδρυσιν ἐκπαιδευτηρίου τινός ὑπό χρονικῆς ἐπηρείας εἰς νάρκωσιν περιπεσόντος. Οὕτως ἐφρόντισε περί τῆς ἀνασυστάσεως τῆς ἐν τῷ παρελθόντι ἀιώνι τοσοῦτον κλέος ἀραμένης ἀθωνιάδος ἀκαδημίας, τῷ μέν 1800 διά τῆς εἰς Ἅγιον Ὄρος ἐξαρχικῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἐπισκόπου Σταγῶν Παϊσίου τοῦ Θεσσαλοῦ, πρό πεντήκοντα δέ σχεδόν ἐτῶν ἐπί τῆς πρώτης πατριαρχείας τοῦ ἀειμνήστου Γερμανοῦ Δ΄ τοῦ ἀπό Δέρκων, διά γραμμάτων ἰδιωτικῶν καί ἐπισήμων. Διά τοιούτων ἐγκυκλίων ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ ὁ ἀπό Σμύρνης ἐν τε τῇ δευτέρᾳ καί τῇ τρίτῃ αὐτοῦ πατριαρχεία συνεβούλευε καί προέτρεπε καί πρός ἵδρυσιν ἐκπαιδευτηρίων, καί πρός ὀρθήν ἐκπαίδευσιν, νουθετῶν μετά τῆς περί αὐτόν Ἱερᾶς Συνόδου, ὅπως ἀποφεύγωσιν οἱ μαθηταί καί διδάσκαλοι τάς τότε ἐπιπολαζούσας ἑτεροδιδασκαλίας, ἀποτρέπων ἀπό τῆς μακρᾶς σπουδῆς ἐπιστημῶν τίνων, ἅς ἐδίδασκον ἄνθρωποι, ἤ σπουδάσαντες ἐπιπολαίως ἐν τῇ Δύσει, ἤ παρασυρόμενοι ὑπό τοῦ διασυρίζοντος ἠδέως πνεύματος τῆς μεγάλης Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως». Διά τόν ἐπιθυμοῦντα νά μελετήσῃ τά τῆς Τουρκοκρατίας καί τῆς συμβολῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀπαραίτητες εἶναι οἱ πολλές ἀμερόληπτες ἱστορικές μελέτες τοῦ Τ. Γριτσοπούλου.
[2] Ἀνάλυση κριτική γιά τήν εὐθύνη τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας τῆς τότε ἐποχῆς βλ. Θ. ΖΗΣΗ, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος, Βίος – συγγράμματα -διδασκαλία, Θεσσαλονίκη 1981, σ. 186 κ.ἑ.
[3] Περί τῶν Φαναριωτῶν γράφει μέ θαυμασμό ὁ Ἐπαμ. Σταματιάδης, Βιογραφίαι τῶν Ἑλλήνων Μεγάλων Διερμηνέων τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, Ἀθήνα 1865, Θεσσαλονίκη 1973, ὑπό Π. Πουρναρᾶ, σσ. 14-15 : «Φαναριώται! Ὄνομα προφερόμενον σήμερον παρά τινῶν ἀγνοούντων ἤ μή ἐπισταμένως μελετησάντων τήν πάτριον ἱστορίαν μετά φρίκης! Φαναριώται! Ὄνομα θεωρούμενον σήμερον παρά πολλῶν ὡς συνώνυμον τῆς χαμερπείας, ἰταμότητος καί πάσης κακοηθείας. Καί ὅμως, ἄν ἤμεθα δίκαιοι, ὀφείλομεν νά θαυμάσωμεν τούς μεγάλους ἐκείνους ἄνδρας, οἵτινες, ἐνῶ ὅλη ἡ Ἑλλάς ἐκοιμᾶτο τόν βαρύν τῆς δουλείας καί ἀπαιδευσίας ὕπνον, μόνοι ἀντεπροσώπευον τήν ἑλληνικήν εὐφυΐαν, ἐκράτουν ἐν τῇ παλάμη των τήν τύχην ἀχανοῦς αὐτοκρατορίας, ἐκόλαζον τάς κατά τῶν ὁμογενῶν των ἀγρίας ὀρέξεις τοῦ φανατισμοῦ καί τῆς βαρβαρότητος, ἐκαλλιέργησαν τάς Μούσας διά τρόπου ἀξιοθαυμάστου, προσέφεραν δείγματα πατριωτισμοῦ καταπληκτικοῦ, καί διά τοῦ αἵματος αὐτῶν ἐξηγίασαν βίον ἐθνικόν καί ἀμώμητον. Ἴσως καί μεταξύ αὐτῶν εὑρέθησάν τινές ἔχοντες ἐλλείψεις (καί τίς ἄνθρωπος ὁ μή ἔχων τοιαύτας!) ἀλλ’ αἱ ἐλλείψεις αὗται ἐξαφανίζονται ἐν τῇ πληθύι τῶν ἀρετῶν, οὐδέ δύναται νά μή συνομολογήσῃ τίς ὅτι μέρος τῆς ἐθνικῆς της ὑπάρξεως ὀφείλει ἡ Ἑλλάς εἰς τούς λεγομένους Φαναριώτας».
[4] Δημοσιεύθηκε τό 1983 στόν τύπο ὅτι ὁ πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ΄ ἀποκατέστησε ἐπί τέλους στή συνείδηση τῶν Παπικῶν τά θύματα τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ἀνακηρύσσοντας σέ ὁσίους καί μάρτυρες πολλούς κληρικούς καί μοναχούς, πού σφαγιάσθηκαν ἀπό τούς ἐπαναστάτες.
Συμπληρώνοντας τό 2002 τά ὅσα τό 1983 ἔγραφε ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης γιά τήν Γαλλική Ἐπανάσταση παραθέτει ὅσα γράφει ὁ Russel Lewis σέ ἄρθρο του, πού δημοσιεύθηκε στή Wall Street Journal ἐπ’ εὐκαιρία τῆς 14ης Ἰουλίου, ἐπετείου τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως.
Τό ἄρθρο εἶχε τίτλο «Δέν ὑπάρχει τίποτε νά γιορτάσουμε τήν ἡμέρα τῆς κατάληψης τῆς Βαστίλλης». Ἀναδημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα «Τό Βῆμα», Κυριακή 14 Ἰουλίου 2002. Καταλήγει μέ τά ἑξῆς : «Πολιτικά τό κύριο δημιούργημα τῆς Ἐπανάστασης ἦταν ἕνα κράτος πολύ πιό ἀπολυταρχικό ἀπό αὐτό τοῦ Λουδοβίκου ΙΔ’. Οἱ ἀγρότες πραγματικά ἀπηλλάγησαν ἀπό τίς φεουδαρχικές ὀφειλές καί τήν δεκάτη καί πολλοί ἀπό αὐτούς ἔγιναν κύριοι τῆς γῆς τους, ἔχασαν ὅμως καί τά φεουδαρχικά δικαιώματά τους στό σιτηρέσιο καί στόν θερισμό. Οἱ πλουσιώτεροι ἀγρότες καί οἱ κερδοσκόποι κέρδισαν, οἱ πιό φτωχοί ἀγρότες ἔγιναν φτωχότεροι ἀπό ποτέ. Καί βέβαια ὅλες οἱ τάξεις ὑπέφεραν ἐξίσου μέ τίς ἐπιστρατεύσεις, πού πῆραν τούς γιούς τους, γιά νά μήν γυρίσουν ποτέ πίσω ἤ γιά νά γυρίσουν ἀνάπηροι. Αὐτό ἦταν ἕνα βάρος πολύ πιό τυραννικό ἀπό τά ὅσα εἶχε ἐπιβάλει τό σήμερα διασυρόμενο παλαιό καθεστώς καί ἀναπαρήχθη ἀπό πολλά κράτη, ἐπιταχύνοντας ἔτσι τόν κατήφορο στόν καθολικό πόλεμο. Ἡ ἀπεχθέστερη κληρονομιά τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης δέν ἦταν ὡστόσο αὐτή. Ἧταν ἡ ἀντίληψη ὅτι τά δύσκολα πολιτικά προβλήματα λύνονται καλύτερα διά τῆς βίας. Στήν χειρότερη μορφή της εἶναι ἡ θεωρία ὅτι μιά ἐνάρετη ἤ πεφωτισμένη ἐλίτ ἔχει τό δικαίωμα – γιά τό καλό τοῦ λαοῦ – νά ἐπιβάλλει τίς ἀπόψεις της μέ τήν τρομοκρατία. Εἶναι μιά κληρονομιά, γιά τήν ὁποία μετανοιώνουμε ὅλοι σήμερα. Καλή ἐπέτειο»!
[5] Σέ ἐπίσημο δελτίο τῆς ΟΛΜΕ (Μάρτης 1983), σέ κύριο ἄρθρο μέ τίτλο «25 Μαρτίου 1821 : ἐθνική λαϊκή ἐξέγερση», διαστρέφουν τό νόημα τῆς ἐπαναστάσεως, λέγοντας ὅτι «τό αἴτημα γιά ἐθνική ἀνεξαρτησία καί ὁλοκλήρωση συνδυαζόταν στενά μέ τό αἴτημα γιά κοινωνική δικαιοσύνη καί ἀποκατάσταση τῶν πλατιῶν λαϊκῶν μαζῶν, μέ πρωτοπορία τήν ἐξεγερμένη ἀγροτιά, πού κύριος στόχος της ἦταν ἡ ἀναδιανομή τῆς γῆς, τούς βιοτέχνες καί τούς μικρεμπόρους. Ἐμπόδιο στά αἰτήματα αὐτά ἦταν, ὄχι μόνο ἡ Τουρκική κυριαρχία, ἀλλά καί τά ντόπια φεουδαρχικά δεσμά τῶν κοτζαμπάσηδων, πού ἀντιστρατεύονται ὁποιαδήποτε κοινωνική ἐξέλιξη, πού θά ἔθετε σέ κίνδυνο τά προνόμιά τους. Οἱ κοτσαμπάσηδες καί ὁ ἀνώτερος κλῆρος στήν πλειοψηφία τους εἴτε σύρθηκαν στήν ἐπανάσταση, γιατί δέν μποροῦσαν νά κάνουν διαφορετικά μπροστά στό γενικό ξεσηκωμό, εἴτε προσχώρησαν ὑστερόβουλα, ἀποβλέποντας σέ μιά νέα μορφή κυριαρχίας πάνω στόν ἐπαναστατημένο λαό».
[6] Ἀπό τό μοναστήρι, ἀπό τόν ἡγούμενο μαθαίνει ὁ λαός τό μυστικό τοῦ ξεσηκωμοῦ, ὅπως τραγουδᾶ ὁ ἴδιος σέ δημοτικό τραγούδι. Στόχος δέν εἶναι νά διώξουν τούς Κοτζαμπάσηδες καί τούς δεσποτάδες, ἀλλά τόν ἀλλόθρησκο καί ἀλλοεθνή κατακτητή :
«Κρυφά τό λένε τά πουλιά, κρυφά τό λέν τ’ ἀηδόνια
κρυφά τό λέει ὁ Γούμενος ἀπό τήν Ἅγια Λαύρα.
Παιδιά γιά μεταλάβετε, γιά ξεμολογηθῆτε,
δέν εἶν’ ὁ περσινός καιρός κι ὁ φετεινός χειμώνας,
μᾶς ἧρθ’ ἡ ἄνοιξη πικρή, τό καλοκαίρι μαῦρο,
γιατί σηκώθη πόλεμος καί πολεμοῦν τούς Τούρκους.
Νά διώξουμ’ ὅλη τήν Τουρκιά ἤ νά χαθοῦμε οὗλοι».
[7] Περικλέους Βιζουκίδη, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, «Ἡ Ἐκκλησία καί ὁ ἱερός ἀγών», ἐν περιοδικῷ Γρηγόριος Παλαμᾶς 21 (1937) 141-143.
[8] Τ. Κανδηλώρου, ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 247-248. Πολύ συγκροτημένο εἶναι τό ἁγιολογικό ἄρθρο τοῦ Μπεκατώρου στήν Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια, ὅπου βρίσκει κανείς τίς σχετικές πληροφορίες.
Τό παρόν κείμενο περιέχει ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο Ἱεράρχες – Ἐθνάρχες καί Ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε΄ στήν συνείδηση τοῦ Γένους τοῦ ὁμοτίμου καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς του ΑΠΘ, Αἰδεσιμολογιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση.
https://sotiriosnavs.com/wp-content/uploads/2020/05/IMG_20200508_130841-rotated.jpg2021-03-24 17:40:15%ce%bf-%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%b3%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%bf-%ce%b5-%ce%bf-%cf%80%cf%81%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%83-%ce%b9%ce%b5