
Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
ἐφημ. Ἱ. Ν. Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Πειραιῶς
Ἐν Πειραιεῖ 05-11-2012
Βασική διάκριση τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας εἶναι ἡ διάκριση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου.
Ἄκτιστος, δηλαδή ἀδημιούργητος, χωρίς αἰτία δημιουργίας εἶναι μόνον ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί το Ἅγιον Πνεῦμα.
Κτιστός, δηλαδή δημιουργημένος, μέ αἰτία δημιουργίας εἶναι ὁ νοερός καί αἰσθητός κόσμος
Ὁ ἄκτιστος, παντοδύναμος, ἄπειρος καί πανάγαθος Ἅγιος Τριαδικός Θεός, πρίν δημιουργήσει τόν κτιστό αἰσθητό, ὑλικό καί ὁρατό αὐτόν κόσμο, δημιούργησε τον κτιστό νοητό, πνευματικό καί ἀόρατο κόσμο. Δημιούργησε τόν κόσμο τῶν ἀΰλων, ἐπουρανίων Ἀσωμάτων Δυνάμεων. Γι’αὐτό λέει : «ὅταν ἐποίησα ἄστρα, ἤνεσάν μέ ἄγγελοι».
Στήν ἀρχή, ὅταν δημιούργησε τούς Ἀγγέλους, τούς ἄφησε στήν ἐξουσία τους. Ἕνας, λοιπόν, ἀπό τούς Ἀγγέλους, ὁ λεγόμενος Ἑωσφόρος, πρῶτος ἀνάμεσα στούς Ἀγγέλους καί διορισμένος ἀπό τόν Θεό νά εἶναι ἀφέντης, ἀρχηγός σ’ ἕνα Ἀγγελικό Τάγμα, ὑπερηφανεύθηκε καί σκέφθηκε νά βάλει τόν θρόνο του πάνω ἀπό τόν Θεό. Καί παρευθύς, μόνο πού τό συλλογίσθηκε, ἔπεσε κάτω στήν ἄβυσσο τῆς γῆς καί ἀπό Ἄγγελος, πού ἦταν, ἔγινε διάβολος. Καί καταπόδι του, μαζί του πῆγε ὅλο τό τάγμα του καί ἔγιναν ἀπό φωτεινοί σκοτεινοί καί ἀπό Ἄγγελοι δαίμονες. Ἄλλοι μέν ἔφθασαν ἕως τόν Ἄδη, ἄλλοι ἀπέμειναν πάνω στή γῆ, ἄλλοι στό νερό, ἄλλοι στόν ἀέρα, αὐτοί δηλαδή πού λέγονται ἐναέρια τελώνια τῶν ψυχῶν. Τότε, λοιπόν, ὅταν σχίσθηκε ὁ οὐρανός καί ἔπεφταν οἱ δαίμονες, ὁ Μέγας Ἀρχιστράτηγος Μιχαήλ, βλέποντας τήν ἐλεεινή ἔκπτωση τῶν Ἀγγέλων, κατενόησε τήν αἰτία τῆς πτώσεώς τους, καί γι’αὐτό μέ τήν ὑποταγή καί τήν ταπείνωση, πού ἔδειξε ὡς εὐχάριστος δοῦλος καί πιστός οἰκέτης πρός τόν Δεσπότην του Θεό, διεφύλαξε καί τήν δική του δόξα καί λαμπρότητα, πού τοῦ χαρίσθηκε ἀπό τόν Θεό, καί τήν δόξα τῶν ἄλλων Ἀγγελικῶν ταγμάτων. Γι’αὐτό, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ὑποταγῆς καί εὐγνωμοσύνης, τοῦ διορίσθηκε ἀπό τόν Παντοκράτορα Θεό νά εἶναι πρῶτος τῶν Ἀγγελικῶν τάξεων.
Ἀφοῦ συγκέντρωσε καί ἕνωσε σέ ἕνα τούς χορούς τῶν Ἀγγέλων, φώναξε σ’αὐτούς τό «Πρόσχωμεν». Δηλαδή, ἄς προσέξουμε καί ἄς καταλάβουμε τί ἔπαθαν αὐτοί οἱ δαίμονες, πού ἔπεσαν, ἐξαιτίας τῆς ὑπερηφανίας τους, οἱ ὁποῖοι πρίν ἀπό λίγο ἦταν μαζί μας Ἄγγελοι, καί ἄς στοχασθοῦμε τί εἶναι ὁ Θεός καί τί εἶναι ὁ Ἄγγελος. Διότι, ὁ μέν Θεός εἶναι Δεσπότης καί Δημιουργός ἡμῶν τῶν Ἀγγέλων, οἱ δέ Ἄγγελοι εἴμαστε δοῦλοι καί κτίσματα τοῦ Θεοῦ. Στάθηκε τότε στό μέσον τους καί εἶπε : «Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετά φόβου Θεοῦ». Δηλαδή, ἄς σταθοῦμε καλά, ἄς σταθοῦμε μέ φόβο Θεοῦ. Καί παρευθύς σέ ὅποια κατάσταση βρισκόταν τότε ὁ καθένας, σ’ αὐτή καί στάθηκε, παρέμεινε. Ἀφοῦ μ’αὐτόν τόν τρόπο ἀνύμνησε καί δόξασε τόν Θεόν τῶν ὅλων, ἀνεβόησε ἐκεῖνον τόν θεῖο καί ἀγγελικό ὕμνο μαζί μέ ὅλους τούς Ἀγγέλους : «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ τῆς δόξης σου».
Αὐτό, λοιπόν, τό μυστήριο παραλαμβάνοντας ἀπό ἀρχαία παράδοση, καί ἐμεῖς τήν σημερινή ἑορτή ἑορτάζουμε οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ὄχι γιατί ἔπεσε ὁ διάβολος, ἀλλά γιατί σήμερα ἔγινε ἡ σύσταση, ἡ μάζωξη, ἡ σύναξη τῶν Ἀγγέλων, δηλαδή ἡ προσοχή, ἡ ὁμόνοια καί ἡ ἕνωση.
Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης σημειώνει ὅτι, ἐπειδή αὐτό τό μυστήριο τῆς Συνάξεως τῶν Ἀγγέλων τό παρελάβαμε ἐξ ἀρχαίας παραδόσεως, καθώς γράφεται σέ πολλούς χειρόγραφους Συναξαριστές, θαυμάζει καί ἀπορεῖ, πῶς μερικοί, καί μάλιστα σοφοί, τόλμησαν νά ποῦν ὅτι αὐτό εἶναι μύθος καί μυθάριον! Κατά τόν Μεγάλο Βασίλειο, εἶναι ἀποστολικό παράγγελμα τό νά κρατοῦμε τίς παραδόσεις, πού παρελάβαμε. Καί αὐτοί, πού τό λένε αὐτό, ἀλλοῦ πολλά λένε περί φυλακῆς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων, ὅπου βέβαια αὐτή τήν ἀρχαία παράδοση βεβαιώνουν καί ἄλλοι, ἐκ τῶν ὁποίων ἕνας εἶναι ὁ Φιλαλδελφείας Μακάριος ὁ χρυσοκέφαλος, στούς δύο λόγους του «Εἰς τούς ταξιάρχας» καί «Εἰς τά ἐννέα τάγματα». Ἄν καί προβάλλουν ὅτι στήν οὐράνια ἱεραρχία ὑπάρχει τάξη ἀπαράβατη νά φωτίζονται καί νά τελειώνονται οἱ κατώτερες τάξεις τῶν Ἀγγέλων ἀπό τίς ἀνώτερες, ἀποκρίνεται ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὅτι ὄντως αὐτό ἀληθεύει, ὅσο καιρό μένει ἀσύγχυτη ἡ τάξη κάθε χοροστασίας.
Ἀπό το μυστήριο αὐτό τῆς Συνάξεως τῶν Ἀγγέλων πῆραν οἱ λειτουργιολόγοι ἅγιοι Πατέρες, ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὁ Μέγας Βασίλειος καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τίς φράσεις «Πρόσχωμεν» καί «Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετά φόβου» καί τίς ἐνέταξαν στίς Θεῖες Λειτουργίες, πού συνέγραψαν.
Ἄγγελος σημαίνει ἀγγελιοφόρος, διαγγελεύς, δηλαδή αὐτός πού ἀγγέλει, ἀναγγέλει στούς ἀνθρώπους τά θελήματα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἄγγελος εἶναι φύσις νοερά, δηλαδή κανένας δέν μπορεῖ νά τήν καταλάβει. Εἶναι καί ἀεικίνητος, δηλαδή κινεῖται πάντοτε, ὅπως καί ὁ νοῦς του ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος πότε δέν στέκεται σ’ἕνα τόπο, ἀλλά περπατᾶ ἀπό τόπο σέ τόπο. Εἶναι καί αὐτεξούσιος ὁ Ἄγγελος, δηλαδή ὁ Θεός δέν τόν κρατᾶ ὡς Ἄγγελο, ἄν θέλει νά γίνει κακός, γιατί, ἄν τόν κρατοῦσε, ὁ διάβολος δέν θά γινόταν ἀπό Ἄγγελος, πού ἦταν πρῶτα, διάβολος. Εἶναι καί ἀσώματος, δηλαδή δέν ἔχει σῶμα, κορμί σάν τόν ἄνθρωπο, οὔτε μάκρος ἔχει, οὔτε πλάτος, οὔτε βάθος. Εἶναι πάντοτε ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ, γιατί ὑπηρετεῖ τόν Θεό σέ ἔργα καί σέ δοξολογίες. Σέ ἔργα μέν, γιατί τόν στέλνει ὁ Θεός τόν Ἄγγελο καί κάνει ὅ,τί τοῦ ὁρίσει, ἤ ψυχή νά πάρει ἤ ἅγιο νά ὑπηρετήσει ἤ ὅραση νά δείξει ἤ νά κάνει κάποια ἄλλη θεϊκή ὑπηρεσία. Σέ δοξολογίες δέ, γιατί ὑμνεῖ τόν Θεό καί δοξάζει τήν ἄπειρή Του δύναμη.
Ποιά εἶναι ἡ φύση τῶν Ἀγγέλων καί τί εἶδος καί ὁμοίωμα ἔχουν, κανείς δέν ξέρει, παρά μόνον Αὐτός ὁ Θεός, πού τούς ἔπλασε.
Ἔχουν καί ἀθανασία οἱ Ἄγγελοι, γιατί ποτέ δέν ἀποθνήσκουν, οὔτε φθείρονται, οὔτε χάνονται. Ἀσώματοι δέ λέγονται οἱ Ἄγγελοι ἐν συγκρίσει μέ τό δικό μας σῶμα. Ἐν συγκρίσει, ὅμως, μέ τόν Θεό βρίσκονται παχεῖς καί ὑλικοί. Εἶναι καί τρεπτοί οἱ Ἄγγελοι κατά γνώμην, δηλαδή ἀλλάζουν τήν γνώμη τους, ὅπως μία φορά τήν ἄλλαξαν κάποιοι ἀπ’αὐτούς καί ἔγιναν ἀπό Ἄγγελοι δαίμονες. Εἶναι φωτεινοί καί λαμπροί. Ἔχουν τό φῶς ἀπό τόν Θεό καί ὄχι ἀπό τοῦ λόγου τους. Δέν ἔχουν ἀνάγκη γλώσσας ἤ ἀκοῆς, γιατί χωρίς προφορικό λόγο καί χωρίς ἀκοή αἰσθητή καταλαβαίνουν τό πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι καί περιγραπτοί οἱ Ἄγγελοι, δηλαδή ὅταν εἶναι σ’ἕνα τόπο, δέν εἶναι σέ ἄλλο. Ὅταν εἶναι στόν οὐρανό, δέν εἶναι στή γῆ καί ὅταν εἶναι στή γῆ, δέν εἶναι στόν οὐρανό. Δέν τούς κρατᾶ οὔτε θύρα, οὔτε τοῖχος, οὔτε κλειδονιά, οὔτε φραγμός, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ἔχουν τόν ἁγιασμό καί τόν φωτισμό ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα. Δέν ξέρει κανείς πῶς εἶναι ἡ φύση τους, ἄν ὅλοι εἶναι ὅμοιοι ἤ ἄλλοι μικρότεροι καί ἄλλοι μεγαλύτεροι. Μόνον ὁ Θεός, πού τούς ἔπλασε, τούς γνωρίζει. Εἶναι δυνατοί καί ἕτοιμοι στόν ὁρισμό τοῦ Θεοῦ. Κάστρα, τόπους, χῶρες καί Ἐκκλησίες ἐπιτηροῦν, φυλάττουν καί βοηθοῦν. Κάθε βαπτισμένος Ὀρθόδοξος Χριστιανός, εἴτε ἁμαρτωλός, εἴτε δίκαιος εἶναι, ἔχει τόν φύλακα Ἄγγελό του. Ὅλα τά ἄλλα ἔθνη ἔχουν ἀπό ἕνα Ἄγγελο. Πόσοι εἶναι στόν ἀριθμό, κανείς δέν τό εἶπε οὔτε τό ξέρει, παρ’ὅλο πού ὁ προφήτης Δανιήλ λέει «χίλιαι χιλιάδες καί μύριαι μυριάδες». Ὡστόσο κι αὐτός δέν εἶπε ὅλη τήν ποσότητα τῶν Ἀγγέλων. Ἔχουν δέ τήν Χάριν ἐκ Θεοῦ νά σχηματίζονται σέ ὅποιο σχῆμα τούς ὁρίσει ὁ Θεός[1].
Στήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, ὅταν ἀναγινώσκουμε τόν προοιμιακό ψαλμό, ὑπάρχει καί ὁ ἑξῆς στίχος, πού ἀναφέρεται στούς Ἀγγέλους, καί τόν ὁποῖο ψάλλουμε ὡς κοινωνικό, ὅταν ἑορτάζουν οἱ Ἄγγελοι : «Ὁ ποιῶν τούς Ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καί τούς λειτουργούς αὐτοῦ πυρός φλόγα»[2]. Δηλαδή, ὁ Κύριος εἶναι Αὐτός, πού ἔπλασε τούς ἀγγέλους Του τόσο ταχεῖς καί λεπτούς, ὅπως οἱ ἄνεμοι, καί τούς ἀΰλους λειτουργούς, πού Τόν ὑπηρετοῦν, μέ δραστική ἐνέργεια καί φωτεινή λαμπρότητα σάν τήν φλόγα τοῦ πυρός. Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἑρμηνεύοντας αὐτόν τον στίχο, λέγει χαρακτηριστικά ὅτι ὁ προφητάναξ Δαβίδ μέ τά λόγια αὐτά κηρύττει τόν Θεό Δημιουργό τῆς νοητῆς καί ἀοράτου φύσεως. Ὀνόμασε τούς Ἀγγέλους πνεύματα καί πῦρ, φανερώνοντας μέ τά ὀνόματα αὐτά τό ὀξυκίνητο καί δραστήριό τους καί περιγράφοντας τήν φύση καί τήν οὐσία τους, γιατί εἶναι πνεύματα νοερά καί πῦρ ἄυλον.
Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει : «Ἡ μέν οὐσία τῶν Ἀγγέλων ἀέριον πνεῦμα, εἰ τύχοι, ἤ πῦρ ἄυλον, κατά τό γεγραμμένον. Διό ἐν τόπῳ εἰσί καί ὁρατοί γίνονται ἐν τῷ εἴδει τῶν οἰκείων αὐτῶν σωμάτων τοῖς ἀξίοις ἐμφανιζόμενοι. Ὁ μέντοι ἁγιασμός ἔξωθέν ἐστί τῆς οὐσίας αὐτῶν. Οὐ γάρ φύσει ἅγιαι αἱ τῶν οὐρανῶν Δυνάμεις, ἀλλά κατά ἀναλογίαν τῆς πρός ἀλλήλους ὑπεροχῆς τοῦ ἁγιασμοῦ τό μέτρον παρά τοῦ Πνεύματος ἔχουσι».
Λέγει καί ὁ Θεολόγος ἅγιος Γρηγόριος : «Σύ δέ ὅρα ὅτι οὐκ ἔχομεν οὐδέ τήν νοητήν φύσιν καί ἐπουράνιον ἀσωμάτως ἰδεῖν, εἰ καί ἀσώματος, πῦρ γάρ καί πνεῦμα προσαγορευομένην ἤ γινομένην. Ποιεῖν γάρ λέγεται τούς Ἀγγέλους πνεύματα καί τούς λειτουργούς αὐτοῦ πυρός φλόγα. Εἰ μή ποιεῖν μέν ἐστί τό συντηρεῖν τῷ λόγῳ, καθ’ὅν ἐγένοντο, πνεῦμα δέ ἀκούει καί πῦρ, τό μέν ὡς νοητή φύσις, τό δέ ὡς καθάρσιος. Ἐπεί καί τῆς πρώτης οὐσίας (τοῦ Θεοῦ δηλαδή) τάς αὐτάς οἶδα κλήσεις. Ἤ ὅτι ἐγγύτατα, ἄλλως ἄλλη ἐλλαμπομένη κατά τήν ἀναλογίαν τῆς φύσεως καί τῆς τάξεως».
Ὁ δέ ἱερός Χρυσόστομος λέγει : «Οὐ τί ποτέ εἰσίν οἱ Ἄγγελοι τήν οὐσίαν παρίστησι, ἀλλά τήν ἐνέργειαν διά τῶν στοιχείων τούτων ἐμφαίνει».
Λέγει δέ καί ὁ Θεοδώρητος : «Ὀξεία μέν ἡ τοῦ Πνεύματος φύσις, ἰσχυρά δέ τοῦ πυρός ἡ ἐνέργεια. Ἀγγέλοις δέ χρώμενος ὑπηρέταις ὁ Θεός καί εὐεργετεῖ τούς ἀξίους καί κολάζει τούς ἐναντίους. Ὅθεν τά Σεραφίμ ἐμπρησταί ἑρμηνεύονται. Διά τούτο καί πυρός ἐμνημόνευσε τήν κολαστικήν σημαίνων ἐνέργειαν»[3].
Ἡ ἀποστολή τῶν Ἀγγέλων ἐπισημαίνεται ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή χαρακτηρίζει τούς Ἀγγέλους «λειτουργικά πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διά τούς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν»[4], δηλαδή ὑπηρετικά πνεύματα, τά ὁποία ἀποστέλλονται ἀπό τόν Θεό, γιά νά διακονήσουν αὐτούς, πού πρόκειται νά κληρονομήσουν τήν σωτηρία. Γι’ αὐτό δημιουργήθηκαν οἱ Ἄγγελοι, γιά τήν ὑπηρεσία τοῦ Χριστοῦ καί τήν οἰκονομία τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.
Οἱ Ἄγγελοι δοξολογοῦν τόν Ἅγιο Τριαδικό Θεό μέ τό «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ», τό ὁποῖο ἀποκαλύπτει τό Τριαδολογικό δόγμα. Τά τρία «Ἅγιος» προσιδιάζουν στίς τρεῖς ὑποστάσεις, στά τρία πρόσωπα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Ἅγιον Πνεῦμα καί τό «Κύριος» στή μία κοινή οὐσία, φύση τῆς Θεότητος. Δηλαδή, ἅγιος ὁ Θεός Πατήρ, ἅγιος ὁ Θεός Υἱός, ἅγιον τό Θεῖον Πνεῦμα.
«Χαρά γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι»[5]. Οὐράνια ἀγγελική χαρά, ἀγαλλίαση καί πανήγυρη γίνεται, ὅταν ἕνας ἁμαρτωλός ἄνθρωπος μετανοεῖ. Οἱ Ἄγγελοι πανηγυρίζουν γιά τήν μετάνοια καί τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, διότι μέ τούς σωζομένους ἀναπληρώνεται τό ἐκπεσόν τάγμα τοῦ Ἑωσφόρου.
Ἄν καί «οὐδείς τῶν ἐν σαρκί… Ἀγγέλου οὐσίαν ἐθεάσατο», ὅπως γράφει ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὅμως μέσα στήν ἱστορία πάμπολλες εἶναι οἱ ἐμφανίσεις καί τά θαύματα τῶν ἁγίων Ταξιαρχῶν. Στίς ἐμφανίσεις αὐτές γίνεται ὁρατή μόνο ἡ μορφή καί τό σχῆμα τους, ὄχι ὅμως καί ἡ οὐσία τους. Ἐμεῖς οἱ θνητοί ἀντιλαμβανόμαστε τίς θεωρίες αὐτές εἴτε μέ τίς σωματικές μας αἰσθήσεις, ὅταν ἐμφανίζονται ὡς ἁπλοί ἄνθρωποι, εἴτε μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, ὅταν ἐμφανίζονται «ἐν θεωρίᾳ ἀληθινῇ καί οὐσιώσει», κατά τόν ἀββά Ἰσαάκ τόν Σύρο.
Μιχαήλ[6] θά πεῖ «δύναμις Θεοῦ» ἤ «ἀρχιστράτηγος δυνάμεως Κυρίου». Ὁ Μιχαήλ ὁ ἐνδοξότατος καί λαμπρότατος Ταξιάρχης τῶν Ἀσωμάτων Δυνάμεων πολλές εὐεργεσίες καί χάριτες φαίνεται ὅτι ἔδειξε στό γένος τῶν ἀνθρώπων καί στήν Παλαιά Διαθήκη καί στή Νέα Χάρι τοῦ Εὐαγγελίου.
Στήν Παλαιά Διαθήκη ἔχουμε πλῆθος ἐμφανίσεων τοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαήλ, διότι αὐτός φανερώθηκε στήν περιπλανωμένη Ἄγαρ καί τόν υἱό της Ἰσμαήλ, γιά νά τούς παραμυθήσει˙ στόν Πατριάρχη Ἀβραάμ, ὅταν ἐπρόκειτο νά θυσιάσει τόν υἱό του Ἰσαάκ˙ ἔπειτα στόν Λώτ, ὅταν τόν λύτρωσε μαζί μέ τίς κόρες του ἀπό τό θεόσταλτο πῦρ καί ἀπό τήν καταστροφή τῶν Σοδόμων. Μετά ἀπό αὐτά φανερώθηκε στόν Πατριάρχη Ἰακώβ, ὅταν τόν λύτρωσε ἀπό τά φονικά χέρια τοῦ ἀδελφοῦ του Ἠσαύ. Αὐτός προπορευόταν μπροστά ἀπό τήν παρεμβολή τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ὅταν ἐλευθερώθηκαν ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν Αἰγυπτίων καί μέ τόν στύλο τοῦ πυρός καί τῆς νεφέλης τούς διευκόλυνε τήν δυσκολία τῆς ὁδοιπορίας. Αὐτός φανερώθηκε στόν μάντη Βαλαάμ, ὅταν ἐκεῖνος πορευόταν, γιά νά καταρασθεῖ τόν Ἰσραηλιτικό λαό, φοβερίζοντάς τον καί φανερά ἐμποδίζοντάς τον ἀπό μιά τέτοια πράξη. Αὐτός φανερώθηκε καί κατά τόν θάνατο τοῦ προφήτου Μωϋσέως, ὁπότε ἐπετίμησε τόν παμβέβηλο ἐχθρό. Αὐτός, καί ὅταν ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ ρώτησε ποιός εἶναι, ἀποκρίθηκε˙ «Ἐγώ ἀρχιστράτηγος Κυρίου νυνί παραγέγονα»[7]. Αὐτός φανερώθηκε στόν προφήτη Γεδεών, στόν Μανωέ καί τήν γυναίκα του, καταργώντας τήν στειρότητά της. Στούς χρόνους τοῦ προφητάνακτος Δαβίδ, ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ σκότωσε ἑβδομήντα χιλιάδες λαοῦ σέ διάστημα τριῶν ὡρῶν καί κατά τήν περιγραφή τοῦ προφητάνακτος ἦταν ψηλός ἀπό τήν γῆ ὡς τόν οὐρανό καί κρατοῦσε στό χέρι του γυμνό ξίφος. Αὐτός ἐμφανίσθηκε στόν προφήτη Ἠλία, πού κοιμόταν στήν ἔρημο, ὅπου εἶχε καταφύγει, γιά νά ἀποφύγει τήν ὀργή τῆς Ἱεζάβελ, παρουσιάσθηκε καί τοῦ εἶπε : «Ἀνάστηθι καί φάγε». Τοῦ εἶχε δέ ἤδη φέρει ζεστό ψωμί καί δοχεῖο μέ νερό. Ἀργότερα, ὁ ἴδιος Ἀρχάγγελος τοῦ μήνυσε νά συναντήσει τούς ἀνθρώπους τοῦ Βασιλέως καί νά τούς μεταφέρει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ἀλλοῦ βρίσκουμε πάλι τόν Ἀρχιστράτηγο Μιχαήλ νά κατακόπτει ἑκατό χιλιάδες Ἀσσυρίους, νά διαφυλάττει τούς τρεῖς Παῖδες ἀπό τήν «κάμινον τοῦ πυρός τήν φλεγομένην» καί τόν προφήτη Δανιήλ στόν λάκκο τῶν λεόντων. Τέλος, μετέφερε μέ θαυμαστό τρόπο τόν προφήτη Ἀββακούμ στήν Βαβυλώνα, γιά νά θρέψει τόν προφήτη Δανιήλ μέσα στόν λάκκο.
Οἱ ἐμφανίσεις του Ἀρχιστρατήγου Μιχαήλ συνεχίσθηκαν καί μετά τήν ἔνσαρκο οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, λοιπόν, αὐτός καί στή Νέα Χάρι ἐλευθέρωσε τούς Ἀποστόλους ἀπό τήν φυλακή, ὁδήγησε τόν Ἀπόστολο καί Διάκονο Φίλιππο στήν βάπτιση τοῦ εὐνούχου, ἐμφανίσθηκε στόν Κορνήλιο κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς του καί τοῦ εἶπε νά καλέσει τόν Ἀπόστολο Πέτρο, γιά νά τόν βαπτίσει. Ἐλευθέρωσε τόν Ἀπόστολο Πέτρο, πού ἐπρόκειτο νά σκοτώσει ὁ Ἡρώδης γιά χάρι τῶν Ἰουδαίων, ἀπό τήν φυλακή, ἐνῶ τόν ἴδιο τόν Ἡρώδη, πού ὑπερηφανεύθηκε, τιμώρησε μέ θάνατο. Ἐμφανίσθηκε στόν Ἀπόστολο Παῦλο, ὅταν κινδύνευε τό πλοῖο καί τοῦ εἶπε νά μήν φοβᾶται. Ἐπίσης, ὁ ἴδιος ὁ Ταξιάρχης ἐτάραττε τό νερό στήν κολυμβήθρα, πού βρισκόταν στήν Προβατική πύλη, καί θεραπεύονταν κατ’ἔτος οἱ ἀσθενεῖς. Αὐτόν, τέλος, εἶδε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στήν Ἀποκάλυψη καί σύμφωνα μ’αὐτήν πρόκειται νά φονεύσει τόν Ἀντίχιστο κατά τήν συντέλεια τοῦ κόσμου.
Στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία μέχρι τίς ἡμέρες μας δέν ἦταν λίγες οἱ φορές, πού ὁ Ἀρχιστράτηγος Μιχαήλ ἐπισκέφθηκε τόν κόσμο. Βοήθησε τόν Μεγάλο Κωνσταντῖνο νά κατατροπώσει τούς ἐχθρούς, γι’αὐτό καί κατά προτροπή του ὁ ἅγιος Βασιλεύς ἔκτισε ναό τοῦ Ταξιάρχη Μιχαήλ στό Σωσθένειο. Ἔσωσε μέ θαυμαστό τρόπο τήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν κίνδυνο τῶν Ἀβάρων, Περσῶν καί τῶν Ἀγαρηνῶν. Ἐπίσης, ἔσωσε τήν πόλη Ἀκολία παρά τήν Μαύρη θάλασσα ἀπό τούς Σαρακηνούς. Στίς Κολοσσές τῆς Φρυγίας διεφύλαξε ἀκέραιο τό ὁμώνυμο προσκύνημά του ἀπό τήν ὁρμή τῶν ποταμῶν, πού κατευθύνονταν ἀπειλητικοί ἐπάνω του, δημιουργώντας μιά τεράστια ὀπή, μέσα στήν ὁποία χωνεύθηκαν τά νερά τους. Στά Γέρμια, στήν Θάσο, στόν Πανορμίτη τῆς Σύμης καί στό Μανταμάδο τῆς Λέσβου ἀπειράριθμα εἶναι τά θαύματα τῆς παρουσίας τοῦ Ταξιάρχη Μιχαήλ μέχρι σήμερα. Στήν Ἱερά Μονή Δοχειαρίου Ἁγίου Ὄρους, τέλος, ἀένναα θαυματουργεῖ μαζί μέ τόν ἐπίσης Ἀρχιστράτηγο Γαβριήλ, στό ὄνομα τῶν ὁποίων τιμᾶται.
Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ δέν παύει καί στίς ἡμέρες μας τῆς ἀποστασίας καί ἄκρας ἀνομίας νά παρουσιάζεται σέ καθαρούς καί ἀξίους ἀνθρώπους, πού βιώνουν τό Εὐαγγέλιο καί ἀγωνίζονται γιά τήν τελειότητα καί τήν κατά Χάριν θέωση. Ἔτσι, ἔχουμε ἐμφανίσεις του στούς μακαριστούς Γέροντες Φιλόθεο Ζερβάκο, Ἰάκωβο Τσαλίκη, Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη, Δημήτριο τόν Γκαγκαστάθη καί Ἄνθιμο τόν Ἁγιαννανίτη. Καί ἄλλα πολλά ἱστοροῦνται γι’αὐτόν. Γι’αὐτό καί ἐμεῖς στήν σημερινή πάνσεπτη πανήγυρη τόν προβάλλουμε ὡς προστάτη καί φύλακα τῆς ζωῆς μας.
Μαζί μέ τόν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ ἑορτάζουμε σήμερα καί τόν ὡραιότατο καί χαριέστατο Ἀρχάγγελο Γαβριήλ. Γαβριήλ[8] θά πεῖ «Θεός καί ἄνθρωπος», κατά τόν Πρόκλο Κωνσταντινουπόλεως, Γι’αὐτό καί αὐτός ὑπηρέτησε ἐξαιρέτως στό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Θεανθρώπου Λόγου. Καί αὐτός πολλές εὐεργεσίες ἔκανε στό ἀνθρώπινο γένος καί στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη.
Στήν Παλαιά Διαθήκη, στήν προφητεία τοῦ Δανιήλ ἀναφέρεται αὐτολεξεί τό ὄνομά του, ὅταν ἐξήγησε στόν Δανιήλ τήν ὅραση, πού εἶδε περί τῶν βασιλέων Μήδων, Περσῶν καί Ἑλλήνων. «Γαβριήλ, γάρ φησι, συνέτισον ἐκείνον (τόν Δανιήλ δηλαδή) τήν ὅρασιν»[9]. Καί πάλι ὁ ἴδιος ὁ Γαβριήλ φανέρωσε στόν ἴδιο τόν Δανιήλ ὅτι μετά ἀπό 490 χρόνια θά ἔλθει ὁ Χριστός. «Καί ἰδού, φησίν, ἀνήρ Γαβριήλ, ὅν εἶδον ἐν τῇ ὀράσει ἐν τῇ ἀρχῇ, πετόμενος καί ἤψατό μου ὡσεί ὥραν θυσίας ἑσπερινῆς καί συνέτισέ μέ»[10]. Αὐτός εἶναι, ὁ ὁποῖος εὐηγγέλισε καί τήν γυναίκα τοῦ Μανωέ ὅτι θά γεννήσει τόν Σαμψών. Αὐτός εἶναι, ὁ ὁποῖος εὐηγγέλισε τόν Ἰωακείμ καί τήν Ἄννα ὅτι πρόκειται νά γεννήσουν τήν Κυρία καί Δέσποινα Θεοτόκο.
Στή Νέα Διαθήκη αὐτός εἶναι, ὁ ὁποῖος εὐηγγέλισε τόν Ζαχαρία, ὁ ὁποῖος στεκόταν στά δεξιά τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος, ὅτι θά γεννήσει τόν Μεγάλο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Αὐτός ἔτρεφε καί τήν ἀειπάρθενο Μαριάμ δώδεκα χρόνια μέσα στά Ἅγια τῶν Ἁγίων μέ οὐράνια τροφή. Αὐτός εἶναι, ὁ ὁποῖος εὐηγγέλισε καί τήν Θεοτόκο ὅτι πρόκειται νά γεννήσει ἐκ Πνεύματος Ἁγίου τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ. Αὐτός φάνηκε στό ὅραμα τοῦ Ἰωσήφ καί τοῦ εἶπε νά μήν φοβηθεῖ, ἀλλά νά παραλάβει τήν γυναίκα τοῦ Μαριάμ, ἐπειδή τό παιδί, πού θά γεννηθεῖ ἀπό αὐτήν, εἶναι ἐκ Πνεύματος Ἁγίου. Αὐτός φάνηκε καί στούς ποιμένες καί τούς εὐαγελίσθηκε ὅτι γεννήθηκε ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός. Αὐτός σέ ὅραμα εἶπε στόν Ἰωσήφ νά παραλάβει τό παιδίο καί τήν μητέρα του καί νά φύγει στήν Αἴγυπτο. Καί πάλι ὁ ἴδιος τοῦ εἶπε νά ἐπιστρέψει στήν γῆ Ἰσραήλ. Πολλοί ἀπό τούς ἱερούς διδασκάλους καί ἀσματογράφους θεωροῦν ὅτι ὁ θεῖος Γαβριήλ ἦταν ὁ λευχειμονών ἐκεῖνος Ἄγγελος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό, ἀπεκύλισε τόν λίθον ἀπό τήν θύρα τοῦ μνημείου τοῦ ζωοδότου Ἰησοῦ καί καθόταν πάνω του. Καί αὐτός ἦταν, πού εὐαγγελίσθηκε τίς Μυροφόρες περί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Καί γιά νά μιλήσουμε καθολικά, ὁ θειότατος Γαβριήλ ὑπηρέτησε στό Μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀπ’ἀρχῆς ἕως τέλους. Γι’αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ παρέλαβε νά τόν συνεορτάζει μαζί μέ τόν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ καί νά ἐπικαλεῖται τήν Χάριν καί τήν βοήθειά του.
Ἐκτός ἀπό τούς ἀνωτέρω δύο πασίγνωστους Ἀρχαγγέλους, ὑπάρχουν καί ἄλλοι Ἀρχάγγελοι, λιγότερο γνωστοί , τά ὀνόματα τῶν ὁποίων εἶναι : α) Ραφαήλ[11], β) Οὐριήλ[12], γ) Ραγουήλ, δ) Σαριήλ, καί ε) Ρεμιήλ[13]. Ἄγνωστα εἶναι στούς πολλούς καί τά ὀνόματα τῶν διαφόρων δαιμόνων, ὅπως α) Σεϊρίμ[14], β) Σεντίμ[15], γ) Λιλίθ[16], δ) Ἀσμοδαίος[17], ε) Ἀζαζέλ[18], στ’) Σατανάς[19], ζ) Σαμαήλ, η) Μαστεμά καί θ) Βελίαρ.
Ἐννέα εἶναι τά τάγματα τῶν ἁγίων Ἀγγέλων, κατά τόν Ἀρεοπαγίτην καί φιλάγγελον Διονύσιον[20]. Αὐτά διαμοιράζονται σέ τρεῖς Ἱεραρχίες˙ στήν πρώτη, τήν μέση καί τήν τελευταία. Ἡ μέν πρώτη Ἱεραρχία περιέχει τούς ἁγιωτάτους Θρόνους, τά Χερουβίμ καί τά Σεραφίμ˙ ἡ δέ μέση περιέχει τίς Κυριότητες, τίς Δυνάμεις καί τίς Ἐξουσίες˙ ἡ δέ τελευταία περιέχει τίς Ἀρχές, τούς Ἀρχαγγέλους καί τούς Ἀγγέλους. Οἱ Θρόνοι, λοιπόν, δηλώνουν, κατά τόν αὐτόν Διονύσιον, ὅτι εἶναι ἐξηρημένοι (ὑπεράνω) ἀπό κάθε ταπεινή ἐλάττωση καί ὅτι ἀναφέρονται ὑπερκοσμίως πρός τά ἄνω. Τά δέ Χερουβίμ φανερώνουν ὅτι ἔχουν τό γνωστικόν καί θεοπτικόν καί τῆς ὑπερτάτης φωτοδοσίας δεκτικόν καί θεωρητικόν, ἐπειδή τό ὄνομα «Χερουβίμ» στά ἑβραϊκά ἑρμηνεύεται «πλῆθος γνώσεως» ἤ «χύσις σοφίας». Ὁ δέ Χρυσόστομος λέγει˙ «Τί γάρ ἐστί Χερουβίμ; Πεπληθυσμένη γνῶσις»[21]. Τά Σεραφίμ δηλώνουν ὅτι ἔχουν τό ἀεικίνητον περί τά θεία καί ἀκατάληκτον καί τό θερμόν καί ὀξύ καί ὑπερζέον, γι’αὐτό καί ὀνομάζονται Σεραφίμ, τό ὁποῖο στά ἑβραϊκά σημαίνει «Θερμαίνοντας» ἤ «Πρηστηρίους». Ὁ δέ Χρυσόστομος λέγει˙ «Τί δέ Σεραφίμ; Ἔμπυρα στόματα»[22]. Οἱ Κυριότητες δηλώνουν ὅτι ἔχουν κάποια ἐλεύθερη καί ἀδούλωτη ἀναγωγή, ἐφιεμένη τῆς ὄντως Κυριότητος καί Κυριαρχίας. Οἱ δέ Δυνάμεις σημαίνουν ὅτι ἔχουν κάποια ἀρρενωπό καί ἀκατάσειστη ἀνδρεία σέ ὅλες τίς θεοειδεῖς ἐνέργειες, πού πράττουν. Οἱ Ἐξουσίες φανερώνουν ὅτι ἔχουν τήν εὔκοσμη καί ἀσύμφυρτη εὐταξία περί τίς θείες ὑποδοχές καί τό τεταγμένο τῆς ὑπερκοσμίου καί νοερᾶς ἐξουσιότητας. Οἱ Ἀρχές δηλώνουν τό θεοειδῶς ἀρχικό καί ἡγεμονικό μετά τάξεως ἱερᾶς. Οἱ δέ Ἀρχάγγελοι φανερώνουν ὅτι καί πρός τήν ὑπερούσια ἀρχή ἀρχικῶς ἐπιστρέφουν καί τούς Ἀγγέλους ἑνοποιοῦν, σύμφωνα μέ τίς εὔκοσμες καί ἀόρατες ἡγεμονίες τους, στίς ὁποῖες τάχθηκαν. Ἄγγελοι δέ ὀνομάζονται, γιατί ἀγγέλουν σ’ἐμᾶς προσεχέστερα τά θελήματα τοῦ Θεοῦ[23].
Ὁ Μέγας Βασίλειος στά ἔργα του[24] ἔχει τρεῖς ἀπαριθμήσεις : α) Ἀρχαί, Ἐξουσίαι, Δυνάμεις, Θρόνοι, Κυριότητες. β) Θρόνοι, Κυριότητες, Ἀρχαί, Ἐξουσίαι, Δυνάμεις, Ἀγγέλων στρατιαί, Ἀρχαγγέλων ἐπιστασίαι, καί γ) Ἀγγέλων χοροστασίαι, Ἀρχαγγέλων ἐπιστασίαι, Δόξαι Κυριοτήτων, Προεδρίαι Θρόνων, Δυνάμεις, Ἀρχαί, Ἐξουσίαι.
Σχετικά μέ τό πλῆθος τῶν ἀγγέλων λέγει ὁ Χρυσορρήμων : «Ὅτι γάρ ἅπας ὁ ἀήρ ἀγγέλων ἐμπέπλησται, ἄκουσον τί φησιν ὁ Παῦλος˙ ΄΄οφείλουσιν αἱ γυναῖκες ἐξουσίαν ἔχειν ἐπί τῆς κεφαλῆς διά τούς ἀγγέλους΄΄»[25]. Δηλαδή, ὅτι ὁ ἀέρας εἶναι γεμάτος ἀπό ἀγγέλους, ἄκουσε τί λέγει ὁ Παῦλος˙ ΄΄ὀφείλουν οἱ γυναῖκες ἀπό συστολή καί ντροπή πρός τούς ἀγγέλους, πού ἀοράτως εἶναι παρόντες, νά ἔχουν στό κεφάλι τους κάλυμμα, τό ὁποῖο εἶναι σύμβολο τῆς ἐξουσίας, πού ἔχει πάνω σ’αὐτήν ὁ ἄνδρας΄΄.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στόν Λόγο του εἰς τό Βάπτισμα λέγει ὅτι ὁ Χριστός, ὡς Μονογενής Υἱός τοῦ προανάρχου Πατρός καί Θεός, εἶναι τό πρῶτο καί κατά φύσιν Φῶς, γιατί λάμπει ὡς ἥλιος, καθότι Αὐτός εἶναι τό Φῶς τό ἀληθινόν, τό ὁποῖο φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον καί καθότι Αὐτός εἶναι ὁ αὐτουργός καί δημιουργός κάθε κτιστοῦ φωτός, τόσο τοῦ φωτός, πού ὑπάρχει στούς Ἀγγέλους, ὅσο καί τοῦ φωτός, πού ὑπάρχει στούς ἀνθρώπους. Ὁ Ἄγγελος εἶναι τό δεύτερο κατά Χάριν φῶς, κατά τόν Θεολόγο Γρηγόριο : «Δεύτερον γάρ φῶς Ἄγγελος, τοῦ πρώτου φωτός ἀπορροή τίς ἤ μετουσία, τῇ πρός αὐτό νεύσει καί ὑπουργίᾳ τόν φωτισμόν ἔχουσα, οὐκ οἶδα, εἴτε τῇ τάξει τῆς στάσεως μεριζομένη τόν φωτισμόν, εἴτε τοῖς μέτροις τοῦ φωτισμοῦ τήν τάξιν λαμβάνουσα». Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό τρίτο κατά Χάριν φῶς, κατά τόν Θεολόγο Γρηγόριο. «Τρίτον φῶς ἄνθρωπος, ὁ καί τοῖς ἔξω δῆλον ἐστί (ἤτοι τοῖς Ἕλλησι – εἰδωλολάτραις)˙ φῶς γάρ τόν ἄνθρωπον ὀνομάζουσι διά τήν τοῦ ἐν ἡμῖν λόγου δύναμιν˙ καί ἡμῶν αὐτῶν πάλιν οἱ θεοειδέστεροι καί μᾶλλον Θεῷ πλησιάζοντες». Ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός εἶναι ὁ Δημιουργός τοῦ φωτός, πού ὑπάρχει τόσο στούς Ἀγγέλους καί στούς ἀνθρώπους, ὅσο καί στόν ἥλιο, τήν σελήνη καί τά ἄστρα. Γι’ αὐτό τό φῶς καί ἡ δόξα δέν ἀναβλύζουν μόνο ἀπό τό ἡλιοστάλακτο πρόσωπό Του, ἀλλά εἶναι ντυμένος ὅλος διόλου μέ τό φῶς σάν μέ φόρεμα, καθώς περί αὐτοῦ εἶπε ὁ προφητάναξ Δαβίδ : «Ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον»[26].
Οἱ Ἄγγελοι πρίν τήν ἔνσαρκο οἰκονομία τοῦ Θεοῦ Λόγου ἦταν δυσκίνητοι στό κακό. Μετά, ὅμως, ἀπό αὐτήν ἔλαβαν καί τό νά εἶναι ἀκίνητοι σ’ αὐτό. Καί καθώς οἱ ἄνθρωποι μέ τήν παρουσία τοῦ Κυρίου ἀνεκλήθησαν ἀπό τό πτῶμα τῆς ἁμαρτίας, ἔτσι καί ἡ οὐσία τῶν Ἀγγέλων εὐεργετήθηκε ἀπό τό νά μήν παρατρέπεται πλέον στό κακό. Γι’ αὐτό ὁ Θεολόγος Γρηγόριος στόν Λόγο του εἰς τό Πάσχα λέγει : «Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμω, ὅσος τε ὁρατός καί ὅσος ἀόρατος» , ἐννοώντας ὡς ἀόρατο κόσμο τούς Ἀσωμάτους Ἀγγέλους καί ὡς σωτηρία τήν ἀτρεψία τους, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ Νικήτας. Καί ὁ ὅσιος Ἰωσήφ ὁ Βρυέννιος λέγει στόν Λόγο του στήν Λαμπρά Κυριακή : «Ἄγγελοι τήν ἀτρεψίαν ἀμφιεννύσθωσαν».
Λέγει καί ὁ Δαμασκηνός ὅσιος Ἰωάννης : «Οἱ Ἄγγελοι δυσκίνητοι πρός τό κακόν, ἀλλ’οὐκ ἀκίνητοι˙ νῦν δέ (μετά τήν ἐνανθρώπησιν δηλαδή) καί ἀκίνητοι οὐ φύσει, ἀλλά χάριτι καί τῇ τοῦ μόνου ἀγαθοῦ προσεδρείᾳ». Καί ὁ Θεσσαλονίκης ἅγιος Γρηγόριος εἶπε : «Ἐντεῦθεν Ἄγγελοι νῦν τό ἀπερίτρεπτον ἔλαβον, ἔργῳ παρά τοῦ Δεσπότου μαθόντες τῆς πρός αὐτόν ὁμοιώσεως, οὐ τήν ἔπαρσιν οὖσαν, ἀλλά τήν ταπείνωσιν». Λέγει καί ὁ θεοφόρος ὅσιος Μάξιμος : «Τρία εἰσί τάγματα, ἄγγελοι, ἄνθρωποι, δαίμονες. Τό μή πίπτειν οὐ κατ’οὐσίαν οἱ Ἄγγελοι κέκτηνται, ἀλλά κατά προαίρεσιν˙ οὐ γάρ ἀκίνητοι φύσει πρός τό κακόν εἰσίν ἐπεί οὔτε ὁ σατανάς ἔπεσεν ἄν, ὡς ἐκ φύσεως μή δυνάμενος τοῦτο ποιεῖν˙ ἀλλά δυσκίνητοι πρός τό ἐναντίον πεφύκασιν, ὡς καί ὁ θεολόγος λέγει Γρηγόριος».
Λέγει καί ὁ θεολόγος ἅγιος Γρηγόριος : «Πρῶτον μέν ἐννοεῖ ὁ Θεός τάς ἀγγελικάς δυνάμεις καί οὐρανίους. Καί τό ἐννόημα ἔργον ἥν, Λόγῳ συμπληρούμενον καί Πνεύματι τελειούμενον. Καί οὕτως ὑπέστησαν λαμπρότητες δεύτεραι, λειτουργοί τῆς πρώτης λαμπρότητος… Βούλομαι μέν εἰπεῖν ὅτι ἀκινήτους (ὑποληπτέον ταύτας) πρός τό κακόν καί μόνην ἐχούσας τήν τοῦ καλοῦ κίνησιν˙ ἄτε περί Θεόν οὔσας καί τά πρῶτα ἐκ Θεοῦ λαμπομένας (τά γάρ ἐνταῦθα δευτέρας ἐλλάμψεως). Πείθει δέ μέ μή ἀκινήτως, ἀλλά δυσκινήτους καί ὑπολαμβάνειν ταύτας καί λέγειν ὁ διά τήν λαμπρότητα ἑωσφόρος σκότος διά τήν ἔπαρσιν καί γενόμενος καί λεγόμενος. Αἱ τε ὑπ’αὐτόν ἀποστατικαί δυνάμεις δημιουργοί τῆς κακίας τῇ τοῦ καλοῦ φυγῇ καί ἡμῖν πρόξενοι»[27].
Μία ἀπό τίς ἐπιστολές του Ἀποστόλου Παύλου εἶναι καί ἡ πρός Κολασσαεῖς. Σκοπός τῆς συγγραφῆς τῆς πρός Κολασσαεῖς ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἦταν ἡ ὕπαρξη μερικῶν Χριστιανῶν τῶν Κολασσῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν πονηρό δόγμα καί αἵρεση, ἐπειδή νόμιζαν ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέν προσφερθήκαμε στόν Θεό καί Πατέρα διά τῆς μεσιτείας τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ, ἀλλά διά τῆς μεσιτείας τῶν Ἀγγέλων, νομίζοντας τάχα πώς εἶναι ἄτοπο καί εὐτελές νά πιστεύουν ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ φανερώθηκε στούς ἐσχάτους καιρούς γιά μιά τέτοια μεσιτεία, τόν καιρό πού οἱ Ἄγγελοι ἦταν ἀρκετοί νά μᾶς προσφέρουν στόν Θεό, καθώς στήν Παλαιά Διαθήκη ὅλα διά τῶν Ἀγγέλων οἰκονομοῦνταν. Αὐτοί, πού εἶχαν αὐτή τήν αἵρεση, λέγονταν Ἀγγελικοί. Γι’ αὐτή, λοιπόν, τήν αἰτία γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος αὐτή τήν ἐπιστολή καί τούς λέγει ὅτι ὁ Χριστός, στόν Ὁποῖο πίστευσαν, εἶναι εἰκόνα καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, μέσῳ τοῦ Ὁποίου τά πάντα δημιουργήθηκαν, καί ὅτι ἔπρεπε Αὐτός, πού εἶναι ὁ Δημιουργός, νά γίνει καί πρωτότοκος τῆς κτίσεως καί πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν, κατά τήν ἀνθρωπότητα, γιά νά ἑνώσει καί νά ζωοποιήσει τά πάντα. Σέ ὅλη σχεδόν τήν ἐπιστολή τούς διδάσκει νά μήν πλανῶνται, νομίζοντας ὅτι σώθηκαν διά τῶν Ἀγγέλων καί ὄχι διά τοῦ Χριστοῦ.
Κατά τόν ἅγιο Ἐπιφάνιο Κύπρου, στό βιβλίο του «Πανάριον», αὐτοί ὀνόμασαν τούς ἑαυτούς τους Ἀγγελικούς, ἤ γιατί ὑπερηφανεύονταν πώς εἶχαν τάξη Ἀγγέλων κατά τήν πολιτεία, ἤ γιατί φλυαροῦσαν ὅτι ὁ κόσμος κτίσθηκε ἀπό τούς Ἀγγέλους. Σύμφωνα μέ τόν θεῖο Θεοδώρητο, λέγονταν Ἀγγελικοί, γιατί ἔλεγαν ὅτι ὁ νόμος δόθηκε διά τῶν Ἀγγέλων. Γι’ αὐτό καί τούς σέβονταν καί τούς λάτρευαν. Γι’ αὐτό καί ἡ ἐν Λαοδικείᾳ Τοπική Σύνοδος (364 μ.Χ.), πού βρίσκεται κοντά στίς Χῶνες καί τίς Κολασσαίς, ἐξέδωσε ἐναντίον αὐτῆς τῆς αἱρέσεως τόν 35ο Ἱερό Κανόνα της, ὁ ὁποῖος λέγει : «Ὅτι οὐ δεῖ χριστιανούς ἐγκαταλείπειν τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καί ἀπιέναι καί Ἀγγέλους ὀνομάζειν καί συνάξεις ποιεῖν, ἅπερ ἀπηγόρευται. Εἰ τίς οὔν εὑρεθῇ ταύτῃ τῇ κεκρυμμένῃ εἰδωλολατρείᾳ σχολάζων, ἔστω ἀνάθεμα, ὅτι ἐγκατέλιπε τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, καί εἰδωλολατρεία προσῆλθεν»[28]. Δηλαδή, ὁ παρών Κανών ἀναθεματίζει τούς Χριστιανούς ἐκείνους, πού ἀφήνουν μέν τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καί τό νά ἐπικαλοῦνται τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ καί Θεό, συνάγονται δέ σέ ναούς τῶν Ἀγγέλων (τόν καιρό ἐκεῖνο ὑπῆρχε ναός τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ στά μέρη ἐκεῖνα τῆς Λαοδικείας γι’ αὐτήν τήν αἰτία) καί τούς ἐπικαλοῦνται σάν Θεούς καί ἀκολούθως μέ τόν κεκρυμμένο αὐτόν τρόπο γίνονται εἰδωλολάτρες καί κοσμολάτρες. Αὐτά τά λέγει ὁ παρών Κανών, ὄχι γιά νά μᾶς ἐμποδίσει ἀπό τό νά ἐπικαλούμαστε σάν μεσίτες τούς Ἀγγέλους πρός βοήθειά μας, ἀλλά γιά νά ἐμποδίσει τήν ὑπερβολή τῆς ἐπικλήσεως. Ἡ αἰτία, γιά τήν ὁποία ἡ Σύνοδος αὐτή ἐξέδωσε αὐτόν τόν Κανόνα, εἶναι γιατί, ὅπως λέγει ὁ Θεοδώρητος, ἡ αἵρεση αὐτή ἔμεινε πολλούς χρόνους στήν Φρυγία καί τήν Πισσιδεία, τῶν ὁποίων μητρόπολη ἦταν ἡ Λαοδικεία. Ἡ Λαοδικεία ἦταν κοντά στίς Κολασσαῖς, πού ὑπόκεινταν στήν Λαοδικεία, γι’ αὐτό καί ἡ Σύνοδος ἐμπόδισε νά ἐπικαλοῦνται τούς Ἀγγέλους ὡς Θεούς μέ λατρευτική πίστη.
Στό Ὀρθόδοξο ἑορτολόγιο, ἐκτός ἀπό τήν Σύναξη τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν καί Ἀρχιστρατήγων Μιχαήλ καί Γαβριήλ καί πασῶν τῶν Τιμίων, Ἐπουρανίων Θείων Δυνάμεων Ἀΰλων Ἀσωμάτων, πού ἑορτάζεται στίς 8 Νοεμβρίου, ὑπάρχουν κι ἄλλες ἑορτές τῶν Ἀρχαγγέλων. Στίς 6 Σεπτεμβρίου ἑορτάζεται τό ἐν Χώναις θαῦμα τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, στίς 8 καί 18 Ἰουνίου ἑορτάζεται ἡ σύναξις τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, στίς 26 Μαρτίου ἑορτάζεται ἡ σύναξις τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ὡς καθυπουργήσαντος τῷ θείῳ μυστηρίῳ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, στίς 11 Ἰουνίου ἑορτάζεται ἡ σύναξις τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἐν τῷ Ἄδειν καί στίς 13 Ἰουλίου ἑορτάζεται ἡ σύναξις τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ. Παρέλκει νά ποῦμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει ὁρίσει παλαιόθεν κάθε Δευτέρα νά τιμῶνται οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι.
Ὁλοκληρώνοντας τήν ἀναφορά μας στήν ἀγγελολογία, σημειώνουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἄν καί στόν παρόντα πτωτικό κόσμο εἶναι λίγο κατώτερος ἀπό τούς Ἀγγέλους – «ἠλλάτωσας αὐτόν βραχύ τί παρ’ ἀγγέλους»[29], δηλαδή τόν ἔκανες λίγο τί κατώτερο ἀπό τούς Ἄγγελους – ἐντούτοις ἡ προοπτική του εἶναι νά ξεπεράσει τούς Ἀγγέλους καί νά γίνει ἀνώτερός τους. Σκοπός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ κατά Χάριν θέωσή του, νά γίνει ἕνας μικρός Θεός μέ τήν βοήθεια τοῦ κατά φύσιν Θεοῦ, νά γίνει ἅγιος. Αὐτό, ἄλλωστε, ἔκανε ὁ Χριστός μέ τήν Ἁγία Ἀνάληψή Του, κατά τήν ὁποία θέωσε τήν ἀνθρώπινη φύση. Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἑνωμένη πλέον ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως μέ τήν θεία φύση στό ἕνα πρόσωπο, στήν μία ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀνεβαίνει πάνω ἀπό κάθε Ἀγγελικό Τάγμα καί τοποθετεῖται ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία βρίθει ἀπό θεωμένους ἀνθρώπους, τούς Ἁγίους μας, οἱ ὁποῖοι ἀποκαλοῦνται «ἐπίγειοι ἄγγελοι, οὐράνιοι ἄνθρωποι» καί καυχᾶται γιά τήν Παναγία μας, ἡ ὁποία μακαρίζεται ὡς «τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Ἄλλωστε καί ὁ Ὀρθόδοξος μοναχισμός πολύ εὔστοχα ἀποκαλεῖται ὡς ἀγγελική πολιτεία, ὡς ἰσάγγελος καί ὑπεράγγελος βίος, γιατί ἀποτελεῖ μία πρόληψη τῶν ἐσχάτων, ἀφοῦ προσπαθεῖ ἀπό τώρα, ἀπό τήν παροῦσα ζωή, νά ἐπιτελέσει τό ἔργο τῶν Ἀγγέλων καί νά ἐξομοιωθεῖ μέ αὐτούς, μέσῳ τῆς ἀκατάπαυστης δοξολογίας τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς νοερᾶς καί ἀδιαλείπτου προσευχῆς, τῆς παρθενίας, τῆς ὑπακοῆς, τῆς ἀκτημοσύνης καί τῆς ἐκκοπῆς τοῦ ἰδίου θελήματος. Τέλος, ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα ἔχουμε καθαρισθεῖ καί ὁδηγηθεῖ στήν θεογνωσία καί ἀναβιβασθήκαμε στήν κατάσταση τῶν Ἀγγέλων.
Ἀρχίζοντας τόν λόγο μας γιά την δαιμονολογία, θά πρέπει νά ξεκαθαρίσουμε ὅτι ὁ διάβολος ὑπάρχει, εἶναι προσωπική ὕπαρξη ὡς πεπτωκός ἄγγελος. Αὐτό τό τονίζουμε, διότι ὁ διάβολος ἔχει καταφέρει νά μᾶς πλανέψει, βάζοντας στό νοῦ μας τήν σκέψη ὅτι δέν ὑπάρχει. Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουμε σέ προσωπικό, ὄχι ἀπρόσωπο Θεό. Δέν πιστεύουμε σέ μιά ἀόριστη ἀνώτερη δύναμη, γιατί ἀνώτερη δύναμη εἶναι καί ὁ Σατανάς, ὁ διάβολος καί τά δαιμόνια, τά ὁποία πιστεύουν μέν στόν Τριαδικό Θεό, τόν Ὁποῖο ἀναγνωρίζουν ὡς δημιουργό τους, ἀλλά φρίττουν. Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουμε σέ συγκεκριμένη ἀνώτερη δύναμη, πού εἶναι ὁ προσωπικός Ἅγιος Τριαδικός Θεός, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλά δέν φρίττουμε. Τόν λατρεύουμε, τόν προσκυνοῦμε, τόν δοξολογοῦμε, τόν παρακαλοῦμε, τόν εὐχαριστοῦμε, τόν κοινωνοῦμε μέ Ἄχραντα Μυστήρια.
Ἡ λέξη «διάβολος» προέρχεται ἀπό τήν πρόθεση «διά» καί το ρῆμα «βάλλω» καί σημαίνει κατηγορῶ, συκοφαντῶ, ψεύδομαι. Ὁ διάβολος εἶναι ὁ πρῶτος εἰσηγητής τῆς ἁμαρτίας, ὁ πρωταίτιος τῆς ἁμαρτίας, εἶναι ὁ ἴδιος αὐτοαμαρτία, ὁ ὁποῖος «ἀρπαγμόν ἠγήσατο τό εἶναι ἴσα Θεῷ»[30]. Ὁ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος λέγει ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ὁ εἰσηγητής τῆς ἄνεσης. Ὁ διάβολος εἶναι μεγάλος «θεολόγος». Γνωρίζει τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, τά Πατερικά συγγράμματα, τούς Ἱερούς Κανόνες καί τίς ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων. Κάνει νηστεῖες, ἀγρυπνίες. Ἔχει, ὅμως, ὑπερηφάνεια, πονηρία καί ἀμετανοησία. Δέν ἔχει πνευματική διάκριση, δηλαδή ἐπίγνωση τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλάνθαστη αἴσθηση τοῦ ὄντως ἀγαθοῦ Θεοῦ καί φωτισμό τῶν σκοτεινῶν σημείων του. Ὁ διάβολος δέν θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά γνωρίσουν τήν ἀλήθεια ἐν Χριστῷ καί ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ. Εἶναι ὁ χειρότερος ἐχθρός καί πολέμιος τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.
Γιά τόν Ἑωσφόρο κάνει λόγο καί ὁ προφήτης Δαυίδ στό ψαλτήρι˙ «Ὑμεῖς δέ ὡς ἄνθρωποι ἀποθνήσκετε καί ὡς εἷς τῶν ἀρχόντων πίπτετε»[31]. Γιατί κι αὐτός ἄρχων ἦταν τοῦ ἀγγελικοῦ τάγματος, ἀλλά ἐπειδή ὑπερηφανεύθηκε, γι’αὐτό καί ἐξέπεσε. Ὁ δέ προφήτης Ἠσαΐας λέγει γι’αὐτόν τό ἑξῆς˙ «Πῶς ἐξέπεσεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ὁ Ἑωσφόρος ὁ πρωΐ ἀνατέλλων; Συνετρίβη εἰς τήν γῆν ὁ ἀποστέλλων πρός πάντα τά ἔθνη; Σύ εἶπας ἐν τῇ διανοίᾳ σου˙ Εἰς τόν οὐρανόν ἀναβήσομαι, ἐπάνω τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ θήσω τόν θρόνον μου καί ἔσομαι ὅμοιος τῷ Ὑψίστῳ˙ νῦν δέ εἰς τόν Ἅδην κάθεται καί εἰς τά θεμέλια τῆς γῆς»[32]. Καί ὁ Κύριος στό κατά Λουκᾶν ἅγιον Εὐαγγέλιον λέγει˙ «Ἐθεώρουν τόν Σατανάν ὡς ἀστραπήν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα»[33].
Μερικοί διδάσκαλοι προσαρμόζουν στήν πτώση αὐτή τοῦ ἑωσφόρου καί τῶν δαιμόνων καί στήν ἀνδραγαθία τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ τά ρητά ἐκεῖνα τῆς Ἀποκαλύψεως, τά ὁποία λέγουν˙ «Καί ἐγένετο πόλεμος ἐν τῷ οὐρανῷ, ὁ Μιχαήλ καί οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ ἐπολέμησαν μετά τοῦ δράκοντος καί ὁ δράκων ἐπολέμησε καί οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ καί οὐκ ἴσχυσαν, οὔτε τόπος εὑρέθη αὐτῶν ἔτι ἐν τῷ οὐρανῷ. Καί ἐβλήθη ὁ δράκων ὁ μέγας, ὁ ὄφις ὁ ἀρχαῖος ὁ καλούμενος διάβολος καί ὁ σατανάς, ὁ πλανῶν τήν οἰκουμένην ὅλην, ἐβλήθη εἰς τήν γῆν καί οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ μετ’αὐτοῦ ἐβλήθησαν»[34]. Δηλαδή, καί ἔγινε πόλεμος στόν οὐρανό, ὅπου ὁ δράκος μέ τήν εἰδωλολατρεία προσπάθησε νά στήσει τόν θρόνο του, ἐξαλείφοντας ἀπό τίς διάνοιες τῶν ἀνθρώπων τήν πίστη καί τήν λατρεία τοῦ ἑνός καί μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καί ὁ Μιχαήλ καί οἱ ἄγγελοι, πού ἐκτελοῦσαν τίς διαταγές Του, ἦλθαν νά πολεμήσουν μέ τόν δράκοντα. Καί ὁ δράκος πολέμησε καί οἱ ἄγγελοί του μαζί του. Καί δέν ὑπερίσχυσαν, ἀλλά ἡ ἥττα του ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε δέν βρέθηκε πλέον θέση γι’αὐτόν στόν οὐρανό. Καί ρίφθηκε ὁ δράκος ὁ μεγάλος, ὁ παλαιός ὄφις, πού παρέσυρε τούς πρωτοπλάστους στήν παράβαση, ὁ καλούμενος διάβολος καί ὁ σατανάς, ὁ ὁποῖος πλανᾶ ὅλη τήν οἰκουμένη, ρίφθηκε στήν γῆ καί οἱ σκοτεινοί ἄγγελοί του ρίφθηκαν καί αὐτοί μαζί μ’αὐτόν.
Λέγει καί ὁ κορυφαῖος Ἀπόστολος Πέτρος˙ «Εἰ γάρ ὁ Θεός Ἀγγέλων ἁμαρτησάντων οὐκ ἐφείσατο, ἀλλά σειραῖς ζόφου ταρταρώσας, παρέδωκεν εἰς κρίσιν τετηρημένους»[35], δηλαδή, διότι, ἐάν ὁ Θεός ἀκόμη καί τούς ἀγγέλους, ὅταν ἁμάρτησαν, δέν λογάριασε, ἀλλά ἁλυσοδεμένους στό σκότος, τούς έρριξε στόν τάρταρο καί τούς παρέδωσε νά φυλάττονται, γιά νά δικασθοῦν κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως.
Ἀλλά καί ὁ Ἀπόστολος Ἰούδας λέγει˙ «Ἀγγέλους τε τούς μή τηρήσαντας τήν ἑαυτῶν ἀρχήν, ἀλλ’ἀπολιπόντας τό ἴδιον οἰκητήριον, εἰς κρίσιν μεγάλης ἡμέρας δεσμοῖς ἀϊδίοις ὑπό ζόφον τετήρηκεν»[36], δηλαδή, καί τούς ἀγγέλους, πού δέν φύλαξαν τό ὑψηλό τους ἀξίωμα, ἀλλά ἐγκατέλειψαν τήν οὐράνια κατοικία καί ζωή τους, τούς ἔχει φυλάξει, γιά νά δικασθοῦν κατά τήν μεγάλη ἡμέρα τῆς παγκοσμίου Κρίσεως, δεμένους κάτω ἀπό πνευματικό σκοτάδι καί παντελή ἄγνοια τῆς θείας Χάριτος καί ἀληθείας μέ δεσμά αἰώνια, πού δέν θά συντριβοῦν ποτέ.
Ὁ Θεοδώρητος λέγει πώς ὁ ἑωσφόρος καί οἱ ἄγγελοί του ἐξέπεσαν ἀπό ὅλες τίς τάξεις τῶν ἀγγέλων, συμπεραίνοντας αὐτό ἀπό τό λόγιο του Ἀποστόλου Παύλου, τό ὁποῖο λέγει : «Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα, ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας»[37]. Δηλαδή, διότι πραγματικά δέν ἔχουμε νά παλαίψουμε μέ ἀντιπάλους ὁμοίους μας, μέ αἷμα καί σάρκα, σάν τήν δική μας, ἀλλά ἡ πάλη καί ὁ πόλεμός μας εἶναι πρός τίς ἀρχές, πρός τίς ἐξουσίες. Νά, τί λέγει κατά λέξη : «Ἐκ τῶν ἁγίων ἦσαν ταγμάτων οἱ πονηροί δαίμονες, ἀλλά καί διά πονηρίαν τῆς τάξεως ἐκείνης ἐξέπεσαν. Ἔχουσι δέ καί νῦν τάς προσηγορίας εἰς ἔλεγχον τῆς βδελυρίας». Συμφωνεῖ σ’αὐτό καί ὁ θεῖος Ἱερώνυμος, ὅτι δηλαδή οἱ ἐκπεσόντες ἄγγελοι ἐξέπεσαν, ὄχι ἀπό ἕνα τάγμα, ἀλλά ἀπό πολλά. Βεβαιώνει αὐτόν τόν λόγο του ἀπό τό παραπάνω ρητό τοῦ μεγάλου Παύλου.
Ὅμως, ὁ θεοφόρος ὅσιος Μάξιμος καί ὁ Δαμασκηνός ὅσιος Ἰωάννης ὑποστηρίζουν ὅτι μόνο ἀπό τήν ἐνάτη τάξη τῶν ἀγγέλων ἔπεσαν ὅσοι ἄγγελοι ἔπεσαν. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀποκαλεῖ τόν ἑωσφόρο πρῶτο τῶν ἀγγέλων καί λέγει ὅτι αὐτός ἐκτραχηλίσθηκε ἀπό τόν ἀγγελικό κολοφώνα. Μέ τόν ἱερό Χρυσόστομο συμφωνεῖ τόσο ὁ ἱερός Αὐγουστίνος, ὅσο καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος. Ὁ Ἱερώνυμος ἐκλαμβάνει τόν ἑωσφόρο ὡς ἀνώτατο πάντων τῶν ἀγγέλων. Ὁ Τερτυλλιανός τόν θεωρεῖ ὡς ἐξέχοντα καί σοφώτατο πάντων καί ὅτι ὁ ἑωσφόρος ἐξέπεσε ἀπό τό τάγμα τῶν Σεραφίμ, παρ’ὅλο πού ὁ θεῖος Μάξιμος καί ὁ Δαμασκηνός Ἰωάννης τόν θεωροῦν ὡς πρῶτο της ἐνάτης τάξεως τῶν ἀγγέλων.
Τότε στήν πτώση του ἑωσφόρου ἔγινε πόλεμος στόν οὐρανό, κατά τήν ἱερά Ἀποκάλυψη. Γι’αὐτό κάθε τάξη καί ἁρμονία τῶν ὑπερκοσμίων οὐσιῶν συνεχύθη καί ἀνεστράφη, καθότι ἔπεσαν καί ἀπό τά ἀνώτερα τοῦ Ἀρχαγγελικοῦ τάγματος, ἀπό τό ὁποῖο ἦταν καί ὁ Μιχαήλ. Ἐπειδή, λοιπόν, τα ἀνώτερα Ἀρχαγγελικά τάγματα ἀντέστρεψαν τήν τάξη καί, ἀντί νά μυήσουν καί νά φωτίσουν τά κατώτερα τάγματα στό ἀγαθό, τά μύησαν στό κακό καί τά σκότισαν, γι’αὐτό ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ἀφοῦ στάθηκε στήν οἰκεία τάξη τοῦ ἀγαθοῦ, μύησε τίς ἀνωτέρω ἀρχές καί ἐξουσίες νά μείνουν στήν τάξη τοῦ ἀγαθοῦ, στήν ὁποία κτίσθηκαν. Λοιπόν, τί ἄτακτο ἤ ἄτοπο ἀκολουθεῖ, ἄν ὁ κατώτερος Μιχαήλ, πού ἔμεινε στό ἀγαθό, βλέποντας τίς ἀνωτέρω ἀρχές καί ἐξουσίες νά ἐκπίπτουν ἀπό τό ἀγαθό, τίς μύησε καί τίς δίδαξε νά μένουν στό ἀγαθό; Βεβαίως κανένα.
Καί στήν δική μας ἱεραρχία, ὅταν ὁ ἱερεύς καί ὁ ἱεράρχης ἀτακτοῦν καί κακῶς φρονοῦν, καί διάκονος καί μοναχός, πού εὐτακτοῦν καί φρονοῦν ὀρθῶς, μποροῦν νά τούς νουθετήσουν καί νά τούς εὐτακτήσουν, καθώς πάμπολλα παραδείγματα ὑπάρχουν[38].
Ἡ δύναμη τοῦ διαβόλου ἔχει καταργηθεῖ μέ τόν Σταυρικό θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως λέγει ἕνας ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας το σῶμα τοῦ διαβόλου ἔχει νεκρωθεῖ ὁλοκληρωτικά καί τελεσίδικα. Μένει, ὅμως, μόνο ἡ οὐρά του ἐνεργή. Ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά ὑπάρχει ἡ οὐρά τοῦ διαβόλου γιά περισσότερο ἀγώνα καί δοκιμή τῶν ἀνθρώπων καί γιά μεγαλύτερο οὐράνιο μισθό καί στεφάνια. Ἐπίσης, ἡ ὕπαρξη τοῦ διαβόλου ὠφελεῖ τούς ἀνθρώπους, διότι, γνωρίζοντας ὅτι οἱ ἐχθροί μας εἶναι ἀκόμη ζωντανοί καί μᾶς πολεμοῦν, δέν κοιμόμαστε καί ἀμελοῦμε, ἀλλά παραμένουμε ξύπνιοι καί προσεκτικοί.
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος κάνει λόγο γιά τήν κοροϊδία, τό ξεγέλασμα τοῦ διαβόλου. Τρία πράγματα, λγει, διέφυγαν τῆς προσοχῆς τοῦ διαβόλου : α) ἡ παρθενία τῆς Μαρίας, β) ἡ σύλληψη τοῦ Κυρίου καί γ) ἡ Σταύρωση.
Ὁ διάβολος προσβάλλει τούς ἀνθρώπους μέ τούς λογισμούς, τούς ὁποίους ὁ ἄνθρωπος θά πρέπει νά ἔχει τήν πνευματική διάκριση νά μήν ἀνοίγει διάλογο μαζί τους, νά τούς ἀντικρούει καί νά μήν συγκατατίθεται. Συνήθως ὁ διάβολος ἐπιτίθεται στόν ἄνθρωπο μέ τά δαιμόνια-πάθη τῆς καταλαλιᾶς καί τῆς κατακρίσεως, τῆς ὕβρεως, τοῦ φθόνου, τοῦ ψεύδους, τοῦ θυμοῦ καί τῆς ὀργῆς, τῆς ὑπερηφανείας, τῆς βλασφημίας, τῆς μωρολογίας καί φλυαρίας, τοῦ τόκου καί τοῦ δόλου, τῆς ὀκνηρίας καί τοῦ ὑπερβολικοῦ ὕπνου, τῆς φιλαργυρίας, τῆς μέθης, τῆς μνησικακίας, τῆς μαγείας καί γοητείας, τῆς γαστριμαργίας, τῆς εἰδωλολατρείας, τῆς ἀρσενοκοιτίας, τῆς χρωματοπροσωπίας, τῆς μοιχείας καί πορνείας, τῆς ὁμοφυλοφιλίας, τοῦ φόνου, τῆς κλοπῆς, τῆς ἀσπλαγχνίας, τῆς ἀνθρωπαρέσκειας, τοῦ σχίσματος, τῆς αἱρέσεως καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ πνευματική ἐγρήγορση τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τῶν ἀνωτέρω παθῶν ἐπιτυγχάνεται κυρίως μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν προσοχή τοῦ ἑαυτοῦ μας, τήν προσευχή, τήν μετάνοια, τήν ἐξομολόγηση, τήν μετοχή στήν μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως στό ὑπερφυές μυστήριο τῆς Θείας Μεταλήψεως τοῦ Τιμίου Σώματος καί Αἵματος τοῦ Κυρίου, καί μέ τήν ταπείνωση. Αὐτά εἶναι τά κλειδιά τῆς νήψεως. Τρία πράγματα φοβᾶται περισσότερο ὁ διάβολος : α) τό βάπτισμα, β) τόν Σταυρό καί γ) τήν Θεία Κοινωνία. Τό πόσο σημαντική εἶναι γιά τόν πνευματικό μας ἀγώνα ἡ ἀρετή τῆς ταπείνωσης, φαίνεται ἀπό τόν ἑξῆς λόγο τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου : «Εἶδον ἐγώ τάς παγίδας τοῦ διαβόλου ἀπλωμένας ἐπί πᾶσαν τήν γῆν. Καί ἠρωτήθην : Τίς δύναται ἐκφυγεῖν ἀπό τάς παγίδας τοῦ διαβόλου; Καί ἤκουσα φωνήν λέγουσά μοι : Ὁ ταπεινός».
Κατακλείουμε τήν ταπεινή μας ἀναφορά στήν δαιμονολογία, ἀναφερόμενοι σ’ἕνα περιστατικό ἀπό τήν ζωή τοῦ Γέροντος Παϊσίου, πού δείχνει τήν ὑπερηφάνεια καί τήν ἀμετανοησία τοῦ διαβόλου. Ὁ Γέρων Παΐσιος ἀπό τήν μεγάλη ἀγάπη, πού εἶχε, προσευχόταν γιά ὅλο τόν κόσμο. Μιά φορά λυπήθηκε ἀκόμη καί αὐτόν τόν διάβολο καί προσευχήθηκε ἔντονα, γιά νά μετανοήσει καί νά σωθεῖ ὁ διάβολος. Ξαφνικά τοῦ ἐμφανίστηκε ὁ διάβολος, τοῦ ἔβγαλε τήν γλώσσα καί τοῦ εἶπε : «Καί ποιός σοῦ εἶπε ρε ὅτι θέλω ἐγώ νά μετανοήσω καί νά σωθῶ; Ἐγώ νά μετανοήσω; Ὁ Θεός νά μετανοήσει»!
Τέλος, δέν θά πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία ἔχουμε πέντε μεγάλες πτώσεις : α) τοῦ Σατανᾶ, β) τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, γ) τοῦ Ἰούδα, δ) τοῦ Πάπα καί ε) τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
[1] ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΥΠΟΔΙΑΚΟΝΟΣ, ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΥΣ, Θησαυρός, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2004, σσ. 245-269.
[2] Ψαλμ. 103, 4.
[3] ΜΟΝΑΧΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΖΥΓΑΒΗΝΟΣ – ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Ἑρμηνεία εἰς τους ΡΝ’΄ Ψαλμούς τοῦ Δαβίδ, τ. Γ΄, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 1983, σσ. 40-41.
[4]Ἐβρ. 1, 14.
[5] Λουκ. 15, 10
[6] Ἀριθμοί, Α΄ Παραλειπομένων, Δανιήλ.
[7] Ἰησοῦς τοῦ Ναυῦ 5, 14.
[8] Δανιήλ.
[9] Δαν. 8,16
[10] Δαν. 9, 21
[11] Α΄ Παραλειπομένων.
[12] Α΄, Β΄ Παραλειπομένων.
[13] Ἐνώχ.
[14] Λευιτικόν, Δ΄ Βασιλειῶν, Β΄ Παραλειπομένων.
[15] Ψαλμ. 106, Δευτερονόμιον.
[16] Ἠσαΐας 34.
[17] Τωβίτ 3.
[18] Λευιτικόν.
[19] Α΄ Παραλειπομένων.
[20] ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί οὐρανίου ἱεραρχίας
[21] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Λόγος Γ΄ περί ακαταλήπτου.
[22] Ὅ. π.
[23] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Ἑορτοδρόμιον ἤτοι ἑρμηνεία εἰς τούς ἀσματικούς κανόνας τῶν Δεσποτικῶν καί Θεομητορικῶν ἑορτῶν, τ.Γ΄, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 1987, σσ. 396 – 397.
[24] ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Περί Ἁγίου Πνεύματος, Εἰς τήν Ἐξαήμερον, Περί Πίστεως.
[25] Α΄ Κορ. 11, 10. ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Λόγος εἰς τήν Ἀνάληψιν.
[26] Ψαλμ. 103, 2.
[27] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος εἰς τήν Χριστοῦ Γέννησιν.
[28] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, 433-434.
[29] Ἑβρ. 2, 7.
[30] Φιλιπ. 2, 6.
[31]Ψαλμ.
[32] Ἠσ. 14, 12-15.
[33] Λουκ. 10, 18.
[34] Ἀποκ. 12, 7-9.
[35] Β΄ Πέτρ. 2, 4.
[36] Ἰούδ. 6.
[37] Ἐφεσ. 6, 12.
[38] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Συναξαριστής τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἑνιαυτοῦ, τ. Β΄ (Νοέμβριος-Δεκέμβριος), ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 2003, σσ. 63-68.
https://sotiriosnavs.com/wp-content/uploads/2020/05/IMG_20200508_130841-rotated.jpg2020-11-07 10:55:52%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b1%ce%b9%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%b1