Η ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΥ ΚΑΤ’ ΕΠΙΓΝΩΣΙΝ ΖΗΛΩΤΙΚΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΥ

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

08-07-2024

Εἰσαγωγή

Τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, 24-03-2024, μέ τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, δημοσιεύσαμε, ὅπως πράττουμε ἐδῶ καί ἑπτά χρόνια, στό προσωπικό μας κανάλι στό youtube, βίντεο[1] μέ τά Ἀναθέματα. Ἐκτός τῶν ἄλλων ἀναθεμάτων, ἐκφωνήσαμε καί τό Ἀνάθεμα ἐναντίον τῶν οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν Ζηλωτῶν Παλαιοημερολογιτῶν, τῶν αὐτοαποκαλουμένων ὡς «Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί» (Γ.Ο.Χ.) ὡς ἐξῆς : «Ταῖς παρατάξεσι τοῦ σχισματοαιρετικοῦ καί οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν Ζηλωτικοῦ Παλαιοημερολογιτισμοῦ τῶν λεγομένων «Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν» (Γ.Ο.Χ.), ταῖς ψευδοσυνόδοις, τοῖς ψευδοαρχιεπισκόποις, ψευδομητροπολίταις καί ψευδοκληρικοῖς αὐτῶν, ἀνάθεμα»!

Ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, τό ἀνάθεμα ἐνόχλησε κάποιους παλαιοημερολογίτες. Εἷς ἐξ αὐτῶν, ἄγνωστος σ’ ἐμᾶς, ὁ κ. Δημήτριος Χατζηνικολάου, σέ σχόλιό του ἔγραψε τά ἐξῆς : «Ἀναθεματίζων πᾶσαν καινοτομίαν, πλήν τῆς νεοημερολογητικῆς (1924), ἡ ὁποία ἐστόχευε εἰς τήν «ἕνωσιν τῶν ἐκκλησιῶν» καί εἰς τήν δημιουργίαν σχίσματος εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, στόχοι πού ἐπετεύχθησαν ἀμφότεροι, ὁ π. Ἄγγελος φανερώνει ὅτι ἀνήκει εἰς τήν σέκταν τῶν ἀποτειχισμένων κρυπτο-οἰκουμενιστῶν, τούς ὁποίους μάλιστα ἐξεπέρασεν, ἐφόσον ἀνεθεμάτισε καί τούς ἀγωνιστάς τοῦ 1924, ὡς δῆθεν «ἔχοντας ζῆλον οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν»! Ἡ ἐν λόγῳ σέκτα ἔχει ὡς στόχον νά πλανήσῃ καί τούς ἐλαχίστους πλέον Ὀρθοδόξους, πού ἔχουν ἀπομείνει. Παγία τακτική τοῦ Διαβόλου καί τῶν ὀργάνων του»!

Ἡ διατύπωση τῆς ἀνωτέρω κατηγορίας, μᾶς ὤθησε στήν συγγραφή τοῦ παρόντος ἐκτενοῦς κειμένου, ὅπου ξεκαθαρίζονται τά πράγματα καί προβάλλεται ἡ Ἀλήθεια περί τοῦ θέματος. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ὅτι στό παρελθόν, 03-10-2012, ἔχουμε γράψει καί κυκλοφορήσει κείμενό μας μέ τίτλο «Τό σχίσμα τοῦ Ζηλωτικοῦ Παλαιοημερολογιτισμοῦ»[2]. Τό παρόν κείμενο μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς συνέχεια καί συμπλήρωση τοῦ προηγουμένου.

1. Ἡ A΄ Ἁγία καί Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325) ὅρισαν ὅτι τὸ Πάσχα τοῦ Κυρίου πρέπει νὰ τελεῖται κάτω ἀπὸ τὶς ἑξῆς ἀναγκαῖες προϋποθέσεις : (α) πάντοτε ὕστερα ἀπὸ τὴν ἰσημερία τῆς ἄνοιξης (ἐαρινὴ ἰσημερία), (β) νὰ μὴν γίνεται ποτὲ τὴν ἴδια ἡμέρα μὲ τὸ νομικὸ φάσκα (πάσχα) τῶν Ἰουδαίων, (γ) νὰ  γίνεται ὕστερα ἀπὸ τὴν πρώτη πανσέληνο μετὰ τὴν ἐαρινὴ ἰσημερία, καὶ (δ) τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν πανσέληνο. Οἱ δύο πρῶτες προϋποθέσεις συνιστοῦν καὶ τὸν  ζ’ (7ο) Ἀποστολικὸ Κανόνα τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου τοῦ 50 μ.Χ., ἐνῶ οἱ δύο ἄλλες δὲν ἀναφέρονται σὲ συγκεκριμένο κανόνα, ἀλλὰ ὁρίστηκαν ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας[3]. Ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις αὐτές προκύπτει ὅτι γιὰ τὸν ὁρισμὸ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ξέρουμε τὰ ἑξῆς δύο πράγματα γιὰ κάθε ἔτος ἑορτασμοῦ : (α) πότε συμβαίνει ἡ ἐαρινὴ ἰσημερία, καὶ (β) πότε συμβαίνει ἡ πρώτη πανσέληνος μετὰ τὴν ἰσημερία.     

Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ τῆς Συνόδου προέκυψε ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἔντονης ἐπιθυμίας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὅλες οἱ κατὰ τόπους χριστιανικὲς ἐκκλησίες νὰ ἑορτάζουν τὸ Πάσχα τὴν ἴδια ἡμέρα, γιατὶ μέχρι τότε αὐτὸ δὲν συνέβαινε. Πρίν τήν Α΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο, οἱ Τοπικές Ἐκκλησίες ἑορταζαν τό Πάσχα, σύμφωνα μέ τήν δική τους παράδοση. Οἱ Ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τό ἑόρταζαν τὴν 14η ἡμέρα τοῦ ἑβραϊκοῦ μήνα Νισάν (Ἀπριλίου), ὅταν συνελήφθη καὶ σταυρώθηκε ὁ Χριστὸς κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἑβραϊκοῦ Πάσχα, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἡμέρα, ποὺ ἔπεφτε ἡμερολογιακὰ. Οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσεως ἑόρταζαν τὸ Πάσχα μιά ὁποιαδήποτε Κυριακὴ μετὰ τὴν ἐαρινὴ ἰσημερία. Αὐτὸ, ὅμως, τὸ γεγονὸς, προκάλεσε σοβαρή ἔριδα καί ἀπειλοῦσε μέ σχίσμα τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι γνωστὸ τὸ ἱστορικὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος Ἐπίσκοπος Σμύρνης, παρ’ ὅλο πού ἦταν γέροντας, χάριν τῆς λειτουργικῆς εὐταξίας τῆς ἀνά τήν οἰκουμένη Ἐκκλησίας, ταξίδεψε στήν Ρώμη καί συναντήθηκε μέ τόν Ἅγιο Ἀνίκητο Ἐπίσκοπο Ρώμης (155-156 μ.Χ.), προκειμένου νὰ ὑπάρξει μιὰ συνεννόηση καὶ καταλλαγὴ γιά τό ζήτημα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Δυστυχῶς, δέν συμφώνησαν ἐπ’ αὐτοῦ, ὅμως συλλειτούργησαν μέ ἀγάπη καί συνέχισαν τήν ἐν Χριστῷ κοινωνία τους, μὲ τὴν αἴσθηση ὅτι οἱ ἡμερολογιακές διαφορὲς αὐτὲς δέν ἐπηρρεάζουν τὴν ἑνότητα στὴν πίστη. Παρὰ τὶς ἀναφυεῖσες ἔριδες, ποτὲ αὐτές δὲν ἀπετέλεσαν αἰτία τῆς διακοπῆς τῆς κοινωνίας μεταξὺ τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀργότερα (325) ἡ Α΄ Ἁγία και Οἰκουμενικής Σύνοδος ὅρισε πῶς καθορίζεται το Πάσχα.

Ἡ Α΄ Ἁγία καί Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀποφάσισε ἐπίσης ν’ ἀναθέσει στὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας τὴν ὑποχρέωση νὰ κάνει κάθε χρόνο τοὺς σχετικοὺς ἀστρονομικοὺς ὑπολογισμοὺς καὶ ν’ ἀνακοινώνει τὴν ἡμερομηνία τελέσεως τοῦ Πάσχα στὶς ὑπόλοιπες χριστιανικὲς Ἐκκλησίες, ἐκδίδοντας τὰ λεγόμενα «Πασχάλια Γράμματα», τὰ ὁποία σὲ μεταγενέστερους αἰῶνες μετονομάστηκαν σὲ «Πασχάλιος Κανών» ἢ ἁπλῶς «Πασχάλιο», τηρώντας πάντοτε τὶς προϋποθέσεις, ποὺ ὅρισε ἡ Α΄ Ἁγία καί Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Γιὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς γινόταν σταθερὴ χρήση τοῦ ἰσχύοντος τότε Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου, τὸ ὁποῖο διατηρήθηκε σταθερὸ καὶ στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες, μέχρι τελικὰ τὸ 1923, ὅταν ἔλαβε χώρα ἡ διόρθωση τοῦ ἡμερολογίου σὲ Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλὰ όχι όμως ἡ ἀλλαγή τοῦ Πασχαλίου, ὅπως θὰ ἐξηγηθεῖ στὴ συνέχεια.  

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἀπὸ τὴν ἀρχὴ δὲν συμμορφώθηκε στὴν ὑπόδειξη τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅλες οἱ ἐκκλησίες ν’ ἀκολουθοῦν τὶς ἀστρονομικὲς ὑποδείξεις τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας  (τὸν λεγόμενο «Ἀλεξανδρινὸ Κανόνα»), ἀλλὰ ἀκολούθησε τὸν δικὸ τῆς ἀστρονομικὸ τρόπο καθορισμοῦ τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας καὶ τῆς σεληνιακῆς ἡμέρας, ποὺ εἶχε υἱοθετήσει ἀπὸ καιρὸ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξακολουθήσει νὰ ἑορτάζει ἄλλη ἡμέρα τὸ Πάσχα. Αὐτὸ μέχρι τὸν 8ο αἰώνα, ὅταν ὁ Καρλομάγνος τὴν ἐξανάγκασε νὰ ἀκολουθεῖ πλέον τὸν Ἀλεξανδρινὸ Κανόνα στὸν καθορισμὸ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα. Καμμία, ὅμως, Ἐκκλησία δὲν θεώρησε μέχρι τότε ὅτι αὐτὸς ἦταν σοβαρὸς λόγος διακοπῆς τῆς κοινωνίας μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ὅσο τηροῦνταν ἐκ μέρους της οἱ τέσσερεις προϋποθέσεις τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀφοῦ τὸ θέμα δὲν ἦταν δογματικὸ, ἀλλὰ ἁπλῶς καὶ μόνο ἕνας διαφορετικὸς τρόπος ἀστρονομικῶν ὑπολογισμῶν. Γιὰ παράδειγμα, τὸ 325 μ.Χ., ἔτος συγκλήσεως τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ἐαρινὴ ἰσημερία τοποθετήθηκε ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια στὶς 21 Μαρτίου, ἐνῶ ἡ Ρώμη  τὴν τοποθέτησε στὶς 18 Μαρτίου. Ἡ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ἡ ἀποφυγὴ σχίσματος θεωρήθηκε πολὺ ἀνώτερο καὶ σοβαρότερο θέμα ἀπὸ ἕνα ἡμερολογιακὸ θέμα ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα.  

2. Ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὶς ἀστρονομικὲς ἀποκλίσεις τοῦ ἡμερολογίου

Τὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο βασίζεται σὲ ἕνα ἔτος, ποὺ ἔχει διάρκεια 365,25 ἡμερῶν (πλασματικὸ ἢ συμβατικὸ ἔτος). Ὅμως, γιὰ νὰ μὴν ὑπάρχουν ἐλλιπεῖς ἡμέρες (0,25) θεωρήθηκε ὅτι κάθε ἔτος διαρκεῖ 365 μέρες (κοσμικὸ ἔτος), ἐκτὸς ἀπὸ τὰ δίσεκτα ἔτη, τὰ ὁποία διαρκοῦν 366 μέρες, καθὼς προστίθεται στὸν Φεβρουάριο μιὰ ἐπιπλέον ἡμέρα, ὁ ὁποῖος πλέον ἔχει 29 ἡμέρες ἀντὶ γιὰ 28. Ὡς πρακτικὸς κανόνας καθιερώθηκε νὰ θεωροῦνται δίσεκτα τὰ ἔτη, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁποίων διαιρεῖται ἀκριβῶς διὰ τοῦ 4.

Τὸ πρόβλημα τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου εἶναι ὡστόσο ὅτι ἡ πραγματικὴ διάρκεια τοῦ ἡλιακοῦ (ἀστρονομικοῦ) ἔτους εἶναι κάτι λιγότερο ἀπὸ 365,25 ἡμέρες δηλ. 365,242199 (πραγματικὸ ἢ τροπικὸ ἔτος), κι ἔτσι προκύπτει σωρευτικά ἕνα σφάλμα μιᾶς ἡμέρας κάθε 129 χρόνια, δηλ. τὸ Ἰουλιανὸ καθυστερεῖ σὲ σχέση μὲ τὸ ἡλιακὸ. Ἡ μικρὴ αὐτὴ διαφορὰ μεταξὺ πλασματικοῦ καὶ πραγματικοῦ ἔτους δὲν γίνεται φυσικὰ αἰσθητὴ μέσα σὲ λίγα χρόνια. Ὅμως, μὲ τὸν καιρὸ ὁδήγησε σὲ προβάδισμα τοῦ ἡμερολογίου ἀπὸ τὸν πραγματικὸ χρόνο (τροπικὸ ἡμερολόγιο), κι ἔτσι τόν 16ο αἰώνα ἡ ἐαρινὴ ἰσημερία ἀπεῖχε 10 ἡμέρες ἀπὸ τὴν προβλεπόμενη ἡμερομηνία στὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο. Ἐπίσης, παρόμοια ἀπόκλιση παρατηρεῖται καὶ στὸν ὑπολογισμὸ, ὄχι μόνο τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας, ἀλλὰ καὶ τῆς πραγματικῆς διάρκειας τῆς «σεληνιακῆς» ἡμέρας, μὲ βάση τὴν ὁποία προσδιορίζεται ἡ ἡμέρα τῆς πρώτης πανσελήνου μετὰ τὴν ἰσημερία, ἡ ὁποία πανσέληνος συμβαίνει μετὰ ἀπὸ 14 «σεληνιακὲς» ἡμέρες.  

ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὅμως, ἐκφράζoντας τὴν διαχρονικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τοῦ θέματος, γράφει σχετικὰ σέ ὑποσημείωση στόν Ζ΄ (7ο) Ἀποστολικό Κανόνα : «Ἄς ἠξεύρουν γὰρ ὅτι καὶ αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, ὁποῦ μετὰ τὴν πρώτην ἔγιναν, καὶ οἱ λοιποὶ πατέρες ἔβλεπαν, ναί, καὶ αὐτοὶ, ὡς σοφοὶ ὅπου ἦτον, πὼς ἐκατέβη πολὺ ἡ ἰσημερία. Ἀλλ’ ὅμως δὲν ἠθέλησαν νὰ τὴν μεταθέσουν ἀπὸ τὴν κα’ Μαρτίου, ὁποῦ τὴν εὗρεν ἡ Σύνοδος, προτιμῶντες περισσότερον τὴν συμφωνίαν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἕνωσιν, ἀπὸ τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἰσημερίας, ἥτις δὲν προξενεῖ οὔτε εἰς τὴν εὕρεσιν τοῦ ἐδικοῦ μας Πάσχα καμμιὰν σύγχυσιν, οὔτε βλάβην εἰς τὴν εὐσέβειαν». Καὶ λίγο παραπάνω στὴν ἴδια ὑποσημείωση γράφει, ἀναφορικὰ μὲ τὴν παρατηρηθεῖσα διαφορὰ, λόγῳ τῆς μεταβαλλομένης σεληνιακῆς ἡμέρας, ποὺ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ μιὰ μὴ αὐστηρὴ τήρηση τῆς ἀνωτέρω τέταρτης προϋποθέσεως γιὰ τὸν ὁρισμὸ τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα : «Σημείωσαι δὲ, ὅτι διὰ τὴν ἀνωμαλίαν τῆς κινήσεως τῆς σελήνης, δὲν φυλάττεται πάντοτε ὁ τέταρτος διορισμὸς, ἀλλὰ κάποτε παραβαίνεται. Ἐπειδὴ, κατὰ τὸν αὐτὸν Βλάσταριν, μετὰ τριακόσια ἔτη, δύω ἡμέρας μετὰ τὴν πρώτην πανσέληνον, συμβαίνει νὰ γίνεται τὸ νομικὸ φάσκα, ἐν ἡμέρα Κυριακὴ. Αὗται δὲ αἱ δύω ἡμέραι, ὁποῦ περισσεύουσιν ἀπὸ τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην, προστιθέμεναι, ὑπερβαίνουσι κάποτε τὴν πρώτην Κυριακὴν, ὁποῦ τύχη ὕστερα ἀπὸ τὴν πανσέληνον τοῦ Μαρτίου, κατὰ τὴν ὁποία Κυριακὴν τότε ἑορτάζομεν τὰ Βαΐα, καὶ κατὰ τὴν ἐρχομένην ποιοῦμεν Πάσχα. Ἀπὸ τὴν παράβασιν δὲ ταύτην τὴν ὀλίγην, καμμία παρατροπή τῆς εὐσεβείας, οὔτε ἄτοπον τί, ἢ κίνδυνος ψυχικὸς δὲν ἀκολουθεῖ».    

Ὁ ὅσιος Νικόδημος σ’ αὐτὲς τὶς διατυπώσεις του ἐπικαλεῖται καὶ τὸν μεγάλο πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος στὸν λόγο του «Εἰς τοὺς τὰ πρῶτα πάσχα νηστεύοντας»[4] γράφει χαρακτηριστικὰ : «Χρόνου ἀκρίβειαν καὶ ἡμερῶν παρατήρησιν δὲν ἠξεύρει ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία. Ἐπειδὴ ὅσαις φορὲς τρώγει τὸν Ζωοποιὸν Ἄρτον τοῦτον, καὶ τὸ Ποτήριον τοῦτο πίνει, καταγγέλει τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου, καὶ Πάσχα ἐπιτελεῖ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς τὴν πρώτην σύνοδον ἐσυνάχθησαν οἱ πατέρες καὶ ἐδιώρισαν πότε νὰ γίνεται τὸ Πάσχα, τιμῶσα ἡ Ἐκκλησία πανταχοῦ τὴν συμφωνίαν καὶ ἕνωσιν, ἐδέχθη τὸν διορισμὸν, ὁποῦ ἐκεῖνοι ἔκαμαν… Ἂν καὶ ἡ Ἐκκλησία ἔσφαλλε, βέβαια δὲν ἤθελε κατορθωθῆ τόσον μεγάλον καλὸν ἀπὸ τὴν ἀκριβὴ ταύτην φύλαξιν τοῦ καιροῦ, ὅσον μεγάλον κακὸν ἤθελε προξενηθῆ ἀπὸ τὴν διαίρεσιν αὐτὴν καὶ τὸ σχίσμα τὸ ἀπὸ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἐπειδὴ, λέγει, δὲν φροντίζει ὁ Θεὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία διὰ τοιαύτην παρατήρησιν τῶν χρόνων καὶ ἡμερῶν, πάρεξ διὰ μοναχήν τὴν ὁμόνοιαν καὶ εἰρήνην»

3. Κρίσιμα Συμπεράσματα

Ἀπὸ τὴν διαχρονικὴ, λοιπὸν, αὐτὴ καὶ σταθερὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου μέχρι καὶ σήμερα, ὅπως θὰ ἐξηγηθεῖ παρακάτω, δὲν ἔχει ἀλλάξει τὸν τρόπο ὑπολογισμοῦ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα, σεβομένη τὶς ἀποφάσεις τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τὰ λόγια-νουθεσίες τῶν Ἁγίων Πατέρων, προκύπτουν πεντακάθαρα καὶ μὲ τὸν πιὸ σαφὴ τρόπο οἱ ἀκόλουθες ἐκκλησιαστικὲς θέσεις :

α) Οἱ ἀστρονομικὲς ἀποκλίσεις καὶ ἡ διαφορὰ πραγματικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἰσημερίας καὶ πανσελήνου ΔΕΝ προξενεῖ βλάβη στὴν εὐσέβεια (δηλ. στὴν πίστη), οὔτε στὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, δηλ. ΔΕΝ εἶναι δογματικὸ θέμα, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς, ὅπως μᾶς ἐπισημαίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, οἱ χριστιανοὶ ἑορτάζουν Πάσχα κάθε Κυριακὴ. Αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιαστικό. Καὶ ἀκόμη :  

β) Δημιουργεῖ ΣΧΙΣΜΑ ὅποιος, μὲ πρόσχημα τὴν ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, καταστρέφει τὴν ὁμόνοια καὶ τὴν εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν θεωρεῖ πιὸ σοβαρὸ ζήτημα ἀπὸ τὸ μεγάλο κακὸ τῆς διαιρέσεως καὶ τοῦ σχίσματος.

Σὲ παραβίαση τόσο τῆς πρώτης διαχρονικῆς θέσεως τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς δύο ἀνωτέρω, ἀλλὰ καὶ τῆς δεύτερης, ὑπέπεσαν οἱ αἱρετικοί Λατίνοι εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν Α΄ Ἁγία καί Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, μὴ ἀκολουθώντας τὸν Ἀλεξανδρινὸ Κώδικα, κατὰ τὶς ὑποδείξεις τῆς Συνόδου, ἀλλὰ καὶ ἀργότερα ὡς αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοὶ πλέον, ὅταν τὸ 1582 ἄλλαξαν τὴν ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα γιὰ ἀστρονομικοὺς μόνο λόγους, εἰσάγοντας τὸ Γρηγοριανὸ ἡμερολόγιο. Ἒνώ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (ἡ Ὀρθοδοξία) καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες, παρ’ ὅλο ποὺ ἦσαν ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἐνήμεροι τῆς ἀστρονομικῆς ἀποκλίσεως, δὲν ἔκριναν σκόπιμο νὰ μὴ δείξουν σεβασμὸ στὶς ἀποφάσεις τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ νὰ σπεύσουν νὰ τὴν διορθώσουν. Σὲ παραβίαση τῆς δεύτερης διαχρονικῆς θέσεως τῆς Ἐκκλησίας ὑπέπεσαν οἱ σχισματοαιρετικοί «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες, οἱ ὁποῖοι προέβησαν σὲ σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ μὴ δογματικὸ θέμα τοῦ ἡμερολογίου.                             

Ἀξίζει, ἐπίσης, ἐδῶ νὰ σημειωθοῦν καὶ τά ἀκόλουθα σημαντικὰ :

i) Ἡ ἀπόφαση τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀφορᾶ μόνο τὴν ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα καί ὄχι γενικῶς τὸ ἡμερολόγιο (καλεντάρι) τῶν ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εὐσταθεῖ συνεπῶς καθόλου ἡ κατηγορία τῶν «Γ.Ο.Χ.» ὅτι πρακτικὰ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου γιὰ τὶς ἀκίνητες ἑορτὲς τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τὸ 1923, ἀποδεχόμενη τὸ ἀναθεωρημένο Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο, τὸ ὁποῖο συμβαίνει νὰ συμπίπτει μὲ τὸ Γρηγοριανὸ γιὰ μιὰ μεγάλη περίοδο ἐτῶν, ἀποτελεῖ παραβίαση τῆς ἀπόφασης τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

ii) Ἐπίσης, εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ ἴδια ἡ Α΄ Ἁγία καί Οἰκουμενικὴ Σύνοδος δὲν ὅρισε στὴν ἀπόφασή της ἐπακριβῶς τὴν 21η Μαρτίου ὡς ἡμερομηνία τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας, ὅπως δηλ. συνέβαινε τὸ 325 μ.Χ., ἔτος τῆς συγκλήσεώς της, ἀλλά τυπικά αὐτὸ τὸ ἔκανε τὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας μὲ βάση τοὺς  ἀστρονομικοὺς ὑπολογισμοὺς, ποὺ διεξήγαγε γιὰ τὸ ἔτος αὐτὸ. Τὸ Πατριαρχεῖο, ὅμως, δὲν ἐνεργοῦσε αὐθαίρετα, ἀλλὰ ἦταν ἤδη ἐξουσιοδοτημένο ἀπὸ τὴν Α΄ Ἁγία καί Οἰκουμενικὴ Σύνοδο πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸν, καί φυσικά ἐνεργοῦσε ἐξ ὀνόματός της καὶ κατὰ τὴν ἐντολὴ της. Συνεπῶς, ἡ 21η Μαρτίου, ὡς ἡμερομηνία τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας, εἶναι μὲν ἔμμεση, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ εἶναι κι αὐτὴ σαφῶς ἀπόφαση τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καὶ σὲ κάθε περίπτωση οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀπὸ σεβασμὸ πρὸς τὴν ἱστορικὴ αὐτὴ Σύνοδο, τὴν διατήρησαν ἀμετάβλητη ὅλους τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες, ἀκόμα καὶ μὲ τὸ νεώτερο ἀναθεωρημένο Ἰουλιανὸ, δηλ. καθιστώντας την ἀκίνητη ἡμερολογιακὰ μὲ βάση κάθε φορὰ τὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο, καί ὄχι ἀστρονομικά, ἄρα μεταβαλλομένη, ὅπως πράττουν οἱ αἱρετικοί Λατίνοι.                 

     Ὁ λόγος, ποὺ καθιερώθηκε σταθερὴ ἡ ἡμερομηνία τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, ἦταν καὶ πρακτικός, καθὼς, ἂν δὲν συνέβαινε αὐτό, τότε ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα θὰ ἐξαρτιόταν ἀπὸ ἀστρονομικὲς παρατηρήσεις, οἱ ὁποῖες μπορεῖ : α) νὰ ἦταν δύσκολο νὰ διεξαχθοῦν κάθε χρόνο, β) νὰ περιέχουν σφάλμα, εἴτε λόγῳ κακῶν καιρικῶν συνθηκῶν, εἴτε λόγῳ σφαλμάτων τῶν ὀργάνων παρατηρήσεως κάθε ἐποχῆς, γ) νὰ ποικίλλουν ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, δ) νὰ ποικίλουν ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο, καί ε) ἀπὸ τὴν ἀνάγκη νὰ γνωρίζουμε τὴν ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα πολλὲς ἡμέρες πρὶν συμβεί αὐτό.

4. Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς Παπικοὺς

Ὅπως ἀναφέρθηκε, τὸ Πασχάλιο, ποὺ καθιέρωσε ἡ Α΄ Ἁγία καί Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἀποσυνέδεσε τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἰσημερία ἀπὸ τὴν πραγματικὴ (ἀστρονομικὴ) ἰσημερία. Ὅμως, λόγῳ τῆς ἀτέλειας τοῦ ἡμερολογίου, ὅπως προαναφέρθηκε, ὑπῆρξε σταδιακὰ μιὰ ἀργὴ μετάπτωση τῶν ἰσημεριῶν μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ἀστρονομικὴ ἰσημερία μὲ τὰ χρόνια ν’ ἀρχίσει ν’ ἀποκλίνει αἰσθητὰ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική. Γιὰ παράδειγμα, ἐνῶ γύρω στὸ 325 μ.Χ. ἡ ἰσημερία συνέβαινε στὶς 21 Μαρτίου, ἤδη τὸ 1582 ἀπέκλινε ἀρκετὲς μέρες καὶ συνέβαινε στὶς 10 Μαρτίου, ἐνῶ σήμερα συμβαίνει περίπου στὶς 8 Μαρτίου.

Ὅπως ἤδη τονίστηκε, παρ’ ὅλο ποὺ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ἀποκλίσεως ἦταν γνωστὸ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες στοὺς Ἁγίους Πατέρες, δὲν ἀπασχολοῦσε ἡ διόρθωσή του, ἀφοῦ, ὅπως ἔγραψε καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος : «χρόνου ἀκρίβειαν καὶ ἡμερῶν παρατήρησιν δὲν ηξεύρει ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία». Ὅμως, οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοὶ Λατίνοι, μὴ ὑπακούοντας στὸν ὀρθόδοξο λόγο καὶ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, θέλησαν νὰ ἐναρμονίσουν τὴν ἡμερολογιακὴ μὲ τὴν ἀστρονομικὴ ἰσημερία. Κι ἔτσι, ὁ αἱρετικός Πάπας Γρηγόριος ΧΙΙΙ εἰσήγαγε τὸ 1582 μΧ.  τὸ νέο διορθωμένο ἡμερολόγιο τῆς ἐποχῆς του γιὰ τὸν ὁρισμὸ τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα, τὸ ὁποῖο, μὲ ἀφορμὴ τὸ γεγονὸς αὐτό, πῆρε ἀπὸ τότε τὸ ὄνομά του καὶ ὀνομάστηκε Γρηγοριανὸ ἡμερολόγιο. Δικαιολογημένα, λοιπόν, τοὺς ἐπιπλήττει ὁ ὅσιος Νικόδημος στὴν  ἀνωτέρω ὑποσημείωση, γράφοντας τὰ ἑξῆς : «Ἔπρεπε, κατὰ τὸν Χρυσόστομον, νὰ προτιμήσουν καὶ οἱ Λατίνοι τὴν συμφωνίαν καὶ ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας, περισσότερον ἀπὸ τὴν παρατήρησιν τῶν χρόνων (τῆς ἰσημερίας δηλ. ὁποῦ ἐκατέβη τώρα εἰς τὰς 11 Μαρτίου, οὖσα ἀπὸ τῆς πρώτης συνόδου εἰς τὰς κα’ μαρτίου) καὶ νὰ ἑορτάζουν τὸ πάσχα μὲ ἡμᾶς τοὺς γραικοὺς καὶ ὄχι νὰ ἀτιμάζουν τοὺς τριακοσίους ἐκείνους θεοφόρους καὶ στιγματοφόρους πατέρας, ὁποῦ ἐνομοθέτησαν τοῦτο κατὰ θείον φωτισμόν, νομίζοντες τούτους ὡς  ἀνοήτους καὶ ὑβρίζοντες εἰς τὴν κοινὴν μητέρα ἁπάντων ἡμῶν Ἐκκλησίαν». Καὶ προσθέτει λίγο παρακάτω : «Βλέπε, ἀγαπητέ, πὼς ὁ θεῖος Χρυσόστομος ὀνομάζει σχισματικοὺς τοὺς Λατίνους, διατὶ ἐκαινοτόμησαν τὸ πασχάλιόν τους καὶ Καλαντάριον, ὄχι διότι δὲν εἶναι τοῦτο, ὅσον κατὰ τὴν ἰσημερίαν, ὀρθόν. Διότι, καὶ ἡμεῖς βλέπομεν πὼς ἡ ἰσημερία ἀληθῶς έμεινεν ὀπίσω ἡμέρας ια’, ἀλλὰ διατὶ ἐχωρίσθησαν κατὰ τοῦτο ἀπὸ ἡμᾶς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔγκλημα ἀσυγχώρητον κατὰ τὸν αὐτὸν ἅγιον. Λέγει γὰρ ἐν τῷ αὐτῷ λόγῳ ὅτι, τὸ νὰ νηστεύση τινὰς καὶ τὸ νὰ κάμη πάσχα εἰς τοιοῦτον καιρὸν ἢ εἰς ἐκείνον, μετὰ τὴν εἰκοστὴν πρώτην τοῦ Μαρτίου, θετέον, ὡς κάμνομεν ἡμεῖς οἱ γραικοὶ, ἢ μετὰ τὴν ἑνδεκάτη μαρτίου, ὡς κάμνουσιν οἱ Λατίνοι, τοῦτο δὲν εἶναι ἔγκλημα. Τὸ δὲ νὰ σχίση τινὰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ νὰ ἀντιστέκηται φιλονείκως, καὶ νὰ κάμνη διχοστασίας καὶ διαιρέσεις καὶ νὰ χωρίζη τὸν ἑαυτὸν του πάντοτε ἀπὸ τὴν κοινὴν σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας, τοῦτο εἶναι ἁμάρτημα ἀσυγχώρητον καὶ κατηγορίας ἄξιον καὶ πολλήν ἔχει τὴν κόλασιν καὶ τιμωρίαν. Ἂς ηξεύρουν γὰρ ὅτι καὶ αἱ οἰκουμενικαὶ σύνοδοι, ὁποῦ μετὰ τὴν πρώτην ἔγιναν, καὶ οἱ λοιποὶ πατέρες, ἔβλεπον, ναί, καὶ αὐτοί, ὡς σοφοὶ ὁποῦ ἦτον, πὼς ἐκατέβη πολὺ ἡ ἰσημερία. Ἀλλ’ ὅμως δὲν ἠθέλησαν νὰ τὴν μεταθέσουν ἀπὸ τὴν κα΄ Μαρτίου, ὁποῦ τὴν ηὗρεν ἡ α’ σύνοδος, προτιμῶντες περισσότερον τὴν συμφωνίαν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἕνωσιν, ἀπὸ τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἰσημερίας, ἥτις δὲν προξενεῖ οὔτε εἰς τὴν εὕρεσιν τοῦ ἐδικοῦ μας πάσχα καμμιὰν σύγχυσιν, οὔτε βλάβην εἰς τὴν εὐσέβειαν, μάλιστα δὲ καὶ προξενεῖ ἡ ἀκρίβεια αὕτη εἰς τοὺς Λατίνους δύο μεγάλας ἀτοπίας, τὸ νὰ ἑορτάζουν δηλ. τὸ πάσχα, ἢ μετὰ Ἰουδαίων, ὅπερ ἐναντίον ἐστὶν εἰς τὸν παρόντα ἀποστολικὸν κανόνα, ἢ πρὸ τῶν Ἰουδαίων».

Προφανῶς, οἱ αἰτιάσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων, ποὺ ἀποτυπώνουν τὴν διαχρονικὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας μας, δὲν ἀφοροῦν μόνο τοὺς αἱρετικούς Λατίνους, ἀλλὰ ἰσχύουν καὶ γιὰ τοὺς σχισματοαιρετικούς «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες τοῦ 20οῦ αἰώνος καὶ τοὺς διαδόχους τους, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ αὐτοὺς δημιούργησαν σχίσμα στὴν «συμφωνία καὶ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας», θεωρώντας σοβαρότερο ἀπ’ αὐτὴν τὸ ζήτημα τῆς ἡμέρας ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, πολλῷ μᾶλλον, ὅταν ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία, ὅπως θὰ ἐξηγηθεῖ στὰ ἑπόμενα, οὐδόλως ἀλλοίωσε τὸν πασχαλινὸ κώδικα, ποὺ ὅρισε ἡ Α΄ Ἁγία καί Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, υἱοθετώντας τὸ ἀκριβέστερο ἀναθεωρημένο Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο καί ὄχι τὸ Γρηγοριανὸ τῶν αἱρετικῶν Παπικῶν, κάτι ποὺ δὲν δικαιολογεῖ σὲ καμμία περίπτωση καὶ σὲ κανένα βαθμὸ τὶς ἀκραῖες ἀντιδράσεις τῶν σχισματοαιρετικῶν «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογιτῶν.          

Τὸ Γρηγοριανὸ Ἡμερολόγιο, ποὺ οἱ περισσότερες παπικὲς χῶρες υἱοθέτησαν στὴ συνέχεια κατὰ τὸν 16ο, 17ο καὶ 18ο αἰώνα, ἔχει κοσμικὰ τὸ πλεονέκτημα ὅτι ἡ ἐαρινὴ ἰσημερία μετατοπίζεται μόλις μία ἡμέρα κάθε 3.030 χρόνια, ἐνῶ στὸ Ἰουλιανὸ αὐτὸ γινόταν κάθε 129 χρόνια. Ἐκκλησιαστικά, ὅμως, ἔχει τὸ μεγάλο μειονέκτημα ὅτι τὸ Πάσχα ἑορτάζεται μερικὲς φορὲς ταυτόχρονα ἢ ἀκόμη καὶ πρὸ τοῦ Ἑβραϊκοῦ Πάσχα κατὰ προφανὴ παράβαση τοῦ Ζ΄ (7ου) Ἀποστολικοῦ Κανόνος, ἀλλὰ καὶ τῶν περὶ τοῦ Πάσχα διατάξεων τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Τὁ ἀναθεωρημένο Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο, ποὺ υἱοθετήθηκε ἀπὸ τὴν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία, εἶναι ἀκόμα πιὸ ἀκριβέστερη προσέγγιση στὶς ἀστρονομικὲς ἀποκλίσεις σὲ σύγκριση μὲ τὸ Γρηγοριανὸ καὶ μετατοπίζει τὴν ἐαρινὴ ἰσημερία μία ἡμέρα κάθε 19.000 χρόνια, δηλ. πρακτικὰ ποτέ.

5. Ἡ καταδίκη τοῦ νέου Γρηγοριανοῦ Πασχαλίου τῶν αἱρετικῶν Λατίνων ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ

Ὁ αἱρετικός Πάπας Γρηγόριος ΧΙΙΙ ἀπέστειλε ἐπιστολὴ στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη τῆς ἐποχῆς Ἱερεμία Β’ τὸν Τρανὸ, μὲ τὴν ὁποία τοῦ ζητοῦσε νὰ ἐπιβληθεῖ τὸ νέο ἡμερολόγιο καὶ στὴν Ἀνατολή. Τὸ θέμα αὐτὸ ὁδήγησε σὲ σύγκληση ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη τριῶν Τοπικῶν Συνόδων κατὰ τὰ ἔτη 1583, 1587 καὶ 1593, ποὺ ὅλες ἀπάντησαν ἀρνητικὰ στὴν πρόταση τοῦ Πάπα Γρηγορίου μὲ τὸν πιὸ ἔντονο τρόπο. Θεωρήθηκε ὅτι δὲν ὑπῆρχε σοβαρὸς λόγος ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου καὶ καταπατήσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως περὶ τῆς ἡμέρας ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, ἐνῶ ἐπιπλέον οἱ Πατριάρχες ἦταν ἐπιφυλακτικοὶ, γιὰ νὰ μὴν δώσουν λαβὴ σὲ προπαγανδιστικὲς προσπάθειες τῶν Λατίνων καὶ ἀκόμα σὲ σύγχυση τοῦ ποιμνίου τους ἐξαιτίας τοῦ θέματος αὐτοῦ, διότι οἱ αἱρετικοὶ Λατίνοι ἐκκλησιαστικοὶ λειτουργοὶ δὲν ἔπαψαν ποτὲ νὰ ἐποφθαλμιοῦν γιὰ τὴν πνευματικὴ ἅλωση τῆς Ἀνατολῆς. Ὁ ἱερός Δοσίθεος Ἱεροσολύμων ἀναφέρει ὅτι τόν Φεβρουάριο τοῦ 1593 συνεκλήθη Σύνοδος στήν Κων/λη στόν Ναό τῆς Παμμακαρίστου, στήν ὁποία συμμετεῖχαν ὁ Κων/λεως Ἱερεμίας, ὁ Ἀλεξανδρείας Μελέτιος, ὁ ὁποῖος ἐπεῖχε καί τόν τόπο τοῦ Ἀντιοχείας Ἰωακείμ, καί ὁ Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος, ἡ ὁποία καθόρισε νά γίνεται τό Πάσχα, ὅπως τό διόρισε ἡ Α΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος, καί ἀναθεμάτισε τό νέο καλαντάριο, πού ἐπινοήθηκε ἀπό τούς Λατίνους[5].

Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ μὲ ἔμφαση ὅτι οἱ ὀρθόδοξες αὐτὲς Σύνοδοι ΔΕΝ καταδίκασαν τὴν ἴδια τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, δηλ. τὸ κοσμικό, ἡμερολογιακὸ ζήτημα, ἀλλὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Πασχαλίου Κανόνος τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιο αὐτὸ, καί φυσικά τοὺς Λατίνους, ποὺ τὸ εἰσήγαγαν. Ἀλλὰ, σὲ κάθε περίπτωση, ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία τὸ 1924 δὲν υἱοθέτησε τὸ Γρηγοριανὸ Ἡμερολόγιο πλήρως καὶ ὁλοκληρωτικὰ, ἀλλὰ τὸ ἀκριβέστερο ἀναθεωρημένο Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο, τὸ ὁποῖο πράγματι ἔχει τὶς ἴδιες ἡμέρες καὶ μῆνες γιὰ τὶς ἀκίνητες ἑορτὲς μὲ τὸ Γρηγοριανὸ, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄφησε ἄθικτο τὸν Πασχάλιο Κανόνα, δηλ.  οἱ κινητὲς ἑορτὲς ἀκολουθοῦν τὸ Ἰουλιανό. Καί, συνεπῶς, εἶναι ἀστήρικτες οἱ σχετικὲς αἰτιάσεις πολλῶν ἀπὸ τοὺς σχισματοαιρετικούς «Γ.Ο.Χ.» ὅτι οἱ Σύνοδοι αὐτοὶ δῆθεν κατεδίκασαν τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου ἀπὸ τοὺς Λατίνους καί ὄχι μόνο καὶ εἰδικὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Πασχαλίου. Μὲ ἁπλὰ λόγια, δὲν θὰ γινόταν καμμία συνοδικὴ καταδίκη τοῦ ἡμερολογίου, ἂν δὲν ἄλλαζε μαζὶ του ἡ πατροπαράδοτη ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα, γεγονὸς ποὺ ἀποτελοῦσε σαφὴ παραβίαση Κανόνων, ὅπως ἐξηγήθηκε. 

Αὐτὸ τὸ ἔχουν ἀναγνωρίσει καὶ οἱ ἴδιοι οἱ πρῶτοι «ἐπίσκοποι» τῶν «Γ.Ο.Χ.» Χρυσόστομος Φλωρίνης καὶ Γερμανὸς Δημητριάδος, ποὺ εἶχαν πρωτοστατήσει στὴ δημιουργία τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ σχίσματος, ὅταν σὲ ἐπιστολὴ τους πρὸς τὸν «ἐπίσκοπο» Γερμανὸ τῶν Κυκλάδων τοῦ γράφουν τὸ 1937 : «…γνωρίζεις πολὺ καλὰ ὅτι οἱ προαναφερθεῖσες Σύνοδοι καταδίκασαν τὸ Γρηγοριανὸ ἡμερολόγιο, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ καταδίκη ἀφορᾶ τοὺς Λατίνους, οἱ ὁποῖοι ὑλοποίησαν τὸ ἡμερολόγιο συνολικὰ, ἐνῶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος (ἐνν. τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας Χρυσόστομος Α΄ Παπαδόπουλος) υἱοθέτησε τὸ μισὸ ἀπὸ αὐτό, ἐφαρμόζοντάς τὸ στὶς ἀκίνητες ἑορτὲς καὶ κρατώντας τὸ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο γιὰ τὸ Πάσχα καὶ τὶς κινητὲς ἑορτές, ἀκριβῶς γι’ αὐτόν τὸ λόγο, γιὰ νὰ ξεπεράσει τὸ ἐμπόδιο αὐτῆς τῆς καταδίκης»[6].

6. Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ἀναθεωρημένου Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου τὸ 1924 ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιὰ αἰῶνες ἀκολουθοῦσε τὸ παλαιὸ Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο, ὅπως ἄλλωστε  ἔκανε καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία. Τὸ ζήτημα, ὅμως, ἦρθε μὲ μεγάλη ἔνταση στὴν ἐπιφάνεια, ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἀποφάσισε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου γιὰ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ χρήση, ὅπως ἤδη εἶχαν κάνει καὶ πολλὲς ἄλλες χῶρες καὶ βολιδοσκόπησε σχετικὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Αὐτή, ἀφοῦ ἐξέτασε τὸ θέμα μὲ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ μελέτης, ἀποφάνθηκε τὸ 1919 ὅτι κατ’ ἀρχήν, θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἡ ἀλλαγή, ἀφοῦ αὐτὴ δὲν προσέκρουε σὲ δογματικοὺς καὶ κανονικοὺς λόγους ἀλλὰ ὁπωσδήποτε ἀπαιτοῦνταν συνεννόηση μὲ τὶς ἄλλες Τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο γιὰ μιὰ συνολικὴ ἀντιμετώπιση. Κατόπιν αὐτοῦ, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία προχώρησε στὴν ἀλλαγὴ καὶ μὲ βασιλικὸ διάταγμα, ἡ 16η Φεβρουαρίου τοῦ 1923  μετονομάστηκε ἀπευθείας σὲ 1η Μαρτίου 1923, προσθέτοντας τὶς ἀναγκαῖες γιὰ τὴν διόρθωση 13 ἐπιπλέον ἡμέρες, σύμφωνα μὲ τὰ προβλεπόμενα ἀπὸ τὸ Γρηγοριανὸ ἡμερολόγιο.

Μέχρι νὰ γίνουν οἱ συνεννοήσεις μὲ τὶς ἄλλες Τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ ἐπειδὴ αὐτές, ὅπως ἦταν φυσικό,  ἀπαιτοῦσαν χρόνο καὶ θὰ καθυστεροῦσαν, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, λόγῳ καὶ τῶν πιέσεων ἀπὸ τὴν Πολιτεία, συγκατατέθηκε μὲν στὴν ἀλλαγὴ, ἀλλὰ γιὰ τὴν δικὴ τῆς ἐκκλησιαστικὴ χρήση, διατήρησε προσωρινὰ τὸ παλαιὸ Ἰουλιανὸ, μέχρι νὰ τακτοποιηθεῖ τὸ θέμα μὲ πανορθόδοξο τρόπο.  Ὅμως, σὲ λίγες ἡμέρες δημιουργήθηκε μεγάλη ἀναταραχὴ καὶ δυσφορία στὶς τάξεις τῶν πιστῶν, ὅταν διαπιστώθηκε ὅτι μὲ τὴν παράλληλη χρήση δύο διαφορετικῶν ἡμερολογίων μεταξὺ Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας, γινόταν διαχωρισμὸς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ὁποία, ἀκολουθώντας τὸ παλαιὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο,  θὰ ἔπεφτε στὶς 7 Ἀπριλίου, ἀπὸ τὸν ἐθνικὸ ἑορτασμὸ τῆς 25ης Μαρτίου, ὁ ὁποῖος ὑποχρεωτικὰ θὰ ἀκολουθοῦσε τὸ νέο Γρηγοριανὸ Ἡμερολόγιο τῆς Πολιτείας. Ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία κατενόησε ἀμέσως ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρθεῖ τὸ ἀδιέξοδο καὶ νὰ σταματήσει αὐτὴ ἡ σύγχυση τῶν ἡμερολογίων, ποὺ δημιουργοῦσε πρόβλημα στὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.

Τὴν ἴδια περίοδο καὶ μεταξὺ τῶν μηνῶν Μαΐου – Ἰουνίου 1923, συνελήθη ἕνα συνέδριο ἀπὸ τὸν μασόνο καί οἰκουμενιστή Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη, μὲ σκοπό, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὴν ἐξέταση τοῦ ζητήματος τοῦ ἡμερολογίου. Σ’ αὐτὸ συμμετεῖχαν τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὸ Πατριαρχεῖο Ρωσίας, τὸ Πατριαρχεῖο Σερβίας, τὸ Πατριαρχεῖο Ρουμανίας καὶ οἱ Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κύπρου. Τὸ συνέδριο  αὐτοαποκαλέστηκε «Πανορθόδοξο Συνέδριο», παρ’ ὅλο ποὺ δὲν συμμετεῖχαν ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Τοπικές Ἐκκλησίες.  Τὸ Συνέδριο ἀποφάσισε νὰ μὴν δεχθεῖ τὸ Γρηγοριανὸ Ἡμερολόγιο τῶν Λατίνων γιὰ ἐκκλησιαστικὴ χρήση, ἀλλὰ στὴν θέση του εἰσηγήθηκε τὴν χρήση τοῦ πιὸ πρόσφατου καὶ ἀκριβέστερου  ἀναθεωρημένου Ἡμερολογίου, ποὺ προτάθηκε ἀπὸ τὸν Σέρβο ἐπιστήμονα Μιλουτίν Μιλάνκοβιτς καὶ ἀποσκοποῦσε στὴν ἐξομάλυνση τῶν ἡμερομηνιῶν μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐκκλησιῶν καὶ λαῶν. Δὲν ὑποχρέωσε, ὅμως, ἀλλά, ἀντίθετα, ἄφησε ἐλεύθερη κάθε Ἐκκλησία ν’ ἀποφασίσει, ἂν θ’ ἀκολουθήσει αὐτὸ τὸ ἀναθεωρημένο Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο ἢ τὸ παλαιὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο, διότι εἴτε ἡ μία, εἴτε ἡ ἄλλη ἀπόφαση δὲν ἐπηρέαζαν τὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.  Παρ’ ὅλο ποὺ τὸ συνέδριο αὐτὸ δὲν ἦταν πανορθόδοξο καὶ ἐξυπηρετοῦσε κι ἄλλες σκοπιμότητες, εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ ἀπόφασή του αὐτὴ βρίσκεται σὲ ἁρμονία μὲ τὴν διαχρονικὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀνώτερο καὶ σοβαρότερο ζήτημα ἀπὸ «τὴν ἀκρίβεια τοῦ χρόνου καὶ τὴν παρατήρηση τῶν ἡμερῶν», κατὰ τὰ λόγια τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.

Τὸ κυριότερο, ὅμως, ἦταν ὅτι, γιὰ νὰ τακτοποιηθεῖ τὸ ζήτημα τῆς διαφορᾶς μεταξὺ πολιτικοῦ καὶ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου, δέχθηκε τὴν συμβιβαστικὴ πρόταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὁ Πασχάλιος Κανών νὰ ἐξαιρεθεῖ ἀπὸ τὸ νέο Ἡμερολόγιο καὶ νὰ ἐξακολουθήσει νὰ καθορίζεται μὲ βάση τὸ Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο, ὥστε νὰ εἶναι πάντοτε σύμφωνος μὲ τίς ἀποφάσεις τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ οἱ ἡμερομηνίες τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν, ὅπως ὁ Εὐαγγελισμός, θὰ συνέπιπταν μὲ τὶς ἡμερομηνίες τοῦ πολιτικοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ἀφοῦ οἱ μέρες καὶ μῆνες τοῦ ἀναθεωρημένου Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου γιὰ μιὰ πολὺ μεγάλη χρονικὴ περίοδο συμπίπτουν μὲ αὐτὲς τοῦ Γρηγοριανοῦ, ἀλλὰ τὸ Πάσχα καὶ οἱ συνδεόμενες μὲ αὐτὸ κινητὲς ἑορτὲς θὰ ἑορταζόταν, σύμφωνα μὲ τὰ προβλεπόμενα ἀπὸ τὴν Α΄ Ἁγία καί Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ ταυτόχρονα μὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸ παλαιὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο. Ἡ μόνη διαφορὰ μεταξὺ τους θὰ ἦταν ἡ ὀνομασία τῶν ἡμερομηνιῶν. Ἐκεῖνες θὰ εἶχαν τὴν ὀνομασία τοῦ παλαιοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου γιὰ τὸ Πάσχα, π.χ. 10 Ἀπριλίου, ἐνῶ ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία θὰ τὸ ὀνόμαζε μὲ τὴν προσθήκη ἄλλων 13 ἡμερῶν τοῦ πολιτικοῦ ἡμερολογίου, δηλ. 23 Ἀπριλίου.

Τέλος, αὐτὲς οἱ ρυθμίσεις ἡμερολογίου καὶ Πασχαλίου, ποὺ ὀνομάστηκαν «Ἀναθεωρημένο Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο», εἶχαν καὶ μιὰ ἄλλη συνέπεια˙ ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐαρινὴ ἰσημερία, ποὺ παρέμενε ἀμετάβλητη στὴν ἡμερομηνία τῆς 21ης Μαρτίου, ὅπως ὁρίστηκε τὴν ἐποχὴ συγκλήσεως τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ἐφήρμοζε σταθερὰ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιὰ τὸν προσδιορισμὸ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα, ἐπανερχόταν καὶ πάλι στὴν πραγματική, ἀστρονομικὴ ἰσημερία, ἂν κάποιος, ὅπως λ.χ. οἱ Λατίνοι, ἐπέμενε νὰ δίνει βάρος στὴν σύμπτωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μὲ τὸ ἀστρονομικὸ γεγονός. Αὐτό, ὅμως, ὅπως εἰπώθηκε, δὲν ἀφορᾶ, οὔτε ἀπασχολεῖ τὴν Ὀρθοδοξία.

Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀνωτέρω ἔγκριση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τὸ ἀναθεωρημένο Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο εἰσήχθη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τελικά, μὲ κάποια καθυστέρηση λόγῳ τῶν ἀντιδράσεων, τὴν 10η Μαρτίου 1924, τόσο γιὰ τὸ ἑορτολόγιό της, ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα. Εἶναι ἐντελῶς προφανὲς σὲ κάθε καλοπροαίρετο ἄνθρωπο ὅτι μὲ τὴν ἀπόφαση αὐτὴ, οὔτε τὸ Γρηγοριανὸ ἡμερολόγιο τῶν Λατίνων υἱοθετήθηκε πλῆρες καὶ αὐτούσιο, οὔτε ὑποτάχθηκε τὸ Ὀρθόδοξο Πάσχα στὸ Πάσχα τῶν αἱρετικῶν Λατίνων, ὅπως κατηγόρησαν οἱ σχισματοαιρετικοί «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες, μὲ τὸ ὁποῖο ὑπάρχει διαφορά, ἔτσι κι ἀλλιῶς, ὄχι μόνο στὸν τρόπο ὑπολογισμοῦ τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας, ἀλλὰ καὶ τῆς σεληνιακῆς ἡμέρας, καί τὸ κυριότερο κανένα σχίσμα δὲν δημιουργήθηκε μὲ τὶς ὑπόλοιπες Ὀρθόδοξες Τοπικές Ἐκκλησίες, ἀρκετὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες παρέμειναν στὸ παλαιὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἡ σοφὴ ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἔκανε ἀπολύτως σεβαστὲς, τόσο τὶς διατάξεις τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅσο καὶ τὴν διαχρονικὴ θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ Παραδόσεως ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὑπέρτερη ἀπὸ κάθε ἡμερολογιακὸ ζήτημα.

Τὸ μόνο, δυστυχῶς, ποὺ συνέβη εἶναι ὅτι κάποιοι πλανεμένοι ἀδελφοὶ μας, λαϊκοὶ καὶ Ἐπίσκοποι, ἐγκατέλειψαν τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ ἀφορμὴ τὸ θέμα τοῦ ἡμερολογίου καὶ ἵδρυσαν τὴ δικὴ τους σχισματικὴ «ἐκκλησία», ἡ ὁποία κατέστη τελικά καὶ αἱρετικὴ, χωρὶς νὰ ἔχει καμμία ἀποστολικὴ διαδοχὴ, τόσο γιὰ τοὺς λόγους, ποὺ ἔκανε τὸ σχίσμα, ὅσο καὶ γιὰ τὸν τρόπο, ποὺ πολιτεύτηκε αὐτὴ καὶ οἱ διάφορες παρατάξεις, στὶς ὁποῖες σχεδὸν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ διασπάστηκε καὶ ἐξακολούθησε νὰ διασπᾶται μὲ τὰ χρόνια κι ἐξακολουθεῖ νὰ διασπᾶται μέχρι σήμερα.                     

Ἀπὸ τὰ Πατριαρχεῖα, ποὺ ἔλαβαν μέρος στὸ Συνέδριο, τὸ Ρωσικὸ ἀποφάσισε νὰ μὴν προχωρήσει σὲ ἀλλαγές. Τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Σερβίας ἀρχικά, δέχτηκε τὸ νέο ἀναθεωρημένο Ἡμερολόγιο, ἀλλὰ στὴ συνέχεια ὑπαναχώρησε. Τὰ Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας καὶ Ἀντιοχείας δὲν δέχτηκαν τὴν πρόταση τοῦ Συνεδρίου, παρὰ μόνο μὲ τὴν προϋπόθεση τῆς ἐπικυρώσεώς της ἀπὸ κανονικὴ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἐπίσης, τὴν ἴδια ἀπόφαση πῆρε καὶ τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου θὰ δημιουργοῦσε σύγχυση καὶ στοὺς προσκυνητὲς, ποὺ συνέρρεαν στὴν ἱερὴ πόλη. Τὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας λίγο καιρὸ μετά, τὸ 1928, πατριαρχεύοντος τοῦ Μελέτιου Μεταξάκη, ἄλλαξε τὴν θέση του καὶ υἱοθέτησε κι αὐτὸ τὸ ἀναθεωρημένο Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο.

Σήμερα τὸ ἡμερολόγιο αὐτὸ ἀκολουθοῦν τὰ Πατριαρχεῖα Κων/λεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ρουμανίας καὶ Βουλγαρίας, οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες Ἑλλάδος, Κύπρου, Ἀλβανίας καὶ Πολωνίας καὶ οἱ Αὐτόνομες Ἐκκλησίες Τσεχίας καὶ Σλοβακίας. Τὸ παλαιὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὰ Πατριαρχεῖα Ἱεροσολύμων, Ρωσίας, Σερβίας καὶ Γεωργίας, ὅπως καὶ τίς Ἱερές Μονὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιὰ λόγους παραδόσεως. Ὅσον ἀφορᾶ τὰ ὀρθόδοξα κράτη, κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν υἱοθέτησε τὸ ἀναθεωρημένο Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο, ἀλλὰ ὅλα ἀκολουθοῦν τὸ Γρηγοριανό.   

Γιὰ νὰ τονιστεῖ ἀκόμη μιὰ φορὰ πόσο ἀσήμαντο καὶ δευτερεῦον εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ ἡμερολογίου γιὰ νὰ γίνεται αἰτία θεολογικῶν συζητήσεων, ἀδικαιολογήτων φανατισμῶν, ρήξεων, σχισμάτων καὶ διαιρέσεων, ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἡ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν διαφόρων ἡμερολογίων στὴν πραγματικότητα εἶναι ἁπλῶς ἡ προσέγγιση, ποὺ κάνει τὸ καθένα στὴν διάρκεια τοῦ ἡλιακοῦ ἔτους, ποὺ εἶναι 365,24217 μέρες. Στὸ παλαιὸ Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο, αὐτὸ προσεγγίζεται ὡς 365,25, στὸ Γρηγοριανὸ  προσεγγίζεται ὡς 365,2425 καὶ μὲ τὸ ἡμερολόγιο τοῦ Μιλάνκοβιτς (ἀναθεωρημένο), ποὺ εἶναι τὸ ἀκριβέστερο, ὡς 365,242222…Τό ἀποτέλεσμα εἶναι μὲ τὸ Ἰουλιανὸ νὰ χάνεται μιὰ ὁλόκληρη μέρα κάθε 129 χρόνια, μὲ τὸ Γρηγοριανὸ μία ἡμέρα κάθε 3.300 χρόνια καὶ μὲ τὸ ἀναθεωρημένο, ποὺ εἶναι καλύτερο ἀπὸ τὸ Γρηγοριανὸ, μία ἡμέρα σὲ 19.000 χρόνια δηλ. πρακτικὰ ποτέ. Καί, ἐπειδή, ὅλα ἔχουν κλασματικὸ μέρος στὴ διάρκειά τους, ὅλα εἰσάγουν κοινή, σχετικὴ διόρθωση μὲ τὴν προσθήκη ἡμερῶν στὰ δίσεκτα ἔτη, δηλ. σὲ ὅσα ἔτη διαιροῦνται μὲ τὸ 4. Τὸ ἀναθεωρημένο Ἡμερολόγιο, ὅμως, διαφέρει ἀπὸ τὰ ἄλλα δύο καὶ δὲν ὑπολογίζει ὡς δίσεκτα τὰ ἔτη τῶν αἰώνων, π.χ. 1.900, 2.000, 2.100 κοκ.                   

7. Τὸ ἱστορικὸ τῆς δημιουργίας τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Σχίσματος

Ἡ ἀπόφαση τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, παρ’ ὅλο ποὺ διατηροῦσε τὸν τρόπο καθορισμοῦ τοῦ Πάσχα καὶ τῶν κινητῶν ἑορτῶν μὲ βάση τὴν παραδοσιακὴ ἡμέρα τῆς 21ης Μαρτίου ὡς ἐαρινῆς ἰσημερίας καὶ μὲ μόνη διαφορὰ τὴν προσθήκη 13 ἡμερῶν, προκειμένου ν’ ἀποφευχθεῖ ὁ διαχωρισμὸς μεταξὺ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ πολιτικοῦ ἡμερολογίου, προκάλεσε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν ἔντονη ἀντίθεση ἑνὸς σημαντικοῦ μέρους τῶν πιστῶν, λαϊκῶν, ἱερέων καὶ μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ κατηγορία ἦταν ὅτι ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου ἀποτελοῦσε οὐσιαστικὰ ὑποταγὴ στοὺς αἱρετικούς Δυτικοὺς καὶ στὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Μόλις τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς ἀπφάσεως τὸν Μάρτιο τοῦ 1924, ἔγινε ἡ πρώτη ὀργανωμένη συγκέντρωση διαμαρτυρίας τῶν ὀπαδῶν τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου στὴν αἴθουσα τῶν Ἐμποροϋπαλλήλων Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ὁδήγησε στὴ δημιουργία συλλόγου ὑπὸ τὴν ἐπωνυμία «Σύλλογος τῶν Ὀρθοδόξων» μὲ πρόεδρο τὸν Ἰωάννη Σιδέρη καὶ ξεκίνησε ἀγώνα γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου. Τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοῦ ἰδίου ἔτους, παρὰ τὶς ἀπαγορεύσεις, ἔγινε ἀγρυπνία ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς αὐτοὺς τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου στὴν Μητρόπολη Ἀθηνῶν. Στὴν ἀρχή, ὅσοι ἀρνήθηκαν τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου, ἦσαν βασικά μόνο λαϊκοὶ, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Αὔγουστο τοῦ 1924, προσχώρησαν στὶς τάξεις τους, δύο ἱερεῖς, ὁ ἱερομόναχος Παρθένιος Ἰβηρίτης καὶ ὁ π. Γεώργιος Φλῶρος, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν οἱ πνευματικοὶ ἀρχηγοὶ τῶν μελῶν τοῦ «Συλλόγου τῶν Ὀρθοδόξων». Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1925 σημειώθηκαν αἱματηρὰ ἐπεισόδια καὶ συλλήψεις στὸ Παλαιὸ Φάληρο, ὅταν οἱ πολέμιοι τοῦ νέου ἡμερολογίου, θέλησαν νὰ ἑορτάσουν τὰ Θεοφάνια μὲ βάση τὸ Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο καὶ ἡ τελετὴ ματαιώθηκε μὲ τὴν ἐπέμβαση τῆς ἀστυνομίας καὶ τοῦ στρατοῦ. Σποραδικὰ ἐπεισόδια, μικρὰ ἢ μεγάλα, συνέβαιναν κατὰ καιροὺς σὲ διάφορες τοποθεσίες. 

Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1925, ὁ «Σύλλογος τῶν Ὀρθοδόξων» μετονομάστηκε σὲ «Ἑλληνικὴ Θρησκευτικὴ Κοινότητα τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν» («Γ.Ο.Χ.») καὶ ἄρχισε νὰ ἱδρύει ἐνορίες καὶ  παραρτήματα σὲ πολλὲς πόλεις καὶ χωριὰ, ἐνῶ ἱδρύθηκε καὶ τὸ πρῶτο δημοσιογραφικὸ ὄργανό τους, ἡ ἐφημερίδα «Κήρυξ τῶν Ὀρθοδόξων». Τότε, ἄρχισε καὶ ἡ ἵδρυση ναῶν καὶ μοναστηριῶν, κάτι ποὺ σημείωνε σημαντικὴ ἄνθηση, ἐνῶ γιὰ τὶς λατρευτικὲς ἀνάγκες τῶν πιστῶν «Γ.Ο.Χ.» ἐπιστρατεύτηκαν ἱερομόναχοι ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Οἱ μοναχοὶ αὐτοὶ συνέστησαν τὸ 1926 τὸν «Ἱερὸ Σύνδεσμο Ζηλωτῶν Μοναχῶν» καὶ ἔγιναν οἱ κύριοι τροφοδότες σὲ ἱερατεῖο τῶν ὀπαδῶν τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου σὲ ὅλη τὴν ἐπικράτεια.                                 

Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία στὴν ἀρχὴ μᾶλλον αἰφνιδιάστηκε ἀπὸ τὸ κίνημα αὐτὸ τοῦ παλαιοημερολογιτισμοῦ ἢ δὲν μπόρεσε νὰ ὑποπτευθεῖ τὴν πραγματικὴ διάσταση τοῦ προβλήματος καὶ γι’ αὐτό περιορίστηκε ἁπλῶς σὲ μιὰ παραινετικὴ ἐγκύκλιο πρὸς τὸ ποίμνιό της τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1924, ἐνῶ καὶ ἡ Πολιτεία γιὰ ὅλο τὸ ἔτος 1924 δὲν ἀσχολήθηκε καθόλου μὲ τὸ κίνημα, ἀφοῦ δὲν εἶχε ἐπεκταθεῖ καὶ διογκωθεῖ καὶ ἦταν ἀκόμα στὰ σπάργανά του. Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο καὶ ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία ὅλο τὸ ἑπόμενο ἔτος 1925 ἐμφανίζεται καθησυχασμένη, θεωρώντας τὸ θέμα ἀνάξιο λόγου καὶ ἀπασχόλησης. Ὅμως, σύντομα διαπιστώνει ὅτι τὸ κίνημα τῶν «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογιτῶν, ὄχι μόνον δὲν κοπάζει, ἀλλὰ συνεχῶς αὐξάνεται, κιι ἔτσι ζητᾶ τελικὰ τὴν συνδρομὴ τοῦ κράτους, μὲ σκοπὸ νὰ διαλυθεῖ ἡ ὀργάνωση αὐτή.  Τὴν ἴδια ὥρα ἐκδίδει νέα παραινετικὴ ἐγκύκλιο πρὸς τὸ ποίμνιο τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1926 γιὰ τὸ θέμα, πού ὅμως δὲν ἔχει καμμία ἐπίπτωση, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ σημειώνονται ἐντάσεις, διαπληκτισμοὶ καὶ ἐπεισόδια.

Στὸ μεταξύ, οἱ «Γ.Ο.Χ.» αὐξάνουν καὶ ἐπεκτείνουν τὰ κοινωνικὰ ἐρείσματά τους καὶ τὴν πολιτικὴ δύναμή τους, στηριζόμενοι καὶ στὴν ἀθηναϊκὴ ἐφημερίδα «Σκρίπ» καὶ σὲ βουλευτὲς, ἐπικαλούμενοι κυρίως τὶς συνταγματικὲς ἐλευθερίες καὶ τὰ θρησκευτικὰ δικαιώματά τους, ἐνῶ ἱδρύουν καὶ γυναικεῖες ὀργανώσεις καὶ ὀργανώσεις νεολαίας. Τὸ ζήτημα, ἐκτὸς ἀπὸ ἐκκλησιαστικὲς διαστάσεις, ἀποκτᾶ καὶ πολιτικές. Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1926 ὁ Ὑπουργὸς Θρησκευμάτων ἀποφασίζει τὴν ἀκώλυτη τέλεση τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων τῶν «Γ.Ο.Χ.» στοὺς ἰδιόκτητους ναοὺς τους καὶ στὴν ἀπόφαση συναινεῖ καὶ ὁ Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν καὶ μετέπειτα Πρωθυπουργὸς Π. Τσαλδάρης.

Γενικά, ἡ ἑπόμενη περίοδος 1928-1935 χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὰ ἀκόλουθα : α) τήν συνεχῶς αὐξανόμενη ὀργάνωση τῶν «Γ.Ο.Χ.», β) τήν ἀδιαλλαξία τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντί τους, καὶ γ) τήν ἀμηχανία τῆς Πολιτείας. Αὐτὴ ἡ τελευταία βρέθηκε ἀνάμεσα στὴν πίεση δύο πλευρῶν :  τῆς ἐπίσημης, θεσμοθετημένης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ μιᾶς μερίδας πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι, χωρὶς νὰ ἐμφανίζεται ὅτι ἀπέχουν ἀπὸ τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, συνιστοῦσαν μιὰ ἰδιαίτερη κοινότητα καὶ ὁμάδα πιέσεως ἀπέναντι στὴν ἐξουσία καὶ τὰ κόμματα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη καὶ ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας ὁδηγοῦσε σὲ νέες ἐντάσεις καὶ ἐπεισόδια σὲ τέτοιο βαθμό, ποὺ καὶ μέσα στὴν Ἱεραρχία  ἀναδείχθηκαν Μητροπολίτες μὲ πολὺ συμπάθεια πρὸς τοὺς ἁγνοὺς(;) παλαιοημερολογίτες, ποὺ διώκονταν γιὰ τὴν πίστη τους, καὶ εἶχαν πολὺ φιλικὴ διάθεση ἀπέναντί τους. Ἀλλὰ, ἡ πλειοψηφία τῶν Ἱεραρχῶν, ὅπως καὶ τὸ Πατριαρχεῖο, ἦταν ἄκαμπτοι καὶ ἐπέμειναν νὰ ζητοῦν τὴν συνδρομὴ τοῦ κράτους ἐνάντια στοὺς «ἀνίερους ψευδοζηλωτές» μὲ κάθε μέσο.

Ἐν τῷ μεταξύ, παρὰ τὶς πιέσεις τῆς Ἐκκλησίας, ἡ στάση τῆς Πολιτείας παρέμενε ἐλαστική, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὴν δυσφορία τῶν Ἱεραρχῶν, ἀφοῦ διέβλεπαν κομματικὲς σκοπιμότητες στὴ στάση τους.  Πράγματι, ἡ στάση ὅλων τῶν κυβερνήσεων τῆς ἐποχῆς ἐκπορευόταν ἀπὸ τὴν λογικὴ τοῦ πολιτικοῦ κόστους. Ὁ Πρωθυπουργὸς Τσαλδάρης δήλωνε τὸ 1934 : «Ἡ Κυβέρνησις δὲν λαμβάνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπ’ ὄψιν μόνον τοὺς Νόμους, ἄλλα καὶ τὴν σκοπιμότητα, διὸ καὶ αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἀδικεῖ, ἔλαβον τοιαῦτα μέτρα, πρὸς ἐξοικονόμησιν τῆς καταστάσεως (…) διότι τόσον ἡ Ἐκκλησία, ὅσον καὶ τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἐγκαταλείψει τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς [δηλ. τοὺς «Γ.Ο.Χ.»] εἰς τοὺς δρόμους». Πράγματι, εἶναι γεγονὸς ὅτι ὅλες οἱ διώξεις τοῦ θρησκευτικοῦ φρονήματος τῶν «Γ.Ο.Χ.», ὅπως καὶ οἱ συλλήψεις τῶν ἱερέων τους, γινόντουσαν μετὰ ἀπὸ παρέμβαση καὶ ἐπίκληση τῶν κατὰ τόπους Μητροπολιτῶν πρὸς τὰ διωκτικὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας.

Ἀλλὰ καὶ ἡ προηγούμενη κυβέρνηση τοῦ Ἐ. Βενιζέλου τῶν ἐτῶν 1928-1932 δὲν εἶχε καταφέρει νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ πρόβλημα, τηρώντας μιὰ στάση, ποὺ κυμαινόταν ἀπὸ ἀποσιώπηση καὶ ἀδιαφορία μέχρι συμπάθεια πρὸς τοὺς «Γ.Ο.Χ.». Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὴν σχετικὴ συζήτηση, ποὺ ἔγινε στὴν Βουλὴ τὸ1931, ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ τήρησαν θετικὴ στάση ἀπέναντι στοὺς «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἀλεξ. Παπαναστασίου, ἀλλὰ κι αὐτὸς ἦταν ἐντελῶς ἀντίθετος σὲ κάθε δίωξή τους. Στὴν ἴδια συζήτηση, ὁ Πρωθυπουργὸς Ἐ. Βενιζέλος πρότεινε ὡς λύση τὴν ἵδρυση ἰδιαίτερης ἐκκλησίας μὲ τὴν ἐκλογὴ ἱερέων καὶ ἐπισκόπων, «διότι δὲν εἶναι οὔτε αἱρετικοὶ, οὔτε σχισματικοὶ οἱ ἐπιμένοντες εἰς τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον» καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀξιωματικῆς ἀντιπολίτευσης καὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος Παν. Τσαλδάρης δήλωνε «ἀναχωροῦν ἀπὸ πεπλανημένας θρησκευτικὰς πεποιθήσεις μὲν», ἀλλὰ προασπίστηκε μὲ πάθος τὸ δικαίωμά τους νὰ τελοῦν ἀκώλυτα τὶς θρησκευτικὲς τους τελετὲς καὶ ζήτησε νὰ παύσουν οἱ ἐναντίον τους διώξεις, πόσο μᾶλλον ἀφοῦ εἶναι «μία πληθὺς ἀνθρώπων, ἡ ὁποια δὲν κατεργάζεται τίποτε κατὰ τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία δὲν κατεργάζεται τίποτε κατὰ τῆς Κοινωνίας, ἡ ὁποία δὲν κατεργάζεται τίποτε κατὰ τῆς θρησκείας». Οἱ «Γ.Ο.Χ.» ἦταν πράγματι νομοταγεῖς καὶ αὐτὸ στὴν οὐσία δὲν τὸ ἀμφισβητοῦσε κανένα κόμμα. Ἄλλωστε, τὸ διετράνωναν καὶ οἱ ἴδιοι μὲ κάθε εὐκαιρία ἀπὸ τὰ ἔντυπα καὶ τὶς ἀνακοινώσεις τους, ἄλλα προφανῶς δὲν ἔπειθαν τὴν ἐπίσημη Ἐκκλησία, ποὺ τοὺς θεωροῦσε ταραξίες, μιὰ «ὁμάδα ἄξεστων καὶ φανατικῶν μοναχῶν», οἱ ὁποῖοι «ἀπειλοῦσαν νὰ καταρρακώσουν τελείως τὸ κύρος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Κράτους»

8.  Ἡ συσταθεῖσα «Ἱεραρχία» τῶν «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογιτῶν

Ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια, τὸ πρόβλημα τῆς κοινότητας τῶν «Γ.Ο.Χ.» ἦταν ὅτι στεροῦνταν Ἐπισκόπων καί ἑπομένως δὲν μποροῦσαν νὰ προχωρήσουν καὶ νὰ συστήσουν Ἐκκλησία μὲ χειροτονίες νέων ἱερέων, Ἐπισκόπων κλπ., ὅπως τοὺς εἶχε προτείνει καὶ ὁ Ἐ. Βενιζέλος, γιὰ νὰ λυθεῖ τὸ θέμα τους. Γι’ αὐτό οἱ ἐπικεφαλῆς τους ἔκαναν μιὰ συνεχή, μεθοδικὴ καὶ ἐπίμονη προσπάθεια μέσῳ τῆς προσεγγίσεως Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ποὺ ἦταν θετικὰ διακείμενοι ἀπέναντί τους,  ἱκετεύοντάς τους νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ν’ ἀναλάβουν τὴν διαποίμανση τῶν «Γ.Ο.Χ.».

Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ Μητροπολίτης Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης, ὁ ὁποῖος διατελοῦσε Μητροπολίτης Φλωρίνης ἀπὸ τὸ 1926. Τὸ 1932, ὅμως, παραιτήθηκε γιὰ λόγους ὑγείας καὶ ἦταν ἀπὸ τότε σχολάζων Μητροπολίτης. Στὶς 26 Μαρτίου τοῦ 1935, ἕντεκα (!) ὁλόκληρα χρόνια μετὰ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ἀναθεωρημένου Ἡμερολογίου, ὁ ἐν λόγῳ Μητροπολίτης μαζὶ μὲ δύο ἄλλους ἐν ἐνεργείᾳ Μητροπολίτες, τὸν Μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανὸ καὶ τὸν Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο μὲ δήλωσή τους πρὸς τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος, τὴν ἀποκήρυξαν καὶ διέκοψαν τὴν κοινωνία μαζὶ της καὶ μ’ ὅλους τοὺς Μητροπολίτες της καὶ δέχτηκαν πρόθυμα ν’ ἀναλάβουν τὴν ἡγεσία τῶν «Γ.Ο.Χ.». Τὴν ἴδια ἡμέρα τελέστηκε πανηγυρικὴ Θεία Λειτουργία στὸν Ναὸ Κοιμήσεως Θεοτόκου στὸν Κολωνό, ὅπου παρευρέθηκαν πολυάριθμοι ὀπαδοὶ τοῦ Παλαιοῦ ἡμερολογίου.    

Ἐπειδὴ οἱ Μητροπολίτες αὐτοὶ ἦταν τρεῖς, μποροῦσαν νὰ προχωρήσουν τυπικὰ σὲ χειροτονίες Ἐπισκόπων, κι ἔτσι χειροτόνησαν τέσσερες νέους Μητροπολίτες : τὸν Κυκλάδων Γερμανὸ (Βαρυκόπουλο), τὸν Μεγαρίδος Χριστόφορο (Χατζή), τὸν Διαυλείας Πολύκαρπο (Λιώση) καὶ τὸν Βρεσθένης Ματθαῖο (Καρπαθάκη). Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι στὸ μεσοδιάστημα τῶν ἕντεκα χρόνων πρὶν τὴν ἀπόσχιση (1924-1935), οἱ τρεῖς αὐτοὶ μητροπολίτες εἶχαν προσυπογράψει καὶ οἱ ἴδιοι τὴν ἀπόφαση τῆς Ἱερὰς Συνόδου γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου καὶ ὡς μέλη ἐπισκοπικῶν δικαστηρίων εἶχαν δικάσει καὶ καταδικάσει παλαιοημερολογίτες κληρικοὺς «ἐπὶ φατρίᾳ καὶ τυρείᾳ καὶ ἀπειθείᾳ πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας περὶ Ἡμερολογίου», εἴτε συμφωνώντας, εἴτε διαφωνώντας, ἀλλὰ μὴ τολμώντας ν’ ἀποσχισθοῦν, ἀναμένοντες εἴτε τὴν μεταστροφὴ τῆς ἐπίσημης Ἐκκλησίας, εἴτε τὴν μεταστροφὴ τῶν Παλαιοημερολογιτῶν. Τελικά, αὐτοὶ οἱ τρεῖς μητροπολίτες, ὁ καθένας γιὰ τοὺς δικοὺς του ἰδιαίτερους καὶ μὴ γνωστοὺς λόγους, ἐπέλεξαν, ὕστερα ἀπὸ ἕντεκα χρόνια, νὰ προσχωρήσουν στοὺς «Γ.Ο.Χ.».

Ζακύνθου Χρυσόστομος, καθὼς καὶ δύο ἀπὸ τοὺς τέσσερις νέους ἱεράρχες, οἱ Διαυλείας Πολύκαρπος καὶ Μεγαρίδος Χριστόφορος, ἔκαναν πολὺ σύντομα αἴτηση ἐπιστροφῆς τοὺς στὴν Ἐκκλησία. Πράγματι, λίγους μῆνες μετά, στὶς 14 Ἰουλίου 1935, ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος δήλωσε μετάνοια καὶ ἀποκαταστάθηκε μὲ ἀπόφαση τοῦ Δευτεροβάθμιου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου καί, μάλιστα τὸ 1957 ἐξελέγη Μητροπολίτης Τριφυλίας καὶ Ὀλυμπίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Οἱ ἄλλοι δύο ἀποδέχθηκαν τὴν ἐτυμηγορία τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου γιὰ τὴν ἔκπτωσή τους στὸν βαθμὸ τοῦ πρεσβυτέρου καὶ ἀπὸ τότε λειτουργοῦσαν γιὰ μιὰ δεκαετία ἁπλῶς ὡς ἱερεῖς στὴν  Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία. Τὸ 1945 ἐπανεντάχθηκαν ὡς «ἐπίσκοποι» στοὺς «Γ.Ο.Χ.» τοῦ πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου, ἀλλά, τελικά, τὸ 1953 ἐπανῆλθαν κανονικὰ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ μάλιστα, ὕστερα ἀπὸ ἕνα διάστημα, ἀνακηρύχθηκαν καὶ τοποθετήθηκαν ὡς Ἐπίσκοποί της.   

Κατόπιν αὐτοῦ, στὸ πρῶτο διάστημα 1935-37, τὴν «Ἱεραρχία» τῶν «Γ.Ο.Χ.» τὴν ἀποτελοῦσαν τέσσερες μόνο «μητροπολίτες», ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος, ὁ Δημητριάδος Γερμανός, ὁ Κυκλάδων Γερμανὸς καὶ ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος. Ἀπὸ αὐτούς, ὁ Δημητριάδος Γερμανὸς τὸ ἔτος 1941 παραιτήθηκε ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῶν «Γ.Ο.Χ.» καὶ ἰδιώτευσε, ἐνῶ τὸ 1943 μὲ αἴτησή του πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ζήτησε τὴν ἐπανένταξή του καὶ τὴν ἀναψηλάφηση τῆς δίκης, μὲ τὴν ὁποία καθαιρέθηκε τὸ 1935, ἀλλὰ στὸ μεταξὺ μέχρι νὰ ἐκδικαστεῖ ἡ ὑπόθεσή του, κοιμήθηκε τὸ 1944. Τὴν ἴδια ἡμέρα ἔγινε κανονικὰ ἡ ἀποκατάσταση του στὸ ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα ἀπὸ τὴν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία.

Οἱ ἄλλοι δύο ἀπὸ τοὺς τέσσερες, ὁ Κυκλάδων Γερμανὸς καὶ Βρεσθένης Ματθαῖος, προχώρησαν σὲ δικὸ τους σχίσμα τὸ 1937 ἀπὸ τοὺς «Γ.Ο.Χ.» καί ἑπομένως ἐπικεφαλῆς τῶν «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογιτῶν γιὰ πολλὰ χρόνια ἦταν μόνο ὁ πρ. «μητροπολίτης» Φλωρίνης Χρυσόστομος μέχρι τὴν κοίμησή του τὸ 1955. Ἀλλὰ, καὶ αὐτοὶ δύο, Γερμανὸς καὶ Ματθαῖος, διαφώνησαν σύντομα μεταξὺ τους τὸν ἑπόμενο χρόνο 1938, καί τελικά ἀπὸ τὸ 1942 ἀκολούθησε ὁ καθένας τὴν δικὴ του πορεία.         

9.  Oι ἀσταμάτητες διασπάσεις – σχίσματα τῶν «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογιτῶν

Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀπὸ πολὺ νωρὶς ἄρχισαν οἱ πρῶτες διαφωνίες, διενέξεις καὶ διασπάσεις μέσα στὸ κίνημα τοῦ Παλαιοημερολογιτισμοῦ. Ἤδη τὸν Αὔγουστο τοῦ 1934 ἀποκαλύφθηκε καὶ καταγγέλθηκε ὅτι ἡ Διοίκηση τῆς Κοινότητας τῶν «Γ.Ο.Χ.» εἶχε προβεῖ ἀπὸ τὸ 1931 σὲ «κρυφό, ἀπαράδεκτο καὶ καταδικαστέο» ἑλιγμὸ ἀποδοχῆς τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας μὲ ἀντάλλαγμα τὴν ἐξασφάλιση κληρικῶν γιὰ τοὺς «Γ.Ο.Χ.». Αὐτὸ θεωρήθηκε προδοτικὴ ἐνέργεια καὶ ὁδήγησε στὴν ἐκλογὴ νέας Διοίκησης, ἡ ὁποία προέβη σὲ ἐπίσημη πλέον ἀποκήρυξη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία χαρακτήρισε μὲ τὸν πιὸ ἐπίσημο καὶ σαφὴ τρόπο ὡς σχισματική. 

Ἀκολούθησαν, ὅμως, στὴ συνέχεια καὶ πολλὰ ἄλλα καὶ σοβαρὰ σχίσματα χωρὶς σταματημό. 

α) Τό πρῶτο σχίσμα τῶν Ματθαιϊκῶν τὸ 1937

Τὸ 1937, δύο μόλις ἔτη μετὰ τὴν χειροτονία τους, οἱ «ἐπίσκοποι» Κυκλάδων Γερμανὸς καὶ Βρεσθένης Ματθαίος ἦλθαν σὲ ρήξη καὶ ἀποσπάστηκαν ἀπὸ τοὺς βασικοὺς «ἐπισκόπους» τῶν «Γ.Ο.Χ.», ποὺ τοὺς χειροτόνησαν, Δημητριάδος Γερμανὸ καὶ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομο, κατηγορώντας τους ὅτι, ἐνῶ αὐτοὶ οἱ τελευταῖοι, ὅταν ἀνέλαβαν τὴν ἡγεσία τῶν «Γ.Ο.Χ.», μὲ τὴν γνωστὴ δήλωσή τους τὸ 1935, ἀποκήρυξαν τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὡς σχισματικὴ καὶ ἀχαρίτωτη, σταδιακὰ μετέβαλαν αὐτὴν τὴν ὁμολογιακὴ θέση τους καὶ ἄρχισαν ν’ ἀποδέχονται ὡς ἔγκυρα τὰ Μυστήρια τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὸν λόγο αὐτόν, ἀπαίτησαν νὰ ἀναμυρώνονται ὅσα μέλη της προσέρχονταν στὴν «κανονικὴ  ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ.». Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος καὶ οἱ ὀπαδοὶ του, ποὺ ἱστορικὰ ἔμειναν γνωστοὶ ὡς «Ματθαιϊκοί», ὑποστήριζαν ἐντελῶς λανθασμένα ὅτι δὲν χρειαζόταν σύγκληση Συνόδου γιὰ τὴν καταδίκη  τῶν «αἱρετικῶν» Ἐπισκόπων τῆς  Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, λόγῳ τῆς ἐκ μέρους τους ἀποδοχῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου καὶ ὅτι αὐτοὶ ἐξέπεσαν αὐτόματα ἀπὸ τὴν ἱερωσύνη τους. Ἑπομένως, τὰ Μυστήριά τοὺς ἦταν χωρὶς Χάρι.                

Ἀντίθετα, ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος καὶ οἱ ὀπαδοὶ του, οἱ λεγόμενοι «Χρυσοστομικοί» ἢ «Φλωρινικοί» ἀνταπαντοῦσαν καὶ ὑποστήριζαν ὀρθὰ ὅτι οἱ ἐπίσκοποι αὐτοὶ παραμένουν κανονικὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τὴν ὁριστικὴ τους καταδίκη ἀπὸ Σύνοδο Ἐπισκόπων, στὴν ὁποία καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ προσέλθουν καὶ ν’ ἀπολογηθοῦν, καὶ δὲν ἐκπίπτουν ἀπευθείας, μόλις ἀρχίζουν νὰ κηρύττουν αἵρεση ἢ ὅταν οἱ ἄλλοι ἀρχίζουν νὰ τοὺς διακόπτουν τὴν μνημόνευση. Καὶ οἱ «Χρυσοστομικοί», ὅμως, βρισκόντουσαν σὲ ἀνάλογο καὶ ὀλισθηρὸ δρόμο πλάνης, ἀφοῦ εἶχαν ἐφαρμόσει τὸν 15ο Ἱερό Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου περί ἀποτειχίσεως μὲ αἰτιολογία τὸ νέο ἡμερολόγιο, τὸ ὁποῖο, ὅπως ἐξηγήθηκε, δὲν εἶναι καθόλου δογματικὸ θέμα. Ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ 15ος Ἱερός Κανών τῆς ΑΒ’ Συνόδου ἐπιτρέπει τὴν ἀποτείχιση, δηλ. τὴν διακοπὴ μνημονεύσεως τοῦ ἀμετανοήτου καί αἱρετίζοντος ἐπισκόπου μόνο γιὰ αὐστηρὰ δογματικοὺς λόγους.  

Τὸ σχίσμα μεταξὺ «Φλωρινικῶν» καὶ «Ματθαιϊκῶν» ὑφίσταται ἀκλόνητο καὶ ἀθεράπευτο μέχρι σήμερα καὶ μάλιστα ἱστορικὰ συνοδεύτηκ ἐξ ἀρχῆς, ἀπὸ τὴν ἐκτόξευση συνεχῶν καὶ βαρυτάτων ὕβρεων καὶ ἀλληλοκατηγοριῶν καὶ ἀπὸ ἀδιάκοπες διενέξεις μεταξὺ τῶν ἀντιμαχομένων. Οἱ «Ματθαιϊκοί» θεωροῦν τοὺς «Χρυσοστομικούς» χειρότερους σχισματικοὺς ἀπὸ τοὺς νεοημερολογίτες, χωρὶς ἀποστολικὴ διαδοχή, ἱερωσύνη, ἔγκυρα Μυστήρια κλπ. καὶ γι’ αὐτό τοὺς ἀναμυρώνουν, ὅταν προσχωροῦν στὴν «ἐκκλησία» τους.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη, καὶ ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος, μόλις κοιμήθηκε τὸ 1950 ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος, ἔσπευσε ἀμέσως νὰ ἀλλάξει θεολογικὴ γνώμη (!) καὶ μὲ ἐγκύκλιο τῆς Παλαιοημερολογιτικῆς «συνόδου», τῆς ὁποίας ἦταν ἐπικεφαλῆς, νὰ ἐπαναφέρει στὸ προσκήνιο τὴν ἀποκήρυξη τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας τοῦ 1935 ὡς «ἐν ἐνεργείᾳ» σχισματικῆς, χωρὶς δηλ. ἁγιαστική Χάρι Μυστηρίων, καὶ ὄχι ὡς «ἐν δυνάμει» σχισματικῆς, ὅπως σθεναρὰ ἰσχυριζόταν μέχρι τότε καὶ νὰ ἐπιβάλει τὴν ὑποχρεωτικὴ ἀναμύρωση ὅσων προσέρχονται στὸν Παλαιοημερολογιτισμό, ὅπως ἀκριβῶς τοῦ ζητοῦσε ὁ κοιμηθεὶς Βρεσθένης Ματθαῖος. Ὁ σκοπὸς τῆς κινήσεως αὐτῆς ἦταν συμφεροντολογικὸς καὶ ἀπέβλεπε στὸν προσεταιρισμὸ καὶ τὴν ἐνσωμάτωση τῶν ὀπαδῶν, τῶν ναῶν καὶ τῶν μονῶν τῆς παρατάξεως τῶν «Ματθαιϊκῶν» στὴν δικὴ τους παράταξη καὶ στὴν πραγματικότητα δὲν εἶχε καμμία ἀλήθεια καὶ εἰλικρίνεια. Ἀπόδειξη ὅτι ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν ἔκδοση αὐτῆς τῆς ἐγκυκλίου τοῦ 1950, ὁ Χρυσόστομος δὲν δεχόταν τὶς κακοδοξίες τοῦ Ματθαίου ὅτι οἱ «Γ.Ο.Χ.» εἶναι ἡ μοναδικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τούς θωροῦσε μιὰ «θρησκευτικὴ κοινότητα, φρουρὸ τοῦ θεσμοῦ τοῦ ὀρθοδόξου ἑορτολογίου, ποὺ υἱοθέτησε ἡ πλειοψηφία τῆς Ἱεραρχίας». Γι’ αὐτόν τὸν λόγο ἄλλωστε δὲν φρόντισε ποτὲ νὰ προβεῖ σὲ νέες χειροτονίες ἐπισκόπων, μὲ ἀποτέλεσμα μετὰ τὴν κοίμησή του τὸ 1955 νὰ μὴν ὑπάρχει πλέον ἐπίσκοπος στοὺς «Γ.Ο.Χ.».

Σὲ κατάφωρη παράβαση, ὅμως, τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας εἶχε προβεῖ καὶ ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος. Δύο χρόνια πρὶν κοιμηθεί, τὸ 1948, ὄντας ὑπέργηρος σὲ ἡλικία ἤδη 87 ἐτῶν, καὶ ἀφοῦ εἶχε πορευτεῖ μόνος ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια μετὰ τὴν ἀπόσπασή του τὸ 1937 ἀπὸ τοὺς «Φλωρινικούς», ἀποφάσισε νὰ χειροτονήσει ἀπὸ μόνος του (!) νέους «ἐπισκόπους» τῆς παρατάξεώς του καί φυσικά ἀμέσως καταγγέλθηκε ἀπὸ τὴν ἀντίπαλη παράταξη τοῦ πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου.

β) Τό σχίσμα τῶν «Φλωρινικῶν» Καλλίστου – Ἀντωνίου τὸ 1979

Οἱ δύο αὐτοὶ «ἐπίσκοποι» τὸ 1979 προχώρησαν σὲ διακοπὴ κοινωνίας ἀπὸ τὸν τότε «Ἀρχιεπίσκοπο» Αὐξέντιο τῶν «Φλωρινικῶν», κατηγορώντας τον ὅτι προέβη σὲ χειροτονίες ἀναξίων κληρικῶν (π.χ. κληρικῶν, ποὺ εἶχαν καθαιρεθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος γιὰ ἠθικὲς παραβάσεις), ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς «Γ.Ο.Χ.» δὲν αποδεχόντουσαν τὴν ἁγιότητα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Προχώρησαν ἄμεσα σὲ χειροτονίες δικῶν τους «ἐπισκόπων» καὶ συνέστησαν δικὴ τους «Ἱερὰ Σύνοδο».

Ἡ διαμάχη συνεχίστηκε μὲ ἔντονο καὶ ὀξὺ ρυθμὸ, χαρακτηριζόμενη ἀπὸ συχνὲς μεταπηδήσεις «ἀρχιερέων» ἀπὸ τὴν μία πλευρὰ στὴν ἄλλη καὶ ἀνάποδα, ἀλλὰ καὶ μὲ νέες διασπάσεις, ὥστε, τελικά, πέντε χρόνια μετά, οἱ λεγόμενοι «Φλωρινικοί» τὸ 1984 νὰ βρεθοῦν διεσπασμένοι σὲ ἕξι παρατάξεις ὡς ἑξῆς : Αὐξεντίου, Καλλίστου, Χρυσοστόμου, Γεροντίου, Ἀντωνίου καί Κυπριανοῦ.

γ) Τό σχίσμα Κυπριανοῦ τὸ 1984 καὶ ἡ «σύνοδος» τῶν Ἐνισταμένων                 

Ὁ Κυπριανός στὴν ἀρχὴ ἀκολούθησε τὸ σχίσμα τῶν Καλλίστου – Ἀντωνίου καὶ μάλιστα χειροτονήθηκε ἀπ’ αὐτοὺς Μητροπολίτης Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς. Ἀλλὰ, τὸ 1984 ἀποσχίστηκε ἀπὸ τὸ σχίσμα αὐτὸ, καταγγέλλοντας τοὺς ἀνωτέρω δύο καὶ τὴν «σύνοδό» τους  ὅτι ἀποδέχτηκαν τὴν ἀβάσιμη ἐκκλησιολογική θέση ὅτι τὸ νέο ἡμερολόγιο ἔχει χάσει τὴν ἁγιαστική Χάρι τῶν Μυστηρίων, παρ’ ὅλο ποὺ ὁ ἴδιος στὸ παρελθὸν ὑποστήριζε ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν θέση, ἡ ὁποία ἄλλωστε ἦταν καὶ ἡ ἐπίσημη θέση τῆς «ἐκκλησίας», στὴν ὁποία ἀνῆκε. 

Ὁ Κυπριανός συνεργάστηκε γιὰ τὴν δημιουργία νέας «συνόδου» μὲ ἕναν πρώην παπικὸ μοναχὸ Ἰωάννη καὶ παραγκωνισμένο «ἐπίσκοπο» τῶν «Γ.Ο.Χ.», ὁ ὁποῖος εἶχε προσχωρήσει ἀρχικὰ στὸ Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας, μετά ὅμως τὸ ἐγκατέλειψε καὶ ἑνώθηκε μὲ αἱρετικοὺς Νεστοριανούς, ποὺ τὸν χειροτόνησαν μάλιστα καὶ «ἐπίσκοπο», ἀλλὰ κι αὐτοὺς τοὺς ἐγκατέλειψε, γιὰ νὰ χειροτονηθεῖ «ἐπίσκοπος» Σαρδηνίας τῶν «Γ.Ο.Χ.». Ἡ «σύνοδος», ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὶς «χειροτονίες», ποὺ τέλεσαν οἱ Κυπριανός καὶ Ἰωάννης ὀνομάστηκε «σύνοδος τῶν Ἐνισταμένων». Μέσα σὲ λίγο καιρό, ὁ Κυπριανός καθήρεσε σχεδὸν ὅλα τὰ μέλη τῆς «συνόδου» καὶ ἀναγκάστηκε ὕστερα ἀπὸ λίγο νὰ φτιάξει νέα «σύνοδο Ἐνισταμένων», ἀλλά γενικά πολλοὶ ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς ἀπὸ τὶς «χειροτονίες» του, τὸν ἐγκατέλειψαν, γιατὶ ἔδειχνε μιὰ ἀσυνεπὴ στάση. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς «ἀρχιερεῖς», μὲ τοὺς ὁποίους ἐμφανιζόταν νὰ συνεργάζεται, ἦταν Ρουμάνοι «Γ.Ο.Χ.», μὲ τοὺς ὁποίους εἶχε ἐπαφὴ, κι ὄχι Ἕλληνες. Συνέχισε τὴν δράση του καὶ τὴν ἀνεξάρτητη πορεία του, χωρίς ὅμως νὰ ἀσκεῖ πολεμικὴ στὸ κύριο ρεῦμα τῶν «Φλωρινικῶν Γ.Ο.Χ.», ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀποσπάστηκε, καὶ οἱ ὁποῖοι τὸν εἶχαν καθαιρέσει τὸ 1986. Τελικά, τὸ 2014, ἡ Κοινότητα αὐτὴ ἑνώθηκε καὶ ἐντάχθηκε στοὺς «Φλωρινικούς Γ.Ο.Χ.» ὑπὸ τὸν τότε «ἀρχιεπίσκοπό» τους Καλλίνικο.    

δ) Τό σχίσμα Αὐξεντίου τὸ 1985

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1985, ἐπῆλθε μιὰ ἕνωση  μεταξὺ τῶν Φλωρινικῶν παρατάξεων Αὐξεντίου, Γεροντίου καὶ Ἀντωνίου ἀπὸ τὶς ἕξι, ποὺ προαναφέρθηκαν, ἡ ὁποία, ὅμως, σύντομα ἀποδείχθηκε ψευδεπίπλαστη, ἀφοῦ δὲν εἶχε ἐξαλείψει τὰ βαθύτερα αἴτια τῆς ρήξεως καὶ ἀναπόφευκτα ὁδήγησε σὲ νέα ρήξη.

Ἀφορμὴ ἔδωσε τὸ γεγονὸς τῆς ἀποκαλύψεως τὸν Ἰούλιο τοῦ 1985 ὅτι ἕνας καθηρημένος «ἀρχιμανδρίτης» ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος γιὰ ἠθικὰ παραπτώματα, ὁ Δωρόθεος Τσάκος, εἶχε μυστικὰ χειροτονηθεῖ «ἐπίσκοπος» Πατρῶν καὶ πάσης Πελοποννήσου μὲ ἐντολὴ τοῦ «Ἀρχιεπισκόπου»  Αὐξεντίου ἀπὸ τοὺς «ἐπισκόπους» Κεφαλληνίας Μάξιμο καὶ Θηβῶν Γεράσιμο. Ὁ Αὐξέντιος τὸ ἀρνήθηκε, ὅπως καὶ οἱ δύο «ἐπίσκοποι», ἀλλά στὸ τέλος ὁ Θηβῶν Γεράσιμος καὶ ἕνας ἱεροψάλτης, ποὺ παρευρέθηκε στὸ «μυστήριο», ὀμολόγησαν ὑπεύθυνα ὅτι πράγματι εἶχε λάβει χώρα.  Στηριζόμενος σὲ πιστοὺς σ’ αὐτὸν «ἱεράρχες» ἀπὸ τὴν «σύνοδό» του, ὁ «ἀρχιεπίσκοπος» Αὐξέντιος ἀντέδρασε, προχωρώντας σὲ καθαιρέσεις ἀντιτιθεμένων πρὸς αὐτὸν «ἀρχιερέων» καὶ «κληρικῶν». Κατόπιν αὐτοῦ, δωδεκαμελὴς «σύνοδος», ὑπὸ τὸν μέχρι τότε ἀντιπρόεδρο Πειραιῶς Γερόντιο, προέβη τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1985 σὲ καθαίρεση τοῦ Αὐξεντίου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. Ὁ ἴδιος δὲν δέχτηκε τὴν καταδίκη του καὶ ἀκολούθησε ἐφεξῆς ἀνεξάρτητη πορεία μαζὶ μὲ κάποιους «ἱερωμένους» καὶ λαϊκοὺς, ποὺ τὸν ἀκολούθησαν, ἰσχυριζόμενος πάντοτε ὅτι εἶναι ὁ νόμιμος «ἀρχιεπίσκοπος». Ἀνεξάρτητη πορεία ἀκολούθησε καὶ ὁ Θηβῶν Γεράσιμος μετὰ τὴν ἀνωτέρω ὁμολογία του, ὁ ὁποῖος ἀποσπάστηκε ἀπὸ τὸν πρώην «ἀρχιεπίσκοπο» Αὐξέντιο καὶ μαζὶ μὲ τὸν Δωρόθεο Τσάκο χειροτόνησαν δικοὺς τους «ἐπισκόπους» καὶ συνέστησαν νέα δικὴ τους παράταξη, ἀλλὰ κι αὐτὴ διασπάστηκε στὴ συνέχεια σὲ διάφορες ἄλλες παρατάξεις καὶ φατρίες.

Ὕστερα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτά, οἱ «ἱεράρχες Γ.Ο.Χ.», ποὺ εἶχαν καθαιρέσει τὸν Αὐξέντιο, ἀπευθύνθηκαν καὶ ζήτησαν τὴν συνδρομὴ ἄλλων Φλωρινικών «ἱεραρχῶν», ποὺ εἶχαν ἀποκοπεῖ ἐδῶ καὶ καιρὸ ἀπὸ αὐτοὺς καὶ τοὺς πολεμοῦσαν ὅλ’ αὐτὰ τὰ χρόνια. Ἀπ’ αὐτοὺς ἀνταποκρίθηκαν ὁ Ἀστορίας Πέτρος καὶ ὁ Θεσσαλονίκης Χρυσόστομος Κιούσης. Ὁ τελευταῖος ἐκλέχτηκε «ἀρχιεπίσκοπος» τῶν «Γ.Ο.Χ.» τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1986, μολονότι ἐπὶ δέκα χρόνια ἦταν σὲ διάσταση τόσο μὲ τὸν Αὐξέντιο, ὅσο καὶ μὲ ὅσους τότε τὸν καθήρεσαν, καὶ τοὺς ὁποίους δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ τοὺς κατηγορεῖ, ἀκόμα καὶ μέχρι τὸ τέλος τοῦ 1985, λίγο πρὶν τὴν ἐπανακάμψη καὶ ἐκλογὴ του ὡς «ἀρχιεπισκόπου». Οὔτε, ὅμως, ὁ Χρυσόστομος κατόρθωσε νὰ  ἐπιβάλει τὴν τάξη καὶ τὴν ἕνωση μεταξὺ τῶν «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογιτῶν καὶ ὕστερα ἀπὸ δέκα χρόνια προέκυψαν νέα σχίσματα.        

ε) Τό σχίσμα τῶν «ἐπισκόπων» Καλλινίκου καὶ Εύθυμίου τὸ 1995 καὶ τῆς παρατάξεως τοῦ Αὐξεντίου             

Τὸ 1995 συνέβησαν πολλαπλὲς διασπάσεις σὲ ὅλες τὶς παρατάξεις τῶν «Γ.Ο.Χ.». Στοὺς Φλωρινικούς ὑπὸ τὸν Χρυσόστομο, ἕξι «ἐπίσκοποι» μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Φθιώτιδος Καλλίνικο καὶ τὸν Θεσσαλονίκης Εὐθύμιο ἀποκήρυξαν τὸν «ἀρχιεπίσκοπο» Χρυσόστομο καὶ δημιούργησαν δικὴ τους «σύνοδο» μὲ χειροτονία πολλῶν νέων «ἐπισκόπων». Αὐτὸ προέκυψε ἐξαιτίας τῶν ἀκόλουθων γεγονότων : Ὁ Εὐθύμιος βρέθηκε κατηγορούμενος γιὰ ζητήματα ἠθικῆς τάξεως ἀπὸ τὸ 1988 καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ τὸ τοπικὸ ποίμνιο στὴ Θεσσαλονίκη δὲν τὸν ἤθελαν γιὰ «μητροπολίτη» τους καί πίεζαν τὸν Χρυσόστομο γιὰ ταχεία ἐκδίκαση τῆς ὑποθέσεώς του καὶ καταδίκη ἀπὸ συνοδικὸ δικαστήριο. Ὁ Χρυσόστομος τὸ καθυστεροῦσε, γιατὶ ὁ Εὐθύμιος εἶχε ἀπειλήσει μὲ ἀποχώρηση καὶ σχίσμα. Τελικά, ὅμως, ἀναγκάστηκε τὸ 1995 νὰ προχωρήσει σὲ ἐκδίκαση τῆς ὑποθέσεως καί κατόπιν αὐτοῦ ὁ Εὐθύμιος, γιὰ νὰ προλάβει τὴν σχεδὸν βέβαιη καταδίκη του, μαζὶ μὲ ἄλλους ἕξι ἐπισκόπους διέσπασε τὴν παράταξη «Γ.Ο.Χ.» τοῦ Χρυσοστόμου, τὴν ὁποία κατήγγειλε, ἀποκαλώντας τὴν «χρυσοστομική σωματειακὴ ψευτοεκκλησία», ἀλλὰ καὶ γιὰ πολλὰ χρόνια μετὰ δὲν ἔπαψε νὰ τὴν ἀποκαλεῖ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο.

Οἱ «ἐπίσκοποι», ποὺ ἀκολούθησαν τὸν Εὐθύμιο, προέβαλλαν κι ἄλλους λόγους γιὰ τὴν ἀποχώρησή τους, ὅπως π.χ. ὅτι ὑπῆρχε συνεχὴς ἀναβολὴ στὴν πλήρωση τῆς μητροπολιτικῆς ἔδρας Πειραιῶς ἐκ μέρους τοῦ Χρυσοστόμου καὶ ὅτι ἀρνήθηκε νὰ ὑπογράψει μαζὶ μὲ ἄλλους «ἐπισκόπους» μιὰ ἐγκύκλιο, ποὺ ἀφοροῦσε τὶς ἠλεκτρονικὲς ταυτότητες τῶν συνταξιούχων τοῦ ΙΚΑ. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1997, τὸ κίνημα διασπάστηκε σὲ τρεῖς ὁμάδες, μία ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐπανῆλθε τελικὰ στὴν «σύνοδο Γ.Ο.Χ.» ὑπὸ τὸν Χρυσόστομο, ἐνῶ μία ἄλλη προσχώρησε στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Στὸ τέλος τοῦ ἔτους, ἡ τρίτη ὁμάδα μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Λαμίας Καλλίνικο καὶ τὸν Θεσσαλονίκης Εὐθύμιο προχώρησαν στὴν δημιουργία δικῆς τους «συνόδου», ἐπιλέγοντας ὡς «ἀρχιεπίσκοπό» τους τὸν Μακάριο Καβακίδη, ὁ ὁποῖος παραμένει μέχρι σήμερα «ἀρχιεπίσκοπός» τους.   

Τὴν ἴδια αὐτὴ χρονιὰ τοῦ 1995 ὑπῆρξε διάσπαση καὶ τῆς παρατάξεως τοῦ Αὐξεντίου, πρώην «ἀρχιεπισκόπου» τῶν Φλωρινικῶν «Γ.Ο.Χ.», ποὺ εἶχε καθαιρεθεῖ ἀπὸ τὸν διάδοχό του Χρυσόστομο. Μετὰ τὴν κοίμησή του τὸ 1994, ὡς διάδοχός του ἀνέλαβε ὁ Κεφαλληνίας Μάξιμος τὸ 1996. Ἀλλὰ, κι αὐτὸς διαχωρίστηκε ἀπὸ τοὺς «συνεπισκόπους» του καὶ προχώρησε κι αὐτὸς σὲ χειροτονίες νέων «ἐπισκόπων» μὲ τὴν βοήθεια ἑνὸς ψευδεπισκόπου Δημητρίου Πρίφτη, δῆθεν τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, χωρὶς στὸ μεταξὺ ἡ «ἐκκλησία» του νὰ ἔχει καθόλου ἱερεῖς, κάτι ποὺ συνέβαινε καὶ μὲ ἄλλες «Γ.Ο.Χ.» παρατάξεις, ἐξαιτίας ὅλων αὐτῶν τῶν συχνῶν διενέξεων καὶ διαιρέσεων. Ἡ «σύνοδος» τοῦ Αὐξεντίου εἶχε πρακτικὰ διαλυθεῖ στὰ μέσα τοῦ 1990, ἐνῶ τὸ 2006 ἕνας «ἐπίσκοπος» καὶ κάποιοι «ἱερεῖς» μὲ προέλευση ἀπὸ τὴν «σύνοδο» αὐτή, τελικά, προσχώρησαν στὴ Φλωρινική «σύνοδο Γ.Ο.Χ.» ὑπὸ τὸν «ἀρχιεπίσκοπο» Χρυσόστομο. 

στ) Τό σχίσμα τοῦ Ματθαιϊκοῦ «ἐπισκόπου» Γρηγορίου τὸ 1995

Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Φλωρινικούς «Γ.Ο.Χ.», σχίσμα σημειώθηκε τὸ 1995 καὶ στὴν παράταξη τῶν Ματθαιϊκῶν «Γ.Ο.Χ.». Τὸ προκάλεσε ὁ Μεσσηνίας Γρηγόριος, ἐπικεφαλῆς μιᾶς ὁμάδας πέντε «ἀρχιερέων» ἀπὸ τοὺς ὀκτὼ συνολικὰ τῆς «συνόδου» ὑπὸ τὸν «ἀρχιεπίσκοπο» Ἀνδρέα. Ἡ ὁμάδα τῶν πέντε προχώρησε καὶ σὲ καθαίρεση τοῦ Ἀνδρέα καὶ τῶν σὺν αὐτῷ μὲ βαρύτατες κατηγορίες.

Ἡ βασικὴ κατηγορία ἦταν ὅτι ὁ Ἀνδρέας καὶ οἱ ὀπαδοὶ του ἀπέρριπταν τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος μὲ τὸν Πατέρα ὡς «Παλαιὸ τῶν Ἡμερῶν», τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν τάφο καὶ τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως μὲ λουτρὸ καὶ μαῖες καὶ τοὺς χαρακτήρισαν ὡς αἱρετικοὺς νεο-εἰκονομάχους, ἀφοῦ ἡ παράταξη τοῦ Ἀνδρέα θεωροῦσε τὴν προσκύνηση τῶν εἰκόνων αὐτῶν ὡς εἰδωλολατρία καὶ θεωροῦσε τὸ ζήτημα αὐτὸ ὡς σωτηριολογικό, δηλ. ὅτι ἐμπόδιζε τὴν σωτηρία τῶν πιστῶν. Οἱ Ἀνδρεϊκοί «ἐπίσκοποι»  ἀνταπέδιδαν τὶς κατηγορίες, ἰσχυριζόμενοι ὅτι εἰκονομάχοι ἦταν οἱ ἴδιοι, ὁ Γρηγόριος καὶ οἱ ὁμόφρονἐς  τοῦ «ἐπίσκοποι», οἱ ὁποῖοι ὁρισμένες εἰκόνες, ὅπως τήν «Φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ», τὶς χαρακτήριζαν ἑβραϊκὲς καὶ εἰδωλολατρικὲς, προσβάλλοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὴν ὀρθόδοξη βυζαντινὴ ἁγιογραφία, ἔτσι ὅπως μᾶς παραδόθηκε. Ἡ διαμάχη καὶ τὸ μίσος μεταξὺ τῶν δύο παρατάξεων ἦταν πολὺ ἔντονο.

Ὅλη αὐτὴ ἡ κατάσταση ὁδήγησε σὲ νέα διαίρεση τῶν Ματθαιϊκῶν πρῶτα τὸ 2003, ὅταν ἡ παράταξη τοῦ Γρηγορίου διασπάστηκε σὲ δύο, μία ὑπὸ τὸν Θηβῶν Χρυσόστομο καὶ μία ὑπὸ τὸν Θεσσαλονίκης Χρυσόστομο, καὶ ἀργότερα, τὸ 2005, ὅταν ὁ Μεσογαίας Κήρυκος δημιούργησε δικὴ του ξεχωριστὴ ὁμάδα. Σήμερα ὑπάρχουν τέσσερες παρατάξεις τῶν Ματθαιϊκῶν. Ἡ μεγαλύτερη, ὅμως, εἶναι αὐτὴ, ποὺ ἔχει τὴν προέλευσή τῆς ἀπὸ τὸν Ἀνδρέα, τὸν ὁποῖο διαδέχτηκε ὁ Νικόλαος καὶ μετὰ ὁ Στέφανος. Κάποια ἀπὸ αὐτὲς τὶς παρατάξεις προέκυψε μὲ χειροτονίες «ἐπισκόπων» μόνο ἀπὸ ἕναν «ἐπίσκοπο», ὅπως ἀκριβῶς ἔκανε καὶ ὁ ἱδρυτὴς τῶν Ματθαιϊκῶν, ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος.             

ζ) Τά νέα σχίσματα τῶν Φλωρινικῶν τὸ 1998. Τό σχίσμα τοῦ Νήφωνος καὶ τὸ σχίσμα τοῦ Αὐλώνος Ἀγγέλου

Ὁ Νήφων ἦταν ἡγούμενος τῆς μονῆς Ἁγίας Σκέπης Κερατέας στὴν Ἀττικὴ καὶ στὴν ἀρχὴ οἱ σχέσεις τοῦ μὲ τὸν «ἀρχιεπίσκοπο» Χρυσόστομο ἦταν ἄριστες. Διαταράχτηκαν, ὅμως, τὸ 1998 ὅταν ἡ «σύνοδος Γ.Ο.Χ.» τοῦ Χρυσοστόμου ἀρνήθηκε στὸν Νήφωνα τὴν δημιουργία μετοχίου τῆς μονῆς του στὸ Σικάγο, ὅπως εἶχε αἰτηθεῖ. Ἡ βαθύτερη αιτία, ὅμως, ἦταν ὅτι στὸ πρόσωπό του ἔβλεπε ἕναν δυναμικὰ ἀνερχόμενο «ἱερωμένο» καὶ γι’ αὐτό ἀνησυχοῦσε, μήπως ἀρχίσει νὰ ἔχει μεγάλη ἐπιρροὴ μέσα στοὺς κόλπους τῶν «Γ.Ο.Χ.» καὶ νὰ ἐπηρεάζει τὶς ἀποφάσεις τους καί στὸ τέλος νὰ προκαλέσει κι αὐτὸς σχίσμα παρόμοιο μὲ αὐτὸ τοῦ Κυπριανοῦ τὸ 1984.

Ὁ ἡγούμενος Νήφων, ἀντιδρώντας στὴν ἄρνηση τοῦ αἰτήματός του καὶ στὴν πολεμικὴ τῆς «συνόδου» ἀπέναντί του, προχώρησε σὲ ἀπόσχιση ἀπ’ αὐτήν. Ὡς λόγους γιὰ τὴν ἀπόσχισή του πρόβαλε, πρῶτον, τὸν νέο καταστατικὸ χάρτη, ποὺ εἶχε προταθεῖ ἀπὸ τὸν Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος πράγματι ἀπὸ ἀρκετοὺς κληρικοὺς τῶν «Γ.Ο.Χ.» κρίθηκε ὡς ἕνα πολὺ πρόχειρο καὶ ἀτελὲς κείμενο, γεμάτο κακόδοξες θέσεις, καί, κατὰ δεύτερον, τὶς πολλὲς ἀθεολόγητες θέσεις σὲ διάφορες κατὰ καιροὺς ἐγκυκλίους τοῦ Χρυσοστόμου, τὶς ὁποῖες χαρακτήρισε ὡς κήρυξη αἱρέσεως «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ». Ἡ «σύνοδος», λόγῳ καὶ τῶν γενικότερων ἀντιδράσεων, ἀπέσυρε τελικά τὸν καταστατικὸ χάρτη, ἐνῶ ὁ Χρυσόστομος ἀπολογήθηκε καὶ ἐξήγησε, γιατὶ οἱ θέσεις του στὶς ἐκδοθεῖσες ἐγκυκλίους δὲν ἦταν αἱρετικές. Παρ’ ὅλ’ αὐτά, ἡ «σύνοδος» ἔσπευσε νὰ καθαιρέσει τὸν Νήφωνα.

Ὁ ἠγούμενος ἀναγκάστηκε νὰ ἀπευθυνθεῖ στοὺς ἀντιπάλους τοῦ Χρυσοστόμου καί συγκεκριμένα  στὸν μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Εὐθύμιο καὶ τὴν παράταξή του ὑπὸ τὸν «ἀρχιεπίσκοπο» Μακάριο. Αὐτοὶ, ὄχι μόνο τὸν δέχτηκαν, ἀλλὰ δὲν καθυστέρησαν καθόλου νὰ «χειροτονήσουν», αὐτὸν μὲν ὡς «μητροπολίτη» Πειραιῶς, τὸν δὲ ὑποτακτικὸ του Ἀρέθα ὡς «μητροπολίτη» Κρήτης. Ὁ Νήφων σὲ λίγα χρόνια δὲν ἄργησε νὰ ἔλθει σὲ ρήξη καὶ μ’ αὐτούς, ὅπως καί ὁ Ἀρέθας, καὶ ἔφτιαξε δικὴ του παράταξη, ἐνῶ τὸ 2009 συνελήφθη, δικάστηκε καὶ καταδικάστηκε ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ δικαιοσύνη γιὰ ἠθικῆς φύσεως ζητήματα.

Τὴν ἴδια περίοδο ἀποσχίστηκε ἀπὸ τοὺς Εὐθυμιακούς καὶ ὁ Αὐλώνος καὶ Βοιωτίας Ἄγγελος, ὁ ὁποῖος ἵδρυσε τὴν δικὴ του παράταξη, ἡ ὁποία σήμερα φέρνει τὴν ἐπωνυμία «Ἱερὰ Μητροπολιτικὴ Σύνοδος Πατρώου Ἑορτολογίου», καὶ μετὰ τὴν κοίμησή του τὸ 2021, διοικεῖται ἀπὸ τὸν «μητροπολίτη» Βιθυνίας καὶ Παμφυλίας Χερουβείμ.  

Τελικά, σήμερα οἱ πιὸ βασικὲς παρατάξεις «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογιτῶν εἶναι οἱ ἀκόλουθες :

Α) ΦΛΩΡΙΝΙΚΟΙ 

1. «ΕΚΚΛΗΣΙΑ Γ.Ο.Χ.» ΕΛΛΑΔΟΣ – «Σύνοδος» Καλλινίκου. «Ἀρχιεπίσκοπος» : Καλλίνικος (Σαραντόπουλος) ἀπὸ τὸ 2010.

Εἶναι ἡ παράταξη, ἡ ὁποία, μετὰ τὸν πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομο, ἔχει τὴν προέλευσή της ἀπό τοὺς «ἀρχιεπισκόπους»  Ἀκάκιο (1960-63),  Αὐξέντιο (1963-1985) καὶ Χρυσόστομο (Κιούση) (1985-2010). Στὴν παράταξη αὐτὴ ἐντάχθηκε τὸ 2014 καὶ ἡ Κοινότητα τῶν Ἐνισταμένων μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν ἡγέτη της Κυπριανό Β΄, Μητροπολίτη Φυλῆς καὶ Ὠρωποῦ, ἡ ὁποία εἶχε δημιουργηθεῖ μὲ τὴν ἀπόσχιση τοῦ προκατόχου του Μητροπολίτη Φυλῆς καὶ Ὠρωποῦ Κυπριανού Α΄ ἀπὸ τὸν «ἀρχιεπίσκοπο» Χρυσόστομο τῆς παρούσης «ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ.».    

2. «ΕΚΚΛΗΣΙΑ Γ.Ο.Χ.» ΕΛΛΑΔΟΣ. «Ἀρχιεπίσκοπος» : Μακάριος (Καβακίδης)

Εἶναι ἡ παράταξη (Εὐθυμιακοί), ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ σχίσμα Καλλινίκου καὶ Εὐθυμίου τοῦ 1995, ὅταν ἐναντιώθηκαν στὸν «ἀρχιεπίσκοπο» Χρυσόστομο τῆς ὡς ἄνω παρατάξεως.  

3. «ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΠΑΤΡΩΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ τῆς ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ – «Σύνοδος» Αὐλώνος. «Μητροπολίτης» Βιθυνίας καὶ Παμφυλίας Χερουβεὶμ.

Εἶναι ἡ παράταξη, ποὺ ἕλκει τὴν καταγωγὴ της ἀπό τὸ σχίσμα τοῦ «ἐπισκόπου» Βοιωτίας καὶ Αὐλώνος Ἀγγέλου ἀπὸ τὴν ὡς ἄνω παράταξη τῶν Εὐθυμιακῶν.  

Β) ΜΑΤΘΑΙÏΚΟΙ

1. «ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ἀνδρεϊκοί). «Ἀρχιεπίσκοπος» Παχώμιος (Ἀργυρόπουλος)

Εἶναι ἡ μεγαλύτερη παράταξη Ματθαιϊκῶν, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ Ματθαιϊκή παράταξη ὑπὸ τὸν «ἐπίσκοπο» Ἀνδρέα, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἀκολούθησε τὸ σχίσμα τοῦ «ἐπισκόπου» Μεσσηνίας Γρηγορίου τὸ 1995.   

2. «ΕΚΚΛΗΣΙΑ Γ.Ο.Χ.» ΕΛΛΑΔΟΣ. «Μητροπολίτης» Ἀττικῆς καὶ Μεγαρίδος Κοσμᾶς.

Εἶναι ἡ Ματθαιϊκή παράταξη, ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὸ σχίσμα τοῦ «ἐπισκόπου» Μεσσηνίας Γρηγορίου.

3. «ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ». «Μητροπολίτης» Χρυσόστομος (Μητρόπουλος)

Ὁ «μητροπολίτης» Χρυσόστομος εἶναι Ματθαιϊκός «ἐπίσκοπος», ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ δικὴ του ἀνεξάρτητη πορεία, ἔχοντας ἀποσχιστεῖ καὶ ἀπὸ τὶς ἀνωτέρω δύο Ματθαιϊκές παρατάξεις, τόσο τῶν Ἀνδρεϊκῶν ὅσο καὶ τῶν Γρηγοριανῶν. 

ΛΟΙΠΟΙ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ (ἐνδεικτικὰ)

1. «Ἱερὰ Μητρόπολη» Λιτῆς καὶ Ρεντίνης (Φλωρινικοί) – «Μητροπολίτης» Φιλόθεος (Κυνηγαλάκης)

Φέρεται νὰ ἔχει χειροτονηθεῖ ἀπὸ «ἐπίσκοπο», ὁ ὁποῖος μὲ τὴν σειρὰ του εἶχε «χειροτονηθεῖ» ἀπὸ τὸν γνωστὸ Δωρόθεο Τσάκο, ἡ ὑπόθεση τοῦ ὁποίου ὁδήγησε στὴν καθαίρεση τοῦ «ἀρχιεπισκόπου» Αὐξεντίου τὸ 1985 καὶ στὴν δημιουργία σχίσματος (σχ. βλ. ἀνωτέρω σχίσμα Αὐξεντίου).

2. «Ἱερὰ Μητρόπολη» Μεσογαίας καὶ Νήσων (Φλωρινικοί) – «Μητροπολίτης» Χριστοφόρος (Ἀγγελάκης)

Προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀπόσχιση τοῦ «μητροπολίτου» Χριστοφόρου ἀπὸ τοὺς  Φλωρινικούς – Εὐθυμιακούς ὑπὸ τὸν «ἀρχιεπίσκοπο» Μακάριο (Μακαριακοί), ποὺ συνέβη τὸ 2014.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἀνωτέρω, ὑπάρχουν καὶ πολλὲς ἄλλες μεμονωμένες παρατάξεις, ἄλλες γνωστὲς κι ἄλλες λιγότερο γνωστές, οἱ ὁποῖες ἐμφανίζονται νὰ ἀριθμοῦνται τοὐλάχιστον σὲ εἴκοσι δύο (22). Δηλ. συνολικὰ ὅλες μαζὶ οἱ «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογιτικές παρατάξεις εἶναι πάνω ἀπὸ τριάντα (30)!!! Πολλὲς μάλιστα ἀπ’ αὐτὲς δὲν ἔχουν κἄν «ἱερεῖς», παρὰ μόνο «ἐπισκόπους», ἐνῶ στὶς τάξεις τῶν «ἱερωμένων» τους παρεισφρύουν συχνὰ ἄνθρωποι ἀπατεῶνες ἢ καὶ ἠθικὰ ὕποπτοι καὶ ὑπόλογοι, καθηρημένοι ἀπό τήν Ἑλλαδική Ἐκκλησία γιὰ ἠθικῆς φύσεως ζητήματα κ.ο.κ.                                                                                                                     

10.  Ἡ ἀνύπαρκτη Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ τῶν «ἐπισκόπων τῶν Γ.Ο.Χ.»

Εἶναι γνωστὸ ὅτι Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ ἑνὸς Ἐπισκόπου ὑφίσταται, μόνο ἐὰν ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἂν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ αὐτὴν, τότε παύει νὰ ἔχει τὴν ἀναγκαία Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ, καὶ τὰ Μυστήρια, ποὺ τελεῖ, εἶναι αχαρίτωτα. Γιὰ παράδειγμα, αὐτὸ συνέβη μὲ τοὺς αἱρετικοὺς τῆς Δύσεως. Ἀποσχίστηκαν ἀπὸ τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὸ Ἅγιο Σῶμα Του, κι ἔτσι ἔχασαν μὲ τὴν κίνησή τους αὐτὴ τὴν Χάρι τῶν Μυστηρίων. Ἄρα, τὸ βασικὸ ἐρώτημα γιὰ μιὰ τοπικὴ ἢ ἄλλη «ἐκκλησία» εἶναι, ἂν πράγματι εἶναι Ἐκκλησία Χριστοῦ, ὥστε οἱ «ἐπίσκοποί» της νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἔχουν τὴν Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ, ἱκανοποιουμένων, βεβαίως, καὶ τῶν ὑπολοίπων προϋποθέσεων, ποὺ θὰ πρέπει νὰ πληροῦν.

Τίθεται, συνεπῶς, τὸ ἐρώτημα : Εἶναι Ἐκκλησία Χριστoῦ ἡ «ἐκκλησία» τῶν Παλαιοημερολογιτῶν «Γ.Ο.Χ.»; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἕνα ἠχηρὸ ΟΧΙ ! Διότι, οἱ ὀπαδοὶ τῆς «ἐκκλησίας» αὐτῆς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, μὲ τὶς ἔντονες καὶ βίαιες διαμαρτυρίες τους καὶ τὴν τελικὴ ἀπόσχισή τους, παρέβησαν καὶ κατεπάτησαν τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ κινήθηκαν ἀντίθετα στὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων, ποὺ εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸ τὸ Ὁποῖο εἶχε ὁρίσει ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας στιγμὴ  τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅτι τὸ θέμα τῆς ἡμερομηνίας τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα εἶναι ὑποδεέστερο ἀπὸ τὸ πολὺ σοβαρότερο θέμα τῆς ἑνώσεως καὶ τῆς ἑνότητος τῶν ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία, βεβαίως, ἐκδηλώνεται μὲ τὴν κοινὴ ὀρθὴ πίστη. Δηλ. μὲ  ἁπλὰ λόγια ὅτι ὁ ἡμερολογιακὸς ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα δὲν εἶναι θέμα πίστεως (δογματικὸ). Τὰ λόγια τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, σύντομα καὶ περιεκτικά, ἐκφράζουν μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὴν κατάσταση αὐτὴ : «Χρόνου ἀκρίβειαν καὶ ἡμερῶν παρατήρησιν δὲν ἠξεύρει ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία. Ἐπειδὴ, ὅσαις φορὲς τρώγει τὸν Ζωοποιὸν Ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνει, καταγγέλει τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου. Καὶ πάσχα ἐπιτελεῖ».

Ὅπως σημειώθηκε παραπάνω, ἡ ἴδια ἡ αἱρετική Παπικὴ παρασυναγωγή ἔσπευσε νὰ παραβεῖ ἀμέσως καὶ χωρὶς κανένα δισταγμὸ τὴν ἀπόφαση τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ νὰ μὴν ἀκολουθήσει τὸν Ἀλεξανδρινὸ Κανόνα γιὰ τὸν τρόπο προσδιορισμοῦ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα, ὅπως ἀποφασίστηκε, ἀλλὰ τὸν δικὸ της, μὲ ἀποτέλεσμα μέχρι τὸν 8ο αἰώνα μ.Χ. νὰ τελεῖ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα σὲ διαφορετικὴ ἡμερομηνία. Καμμία, ὅμως, ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες Τοπικὲς Ἐκκλησίες, ποὺ συνιστοῦν τὴν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν διανοήθηκε νὰ τῆς διακόψει τὴν κοινωνία γιὰ τὴν ἡμερολογιακὴ αὐτὴ ἀπόκλιση, δεδομένου ὅτι ἀκολουθοῦνταν ἐκ μέρους τους οἱ τέσσερεις προϋποθέσεις τοῦ Πασχαλίου τῆς Συνόδου. Κάτι, ὅμως, δυστυχῶς, ποὺ τὸ ἔκαναν οἱ «Γ.Ο.Χ.» -Παλαιοημερολογίτες τὸ 1924, περιφρονώντας τόσους αἰῶνες ἀμετάκλητης Ἐκκλησιαστικῆς Παράδοσης καὶ μάλιστα «ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ», δεδομένου ὅτι καὶ ἀπὸ πλευρὰς της ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία, εἰσάγοντας τὸ ἀναθεωρημένο καί ὄχι αὐτούσιο τὸ Γρηγοριανὸ Ἡμερολόγιο, φρόντισε νὰ ἀφήσει ἄθικτο τὸ Πασχάλιο, σεβομένη τὶς ἀποφάσεις τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἀλλὰ, καὶ στὴν σύγχρονη ἐποχὴ ὑπάρχει ἀνάλογο παράδειγμα μὲ τὶς διάφορες Ἐκκλησίες, ὅπως ἡ Σερβική, ἡ Ρωσικὴ καὶ ἀρκετὲς ἄλλες, ἀλλὰ καὶ τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ παρέμειναν στὸ παλαιὸ Ἰουλιανό. Κανεὶς ἀπὸ τὸ νέο ἡμερολόγιο δὲν διανοήθηκε νὰ τοὺς διακόψει τήν μνημόνευση καὶ νὰ τοὺς καταγγείλει ὡς σχισματικοὺς κλπ. κι οὔτε αὐτοὶ νὰ καταγγείλουν τοὺς ἀκολουθοῦντες τὸ νέο ἡμερολόγιο ὡς Οικουμενιστές, σχισματικούς, προδότες τῆς Ὀρθοδοξίας, καινοτόμους, ἀχαρίτωτους, ὑπηρέτες τοῦ Πάπα κλπ. κλπ., ὅπως ἦταν καὶ εἶναι μερικοὶ ἀπὸ τοὺς χαρακτηρισμοὺς τῶν «Γ.Ο.Χ.» ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

Ἑπομένως, γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἰσχύει ὅτι ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ οἱ τρεῖς προαναφερθέντες «μητροπολίτες» ἀποσχίστηκαν, βρέθηκαν ἐκτὸς Ἐκκλησίας Χριστοῦ καὶ αὐτόματα ἔχασαν τὴν Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ καὶ δὲν ἔχει καμμία ἀπολύτως σημασία ὅτι ἦταν τρεῖς κι ἔτσι, κατὰ τὸ τυπικὸ μόνο μέρος, ἀλλὰ ὄχι κατὰ τὴν οὐσία, μποροῦσαν νὰ «χειροτονήσουν» «ἐπισκόπους». Ἀφοῦ οἱ ἴδιοι εἶχαν ἤδη χάσει τὴν «ἐπισκοπικὴ» Χάρι, πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ τὴν μεταδώσουν σὲ ἄλλους; Τόσο οἱ ἴδιοι, ὅσο κι ὅσους χειροτόνησαν ἦταν πλέον ψευδεπίσκοποι καὶ παρέλκει ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ μετά νὰ συζητᾶμε γιὰ μιὰ πιθανὴ «ἀποστολικὴ διαδοχὴ», ποὺ δόθηκε στὰ κατοπινὰ χρόνια ἀπὸ τὴν Ρωσικὴ Ἐκκλησία τῆς  Διασπορᾶς, ἂν πράγματι δόθηκε καὶ ἂν ἐξακολουθεῖ ἀκόμα νὰ ἰσχύει, ὕστερα ἀπὸ τὰ γεγονότα ποὺ μεσολάβησαν.    

Πέραν αὐτοῦ, ὅμως, ὑπάρχει κι ἄλλος σοβαρὸς λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο εἶχαν ἤδη χάσει τὴν Ἀποστολικὴ Διαδοχή. Ἰσχυρίζονται οἱ «Γ.Ο.Χ.» ὅτι ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν υἱοθέτηση τοῦ ἀναθεωρημένου ἡμερολογίου κατεπάτησε τὴν ἀπόφαση τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ Πασχαλίου καὶ ἔθεσε ἑαυτήν ἐκτὸς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, καθισταμένη σχισματική. Ἂς ὑποθέσουμε πρὸς στιγμὴν ὅτι πράγματι αὐτὸ συνέβη. Πῶς, ὅμως, ἀντιδρᾶ σὲ μιὰ τέτοια κατάσταση ἕνα πιστὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἐκκλησιαστικά, αἱρετίζει λόγῳ καὶ ἔργῳ; Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ προσφύγουμε στοὺς Ἱερούς Κανόνες καὶ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Διότι, ἡ Ἐκκλησία μας δὲν μᾶς ἄφησε ἀπροστάτευτους, μόνους κι ἔρημους χωρὶς καθοδήγηση, ὥστε στὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ κρίνουμε ἀπὸ μόνοι μας καὶ νὰ κάνουμε τοῦ κεφαλιοῦ μας. Ἀντίθετα, θέσπισε τὸν 15ο Ἱερό Κανόνα τῆς ΑΒ’ Συνόδου, ὁ ὁποῖος ὑποδεικνύει ποιὸς εἶναι ὁ ἐνδεδειγμένος τρόπος ἀντιδράσεως ἑνὸς ἱερωμένου κατά τοῦ αἱρετίζοντος ψευδεπισκόπου του. Καί αὐτός εἶναι ἡ διακοπὴ μνημονεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου (ἀποτείχιση), διότι ἀδιαμφισβήτητα προέχει, πάνω ἀπ’ ὅλα, ἡ ὑπακοὴ στὸν Κύριο καὶ στὴν Ἀλήθειά Του καί ὄχι στὸν ἄνθρωπο – Ἐπίσκοπο. Καὶ οἱ λαϊκοὶ ὀφείλουν νὰ ἐκκλησιάζονται, ἀπὸ τοῦδε καὶ στό ἑξῆς, σὲ ἕναν τέτοιο ὀρθῶς ἀποτειχισμένο ἱερωμένο, ἂν θέλουν ν’ ἀποφύγουν τὸν μολυσμό τους ἀπὸ τὸν ψευδεπίσκοπο, τὴν ἀλλοίωση τῆς Πίστεώς τους καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς σωτηρίας τους. Καὶ ὁ 15ος Ἱερός Κανών σαφῶς καταγράφει καὶ ὁρίζει ὅτι ἡ ἀντίδραση αὐτὴ ΔΕΝ συνιστᾶ σχίσμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ Πίστη τῶν Πατέρων μας καὶ ἡ Παράδοσή μας.

Ἀντίθετα, κανένα δόγμα, κανένας Κανόνας καί καμμία Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας δὲν ὁρίζει ὅτι ἡ ἀντίδραση κληρικῶν καὶ λαϊκῶν εἶναι νὰ σπεύσουν νὰ συμπήξουν νέο, ξεχωριστὸ θυσιαστήριο, μιὰ νέα «Ἱεραρχία» καὶ μιὰ νέα «ἐκκλησία» καὶ μάλιστα μὲ διαδηλώσεις, προπηλακισμούς, ὕβρεις, ἐπεισόδια, συγκρούσεις μὲ τὸν στρατό, τὴν ἀστυνομία καὶ ἄλλους ἀντιφρονοῦντες πιστούς, μὲ πολιτικὰ μέσα, πιέσεις καὶ κομματισμό, μὲ ὑπερχείλιση φανατισμοῦ, θυμοῦ, ὀργῆς, μίσους κλπ. καὶ ὅλα τὰ θλιβερὰ καὶ δυστυχὴ, ποὺ ἔζησε γιὰ δεκαετίες ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία ἐκ μέρους τοῦ κινήματος τῶν «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογιτῶν. Ἀντὶ νὰ περιοριστοῦν, ταπεινῶς καὶ ἡσύχως, ἀλλὰ μὲ πραγματικὸ καὶ κατ’ ἐπίγνωσιν Θεοῦ ζῆλο στὴν ἐφαρμογὴ τοῦ 15ου Ἱεροῦ Κανόνος τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, προχώρησαν σ’ ἕνα ἰδιότυπο καὶ στὴν πραγματικότητα ἰδιοτελὲς σχίσμα, παρόμοιο τοῦ ὁποίου δὲν ὑπῆρξε ποτὲ στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία. Ἕνα σχίσμα, τὸ ὁποῖο στὴν συνέχεια ἀναγκάστηκε νὰ ψάχνει ἀπεγνωσμένα νὰ ἐξασφαλίσει «ἀποστολικὴ διαδοχὴ» καὶ «Χάρι μυστηρίων» σ’ ἄλλες «ἐκκλησίες» χωρὶς καμμιά φυσικά  ἐπιτυχία, ὅπως θὰ ἐξηγηθεῖ στὰ ἑπόμενα. Κι αὐτὸ τὸ σχίσμα δὲν ἔμεινε ἀλώβητο μὲ τὰ χρόνια, ἀλλὰ ὁδήγησε σ’ ἕνα νέο σχίσμα καὶ σὲ νέο σχίσμα τοῦ νέου σχίσματος κοκ., μὲ ἀποτέλεσμα σήμερα νὰ ὑπάρχουν σχεδὸν πάνω ἀπὸ τριάντα ξεχωριστὲς «ἐκκλησίες» τῶν «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογιτῶν σὲ συνεχὴ διαμάχη καὶ σύγκρουση μεταξὺ τους. Ποιὰ ἀπ’ ὅλες αὐτές ἄραγε εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ; Μπορεῖ νά εἶναι ὅλες τους; Ὄχι, φυσικά. Διότι, ὁ Χριστὸς καὶ τὸ Θεανθρώπινο Μυστηριακό Σῶμα Του, ἡ Ἐκκλησία, δὲν μπορεῖ νὰ διασπᾶται, γιατί, ἂν διασπᾶται, τότε δὲν εἶναι Ἄκτιστο, ἀλλὰ κτιστό. Μήπως ἄραγε ἀπολύτως καμμία ἀπ’ αὐτές δέν εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ; Μά, φυσικά! Ὅλη αὐτὴ ἡ εὐτράπελη κατάσταση τῶν συνεχῶν διαιρέσεων καὶ σχισμάτων καὶ τῶν μεταξὺ τους προπηλακισμῶν δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἕνα ἰσχυρὸ μήνυμα ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ καὶ μιὰ ἰσχυρὴ ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν διαπαιδαγώγηση τοῦ ἁπλοῦ πιστοῦ, ὥστε νὰ καταλαβαίνει ὅτι ὅλ’ αὐτὰ σὲ καμμία περίπτωση δὲν εἶναι Ἅγιον Πνεῦμα καὶ Ἐκκλησία Χριστοῦ, κι ἔτσι νὰ προστατεύει τὸν ἑαυτὸ του καὶ νὰ μὴν παρασύρεται. Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω, εἶναι, λοιπόν, ξεκάθαρο ὅτι εἶναι παντελῶς μάταιο καὶ ἄνευ οὐσίας νὰ ἀναζητοῦμε ἔγκυρη ἀποστολικὴ διαδοχὴ στὰ μετέπειτα συμβάντα στίς παρατάξεις τῶν «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογιτῶν καί κυρίως μετὰ τὸ 1960 καὶ τὴν ὑποτιθέμενη «ἀποστολικὴ διαδοχὴ», ποὺ ἐξασφάλισαν, ἂν πράγματι τὴν ἐξασφάλισαν καὶ μάλιστα νομοτύπως, ἀπὸ τὴν Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Διασπορὰς (ΡΟΕΔ-ROCOR=Russian Orthodox Church Outside Russia), ἀφοῦ  ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τους, οἱ «ἱερεῖς» τους ἀπὸ τὸ 1924, καὶ οἱ «ἱεράρχες» τους ἀπὸ τὸ 1935 καὶ ὅσοι χειροτονήθηκαν στὴ συνέχεια ἀπ’ αὐτούς, εἶχαν ἤδη χάσει τὴν ἀποστολικὴ διαδοχὴ μὲ τὴν ἀπόσχισή τοὺς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος γιὰ μὴ δογματικὸ θέμα καὶ ἀπὸ τὴν κακὴ καὶ παράνομη ἐφαρμογὴ τοῦ 15ου Ἱεροῦ Κανόνος τῆς ΑΒ’ Συνόδου, ὅπως ἐξηγήθηκε ἀνωτέρω, κι ἔτσι ἀποτελοῦσαν καί ἀποτελοῦν σαφῶς σχισματικὴ «ἐκκλησία». Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς ΡΟΕΔ, ἀναγνωρίζοντας τὸ 1969 ὡς «ἔγκυρες» τὶς «χειροτονίες» τους ἀπὸ κάποιους ἱεράρχες τῆς ΡΟΕΔ, κάνοντας εἰσπήδηση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἔκαναν τίποτε περισσότερο ἢ λιγότερο ἀπ’ ὅ,τι ἔκανε τὸ 2018 ὁ μέγας οἰκουμενιστής καί αἱρετικότατος Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος κι αὐτὸς εἰσπήδησε αὐθαίρετα στὴν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας καὶ ἀνεγνώρισε τοὺς σχισματοαιρετικοὺς καὶ ἀχειροτονήτους τῆς Οὐκρανίας ὡς «κανονικοὺς ἐπισκόπους», μὴ ἀκολουθώντας τοὺς Κανόνες καὶ τὴν Παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

11. «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες καί ΡΟΕΔ (ROCOR)

Ὅμως, γιὰ τὸ ἱστορικὸ μόνο τῆς ὑποθέσεως καὶ γιὰ νὰ καταδειχθοῦν τὰ πολλὰ ἄκυρα καὶ ἀντικανονικὰ καὶ ἀμφισβητήσιμα, ποὺ συνέβησαν ἀναφορικὰ μὲ τὴν δῆθεν ἀπόκτηση «ἀποστολικῆς διαδοχῆς» ἀπὸ τοὺς «Γ.Ο.Χ.», περιγράφονται παρακάτω τὰ γεγονότα συνοπτικὰ :

Ἡ συσταθεῖσα «Κοινότητα Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν» ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια δὲν σταμάτησε ποτέ τὶς προσπάθειες νὰ θεραπεύσει τὸ πρόβλημα τῆς ἐλλείψεως «ἱερέων» καὶ «ἐπισκόπων» γιὰ τὶς λατρευτικὲς ἀνάγκες τῶν μελῶν της. Γιὰ παράδειγμα, τὸ 1934 (Αὔγουστος) καταγγέλθηκε ἡ Διοίκηση τῆς Κοινότητας ὅτι εἶχε προβεῖ ἀπὸ τὸ 1931 σὲ «κρυφό, ἀπαράδεκτο καὶ καταδικαστέο» ἑλιγμὸ ἀποδοχῆς τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας μὲ ἀντάλλαγμα τὴν ἐξασφάλιση κληρικῶν γιὰ τοὺς «Γ.Ο.Χ.». Αὐτὸ θεωρήθηκε προδοτικὴ ἐνέργεια καὶ ὁδήγησε στὴν ἐκλογὴ νέας Διοίκησης, ἡ ὁποία προέβη σὲ ἐπίσημη πλέον ἀποκήρυξη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία χαρακτήρισε μὲ τὸν πιὸ ἐπίσημο καὶ σαφὴ τρόπο ὡς σχισματική. Τὸ ἴδιο ἔτος, 1934 (Ὀκτώβριος), ἡ Διοίκηση ἀπευθύνθηκε στὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς, ποὺ ἕδρευε τότε στὸ Κάρλοβιτς τῆς Σερβίας, ζητώντας τὴν «χειροτονία» ἐκ μέρους τους «ἱερέων» καὶ «ἐπισκόπων» γιὰ λογαριασμὸ τῶν Ἑλλήνων «Γ.Ο.Χ.», ὅμως οἱ συζητήσεις τότε δὲν ὁδήγησαν πουθενά. Οἱ «Γ.Ο.Χ.» θεωροῦν ὅτι τὸ εὐτυχὲς αὐτὸ γεγονὸς πραγματοποιήθηκε τελικά ἀργότερα τὸ 1960.

Τί ἀκριβῶς, ὅμως, συνέβη, τότε;  

α) Ἡ κατὰ τοὺς Φλωρινικούς «ἀποστολικὴ διαδοχὴ»

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου τὸ 1955 καὶ μέχρι τὸ 1960, ἡ παράταξη αὐτὴ τῶν «Γ.Ο.Χ.» (Φλωρινική) διοικοῦνταν ἀπὸ τριμερὴ Ἐκκλησιαστικὴ Ἐπιτροπὴ «ἀρχιμανδριτῶν», ἐπικεφαλῆς τῆς ὁποίας ἦταν ὁ «ἀρχιμανδρίτης» Ἀκάκιος (Παππάς) ἕνας πρώην Ματθαιϊκός, ὁ ὁποῖος εἶχε πιέσει τόσο τὸν Ματθαῖο, ὅσο καὶ τὸν πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομο, στὸν ὁποῖο προσχώρησε τελικά, νὰ τὸν «χειροτονήσουν ἐπίσκοπο» ἀπὸ μόνοι τους, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ὁ ἐν λόγῳ «ἀρχιμανδρίτης» μετέβη τὸ 1960 στὴν Ἀμερικὴ καὶ «χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος» Ταλαντίου ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Σικάγου Σεραφεὶμ τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς καὶ ἀπὸ τὸν Ρουμάνο Ἐπίσκοπο Σεβρῶν (Γαλλίας) Θεοφίλου, ποὺ τότε ἀνῆκε στὴν Ρωσικὴ Σύνοδο. Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι : α) οι «χειροτονίες» αὐτὲς ἦταν «προσωπικὲς» τῶν συγκεκριμένων ἐπισκόπων καί ὄχι συνοδικές, ἀφοῦ δὲν εἶχαν τὴν ἔγκριση τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου ΡΟΕΔ Ἀναστασίου. β) Ὁ Ἐπίσκοπος Σεραφεὶμ δίδασκε ὅτι ὑπῆρχε Χάρις στὰ «μυστήρια» τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ μέχρι τὴν Β΄ Βατικάνεια «σύνοδο», ἐνῶ ὁ Ἐπίσκοπος  Θεόφιλος λειτουργοῦσε μὲ τὸ Νέο Ἡμερολόγιο, ἑπομένως, κατὰ τοὺς «Γ.Ο.Χ.», ἦταν σχισματικός. γ) Ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ ὁ ἐν λόγῳ Ἐπίσκοπος διέψευσε ὅτι συμμετεῖχε στὴν χειροτονία τοῦ Ἀκακίου, θέτοντάς τὴν σὲ πλήρη ἀμφισβήτηση. δ) Οἱ χειροτονίες ἦταν ὑπερόριες καὶ ἀποτελοῦσαν στὴν πραγματικότητα εἰσπήδηση τῆς ΡΟΕΔ στὴν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία, ἀφοῦ οἱ τῆς ΡΟΕΔ τότε εἶχαν κανονικὴ κοινωνία μὲ τὴν παγκόσμια Ὀρθοδοξία τῆς ἐποχῆς καί φυσικά μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. ε) Ἡ ΡΟΕΔ ἐπέτρεπε στὶς δικαιοδοσίες της τὴν χρήση ἀδιάκριτα εἴτε τοῦ Παλαιοῦ, εἴτε τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, καὶ ποτὲ δὲν καταδίκασε ὡς αἱρετικοὺς τοὺς νεοημερολογίτες, οὔτε ἀνακήρυξε ἀχαρίτωτα τὰ μυστήριά τους. Πῶς συμβιβάζεται ἡ «ἐκκλησιολογία» τῶν «Γ.Ο.Χ.» μὲ τὴν ἐκκλησιολογία τῆς ΡΟΕΔ καὶ πῶς μποροῦν νὰ ἀποτελοῦν ἑνιαία «Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ», ἐνῶ ἡ καθεμία ἔχει τὴν δικὴ της ἐκκλησιολογία καὶ πίστη; Δυστυχῶς, μπροστὰ στὴν μεγάλη τους πρακτικὴ ἀνάγκη γιὰ «ἐπισκόπους», οἱ δῆθεν «παραδοσιακοὶ» καὶ «ἀμύντορες» τῆς ὀρθότητος τῆς πίστεως «Γ.Ο.Χ.» τὰ παρέβλεψαν ὅλ’ αὐτὰ καὶ δέχτηκαν χειροτονία ἀπὸ αἱρετικοὺς καὶ σχισματικοὺς καὶ ἀπὸ ἐκκλησία, ποὺ λειτουργοῦσε καὶ μὲ τὸ Παλαιὸ καὶ τὸ Νέο Ἡμερολόγιο, καὶ ἀκόμη πού εἶχε κανονικὰ κοινωνία μὲ νεοημερολογίτικες ἐκκλησίες παγκοσμίως, ἐνῶ οἱ ἴδιοι γι’ αὐτὸ, τὸ Νέο Ἡμερολόγιο, εἶχαν ἀποσχιστεῖ ἀπὸ τὴν δικὴ τους ἐκκλησία!         

Στὴ συνέχεια, τὸν Μάιο τοῦ 1962 ὁ «ἐπίσκοπος» πλέον Ἀκάκιος, συνεπικουρούμενος ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Χιλῆς Λεόντιο (Φιλίπποβιτς), ποὺ ἦλθε πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸν στὴν Ἑλλάδα καὶ παρὰ τὶς ἀπαγορεύσεις τῶν Ἀρχῶν, προέβησαν σὲ «χειροτονίες ἐπισκόπων» καὶ ἔγινε ἡ σύσταση τῆς πρώτης «ἱερᾶς συνόδου» τῶν «Γ.Ο.Χ.». Λόγῳ τῶν πολλῶν ἀμφισβητήσεων, ποὺ εἶχαν ἐγερθεῖ σχετικὰ μέ τὴν κανονικότητα ὅλων αὐτῶν τῶν χειροτονιῶν, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς ΡΟΕΔ μὲ ἐπιστολὴ της πρῶτα τὸ 1967 καὶ μετά τὸ 1969, ποὺ ὑπογράφονται ἀπὸ τὸν πρόεδρό της Μητροπολίτη Νέας Ὑόρκης ἅγιο Φιλάρετο καὶ ἄλλους δέκα ἐπισκόπους της, πλὴν ἑνός, διαβεβαίωσε τοὺς «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες ὅτι οἱ ἀνωτέρω χειροτονίες ὑπῆρξαν κανονικὲς καὶ ὅτι τὴν ἀναγνωρίζουν ὡς ἀδελφὴ ἐκκλησία ἐν Χριστῷ. Ὅλες αὐτὲς οἱ κινήσεις θεωροῦνται ἀπὸ τοὺς Φλωρινικούς «Γ.Ο.Χ.» ὡς ἡ «ἀδιαμφισβήτητη ἀποστολικὴ διαδοχὴ» τῆς «ἐκκλησίας» τους.

Τὰ γεγονότα, ὅμως, ποὺ ἀκολούθησαν σύντομα ἀπέδειξαν τὸ ἕωλο ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως. Ὁ ἅγιος Φιλάρετος εἶχε προβεῖ στὴν ἀποστολὴ τῶν ἀνωτέρω ἐπιστολῶν – ἐγγράφων τῆς ΡΟΕΔ πρὸς ἀναγνώριση τῆς «ἐκκλησίας» τῶν «Γ.Ο.Χ.», ὁρμώμενος ἀπὸ τὴν ἀγαθὴ προαίρεσή του καὶ τὴν εἰλικρινὴ ἐπιθυμία του γιὰ τὴν εἰρήνευση καὶ ἕνωση τῶν διαφόρων «ἐκκλησιῶν» καὶ τὴν ἀποφυγὴ σχισμάτων γιὰ μὴ δογματικοὺς λόγους, ἀκολουθώντας τὴν Παράδοση τῆς  Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράστηκε ἀπὸ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο καὶ ἀργότερα ἀπὸ τὸν ὅσιο Νικόδημο Ἁγιορείτη, σύμφωνα μὲ ὅσα περιγράφηκαν στὴν ἀρχὴ τοῦ παρόντος κειμένου, ἀλλὰ διαχρονικὰ καὶ ἀπὸ ἄλλους ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Σύντομα, ὅμως, διαψεύστηκε ὁ ἅγιος καὶ ἡ ROCOR ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες «Γ.Ο.Χ.» καὶ ἀναγκάστηκαν ν’ ἀλλάξουν τὴν στάση τους.

Πράγματι, οἱ Ἕλληνες «Γ.Ο.Χ.» προέβησαν σὲ ἀντικανονικὲς ἐνέργειες εἰσπηδήσεως στὴν ΡΟΕΔ, ποὺ ἐξαγρίωσαν τοὺς ἱεράρχες της, πρῶτα μὲ τὴν ἀναβάπτιση καὶ ἀναχειροτονία ὡς ἱερέως ἑνὸς πορτογάλου ἱερέως  τῆς ΡΟΕΔ, ποὺ αἰτήθηκε τὴν ἔνταξή του στοὺς «Γ.Ο.Χ.», ἀμφισβητώντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία τῆς ΡΟΕΔ καὶ τὴν ἐν συνεχείᾳ ἀντικανονικὴ χειροτονία του ὡς «ἐπισκόπου» Λισαβώνος. Καὶ ἀκόμα στὴν συνέχεια, μὲ τὴν «χειροτονία» ὡς «ἐπισκόπου» Καναδὰ ἑνὸς ὑποδιακόνου τῆς ΡΟΕΔ. Κατόπιν αὐτοῦ, ἀπὸ τὸ 1978 ἡ Σύνοδος τῆς ΡΟΕΔ ὑπὸ τὸν ἅγιο Φιλάρετο διέκοψε κάθε κοινωνία μὲ τοὺς Φλωρινικούς «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες, ἕως ὅτου ἀποφασίσουν νὰ ἑνωθοῦν μαζὶ ὅλες οἱ παλαιοημερολογητικές παρατάξεις τῆς Ἑλλάδος καὶ γίνουν μία «ἐκκλησία», πράγμα πού φυσικά δὲν ἔγινε ποτέ. Ἑπομένως, ἡ ἀναγνώρισή τους ὡς «κανονικῆς ἐκκλησίας» ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ρωσικὴ Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς, ποὺ ἔχει τὴν προϋπόθεση τῆς ἑνοποίησης τῶν παλαιοημερολογιτικῶν παρατάξεων τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀπὸ τότε μετέωρη, στὸν ἀέρα καὶ σὲ ἀναστολὴ, μὲ ἀποτέλεσμα σήμερα νὰ μὴν ἔχουν κοινωνία μὲ καμμία Κανονικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ μόνο μὲ διάφορες σχισματικές, παλαιοημερολογητικές, παραταξιακὲς «ἐκκλησίες» διαφόρων χωρῶν, παλαιότερες ἢ νεότερες, ὅλες σὲ ἀπόσχιση ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ γιὰ μὴ δογματικοὺς λόγους, συνήθως κοσμικοὺς καὶ εὐτελεῖς  καί συνεπῶς χωρὶς καμμία ἀποστολικὴ διαδοχή. 

β) Ἡ κατὰ τοὺς Ματθαιϊκούς «ἀποστολικὴ διαδοχὴ»                      

Οἱ Ματθαιϊκοί, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἵδρυση τῆς παρατάξεώς τους καὶ συνεχῶς γιὰ πολλὰ χρόνια μετά,  ἰσχυρίζονταν ὅτι οἱ «χειροτονίες» τους ἀπὸ ἕνα μόνο «ἐπίσκοπο» εἶναι ἐντελῶς κανονικὲς, καὶ, ἐνῶ ἐξακολουθοῦσαν νὰ κατηγοροῦν τοὺς Φλωρινικούς ὡς σχισματικοὺς, παρὰ τὸ γεγονὸς τῆς «κανονικῆς»(;) ἀναγνωρίσεώς τοὺς ἀπὸ τὴν ΡΟΕΔ, ξαφνικὰ κι αὐτοὶ τὸ 1971 ἀπέστειλαν ἀντιπροσωπεία τους στὴ Νέα Ὑόρκη ἐνώπιον τῆς ΡΟΕΔ, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν «μητροπολίτη» Κορίνθου Κάλλιστο καὶ τὸν «μητροπολίτη» Κιτίου Ἐπιφάνιο, γιὰ νὰ ἐρευνήσουν τὸ ζήτημα καὶ τῆς δικῆς τους ἀναγνωρίσεως ὡς «κανονικῶν ἐπισκόπων» ἀπὸ τὴν ΡΟΕΔ.

Οἱ Ματθαιϊκοί ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν ἔθεσαν τὸ ζήτημα ἀπευθείας, ἀλλὰ πρῶτα ζήτησαν ἀπὸ τοὺς Ρώσους τῆς Διασπορὰς διευκρινήσεις γιὰ ὁρισμένες θέσεις τους, προτοῦ ἀποφασίσουν, ὅπως πχ. γιὰ τὴν ἀκριβὴ στάση τους ἀπέναντι στοὺς Νεοημερολογίτες. Κάποιοι Ρῶσοι ἐπίσκοποι τοὺς διαβεβαίωσαν ὅτι θὰ σταματήσουν νὰ συλλειτουργούν μὲ νεοημερολογίτικες ἐκκλησίες, κάτι τὸ ὁποῖο ποτὲ δὲν ἔγινε στὴν πράξη, ἐνῶ ἡ ΡΟΕΔ ποτὲ δὲν πῆρε θέση ἐπισήμως, ἂν οἱ ἐκκλησίες αὐτὲς ἔχουν πράγματι μυστήρια μὲ Χάρι ἢ ὄχι, ὅπως ἰσχυρίζονταν οἱ Ματθαιϊκοί. Ἀκόμα, ἡ ΡΟΕΔ εἶχε κανονικὰ καὶ ἐνορίες, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸ Νέο Ἡμερολόγιο, μνημόνευαν ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους Πατριάρχες, ποὺ οἱ Ματθαιϊκοί τοὺς χαρακτήριζαν αἱρετικοὺς οἰκουμενιστές, καί φυσικά εἶχαν πλήρη κοινωνία μὲ τοὺς  Φλωρινικούς, ποὺ οἱ Ματθαιϊκοί τοὺς κατηγοροῦσαν ἀδιάλειπτα ὡς σχισματικούς. Παρ’ ὅλ’ αὐτά, τελικά, σ’ αὐτήν τὴν ἐκκλησία τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς κατατέθηκε ἐπίσημο ἐρώτημα ἐκ μέρους τῶν Ματθαιϊκῶν ν’ ἀποφανθεῖ, ἂν οἱ «χειροτονίες» τους ἦταν «κανονικὲς» ἢ ὄχι(!) ξεχνώντας βεβαίως καὶ τοὺς φοβεροὺς λιβέλλους καὶ χαρακτηρισμοὺς, ποὺ εἶχαν ἐξαπολύσει ὅλ’ αὐτὰ τὰ χρόνια ἐναντίον τῆς ΡΟΕΔ, κατηγορώντας τους γιὰ διάφορους λόγους.  

Οἱ Ρῶσοι ἀποφάσισαν τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1971 νὰ ἐξετάσουν τὸ θέμα τῶν «χειροτονιῶν» ἀπὸ ἕνα μόνο «ἐπίσκοπο» καὶ μὲ ἐπίσημο δογματικό-κανονικό γραπτὸ κείμενό τους ἀποφάνθηκαν ὅτι ὁ «ἐπίσκοπος» τῶν «Γ.Ο.Χ.» Ματθαῖος «ναί μὲν δὲν ἁμάρτησε ὡς πρὸς τὸ δόγμα, ἀλλὰ μόνο ὡς πρὸς τὴν ἱεραρχικὴ τάξη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ παρ’ ὅλ’ αὐτὰ μιὰ ἀπευθείας καὶ χωρὶς προϋποθέσεις ἀναγνώριση τῶν χειροτονιῶν τῶν Ματθαιϊκῶν θὰ μποροῦσε νὰ προκαλέσει σκάνδαλο, ἀφοῦ παραβίαζε μιὰ σειρὰ κανόνων τῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας». Θέλοντας, ὅμως, νὰ εἶναι συμφιλιωτικοὶ καὶ συμβιβαστικοὶ ἀπέναντί τους, ἔκαναν ἐπίκληση μιᾶς οἰκονομίας, ποὺ ἐφαρμόστηκε παλαιότερα στὴν Ἐκκλησία μὲ βάση ἄλλους Κανόνες της κι ἔτσι τελικά ἀποφασίστηκε, γιὰ νὰ διορθωθεῖ ἡ κατάσταση τῶν «Γ.Ο.Χ. ἐπισκόπων», δύο ἐπίσκοποι τῆς ΡΟΕΔ νὰ κάνουν χειροθεσία πάνω στοὺς «μητροπολίτες» τῆς Ματθαιϊκῆς ἀντιπροσωπείας Κάλλιστο καὶ Ἐπιφάνιο, κάτι τὸ ὁποῖο πράγματι συνέβη τὶς ἑπόμενες μέρες. Ὅμως, αὐτὸ ἔγινε ὑπὸ τὸν ὅρο ὅτι κι αὐτοὶ ταυτόχρονα θὰ ἀναλάμβαναν τὴν ὑποχρέωση νὰ κάνουν τὸ ἴδιο καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους «ἐπισκόπους» καὶ τὸν ὑπόλοιπο «κλῆρο» τῆς παρατάξεώς τους, ὅταν θὰ ἐπέστρεφαν στὴν Ἑλλάδα, μαζὶ ἐπίσης μὲ τὴν ὑποχρέωση νὰ προβοῦν σὲ ὅλες τὶς ἀπαραίτητες πρωτοβουλίες καὶ ἐνέργειες γιὰ τὴν ἀποκατάσταση πλήρους κοινωνίας καὶ ἑνώσεως μὲ τὴν Φλωρινική παράταξη, ἡ ὁποία ἐνημερώθηκε ἐγγράφως γιὰ ὅλ’ αὐτὰ τὰ γεγονότα.                                                

Ἀλλὰ, ἡ Ματθαιϊκή «σύνοδος» τήρησε μόνο τὴν πρώτη ὑποχρέωση τῆς χειροθεσίας τῶν «ἐπισκόπων» της, ἀλλὰ ἀρνήθηκε νὰ ἐπεκτείνει τὴν «χειροθεσία» καὶ στοὺς «ἱερεῖς» καὶ «διακόνους» της. Ἡ δὲ ἀπαιτηθεῖσα ἑνοποίηση μὲ τοὺς Φλωρινικούς κράτησε πολὺ μικρὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖο πράγματι ἀποκαλοῦσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο «ἀδελφοὺς ἐν Χριστῷ», ἀλλὰ δὲν ἄργησε ἡ ρήξη κι ἔτσι ἀπὸ τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1972 ἄρχισαν πάλι νὰ ἐκτοξεύουν ὕβρεις μεταξὺ τους. Στὸ τέλος, οἱ Ματθαιϊκοί διέκοψαν κι αὐτοὶ κοινωνία μὲ τὴ ΡΟΕΔ τὸ 1976, ὅπως εἶχε συμβεί προηγουμένως καὶ μὲ τοὺς Φλωρινικούς, ἰσχυριζόμενοι ὅτι οἱ Ρῶσοι παραβίασαν τὶς ὑποσχέσεις, ποὺ τοὺς ἔδωσαν, καὶ δὲν προσκόμισαν ποτὲ γραπτὴ ὁμολογία ὅτι οἱ Νεοημερολογίτες δὲν εἶχαν μυστήρια μὲ Χάρι, ἀλλά ἀντίθετα στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Γενεύης Ἀντωνίου συνέχιζαν νὰ κοινωνοῦν κανονικὰ μ’ αὐτούς. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ  ὅτι οἱ Ματθαιϊκοί προχώρησαν ἀκόμα παραπέρα καὶ ἐπισήμως κατήγγειλαν τὴν «χειροθεσία» τοῦ 1971, ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὴ ΡΟΕΔ πάνω στοὺς «ἐπισκόπους» Κάλλιστο καὶ Ἐπιφάνιο ὡς «ληστρικὴ πράξη, ποὺ εἶχε προηγουμένως κατασκευαστεῖ ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἐκκλησίας, ἡ ὁποία γιὰ μᾶς εἶναι παντελῶς ἀδιάφορη, ἀφοῦ οὔτε προσθέτει, οὔτε ἀφαιρεῖ κάτι ἀπὸ ἐμᾶς», σύμφωνα μὲ ὅσα ἀνακοίνωσαν.

Ὕστερα ἀπ’ ὅλ’ αὐτά, κατανοεῖ κανεὶς ξεκάθαρα ὅτι ἡ Ματθαιϊκή παλαιοημερολογιτική παράταξη, κουβαλώντας ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της τὴν ἀντικανονικότητα τῆς «χειροτονίας ἐπισκόπων» ἀπὸ ἕνα μόνο «ἐπίσκοπο», εἶναι μιὰ αὐτοανακηρυχθείσα καὶ αὐτοαποκαλουμένη «ἐκκλησία μὲ ἀποστολικὴ διαδοχὴ» καὶ ὅτι τέτοια «ἀποστολικὴ διαδοχὴ» δὲν ὑφίσταται καθόλου καὶ σὲ κανένα βαθμό.                               

γ) Τελικό συμπέρασμα  

Ἡ Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ ἑνὸς ἐπισκόπου θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἄμεμπτη καὶ ἀδιαμφισβήτητη. Ὅταν ὑπάρχουν ὁποιεσδήποτε σκιὲς καὶ ἀμφιβολίες γιὰ τὴν κανονικότητά της καὶ προκαλοῦνται συνεχῶς συζητήσεις καὶ ἀμφιβολίες γύρω ἀπ’ αὐτήν, οἱ πιστοὶ θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἐπιφυλακτικοὶ καὶ προσεκτικοὶ καὶ νὰ φροντίζουν νὰ ἀπομακρύνονται ἀπὸ μιὰ τέτοια ἀσαφὴ κατάσταση, ἂν θέλουν νὰ προφυλάξουν τὴν προοπτικὴ τῆς σωτηρίας τους. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάσταση μὲ τοὺς «Γ.Ο.Χ.» τόσο τῆς Φλωρινικής ὅσο καὶ τῆς Ματθαιϊκῆς παρατάξεως καὶ ὅλων τῶν μετέπειτα σχισματικῶν παρατάξεων, ποὺ ξεπήδησαν ἀπ’ αὐτούς.

Ὅπως ἀναλύθηκε ἀνωτέρω, ἡ δημιουργία σχίσματος καὶ ἰδιαίτερου θυσιαστηρίου γιὰ μὴ δογματικὸ θέμα παραβιάζει τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἀποτελεῖ προσβολὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἑπομένως ὅσοι ἐπίσκοποι προχώρησαν σὲ τέτοιες ἐνέργειες τὴν δεκαετία τοῦ 1920, ἔχασαν τὴν ἀποστολικὴ διαδοχὴ τους καὶ δικαιολογημένα καθαιρέθηκαν. Καὶ σὲ καμμία περίπτωση ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία δεν μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς σχισματικὴ καὶ ὅτι ἔχει χάσει τὴ Χάρι τῶν μυστηρίων της γιὰ ἕνα μὴ δογματικὸ θέμα, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ «Γ.Ο.Χ.», ὥστε νὰ θεωρηθοῦν ἐκ μέρους τους ἄκυρες οἱ καθαιρέσεις, ποὺ ἐπέβαλε.

Κατὰ συνέπεια, καί ὅσες «χειροτονίες» πραγματοποίησε ὁ πρῶτος ἀποσχισματισθείς ἐπίσκοπος πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς «χειροτονίας» τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Ματθαιϊκῆς παρατάξεως, «ἐπισκόπου» Βρεσθένης Ματθαίου, εἶναι ἄκυρες, ἀλλὰ καὶ ἡ «χειροτονία» τοῦ «ἐπισκόπου» Ἀκακίου ἀπὸ τοὺς δύο ἐπισκόπους ΡΟΕΔ τὸ 1960, πέραν τῶν ἄλλων ἀντικανονικῶν ζητημάτων της, εἶναι ἄκυρη, διότι ὁ Ἀκάκιος δὲν ἦταν ἔγκυρος «ἀρχιμανδρίτης», γιὰ νὰ εἶναι δόκιμος γιὰ ἐπισκοπικὴ χειροτονία, ἀφοῦ ὡς πρώην Ματθαιϊκός, εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸν μὴ ἔγκυρο «ἐπίσκοπο» Ματθαῖο, ἐνῶ μετά, ἀλλάζοντας γνώμη, προφανῶς γιὰ προσωπικοὺς λόγους, φρόντισε νὰ προσχωρήσει στὴν παράταξη τοῦ ἐπισκόπου πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου.

Ὅλ’ αὐτὰ δὲν ἀποδεικνύουν τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅτι οἱ πάσης φύσεως «χειροτονίες» τῶν «Γ.Ο.Χ.», παλαιότερες καὶ νεότερες, εἶναι γεμάτες ἀπὸ σύγχυση, ἀμφισβήτηση, συνεχεῖς ἀλλαγὲς δογματικῶν θέσεων, αὐθαιρεσίες, ἀτέλειες, σφοδρὲς συγκρούσεις καὶ μεταξὺ τους, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ ΡΟΕΔ, ποὺ τοὺς χορήγησε κάποια στιγμὴ κανονικότητα στὶς χειροτονίες τους, παρὰ τὴν ἐκ μέρους της ἀντικανονικὴ εἰσπήδηση στὴν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία, προσωπικὲς σκοπιμότητες καὶ λοιπὰ παρόμοια, τὰ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ παράσχουν σὲ κάθε καλοπροαίρετο πιστὸ οὔτε τὴν ἐλαχιστότατη ἐγγύηση περὶ ἔγκυρης ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων ὡς ἀνύπαρκτη.                          

12.  Οἱ «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες καὶ ὁ Οἰκουμενισμὸς

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες διεπίστωσαν σύντομα, ἤδη ἀπὸ τὸ 1950, εἴτε ἐρχόμενοι στὰ συγκαλὰ τους μετὰ τὸν ἄκρατο ζηλωτισμό τῶν πρώτων χρόνων, εἴτε ὑποκριτικὰ καὶ μόνο γιὰ λόγους στρατηγικῆς καὶ τακτικῆς τοῦ κινήματός τους, ὅτι ἡ ἀλλαγὴ  τοῦ ἡμερολογίου δὲν ἦταν πράγματι αἵρεση καὶ ὅτι ἀπὸ μόνη της δὲν μπορεῖ καθόλου ν’ ἀποτελέσει σοβαρὸ καὶ βιώσιμο λόγο γιὰ τὴν δημιουργία καὶ καθιέρωση σχίσματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξάπλωση καὶ πρόοδο τῶν πολλαπλῶν «ἐκκλησιῶν» τους, ποὺ εἶχαν δημιουργηθεῖ μὲ τὶς συνεχιζόμενες καὶ ἀδιάκοπες διασπάσεις τους. Κι ἔτσι σιγά-σιγά προσπάθησαν νὰ μετατοπίσουν τὸ βάρος τῆς ἐπιχειρηματολογίας τους σὲ ἕνα καθαρὰ δογματικὸ θέμα καί συγκεκριμένα στὴν προάσπιση τῆς ὀρθῆς πίστεως ἀπὸ τὴν αἵρεση τῆς «οἰκουμενικῆς κινήσεως», ποὺ εἶχε ἤδη ἀρχίσει ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ 1920 ν’ ἀναπτύσσεται, δηλ. ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμὸ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔπασχε κατὰ τὴν γνώμη τοὺς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

Τὸ περίεργο, ὅμως, εἶναι ὅτι, ἐνῶ ἐμφανίζονται ὡς οἱ ἀδιαπραγμάτευτοι καὶ ἀκλόνητοι σταυροφόροι τῆς ἐκστρατείας ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς οἰκουμενιστικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στὴν πραγματικότητα ἔχουν υἱοθετήσει βασικὰ δόγματα αὐτῆς τῆς παναιρέσεως! Πράγματι, βασικὸ δόγμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μπορεῖ νὰ διασπᾶται καὶ νὰ προσφέρει τὴν Χάρι Του σέ ὅλες τὶς διεσπασμένες «ἐκκλησίες» ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν πίστη, δηλ. τὰ δόγματα, ποὺ ἐνστερνίζεται καὶ διδάσκει κάθε μιὰ ἐπιμέρους «ἐκκλησία». Ἄρα, μπορεῖ νὰ ὑπάρχει «ἑνότητα στὴν διαφορετικότητά» τους.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη, οἱ «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες εἶχαν πάντοτε τὸ πρόβλημα νὰ διατυπώσουν μιὰ στέρεη, ἐπαρκὴ καὶ θεολογικὰ ἔγκυρη δικαιολόγηση γιὰ τὸν λόγο ποῦ ὀφείλονται οἱ πολλαπλὲς αὐτὲς οἱ διασπάσεις τους. Βεβαίως, ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ διασπάσεις αὐτὲς εἶναι δογματικὰ «ἀθῶες», ἀφοῦ τὶς προκαλοῦν ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ πάθη, κακὴ διοίκηση, ἐξωτερικοὶ ἐχθροὶ κοκ, ἐνῶ οἱ ἴδιοι ἀποσχίστηκαν ἀπὸ τὴν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία μόνο γιὰ λόγους πίστεως. Ἀποκρύπτουν, ὅμως, τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὰ τὰ «ἀθώα» αἴτια δὲν θὰ εἶχαν δημιουργήσει  διασπάσεις, ἐὰν πρὸς δικαιολόγησή τους οἱ «Γ.Ο.Χ.» ἀπὸ τὴν ἀρχὴ δὲν εἶχαν ἤδη υἱοθετήσει βροντερὰ καὶ μεγαλόφωνα τὴν ἀνορθόδοξη ἐκκλησιολογική θεωρία ὅτι ἡ διακοπὴ κοινωνίας ἐπιτρέπεται καὶ γιὰ μὴ δογματικοὺς λόγους, προκειμένου νὰ στηρίξουν τὴν δικὴ τους ἀρχικὴ ἀπόσχιση γιὰ μὴ δογματικοὺς λόγους, ἀναφορικὰ μὲ τὸ ἡμερολόγιο. Ἀφοῦ, λοιπόν, οἱ διασπάσεις δὲν γίνονται γιὰ δογματικοὺς λόγους πίστεως, οἱ «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες, ἐνῶ ὑποτίθεται πολεμοῦν τὸν Οἰκουμενισμό, υἱοθετοῦν κι αὐτοὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τους τὸ γνωστὸ δόγμα τῶν Οἰκουμενιστῶν ὅτι ὑπάρχει «ἑνότητα στὴν διαφορετικότητα» μὲ τὸν ἀντίστροφο βεβαίως τρόπο, ἀλλὰ χωρὶς νὰ διαφέρουν ἀπ’ αὐτούς. Σύμφωνα μ’ αὐτό, ὑπάρχει ἑνότητα στὴν πίστη (Λόγος), ἀλλὰ αὐτὴ ἐκδηλώνεται μὲ πολλὲς διαφορετικὲς «ἐκκλησίες» (Πνεῦμα), ἐνῶ οἱ Οἰκουμενιστές ἰσχυρίζονται τὸ ἀνάποδο, δηλ. ὅτι μία εἶναι ἡ ἐκκλησία (Πνεῦμα), ἀλλὰ μὲ πολλὲς διαφορετικὲς ἐκφάνσεις τῆς πίστεως (Λόγος). Καὶ τὰ δύο, ὅμως, εἶναι αἱρετικὲς διδασκαλίες, ἀφοῦ συνιστοῦν διάσπαση σὲ πολλὰ μέρη εἴτε τοῦ Λόγου (Οἰκουμενισμὸς), εἴτε τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας (Παλαιοημερολογιτισμός τῶν «Γ.Ο.Χ.»). Ἄρα ἀμφότερα τὰ καθιστοῦν στὴ δογματικὴ τους τρεπτά καὶ κτιστά.                       

13.  Οἱ «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες καί τὰ ὑγειονομικὰ μέτρα κατά τοῦ κορώνα ἰοῦ

Γίνεται κατανοητὸ ὅτι μὲ τόσες πολλὲς καὶ ἀντιμαχόμενες μεταξὺ τους παρατάξεις τῶν «Γ.Ο.Χ.» ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει ἑνιαία ἀντιμετώπιση τῶν ἀπαραδέκτων καί βλασφήμων  ὑγειονομικῶν μέτρων, ποὺ ἐλήφθησαν γιὰ τὴν ἐπιδημία τοῦ κορώνα ἰοῦ μέσα στούς Ναούς. Ἀπὸ τὶς λίγες πληροφορίες ποὺ ὑπάρχουν, φαίνεται ὅτι ἡ βασικὴ παράταξη τῶν Φλωρινικῶν «Γ.Ο.Χ. τῆς «συνόδου» τοῦ Καλλινίκου ἀκολούθησε ἀκριβῶς τὴν ἴδια θέση μὲ αὐτὴν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐφαρμόζοντας πλήρως τὰ ὑγειονομικὰ μέτρα τῆς Πολιτείας. Δὲν τοποθετήθηκε, ὅμως, ἐπισήμως ὑπὲρ τῶν ἐμβολίων, ὅπως ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία, ἔμεινε οὐδέτερη στὸ ζήτημα καὶ κάλεσε τοὺς πιστοὺς ν’ ἀποφασίσουν ἀπὸ μόνοι τους τί νὰ κάνουν μὲ τὴν συνδρομὴ τῶν ἰατρῶν τους, χαρακτηρίζοντας ὡς μὴ πνευματικὸ ἢ ἐκκλησιαστικὸ τὸ θέμα τῶν ἐμβολίων[7].

Στὸ ἴδιο μῆκος κύματος μέσες – ἄκρες κινήθηκε καὶ ἡ βασικὴ παράταξη τῶν Ματθαιϊκῶν «Γ.Ο.Χ.», ἡ ὁποία ἐπίσης δὲν πῆρε ξεκάθαρη θέση ἀναφορικὰ μὲ τὰ ἐμβόλια, ἐνῶ ὁ «ἀρχιεπίσκοπός» τους Μακάριος ἀρχικὰ δήλωσε ὅτι ἐμβολιάστηκε, ἐπειδή ὅμως αὐτὸ προκάλεσε πολλὲς ἀντιδράσεις μέσα ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς παρατάξεώς του, μετὰ τὸ ἀνασκεύασε καὶ τὸ διέψευσε. Ἀλλὰ, εἶναι ἀδιαμφισβήτητο γεγονὸς ὅτι πολυάριθμα μέλη ὅλων τῶν παρατάξεων «Γ.Ο.Χ.», «ἐπίσκοποι, ἱερεῖς» καὶ λαϊκοὶ, ἐμβολιάστηκαν κανονικά.

Ἀρκετοί λαϊκοί «Γ.Ο.Χ.» ἀναγκάστηκαν νά διακόψουν τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τήν παράταξη πού ἀνῆκαν, ἐξαιτίας τῆς ἀποδοχῆς τῶν βλασφήμων ὑγιονομικῶν μέτρων ἐντός τῶν «Γ.Ο.Χ.ικῶν» Ναῶν, τοῦ ἐμβολιασμοῦ κατά τοῦ κορώνα ἰοῦ, πού ἀποτελεῖ σφράγισμα καί τσιπάρισμα τῶν ἀνθρώπων, καί τῆς ψηφιακῆς ταυτότητος, πού ἀποτελεῖ ταύτιση τῶν ἀνθρώπων μέ τόν δυσώνυμο ἀριθμό τοῦ Ἀντιχρίστου (666).    

14. Οἱ «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες καὶ τό Οὐκρανικό

Ὁ πρώην κληρικός τῶν Μητροπόλεων Χαλκίδος καί Θηβῶν καί Λεβαδείας ἀρχιμ. Δημήτριος Καλλής, ἀφοῦ καθαιρέθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, προσχώρησε στούς «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες Ἑλλάδος, ὅπου «χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος». Τά τελευταῖα χρόνια ἐντάχθηκε μέ ἀναχειροτονία στό σχισματικό «Πατριαρχεῖο Κιέβου» ὑπό τόν σχισματικό «Πατριάρχη Κιέβου καί πάσης Οὐκρανίας» Φιλάρετο Ντενισένκο καί ἐμφανίζεται ὡς «ἐπίσκοπος Μαριουπόλεως καί Θεοδοσίας» Χρυσόστομος.

15. «Ἀποτειχισμένοι» Νεοημερολογίτες καί «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες

Οἱ χειρότεροι ἐχθροί τῆς ἁγιοπνευματικῆς, ἱεροκανονικῆς καί ἁγιοπατερικῆς ἀποτειχίσεως εἶναι οἱ περισσότεροι ἀπό τούς νεοημερολογίτες «ἀποτειχισμένους» κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ὀρθῶς μέν ἀποτειχίστηκαν τήν τελευταία δεκαετία λόγῳ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης, ἐντελῶς λανθασμένως δέ ἀποδέχονται ἀποστολική διαδοχή, ἐνεργοῦσα Χάρι, ἱερωσύνη καί μυστήρια στούς «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες. Μέ τόν τρόπο αὐτόν, ταυτίζουν τήν ἐντός Ἐκκλησίας κανονική ἱερά ἀποτείχιση μέ τήν σχισματική καί ἄκυρη «ἀποτείχιση» τῶν ἐκτός Ἐκκλησίας «Γ.Ο.Χ» – Παλαιοημερολογιτῶν.

Εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτα ἕως βλάσφημα τά φαινόμενα τέτοιοι νεοημερολογίτες «ἀποτειχισμένοι» κληρικοί : α) νά στέλνουν ἀποτειχισμένους λαϊκούς γιά λειτουργική-μυστηριακή ζωή στούς «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες (βλ. Παΐσιο Παπαδόπουλο καί γέροντα Εὐστράτιο, πρώην Λαυριώτη – Ἁγιορείτη, πού στέλνει το ποίμνιό του, τούς ἀποτειχισμένους λαϊκούς, γιά λειτουργική-μυστηριακή ζωή στόν «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτη, ἀποτειχισμένο «κληρικό» Κωνσταντῖνο Σκόρδα) ἤ β) νά ἀναλίσκονται σέ προσπάθειες ἑνώσεως μαζί τους (βλ. Εὐθύμιο Τρικαμηνᾶ), ἤ γ) νά «χειροτονοῦνται ἐπίσκοποι» στούς «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες (σχ. βλ. Ἰωάννη Καρακασαλίδη, πρώην κληρικό τῆς μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως, καί Παΐσιο Παπαδόπουλο, πρώην κληρικό τῆς μητροπόλεως Φλωρίνης, πού χειροτονήθηκαν ὁ μέν «ἀρχιεπίσκοπος» Μακεδονίας καί Θράκης, ὁ δέ «ἐπίσκοπος» Βάδης καί Βυρτεμβέργης στούς «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες Ἑλλάδος) ἤ δ) νά μήν ἀποδέχονται τήν ἁγιότητα τῶν τριῶν συγχρόνων ἁγίων Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου (ἀποτειχισμένου μάλιστα ὑπάρξαντος), Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου καί Ἰακώβου τοῦ νέου, τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ, ὅπως οἱ «Γ.Ο.Χ.» – Παλαιοημερολογίτες (Σχ. βλ. Ἰγνάτιος Σέρρας, πρώην ἐφημέριος Ἱερᾶς Μονῆς τῶν Σισσίων τῆς μητροπόλεως Κεφαλληνίας).

Ἐπίλογος

Μετά τά ἀνωτέρω παρατεθέντα καί γραφέντα, κάθε ἐχέφρων ἄνθρωπος καί ἀμερόληπτος ἐρευνητής – κριτής μπορεῖ νά συνειδητοποιήσει, ἄν δικαίως ἤ ὄχι ἐκφωνήσαμε τό ἀνάθεμα κατά τῶν οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν Ζηλωτῶν Παλαιοημερολογιτῶν, τῶν αὐτοαποκαλουμένων ὡς «Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί» (Γ.Ο.Χ.), καί ἄν ἀνήκουμε ἤ ὄχι στήν «σέκτα τῶν ἀποτειχισμένων κρυπτο-οἰκουμενιστῶν».

ΠΗΓΕΣ :

1) Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Παλαιοημερολογίτες, wikipedia , https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%88%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CF%82_%CE%9F%CF%81%CE%B8%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CE%B9_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%82

2) Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας ΓΟΧ τῆς Ἑλλάδος. Σύντομη Ἱστορία τῆς Μαρτυρικῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος καὶ περὶ τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς Αὐτῆς, Ἀθήνα, 2015.   

3) MAKRIS P., A Critique of Old Calendarist Ecclesiology, 2019. https://classicalchristianity.com/wp-content/uploads/2019/01/A-Critique-of-Old-Calendarist-Ecclesiology-.pdf

4) ΜΑΛΕΣΗΣ ΔΗΜ., Τό Παλαιοημερολογιτικό Ζήτημα (1924-1952). Ὄψεις τῆς πολιτικῆς καὶ πολιτισμικῆς σύγκρουσης στὸ μεσοπόλεμο καὶ στὴν μεταπολεμικὴ περίοδο , ΜΝΗΜΩΝ, τ. 22, σσ. 135-169. https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/mnimon/article/view/8281/8375

5) MOSS VLADIMIR, Thirty years of trial : The True Orthodoxs of Greece 1970-2000, 2010. https://www.orthodoxchristianbooks.com/downloads/257_THE_TOC_OF_GREECE_1970_2000.pdf

6) ΑΡΧΙΜ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΒΑΣ., Tό Σχίσμα τοῦ Ζηλωτικοῦ Παλαιοημερολογιτισμοῦ, 2008. https://agiaanastasia.gr/wp-content/uploads/sxismazilotikoupalaioimerologitismoufree7.pdf

7) ΑΡΧΙΕΠ. ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑÏΔΗΣ, Ἱστορικὴ καὶ Κανονικὴ θεώρησις τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ ζητήματος κατὰ τε τὴν γένεσιν καὶ τὴν ἐξέλιξιν αὐτοῦ ἐν Ἑλλάδι, 1982.    http://www.myriobiblos.gr/books/book1/index.html


[1] https://www.youtube.com/watch?v=K-ouA07jdxA

[2] https://aktines.blogspot.com/2012/10/blog-post_9149.html

[3] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θες/κη 2003, σσ. μγ΄, 8-11.

[4] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Γ´ Λόγος κατά Ἰουδαίων, Εἰς τούς τά πρῶτα πάσχα νηστεύοντας, PG 48, 861-872.

[5] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Δωδεκάβιβλος˙ περί τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις πατριαρχευσάντων, βιβλίο 12ο, κεφ. 2ο, § β ΄, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 1983, σσ. 231-232.

[6] https://www.trueorthodoxy.org/polemics/schismatics_matthewites_eight_errors.shtml

[7]https://www.ecclesiagoc.gr/index.php/%CE%B5%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7/%E1%BC%80%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82/1746-anakoinwsis-i-s-i-18-02-2021

Share:
πνευματική ιδιοκτησία π. Ἀγγέλου Ἀγγελακοπούλου
error: Content is protected !!