Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΕΣΧΑΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

24-03-2024

Μέ τήν εὐκαιρία τῆς σημερινῆς μεγίστης ἑορτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, θά θέλαμε νά τονίσουμε στήν ἀγάπη σας ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖο ὅλοι οἱ πιστοί – καί ἀπαραιτήτως οἱ ἀποτειχισμένοι – νά καταλάβουμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἐκεῖ, πού φαίνεται ὅτι εἶναι. Οἱ Θεῖες Λειτουργίες ἐξακολουθοῦν νά τελοῦνται καί οἱ Ναοί, πού κατήντησαν πλέον διδασκαλεῖα ἀσεβείας, κατά τόν Μεγάλο Βασίλειο, γεμίζουν ἀπό κόσμο, ὅμως ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τούς Ναούς αὐτούς, οὔτε μ’ αὐτά τά ράσα καί τά ἄμφια, οὔτε καί μ’ αὐτούς τούς ρασοφόρους καί λοιπούς ἀνθρώπους.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει ἡ Ἀλήθεια. Πιστοί εἴμαστε ὅσοι συνεχίζουμε τήν ἀδιάκοπη Παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, τό ἔργο αὐτό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἱερεῖς εἴμαστε ὅσοι σκεπτόμαστε, ζοῦμε καί διδάσκουμε, ὅπως οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἤ τουλάχιστον, δέν τούς ἀρνούμαστε μέ τήν διδαχή μας. Ὅπου δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ συνέχεια σκέψεως καί ζωῆς, εἶναι μεγίστη πλάνη νά ὁμιλοῦμε γιά Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἔστω κι ἄν ὅλα τά ἐξωτερικά φαινόμενα μιλοῦν γι’ αὐτήν. Ἤδη βρίσκεται καί πάντοτε θά βρίσκεται ἕνας τουλάχιστον κανονικός ἱερεύς, χειροτονημένος ἀπό κανονικό ἐπίσκοπο, πού ν’ ἀκολουθεῖ τήν Παράδοση καί νά ἐφαρμόζει ὀρθῶς τήν ἀποστολική, ἱεροκανονική, ἁγιοπνευματική διακοπή μνημονεύσεως – ἀποτείχιση. Γύρω ἀπό τέτοιους ὀρθῶς ἀποτειχισμένους ἱερεῖς ἤδη συσπειρώνονται καί θά συσπειρώνονται οἱ ἀποτειχισμένοι πιστοί, πού ἀπομένουν καί θά ἀπομείνουν στό τέλος τῶν καιρῶν. Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἤδη διασώζεται καί θά διασώζεται σ’ αὐτούς τούς πραγματικούς ἱερεῖς καί πιστούς.

Οἱ ἀποτειχισμένοι πιστοί ἤδη βρίσκουν καί θά βρίσκουν μέσα στήν ἀποτειχισμένη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πᾶν τό πλήρωμα τῆς Χάριτος τοῦ Θεού. Στό τέλος τῶν καιρῶν, δέν ὑπάρχει καί δέν θά ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη ὀργανωτικῆς διοικήσεως, συντονισμοῦ στίς ἐξωτερικές σχέσεις καί ἐπαφές ἤ ἄλλων δεσμῶν ἤ δεσμεύσεων, διότι τίς περισσότερες φορές εἶναι καί θά εἶναι ἀδύνατες, ἀλλά κυρίως διότι ἡ κοινωνία, πού ἤδη ὑπάρχει καί θά ὑπάρχει μεταξύ τους εἶναι καί θά εἶναι ἡ τελειότερη, πού μπορεῖ νά ὑπάρξει. Κι αὐτή ἡ κοινωνία εἶναι ἡ κοινωνία στό Τίμιο καί Πανάγιο Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ κοινωνία στό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Ἡ ἀναλλοίωτη Ὀρθόδοξη Παράδοση εἶναι καί θά εἶναι ὁ χρυσός συνδετικός κρίκος μεταξύ τους, μέ τό παρελθόν, τό παρόν καί τό μέλλον, μέ τήν ἴδια, ἀμετάβλητη καί διαχρονική  Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τοῦ παρελθόντος, τοῦ παρόντος καί τοῦ μέλλοντος, μέ τήν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία τῶν Οὐρανῶν. Μέσα στήν ἀποτειχισμένη Ἐκκλησία διατηρεῖται καί θά διατηρεῖται ἀκέραιη ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Ὑπάρχει ἤδη καί θά ὑπάρχει τέτοια σύγχυση στόν κόσμο, πού ὁ ἕνας δέν μπορεῖ ἤδη καί δέν θά μπορεῖ νά εἶναι καθόλου σίγουρος γιά τήν ὀρθοδοξία καί τήν ὀρθοπραξία τοῦ ἄλλου, λόγῳ τοῦ πλήθους τῶν ψευδοπροφητῶν, τῶν ψευδοδιδασκάλων, τῶν ψευδεπισκόπων καί τῶν ψευδοκληρικῶν, πού ἤδη ἔχουν γεμίσει καί θά γεμίσουν τόν κόσμο, καί λένε : «ἐδῶ ὁ Χριστός, ἐκεῖ ὁ Χριστός». Μόνο μέσα στήν ἀποτειχισμένη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διατηρεῖται καί θά διατηρεῖται ἡ βεβαιότητα τῆς ὀρθῆς πίστεως καί ζωῆς. Στό τέλος τῶν καιρῶν, ὅλοι θά ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί καί ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ὅπως τήν καταλαβαίνουν αὐτοί. Παρ’ ὅλ’ αυτά, όμως, ὅσοι ἔχουμε καθαρή καρδιά καί φωτισμένο ἀπό τήν Θεία Χάρι νοῦ, ἀναγνωρίζουμε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, παρά τήν ὁλοσχερή ἔλλειψη ἐξωτερικῆς αἴγλης. Οἱ ἀποτειχισμένοι πιστοί ἤδη συσπειρώνονται καί θά συσπειρώνονται γύρω ἀπό τούς πραγματικά ἂποτειχισμένους ἱερεῖς καί ὅλοι μαζί, μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, γίνονται καί θά γίνονται οἱ στύλοι τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου καί ὄχι τοῦ Θεοῦ, κάνουν δυστυχῶς ὅ,τι θέλουν. Πραγματοποιοῦν οἰκουμενιστικά συνέδρια, ἑνώνουν, ἄνευ τῆς Ἀληθείας καί τῆς μετανοίας, οἰκουμενιστικῷ τῷ τρόπῳ, τίς ψευδοεκκλησίες τους, νοθεύουν τόν Χριστιανισμό, ἀλλοιώνουν τήν παράδοση καί τήν ζωή, ἑνώνουν τίς θρησκεῖες τοῦ κόσμου.

Ὅμως, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μένει καί θά μένει ἀναλλοίωτη, γιατί, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἔστω κι ἕνας στύλος της ἄν παραμείνει ὄρθιος, ἡ Ἐκκλησία δέν θά πέσει. «Οὐδέν Ἐκκλησίας ἰσχυρότερον. Τοῦ οὐρανοῦ ὑψηλοτέρα ἐστί, τῆς γῆς πλατυτέρα ἐστίν. Οὐδέποτε γηρᾶ, ἀεί δέ ἀκμάζει»[1]. Στύλος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ κάθε πραγματικά ἀποτειχισμένος κληρικός καί πιστός, πού μένει «κολλημένος» στήν Παράδοση τῶν Πατέρων, παρ’ ὅλα τά φοβερά ρεύματα τοῦ κόσμου, πού δοκιμάζουν νά τόν παρασύρουν. Τέτοιοι στύλοι ὑπάρχουν καί θά ὑπάρχουν μέχρι τήν συντέλεια τοῦ κόσμου, ὅ,τι καί νά γίνει. Ἐξ ἄλλου, ὅταν ἤδη γίνονται καί θά γίνονται αὐτά τά πράγματα, ἡ Β΄ Παρουσία τοῦ Κυρίου δέν θά εἶναι μακρυά. Αὐτή ἡ κατάσταση εἶναι τό πιό φοβερό σημάδι ὅτι κοντεύει ὁ ἐρχομός Του. Τότε ἀκριβῶς «ἤξει τό τέλος»[2].

Oἱ γλυκανάλατοι καί συναισθηματικοί Χριστιανοί θεωροῦν τά παραπάνω σάν ὑπερβολική καί ἀποκρουστική ἀπαισιοδοξία. Σύμμαχοι τοῦ κόσμου, δέν μποροῦν νά δοῦν τήν σφραγίδα τοῦ διαβόλου σ’ αὐτό, πού οἱ ἴδιοι ἐπικροτοῦν. Οὔτε μποροῦν ν’ ἀναμετρήσουν τό τεράστιο χάος, πού χωρίζει τόν κόσμο ἀπό τόν Θεό, γιατί τότε θά εἶναι ἀναγκασμένοι νά παραδεχθοῦν ὅτι τό ἴδιο χάος χωρίζει καί τούς ἴδιους ἀπό τόν Θεό. Δέν μποροῦν, λοιπόν, ν’ ἀνεχθοῦν νά εἶναι κανείς ἀπαισιόδοξος γιά τήν σύγχρονη Βαβέλ. Εἶναι τόσο ἰκανοποιημένοι ἀπό τήν ἐποχή τους. Βλέπουν τό μέλλον τόσο λαμπρό. Ὁ Χριστιανισμός γι’ αὐτούς εἶναι τόσο συμβατός μέ τόν κόσμο καί εἶναι τόσο εὐχαριστημένοι γι’ αὐτό, πού δέν θά σέ συγχωρήσουν, ἄν τούς δείξεις ὅτι πλανώνται. Ὀραματίζονται στό μέλλον μιά «Παγκόσμια Ἑνωμένη Ἐκκλησία», μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους ἑνωμένους μέ τόν δεσμό τῆς ψευδοαγάπης. Οἱ αἱρετικοί τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων εἶναι γι’ αὐτούς οἱ «ἀδελφοί τους Χριστιανοί», ἀπό τούς ὁποίους τούς χώρισαν οἱ ἐγωϊσμοί καί οἱ στενοκεφαλιές παρωχημένων ἐποχῶν. Γιά τούς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, αὐτή ἡ προοπτική τοῦ παγκοσμίου κράτους καί τῆς παγκοσμίου θρησκείας εἶναι κάτι τό πολύ εὐχάριστο. Τό ἴδιο συμβαίνει καί γιά ὅσους ποθοῦν σήμερα τήν ψευδοένωση τῶν ψευδεκκλησιῶν τους καί δέν δίδουν σημασία στήν Ἀλήθεια. Γιά τούς τελευταίους αὐτούς, τά δογματικά θέματα εἶναι μισερές βυζαντινολογίες. Ἀλλά, «διά τοῦτο πέμψει αὐτοῖς ὁ Θεός ἐνέργειαν πλάνης εἰς τό πιστεύσαι αὐτούς τῷ ψεύδει, ἵνα κριθῷσι πάντες oἱ μή πιστεύσαντες τῇ ἀληθείᾳ, ἀλλ’ εὐδοκήσαντες ἐν τῇ ἀδικίᾳ»[3].

Μέσα σ’ αὐτήν τήν κοινωνία τοῦ Ἀντιχρίστου, οἱ λίγοι πού μένουμε ἤ πού θά μείνουν πραγματικά Ὀρθόδοξοι ἀποτειχισμένοι Χριστιανοί, ἀποτελοῦμε τήν «πέτρα τοῦ σκανδάλου», τήν μόνη παραφωνία μέσα στήν τόση διαβολική ἀρμονία. Γιά μᾶς καί τούς ἑπομένους οἱ μέρες αὐτές καί οἱ ἐπερχόμενες εἶναι ἤδη καί θά εἶναι ἡμέρες θλίψεως μεγάλης. «Καί ἔσεσθε μισούμενοι ὑπό πάντων τῶν ἐθνῶν διά τό ὄνομά μου». Εἶναι μία νέα περίοδος μαρτυρίου περισσότερο ψυχικοῦ, παρά σωματικοῦ.

Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί εἴμαστε μέσα στό ἀπέραντο παγκόσμιο κράτος οἱ ἀπόκληροι τῆς κοινωνίας. «Καί ποιήση, ὅσοι ἄν μή προσκυνήσωσι τῇ εἰκόνι τοῦ θηρίου, ἵνα ἀποκτανθῶσι. Καί ποιεῖ πάντας, τούς μικρούς καί τούς μεγάλους, καί τούς πλουσίους καί τούς πτωχούς, καί τούς ἐλευθέρους καί τούς δούλους, ἵνα δώσωσιν αὐτοῖς χάραγμα ἐπί τῆς χειρός αὐτῶν τῆς δεξιᾶς, ἤ ἐπί τῶν μετώπων αὐτῶν, καί ἵνα μή τις δύναται ἀγορᾶσαι ἤ πωλῆσαι εἰμή ὁ ἔχων τό χάραγμα, τό ὄνομα τοῦ θηρίου ἤ τόν ἀριθμόν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ»[4].

Ἡ Ἱστορία ἔχει νά μᾶς παρουσιάσει δίς τήν τοπική ἐκκλησία τῆς Κων/λεως ἄνευ ὀρθοδόξου ἐπισκόπου. Πρῶτον μέν, ὅταν ἦταν Ἀρειανοκρατούμενη, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, πού μετέβη ἐκεῖ γιά ἐνίσχυση τοῦ Ὀρθοδόξου ποιμνίου, τό βρῆκε «καί ἀνεπίσκοπον»[5]. Δεύτερον δέ, ἐπί κακοδόξου καί αἱρετικοῦ Νεστορίου, ὅταν οἱ πιστοί, κλῆρος καί λαός, ἀφοῦ τόν ἀποκήρυξαν, συναθροίζονταν χωρίς αὐτόν[6]. Συνεπῶς, ὁ ὀργανικός σύνδεσμος ἐπισκόπου καί Ἀληθείας ἀποτελεῖ ὄρο ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ γιά τήν Ὀρθοδοξία τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας αὐτός προΐσταται. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τόνιζε πρός τούς ἀντιπάλους του : «Οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τῆς ἀληθείας εἰσί. Καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες, οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί»[7]. Δέν εἶναι, λοιπόν, τῆς Ἐκκλησίας οἱ κακοδοξοῦντες, οὔτε εἶναι ποιμένες, ἀλλά «λύκοι» ἐν προβάτου δορᾷ, δορά προβάτων κατεργαζόμενοι, ἔστω κι ἄν τιτλοφοροῦνται «ἀρχιποιμένες», «παναγιώτατοι» καί «οἰκουμενικοί». «Καί τοσούτον μᾶλλον ἄν καί σφῶν αὐτῶν κατεψεύδοιντο», συνεχίζει ὁ μέγας πατήρ, «ποιμένας καί ἀρχιποιμένας ἱερούς ἑαυτούς καλοῦντες καί ὑπ’ ἀλλήλων καλούμενοι. Μηδέ γάρ προσώποις τόν Χριστιανισμόν, ἀλλ’ ἀληθείᾳ καί ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα». Γι’ αὐτό εἶχε δίκαιο ὁ μακαριστός καθηγητής π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ὅταν ἔγραφε : «Πολύ συχνά τό μέτρο τῆς ἀληθείας εἶναι ἡ μαρτυρία τῆς μειοψηφίας. Εἶναι δυνατόν νά εἶναι Καθολική Ἐκκλησία τό «μικρόν ποίμνιον». Ἴσως ὑπάρχουν περισσότεροι ἑτερόδοξοι (αἱρετικοί) παρά Ὀρθόδοξοι. Εἶναι δυνατόν νά ἐξαπλωθοῦν οἱ αἱρετικοί παντοῦ καί νά καταλήξει ἡ Ἐκκλησία στο περιθώριο τῆς Ἰστορίας ἤ νά ἀποσυρθεῖ στήν ἔρημο. Αὐτό συνέβη κατ’ ἐπανάληψιν στήν Ἰστορία καί εἶναι πολύ πιθανόν νά συμβεῖ καί πάλι… Τό καθῆκον τῆς ὑπακοῆς παύει, ὅταν ὁ ἐπίσκοπος παρεκκλίνει ἀπό τόν καθολικό κανόνα καί ὁ λαός ἔχει τό δικαίωμα νά τόν κατηγορήσει, ἀκόμα δέ καί νά τόν καθαιρέσει»[8].

Γιατί, ὅμως, αἰσθάνονται οἱ Χριστιανοί τόσο πολύ ἔντονα τήν ἀνάγκη νά καταφύγουν ὁπωσδήποτε σέ μιά διοικητικά ὀργανωμένη ἐκκλησία; Αὐτό γίνεται, γιατί ἡ Ἰστορία ἔχει μεγάλη δύναμη στήν ψυχή μας. Ἐπειδή τήν Ἐκκλησία μέσα στούς αἰώνες τήν γνωρίσαμε ὀργανωμένη σέ Πατριαρχεία καί σέ Συνόδους, τήν ταυτίσαμε μέ τήν ὀργάνωσή της αὐτή, ξεχνώντας ὅτι κατά τήν διάρκεια τῶν αἱρέσεων, ἡ ὀργάνωση αὐτή χανόταν γιά τούς Ὀρθοδόξους καί γινόταν τό ὄπλο τῆς κακοδοξίας ἐναντίον τους. Ὅμως, στούς ἀποκαλυπτικούς καιρούς πού ζοῦμε, ἔχουμε ἀφήσει πιά πίσω τήν Ἰστορία καί μπήκαμε στήν Ἐσχατολογία. Ἡ πνευματική μας ἐπιβίωση ἐξαρτᾶται ἀπό τήν συνειδητοποίηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Ἔπεσαν πιά ὅλα τά ἱστορικά μας ἀντερείσματα. Ἡ ἀποστασία μετήλλαξε τούς ποιμένες σέ λύκους καί ἡ ὀργανωμένη «ἐκκλησία», πού ξέραμε, εἶναι πιά σήμερα ἀγέλη λύκων καί θάνατος προβάτων. Ὁ διάβολος εἶναι πιά λυμένος. Γιά νά ἐπιβιώσουμε πρέπει νά δοῦμε τήν Ἐκκλησία στήν κεκρυμμένη – μυστική καί μυστηριακή της οὐσία, ἀπογυμνωμένη ἀπό τήν διοικητική της ὀργάνωση, πού γνωρίσαμε στήν Ἰστορία. Στήν ἀρένα οἱ μάρτυρες γυμνοί ἀντιμετώπιζαν τά θηρία. Γυμνή καί ἡ στρατευομένη – ἀποτειχισμένη Ἐκκλησία τῶν ἐσχάτων καιρῶν θά παλέψει μαζί τους χωρίς Συνόδους, χωρίς Πατριαρχεία, ἀλλά μέ μόνο σύνδεσμο τόν Χριστό καί τήν κοινωνία της μέ τήν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία. Τό συνηθισμένο, λοιπόν, ἐρώτημα : «Καλά! Νά φύγουμε ἀπό τόν Οἰκουμενισμό, ἀλλά σέ ποιά Ἐκκλησία νά πᾶμε»; δέν ἔχει τήν θέση του σήμερα. Διότι, δέν πρόκειται νά πᾶμε πουθενά, ἀλλά νά μείνουμε στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, στήν Ἐκκλησία τῶν Πατέρων. Ν’ ἀρνηθοῦμε τίς παραποιήσεις καί νά μείνουμε στήν Ἀλήθεια, πού ἐξ ἀπαλῶν ὀνύχων γνωρίσαμε, ἀλλά δυσκολευόμαστε πιά ν’ ἀναγνωρίσουμε σ’ αὐτό, πού μᾶς λέγουν ὅτι εἶναι δῆθεν «ἐκκλησία». Αὐτή τήν ἄρνηση τοῦ ψεύδους καί τῶν παραποιήσεων, θά τήν πραγματοποιήσουμε ἐκεῖ πού βρισκόμαστε, διακόπτοντας ἁπλά κάθε κοινωνία μαζί της. Καί τότε, ὅταν θά ἔχουμε κάνει τό πρῶτο βήμα, πού περιμένει ἀπό μᾶς ὁ Θεός, θά ἔλθει ὁ Ἴδιος σέ συνάντησή μας καί θ’ ἀνοίξει τά μάτια μας, πού μέχρι τότε ὄνομα εἶχαν ὅτι βλέπουν, ἀλλά ἦταν ἀνίκανα νά δοῦν τόν ἀληθινό Χριστό. Καί ὅταν Τόν δοῦμε, θά τρέξουμε στόν πιό ἀκριβό μας φίλο, ὅπως ἔτρεξε ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος στόν Ἀπόστολο Ναθαναήλ, καί θά τόν καλέσουμε να’ ρθεῖ νά δεῖ κι αὐτός, ὅσο κι ἄν ἀμφιβάλλει γιά τό καλό, πού μπορεῖ νά ἔλθει ἀπό τήν Ναζαρέτ. Ἔτσι σχηματίζεται τό «μικρό ποίμνιο», ἡ μικρή τοπική ἀποτειχισμένη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἀληθινοί Ἰσραηλίτες βρίσκουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί ἔρχονται μαζί στόν Χριστό, κληρικοί καί λαϊκοί.


[1] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, PG 52, 402.

[2] Ματθ. 24, 14.

[3] Β΄ Θεσ. 2, 11-12.

[4] Ἀποκ. 13, 15.

[5] MANSΙ 3, 532.

[6] MANSΙ 4, 1096

[7] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Συγγράμ. Β’, 627.

[8] Π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΟΡΩΣΚΥ, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις, Θεσ/κη 1977, σσ. 71, 75. Πρβλ. Ι. ΚΟΤΣΩΝΗ, Προβλήματα ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, σ. 113.

Share:
πνευματική ιδιοκτησία π. Ἀγγέλου Ἀγγελακοπούλου
error: Content is protected !!