ΤΟ ΜΕΝΟΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΦΩΤΙΟΥ

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς

Ἐν Πειραιεῖ 06-02-2013

 

 «Τοιοῦτος γάρ ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπό τῶν ἁμαρτωλῶν καί ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος»[1].

Στήν Θεία Λειτουργία, πού τελεῖται ἐπί τῇ μνήμῃ τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Μεγάλου, τοῦ Ἰσαποστόλου καί Ὁμολογητοῦ, ἀκοῦμε τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου νά μᾶς δίνει μιά εἰκόνα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς Ἀρχιερέως. Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι τέτοιος μᾶς ταίριαζε Ἀρχιερεύς. Ἀρκετές φορές ἀπογοητευόμαστε ἀπό τά παραδείγματα τῶν ἀνθρώπων ἀρχιερέων. Πάθη, κακίες, μίση, ὁμαδοποιήσεις, μέσα, συμφέροντα, θρόνοι, δόξες, φιλαργυρία, φιλοδοξία, φιλαρχία, σκάνδαλα οἰκονομικά καί ἠθικά κ. ἄ. Ἀλλά, πάνω ἀπ’ὅλους, Μέγας Ἀρχιερεύς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός. Ὅσες κακίες καί πάθη κι ἄν ἔχουν οἱ ἄνθρωποι ἀρχιερεῖς, αὐτά δέν βλάπτουν σέ τίποτε τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἐπικεφαλῆς ἔχει τόν οὐράνιο, τόν Μεγάλο Ἀρχιερέα Χριστό, ὁ Ὁποῖος, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μᾶς ταίριαζε, ταίριαζε στήν Ἐκκλησία νά εἶναι Ἀρχιερεύς. Οἱ ἄνθρωποι ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς, μέ τά ἀνθρώπινα πάθη καί τίς ἀδυναμίες, συμβαίνει πολλές φορές νά μήν εἴμαστε ὅσιοι, ἄκακοι, ἀμίαντοι, κεχωρισμένοι ἀπό τῶν ἁμαρτωλῶν. Μερικές φορές, μάλιστα, συμφυρόμαστε μέ τούς ἁμαρτωλούς καί εἴμαστε χειρότεροι κι ἀπ’τους χειρότερους ἁμαρτωλούς. Ὁ Χριστός, ὅμως, εἶναι ὁ ὅσιος, ὁ ἄκακος, ὁ ἀμίαντος, ὁ κεχωρισμένος ἀπό τῶν ἁμαρτωλῶν. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά «καί ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος». Εἶναι Αὐτός, ὁ Ὁποῖος ἔχει τόση δόξα καί τόση καθαρότητα, εἰς τρόπον ὥστε νά εἶναι πιό ψηλά, ἀκόμη, κι ἀπ’τους οὐρανούς.

Ἀλλά, δέν εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀρχιερεῖς ἁμαρτωλοί, κακοί καί ἐμπαθεῖς, πού ἀπογοητεύουν τούς ποιμενομένους καί τό ποίμνιο καί μερικές φορές τούς σκανδαλίζουν. Στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας φάνηκαν παραδείγματα ἀνθρώπων ἀρχιερέων, πού ἀκολούθησαν πιστά καί ἀντέγραψαν τό πρότυπο τοῦ οὐρανίου Ἀρχιερέως, τό Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἑνός τέτοιου Ἀρχιερέως τήν μνήμη ἑορτάζει στίς 6 Φεβρουαρίου ἡ Ἐκκλησία μας. Τήν μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Μεγάλου, τοῦ Ἰσαποστόλου καί Ὁμολογητοῦ.

Ὁ Μέγας Φώτιος, ὁ ὁποῖος μαζί μέ τόν ἅγιο Μάρκο Ἐφέσου τόν Εὐγενικό καί τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ ἀποτελοῦν τούς Νέους Τρεῖς Ἱεράρχες, τούς ὀνομαζομένους ἀντίπαπες καί παπομάστιγες, ἤλεγξε σφοδρότατα καί αὐστηρότατα, τόν 9ο αἰ., στό πρόσωπο τοῦ Πάπα Νικολάου τήν τότε πρωτοαναφυόμενη καί πρωτοεμφανιζόμενη αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ καί ἰδίως τήν παράνομη προσθήκη τοῦ Filioque, δηλαδή τήν δογματική διδασκαλία τῶν Παπικῶν ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται, ὄχι ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, ἀλλά καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ἡ ὁποία ἦταν ἡ πρώτη αἰτία τοῦ σχίσματος Μέ τούς ἀντιαιρετικούς καί ἀντιπαπικούς ἀγῶνες τοῦ Μεγάλου Φωτίου ἀποφεύχθηκε ὁ ἐκλατινισμός, ὁ ἐκπαπισμός, ἡ φραγκοποίηση τῆς Ὀρθοδοξίας. Παραλλήλως, ἀντιμετώπισε κι ἄλλες αἱρέσεις, ὅπως τόν Μανιχαϊσμό, τήν Εἰκονομαχία καί τόν Μονοφυσιτισμό. Ἰδίως, ὅμως, γιά τήν σθεναρή καί σκληρή του στάση ἔναντι τῆς αἱρέσεως του Παπισμοῦ, ὁ Μέγας Φώτιος ἔχει γίνει ἀποστρεπτέος καί μισητός ἀκόμη μέχρι καί σήμερα ἀπό τους αἱρετικούς Λατίνους. Οἱ Παπικοί δέν θεωροῦν τόν Μεγάλο Φώτιο ἅγιο, ἀλλά ἀντιθέτως «αἱρετικό»!!! Φρίττουν καί τρέμουν μόνο στό ἄκουσμα τοῦ ἁγίου ὀνόματός του!

Ποῦ ὀφείλεται, ὅμως, αὐτό τό μένος, τό μίσος τῶν Παπικῶν ἔναντι τοῦ Μεγάλου Φωτίου; Ποιοί εἶναι οἱ λόγοι τῆς μήνιδος τῶν Δυτικῶν κατά του Μεγάλου Φωτίου;

Την διαλεύκανση καί ἀπάντηση τοῦ ἀνωτέρω ζητήματος μᾶς τήν δίνει ἕνας ἄλλος ἀντιαιρετικός καί ἀντιπαπικός θεολόγος καί ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ γνωστός σέ ὅλους μας καί δημοφιλής, ἅγιος Νεκτάριος Ἐπίσκοπος Πενταπόλεως[2].

Σύμφωνα μέ τον ἅγιο Νεκτάριο, «δύο εἶναι οἱ λόγοι, πού ἐξήγειραν τό μίσος τῶν Παπικῶν ἔναντι τοῦ Μεγάλου Φωτίου. Α) Τά ἀποτελέσματα τῆς Ἐγκυκλίου, πού ἔστειλε ὁ Μέγας Φώτιος, καί Β) οἱ ἀποφάσεις τῆς Η΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού συνεκλήθη ἐπί Μεγάλου Φωτίου τό 879 μ.Χ. στήν ἁγία Σοφία.

Α) Ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη τοῦ Μεγάλου Φωτίου, κατά τήν πρώτη ἀνάρρησή του στόν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, α) ἀνέκοψε τό ἔργο τοῦ Πάπα Νικολάου στή Βουλγαρία, ἐπειδή γνωστοποίησε στούς Βουλγάρους ποιός εἶναι αὐτός, πού διδάσκει τήν ἀρτία, ἀληθή καί ὀρθή πίστη, β) ἐπέστησε τήν προσοχή τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τῶν καινοτομιῶν τῆς τότε πρώην Δυτικῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία πρῶτος ὁ Μέγας Φώτιος τόλμησε νά καταγγείλλει, ἐπειδή ἀπέκλινε στήν αἵρεση καί τήν κατεδίκασε, καί γ) περιφρούρησε τήν ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία οἱ Πάπες ζητοῦσαν νά ὑποδουλώσουν.

Β) Κατά τήν δεύτερη ἀνάρρησή του, κατάφερε τό μέγα πλῆγμα κατά τῆς Δυτικῆς ὀφρύος, ἐπειδή συνεκάλεσε τήν Η΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο καί ἀναθεμάτισε αὐτούς, πού τολμοῦν νά προσθέσουν κάτι στό «Σύμβολο τῆς Πίστεως». Ἡ Σύνοδος αὐτή ὑπέδειξε στόν Πάπα καί σέ κάθε Ἐπίσκοπο ὅτι ὀφείλει νά σέβεται τό «Σύμβολο τῆς Πίστεως» τῶν ἐν Νικαίᾳ – Κωνσταντινουπόλει Συνόδων, τό ὁποῖο καί οἱ ὑπόλοιπες Σύνοδοι ἐπεκύρωσαν καί ἐπιβεβαίωσαν. Δέν ἀρκέσθηκε μόνο στό νά ἐπικυρώσει τήν ἐκλογή τοῦ Μεγάλου Φωτίου, ἀλλά καί τόν «θεοποίησε», ἐπειδή τόν ἀνέδειξε ὑπέρτερο τοῦ Ἀρχιερέως τῆς Ρώμης. Ὅταν στήν τελευταία συνεδρία, μετά ἀπό ἄπειρα ἐγκώμια ὑπέρ τοῦ ἱεροῦ Φωτίου, ὁ Καισαρείας Προκόπιος ἀνέκραξε «τοιοῦτον ἔπρεπεν ἐπ’ἀληθείας εἶναι τόν τοῦ σύμπαντος κόσμου τήν ἐπιστασίαν λαχόντα, εἰς τύπον τοῦ ἀρχιποίμενος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν», οἱ τοποτηρητές τοῦ Πάπα ἐπεκύρωσαν τόν λόγο, λέγοντας˙ «καί ἡμεῖς οἱ τά ἔσχατα τῆς γῆς κατοικοῦντες, ταῦτα ἀκούομεν», δηλαδή ἀνεβίβασαν τόν ἱερό Φώτιο σέ ὁμολογουμένως ἀνωτέρα περιωπή ἀπό αὐτήν τοῦ Ἀρχιερέως τῆς Ρώμης. Στήν τέταρτη συνεδρία οἱ τοποτηρητές τοῦ Πάπα οἴκοθεν ἀπένειμαν στόν Μεγάλο Φώτιο τήν ὑπεροχική ἐκείνη τάξη στόν κόσμο. Διότι, ἀφοῦ ἡ Σύνοδος ἀνεβόησε «ὅτι Θεός οἰκεῖ ἐν αὐτῷ οὐδείς ἀγνοεῖ», οἱ τοποτηρητές τοῦ Πάπα πρόσθεσαν ἐπί λέξει τά ἑξῆς : «Τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἔμπνευσις αὐτοῦ τοιοῦτον φῶς διέδωκαν εἰς τήν καθαράν ψυχήν τοῦ ἁγιωτάτου Πατριάρχου, ὅτι λαμπρύνει καί φωτίζει πᾶσαν τήν κτίσιν˙ ὥσπερ γάρ ὁ ἥλιος κἄν εἰς μόνον τόν Οὐρανόν περιέχεται, ὅμως ὅλον τόν περίγειον κόσμον φωτίζει, οὕτω καί ὁ δεσπότης ἡμῶν, ὁ κύριος Φώτιος καθέζεται εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἀλλά καί τήν σύμπασαν κτίσιν δαδουχεῖ καί καταλάμπει».

Στίς 13-8-880 ὁ Πάπας Ἰωάννης Η΄, μέ ἀπαντήσεις του πρός τόν αὐτοκράτορα Βασίλειο καί τόν ἱερό Φώτιο, ἐπεκύρωσε τά ἀποφασισθέντα ὑπό τῆς Συνόδου.

Νά, κυρίως, ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖο οἱ Παπικοί πνέουν μένεα κατά τοῦ Μεγάλου Φωτίου ἀκόμη καί σήμερα˙ καί δικαίως˙ πρῶτον, διότι ἡ στάση τοῦ Μεγάλου Φωτίου ἀπέκρουσε τήν δυτική ἐπιδρομή στήν Ἀνατολή καί τήν ἔσωσε ἀπό τήν παπική πλάνη καί καταδυναστεία, καί δεύτερον, διότι κατεδίκασε μέ συνοδική ἀπόφαση τήν προσθήκη τοῦ Filioque, τήν ὁποία ἔκαναν στό «Σύμβολο τῆς Πίστεως» καί ἔθεσε ὑπό ἀφορισμό τούς δράστες. Ἐξαιτίας αὐτοῦ συναισθάνονται τούς ἑαυτούς τους βεβαρημένους κάτω ἀπό τό ἀνάθεμα αὐτῆς τῆς Συνόδου, τῆς ὁποίας τό κύρος μάτην ἀγωνίζονται νά καταρρίψουν. Ὅσα κι ἄν ποῦν περί τῆς ἀναγνωρίσεως ἤ μή τοῦ Ἰωάννου καί τῶν λοιπῶν Παπῶν ἤ περί τοῦ κύρους τῆς χειροτονίας τοῦ ἱεροῦ Φωτίου εἶναι λόγοι στερημένοι νομικοῦ κύρους καί αὐθαίρετοι.

Ὅλες οἱ ἐπιθέσεις κατά τοῦ Μεγάλου Φωτίου ἔχουν σκοπό νά ἀποδείξουν ἄκυρη τήν Η΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο, ἐπειδή προεδρεύθηκε ἀπό ἄνδρα, πού ἦταν στερημένος ἱερωσύνης, καί ἐπειδή συγκροτήθηκε ἀπό Ἐπισκόπους, πού κι αὐτοί ἦταν στερημένοι ἀξιώματος, ἐπειδή οἱ περισσότεροι ἀπ’αὐτούς εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπό τόν Μεγάλο Φώτιο. Αὐτό ἐξηγεῖ καί τόν λόγο, γιά τόν ὁποῖο ὁ Πάπας Μαρτῖνος, πού διαδέχθηκε τόν Ἰωάννη στά τέλη τοῦ 882, ἀναθεμάτισε τόν ἱερό Φώτιο καί ὁ Στέφανος Ε΄, πού διαδέχθηκε τόν Ἀδριανό Γ΄, τόν διάδοχο τοῦ Μαρτίνου, μαζί μέ τόν Φορμόζο, τόν διάδοχο τοῦ Στεφάνου, ἔλεγαν ὅτι οἱ χειροτονηθέντες ὑπό τοῦ Μεγάλου Φωτίου δέν μποροῦν νά γίνουν δεκτοί στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, παρά μόνο ὡς ἁπλοί λαϊκοί!     

Φοβεροί ἀληθῶς ἄνθρωποι! Σ’αὐτούς ἀληθῶς ἁρμόζει ὁ ἔλεγχος τοῦ Σωτῆρος πρός τούς Φαρισαίους ὅτι τήν μέν κάμηλο καταπίνουν, τόν δέ κώνωπα διϋλίζουν. Ἐνῶ δέν σέβονται κανένα νόμο, θεῖο καί ἀνθρώπινο, ἐπαναστατοῦν ἀκάθεκτοι κατά τῆς νομιμωτάτης ἐκλογῆς τοῦ Μεγάλου Φωτίου. Ἀλλά, ὅπως εἴπαμε, ἔχουν τόν ἰδιαίτερό τους λόγο. Ἡ στάση καί τά προπύργια τοῦ Μεγάλου Φωτίου ὑπέρ τῆς ἀνεξαρτησίας καί τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἐξασφάλισαν τήν Ἐκκλησία καί ἀργότερα. Οἱ κατά καιρούς πρόμαχοί της ὀχυρώνονταν πίσω ἀπό αὐτούς τούς προμαχῶνες καί λάμβαναν τούς ἀγῶνες τοῦ Μεγάλου Φωτίου ὡς ἀξιομίμητο παράδειγμα. Ἐάν ἡ Ἀνατολή δέν ὑποτάχθηκε στή Δύση, ὀφείλεται στόν Μεγάλο Φώτιο. Διότι, ἐάν ὁ ἱερός Φώτιος μιμοῦνταν τόν Ἰγνάτιο, δέν θά συγκροτοῦσε τήν Η΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο καί ὅλη ἡ Ἀνατολή θά ὑποτασσόταν στόν Πάπα. Ὁ Μέγας Φώτιος, ὄχι μόνο ἀνέτρεψε ὅσα ἔγιναν ἐπί Ἰγνατίου καί ἔστησε τό ὀρθόδοξό του ἵδρυμα, ἀλλά ἔσωσε καί τήν Βουλγαρία ἀπό τήν ἑτεροδοξία. Ἐάν οἱ Βούλγαροι διέσωσαν τήν ὀρθή πίστη, αὐτή τήν ὀφείλουν στόν Μεγάλο Φώτιο. Νά, οἱ λόγοι γιά τούς ὁποίους οἱ Παπιστές πνέουν τά μένεα κατά τοῦ ἱεροῦ Φωτίου. Ἔχουν δίκαιο. Διότι, ἐάν δέν ὑπῆρχε ὁ Μέγας Φώτιος, ἀληθῶς δέν θά ὑπῆρχε σχίσμα, ἀλλά δέν θά ὑπῆρχε καί Ἑλληνισμός καί Ὀρθοδοξία. Θά ὑπῆρχε πνευματική δουλεία καί πλανεμένο θρησκευτικό καί ἐθνικό φρόνημα. Ὁ Μέγας Φώτιος περιέσωσε ἀμφότερα, καταπολεμώντας τήν Δυτική ἐπιδρομή».

Τονίσαμε προηγουμένως ὅτι τό πρῶτο αἴτιο τοῦ σχίσματος ἦταν ἡ αἵρεση τοῦ Filioque. Τό Filioque, δηλαδή ἡ δογματική διδασκαλία τοῦ Παπισμοῦ ὅτι το Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, εἶναι φοβερή αἵρεση. Καί εἶναι φοβερή αἵρεση, ἐπειδή εἶναι α) ἀντίθετο πρός τά ἀψευδέστατα λόγια τοῦ Ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, πού εἶπε ὅτι «τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται»[3], ἔχουμε δηλαδή κατάφορη ἀθέτηση τοῦ Ἰδίου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ, β) εἶναι ἀντίθετο πρός τό «Σύμβολο τῆς Πίστεως» Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο «(πιστεύω) καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό Κύριον, τό Ζωοποιόν, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον», ἔχουμε δηλαδή ἀθέτηση καί τῶν δύο Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Α΄ καί τῆς Β΄, γ) εἶναι ἀντίθετο πρός τόν 7ο Ἱερό Κανόνα τῆς Γ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει ὁποιαδήποτε πρόσθεση ἤ ἀφαίρεση στό «Σύμβολο τῆς Πίστεως», ἔχουμε δηλαδή ἀθέτηση καί τῆς Γ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, δ) καταστρέφει τίς σχέσεις μεταξύ τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος καί συγχέει τά ἀκοινώνητα ὑποστατικά ἰδιώματα τῶν τριῶν Προσώπων, ε) ὑποβιβάζει τό Ἅγιον Πνεῦμα στό ἐπίπεδο τοῦ κτίσματος, καί στ) εἰσάγει δυαρχία στήν Ἁγία Τριάδα, ἐφ’ ὅσον καί ὁ Υἱός εἶναι πηγή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄρα ἔχουμε δύο πηγές, δύο ἀρχές, τόν Θεό Πατέρα καί τόν Υἱό. Βέβαια, πίσω ἀπό τό Filioque δέν κρύβεται τίποτε ἄλλο παρά ἡ ὀφρύ τοῦ Πάπα, ἡ ἀλαζονεία του, τό ἀλάθητο καί τό πρωτεῖο του νά νομοθετεῖ αὐτός μόνο πάνω ἀπό τά παραδεδομένα ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Παρακολουθώντας τίς τελευταῖες ἐξελίξεις γύρω ἀπό τό θέμα τοῦ Filioque, βλέπουμε ὅτι ὁ Πάπας χρησιμοποιεῖ μιά πολύ πονηρή τακτική, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ὅταν βρίσκεται στό Βατικανό ἀπαγγέλλει τό «Σύμβολο τῆς Πίστεως» μέ τό Filioque, ἐνῶ, ὅταν βρίσκεται σέ Ὀρθόδοξες χῶρες, τό ἀπαγγέλλει χωρίς τό Filioque. Παράλληλα, καί οἱ Οὐνῖτες στή «λειτουργία» τους τό ἀπαγγέλλουν χωρίς τό Filioque. Βεβαίως, αὐτό εἶναι διπροσωπεία καί παγίδα γιά τούς ἀνυποψίαστους, ἐπειδή, ἄν ὁ Πάπας εἶχε πραγματική μετάνοια, θά ἔπρεπε νά ἐξαλείψει τήν αἵρεση τοῦ Filioque ἀπό τήν δογματική διδασκαλία τοῦ Παπισμοῦ. Αὐτό, ὅμως, ὅπως καταλαβαίνουμε, εἶναι ἀδύνατον. 

Τό πλέον χειρότερο εἶναι ὅτι ὁ νῦν Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄, ὅπως ἔχει ἀποκαλύψει ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος, ἔχει δημιουργήσει ἕνα δικό του «σύμβολο πίστεως», στό ὁποῖο ἐπικρατεῖ ὁ δογματικός μινιμαλισμός καί μαξιμαλισμός, δηλαδή ἔχουν ἀφαιρεθεῖ πολλά καί ἔχουν προστεθεῖ ἄλλα, καί τό ὁποῖο πλασάρει ὡς τό «σύμβολο πίστεως» τοῦ Παπισμοῦ.

Γιά νά ἔλθουμε στά δικά μας, στά τοῦ οἴκου μας, οἱ Οἰκουμενιστές κληρικοί καί θεολόγοι, συνεπεῖς πρός τίς ἐπιταγές τῆς ἀντίχριστης «Νέας Ἐποχῆς», τῆς «Νέας Τάξεως Πραγμάτων» καί τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ γιά ἐπίσπευση τῆς ψευδοενώσεως τῶν δῆθεν λεγομένων «ἐκκλησιῶν», δέν θεωροῦν τό Filioque ὡς αἵρεση, ἀλλά ὡς ἕνα τοπικό ἔθιμο τῶν Παπικῶν, πού δέν ἐμποδίζει τόν Θεολογικό διάλογο μεταξύ τῶν «ἐκκλησιῶν». Σχετικά μέ τούς ἁγίους Πατέρες ἀνερυθριάστως καί μεταπατερικῶς δηλώνουν ὅτι «οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τήν διάσπασιν προπάτορες ἡμῶν, ὑπῆρξαν ἀτυχή θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως, καί εὑρίσκονται ἤδη εἰς χεῖρας τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ. Αἰτούμεθα ὑπέρ αὐτῶν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὀφείλομεν ἐνώπιον Αὐτοῦ ὅπως ἐπανορθώσωμεν τά σφάλματα ἐκείνων…»[4].

Ἐκτός, βέβαια, ἀπό τήν αἵρεση τοῦ Filioque, ὁ Παπισμός μετρᾶ ἀναρίθμητες ἄλλες αἱρέσεις. Ἀναφέρουμε τίς πιό βασικές. α) Τό ἐκκοσμικευμένο κράτος τοῦ Βατικανοῦ˙ ὁ Παπισμός καί ὁ Πάπας εἶναι κράτος καί ὄχι Ἐκκλησία, β) ἡ κτιστή θεία Χάρις, γ) τά ἄζυμα ἤ ὄστια, δ) τό καθαρτήριο πῦρ, ε) τό πρωτεῖο ἐξουσίας, στ) τό ἀλάθητο, ζ) τό βάπτισμα δι’ ἐπιχύσεως ἤ μέ ραντισμό, η) ἡ διαστρέβλωση τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Κοινωνίας, θ) ἡ ἐπίκληση μέ τά ἱδρυτικά λόγια, ι) ἡ ὑποχρεωτική ἀγαμία τοῦ κλήρου, ια) ἡ Μαριολογία καί ἡ ἄσπιλος σύλληψη τῆς Θεοτόκου, ιβ) ἡ περίσσεια τῶν ἔργων τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἁγίων, ιγ) ἡ «πάσχουσα» Ἐκκλησία, ιδ) ἡ ἱκανοποίηση τῆς θείας δικαιοσύνης, ιε) τά ἀγάλματα καί ἡ θρησκευτική ζωγραφική, ιστ) τό σχῆμα του σταυροῦ, καί τέλος ιζ) ἡ ἐπάρατη οὐνία, ὁ δούρειος ἵππος τοῦ Παπισμοῦ.

Ἐνῶ θά περίμενε κανείς οἱ διοικητικοί καί ἐκκλησιαστικοί ταγοί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά ἐκμεταλλευθοῦν τόν ἀντιαιρετικό πατερικό θησαυρό καί νά ἀποδοθοῦν σέ παρομοίους ἀγῶνες, ἀκολουθώντας ταπεινά τά βήματα, πού χάραξαν οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅπως ὁ Μέγας Φώτιος, καί νά ὁδηγήσουν τούς αἱρετικούς σέ μετάνοια, ἐπιστροφή καί ἐγκεντρισμό στήν ἁγία Ὀρθοδοξία, δυστυχῶς μία ὁμάδα οἰκουμενιστῶν κληρικῶν καί θεολόγων πράττει τά ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα πρός ὅσα ἐντέλλεται ὁ Κύριός μας, τό Εὐαγγέλιο, ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ ἅγιοι Πατέρες, οἱ Ἱεροί Κανόνες καί γενικά ἡ Ἱερά Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅλοι ἔχουμε καταστεῖ μάρτυρες αὐτῆς τῆς ἀποστασίας τῶν ἐσχάτων χρόνων, παρακολουθῶντας τίς συνεχῶς πυκνούμενες ἐπισκέψεις μεταξύ αἱρετικῶν καί Ὀρθοδόξων, τούς ἐναγκαλισμούς, τίς συμπροσευχές, τά θυμιατίσματα, τά «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου», τήν πρόταση χειρῶν Πάπα καί Πατριάρχου ὡς σύμβολο ἑνότητος καί νίκης, τήν ἀναγνώριση τῶν αἱρέσεων ὡς ἰσοτίμων καί ἰσαξίων «Ἐκκλησιῶν» μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τήν ἀναγνώριση τῆς ἐγκυρότητος τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν. Δείγματα αὐτῆς τῆς ἀποστασίας ὑπῆρξαν ἡ γιά πρώτη φορά ἔλευση τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα στήν Ἀθήνα τόν Μάϊο τοῦ 2001, ἡ σύγκληση πάλι γιά πρώτη φορά τοῦ παμπροτεσταντικοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν λεγομένων «ἐκκλησιῶν» ἤ μᾶλλον τῶν αἱρέσεων (Π.Σ.Ε). στήν Ἀθήνα τόν Μάϊο τοῦ 2005 καί στήν Κρήτη τό 2012, ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στό Φανάρι τόν Νοέμβριο τοῦ 2006, ἡ ὑπογραφή τῶν ἐπαίσχυντων κειμένων τῆς Ραβέννας τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2008 καί τοῦ Potro Alegre τῆς Βραζιλίας, οἱ διαθρησκειακές συναντήσεις στήν Ἐλοῦντα τῆς Κρήτης, καί στήν Κύπρο τόν Νοέμβριο τοῦ 2008, ἡ συμμετοχή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στή «σύνοδο» τῶν Καρδιναλίων, ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στήν Κύπρο τόν Ἰούνιο τοῦ 2010, οἱ τελευταῖες συνεδριάσεις τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν στήν Κύπρο καί τήν Βιέννη, ἡ συμμετοχή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στήν διαθρησκειακή τῆς Ἀσίζης τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2011 καί στούς ἑορτασμούς γιά τά πενήντα χρόνια ἀπό τήν σύγκληση τῆς Β΄ Βατικάνειας «Συνόδου» τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2012, ἡ δωρεά Κορανίων ἀπό Ὀρθοδόξους Πατριάρχες καί Ἐπισκόπους σέ Μουσουλμάνους, ἡ χρίση καί εὐλόγηση Ὀρθοδόξων Ἀρχιερέων ἀπό Καρδιναλίους καί ἱέρειες, ἡ ἀναγνώριση τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν ὡς «Ἐκκλησίας» μέ ἔγκυρα μυστήρια, ἡ ἀπόδοση μίτρας σέ Μονοφυσίτη «πατριάρχη» ὡς ἀναγνώριση τῆς ἱερωσύνης καί τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ἡ σχεδιαζομένη ἀνέγερση πανθρησκειακοῦ ναοῦ γιά Χριστιανούς, Μουσουλμάνους καί Ἑβραίους, ἡ ἀνάπτυξη τῆς κατάπτυστης μεταπατερικῆς ἤ νεοπατερικῆς ἤ συναφειακῆς αἱρέσεως, ἡ διοργάνωση ἐτησίως οἰκουμενιστικῆς ἑβδομάδος συμπροσευχών κ.ἄ.

Ὁ Μέγας Φώτιος κατάλαβε τόν κίνδυνο τῶν Παπικῶν καί συνεκάλεσε τήν Η΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀναθεματίζοντας τόν Παπισμό καί διακόπτοντας κάθε σχέση μαζί του. Σήμερα ποιός ἀντιλαμβάνεται αὐτόν τόν κίνδυνο ἀπό τίς αἱρέσεις καί ἰδιαίτερα ἀπό τήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ καί τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ; Ποιά Σύνοδος θά συγκληθεῖ, γιά νά βάλει τά πράγματα στή θέση τους; Θεωροῦμε ἀδήριτη ἀνάγκη τήν σύγκληση Πανορθοδόξου Συνόδου μέ τήν συμμετοχή ἁπάντων τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, Ἀρχιεπισκόπων, Μητροπολιτῶν, Ἐπισκόπων, Καθηγουμένων, Ἀρχιμανδριτῶν, Ἱερέων, Μοναχῶν καί λαϊκῶν θεολόγων, ἡ ὁποία θά ἀσχοληθεῖ συνοδικῶς καί μέ βάση τήν πατερική παράδοση τόσο μέ τό θέμα τῆς παναιρέσεως τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅσο καί μέ τό θέμα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν Συνόδων ἐπί Μεγάλου Φωτίου καί ἐπί ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ ὡς τῆς Η΄ καί Θ΄ Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Σχετικά μέ το τελευταῖο θέμα εἶναι ἀξιοπρόσεκτη ἡ πρόταση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφείμ. Ὁ Σεβασμιώτατος προτείνει τήν «ὑποβολή προτάσεως εἰς τήν Γραμματείαν τῆς μελλούσης Πανορθοδόξου Συνόδου διά τήν ἐπίσημον ἀναγνώρισιν ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας ὡς Η΄ καί Θ΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς ὄντως Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ ἔτους 880 ἐν Κωνσταντινουπόλει συνελθούσης ἐπί τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Ἰσαποστόλου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μεγάλου Φωτίου, προστάτου καί ἐφόρου τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ὡσαύτως συνελθούσης Συνόδου τοῦ ἔτους 1351 ἐπί τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ, δι’ ἧς ὡλοκληρώθη ἡ Θεόσδοτος θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας διά τῆς θεοπρεποῦς διακρίσεως ἀμεθέκτου θείας οὐσίας καί μεθεκτῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.

Ἐνταῦθα δέον ὅπως ἐπισημειωθῇ ὅτι οἱ ἀξιολογώτατοι καί ἁρμόδιοι καθ’ ὕλην ὁρισθέντες εἰσηγηταί Σεβ. Μητροπολίται Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος καί Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως κ. Ἱερεμίας ὀτρηρῶς ἠργάσθησαν ἐπί τῶν ἐν λόγῳ θεμάτων καί σαφῶς ἀπέδειξαν τήν ἀξίαν καί περιωπήν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῶν ὡς εἴρηται Συνόδων, διότι τόσον ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει συνελθοῦσα τό ἔτος 880 Σύνοδος ἐπί Μεγάλου Φωτίου, συνεκλήθη ὑπό τοῦ Βασιλέως ὡς καί αἱ λοιπαί 7 Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, μετεῖχεν αὐτῆς ὁ Ὀρθόδοξος Πάπας Ρώμης Ἰωάννης Η΄ διά τῶν ἀντιπροσώπων του, διεκήρυξεν τήν Οἰκουμενικότητα Αὐτῆς, ἀνεγνώρισεν τήν Ζ΄ Οἰκουμενικήν Σύνοδον ὡς τοιαύτην, ἀπεκήρυξεν τήν μεταβολήν τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως (Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως), ἐδικαίωσεν τόν Μεγάλον Φώτιον ἐκ τῆς ληστρικῆς Συνόδου τοῦ ἔτους 870 καί ἐπανεβεβαίωσεν τά κανονικά ὅρια δικαιοδοσίας τῶν Θρόνων Πρεσβυτέρας καί Νέας Ρώμης, καθώς καί ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει συνελθοῦσα τό ἔτος 1351 κατεδίκασεν τάς κακοδοξίας τῶν Βαρλαάμ καί Ἀκινδύνου, ἐδικαίωσεν τόν ἱερόν Γρηγόριον τόν Παλαμᾶν καί διετύπωσεν τήν ὀρθόδοξον θεολογίαν περί τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν ἐπιλύουσα οὕτως τάς ἡσυχαστικάς ἔριδας.

Τυγχάνει δέ ἐξόχως ἀπαράδεκτον τό γεγονός ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἱ. Σύνοδος ἀφ’ ἑνός νά θεωρῆ ὡς προστάτην καί ἔφορον Αὐτῆς τόν Ἰσαπόστολον Μεγάλον Φώτιον, νά μήν χωρῆ εἰς τήν διαδικασίαν ὑποβολῆς προτάσεως ἀνακηρύξεως ὡς Η΄ Οἰκουμενικῆς τῆς δικαιωσάσης αὐτόν Συνόδου τοῦ ἔτους 880 καί ἀφ’ ἑτέρου νά συνομιλῆ καί νά συναγελάζεται μετά τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς θρησκευτικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία διά προφανεῖς ἰδιοτελεῖς λόγους ἀποδέχεται ὡς Η΄ Οἰκουμενικήν Σύνοδον τήν ληστρικήν Σύνοδον τοῦ ἔτους 870, ἡ ὁποία καθυβρίζει τόν Μεγάλον Φώτιον ὡς δῆθεν «αἱρεσιάρχην».

Παρέλκει ὅπως ἀναφέρωμεν Ὑμῖν ὅτι ἐκ τῶν θεμάτων τούτων ἀσφαλῶς ὀχλεῖται ὁ δαίμων τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί οἱ συνοδοιποροῦντες αὐτῷ»[5].

Ἐν κατακλεῖδι, ὀφείλουμε νά τονίσουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία πάντα ἀντιμετώπιζε προβλήματα. Ἀλλά, πάντοτε ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός – νά μήν φοβόμαστε – ἀνεδείκνυε, ἀναδεικνύει καί θ’ἀναδεικνύει ἄνδρες μέ παρρησία, μέ τόλμη, μέ ἁγιότητα, μέ ὁσιότητα, γιά νά κρατοῦν τό σκάφος τῆς Ἐκκλησίας σέ εὐθύ πορεία καί νά μιμοῦνται τό αἰώνιο παράδειγμα τοῦ ἁγίου Ἀρχιερέως Χριστοῦ καί τοῦ ὁμολογητοῦ Αὐτοῦ Μεγάλου Φωτίου.


[1]Ἑβρ. 7, 26.

[2] ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, «Τίνες οἱ λόγοι τῆς μήνιδος τῶν δυτικῶν κατά τοῦ Φωτίου», ἐν περιοδικῷ Θεοδρομία Γ2 (Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2001) 29-32.

[3] Ἰω. 15, 26.

[4] Ἐπίσκεψις 563 (30.11.1998) καί Μοναχός Νικόλαος Ἁγιορείτης, «Στόν καύσωνα τοῦ οἰκουμενισμοῦ ἦταν ὄαση ἡ «Ὁμολογία Πίστεως» », ἐν περιοδικῷ Θεοδρομία ΙΒ2 (Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2010) 311-312.

[5] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ, Ἐπιστολή στόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο,  http://www.imp.gr/index.php/home-4/anakoino8enta-deltia-typoy/anakoino8enta-deltia-typoy-2012/22-anakoino8enta-deltia-typoy-2012/64-2012-07-16-02-52-28.

Share:
πνευματική ιδιοκτησία π. Ἀγγέλου Ἀγγελακοπούλου
error: Content is protected !!