ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ «ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΟΝΟΓΕΝΟΥΣ»

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

09-06-2013

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μέσα στό σύνολο τῶν χριστολογικῶν ἔργων τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας ὑπάρχει κι αὐτό, πού τιτλοφορεῖται ὡς ἑξῆς˙ «Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς». Στό ἔργο αὐτό βλέπει κανείς τήν στάση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ἀπέναντι στίς χριστολογικές αἱρέσεις τῆς ἐποχῆς του καί πολύ περισσότερο ἀπέναντι στή λεγομένη «διαιρετική χριστολογία».

Τό ἔργο γράφτηκε μεταξύ τῶν ἐτῶν 425-427[1]. Ὁ Νεστόριος ἀνῆλθε στό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό 428[2]. Εἶναι εὔλογο νά ὑποθέσει κανείς ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος συνέταξε τό ἔργο αὐτό, πρίν ἀκόμη ἐκδηλωθεῖ ἡ νεστοριανική καταιγίδα. Ἡ κακοδοξία, ὅμως, πού ἐξέφρασε ὁ αἱρετικός Νεστόριος εἶχε ἀρχίσει νά διδάσκεται νωρίτερα. Πρίν ἀκόμη ἀπό τήν ὁλοκληρωτική θεολογική ἥττα τῶν Ἀρειανῶν τό 381 μέ τήν Β΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο καί τό Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, εἶχαν ἀρχίσει νά διαμορφώνονται τόσο ἡ συγχυτική χριστολογία ἀπό τόν Ἀπολλινάριο Λαοδικείας (360 κ. ἐ.), ὅτι ὁ Χριστός εἶναι μία σύνθετη φύσις καί ὅτι ὁ Θεός Λόγος δέν προσέλαβε ἀνθρώπινο νοῦ, ἀλλά αὐτός ἀπετέλεσε τόν νοῦ τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καί ἡ διαιρετική χριστολογία ἀπό τόν Διόδωρο Ταρσοῦ (370), ὅτι στόν Χριστό ὑπάρχουν δύο Υἱοί, δύο πρόσωπα[3], ὁ φύσει Υἱός τοῦ Πατρός καί ὁ ἄνθρωπος, πού γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο Μαρία.    

Ἡ ἀντίθεση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου στήν διαιρετική χριστολογία φαίνεται καί σέ προγενέστερα ἔργα του, ὅπως τά «Γλαφυρά», καί στίς «Πασχάλιες Ὁμιλίες»[4]. Ὅμως, στό συγκεκριμένο ἔργο ἀρχίζει τήν συστηματικότερη ἀντίκρουσή της. Ποιός, ὅμως, ἦταν ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας;

Α) ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γεννήθηκε τό 370 καί ἦταν ἀνηψιός τοῦ πατριάρχου Θεοφίλου. Διαδέχθηκε στό θρόνο τόν θεῖο του, παρά τήν ἰσχυρή ἀντίδραση τῆς κυβέρνησης καί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ περιβάλλοντος τῆς Ἀλεξανδρείας. Ἡ βιαιότητα τοῦ χαρακτήρα του καί ἡ ἐμπάθειά του ἐκδηλώθηκαν ἔντονα στήν περίπτωση τῶν αἱρετικῶν Νοβατιανῶν καί τῶν Ἰουδαίων τῆς Ἀλεξανδρείας, πράγμα πού τόν ἔφερε σέ σύγκρουση μέ τόν ἔπαρχο Ὀρέστη. Τό ὄνομα τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ἀναμίχθηκε στόν φόνο τῆς φιλοσόφου Ὑπατίας.

Στά ἐκκλησιαστικά πράγματα ὁ ἅγιος Κύριλλος ἤδη ἀπό τό 403 πῆρε μέρος, συνοδεύοντας τόν θεῖο του, στήν ἀντικανονική σύνοδο τῆς Δρυός, πού κατεδίκασε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο. Ἀρχικά ὁ ἅγιος Κύριλλος συμμερίσθηκε τήν ἀρνητική στάση τοῦ θείου του ἔναντι τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, ἀφοῦ τό 416 χρησιμοποίησε πολύ σκληρή γλώσσα κατά τοῦ Μεγάλου Πατρός τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀργότερα, ὅμως, ὡς ἐπίσκοπος ὑποχώρησε καί ἐνέγραψε στά Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τό ὄνομα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου περί τό 418.   

Ἀλλά, αὐτό, γιά τό ὁποῖο εἶναι γνωστή ἡ δραστηριότητα τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, εἶναι ὁ ἀγῶνας του κατά τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου.

Ἤδη ἀπό τό 429 ὁ ἅγιος Κύριλλος πῆρε θέση κατά τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου μέ μιά πασχάλιο  Ἐπιστολή, πού ἔστειλε τόν χρόνο αὐτό. Ὁ ἅγιος Κύριλλος καί ὁ αἱρετικός Νεστόριος ἀπευθύνθηκαν στόν Πάπα Κελεστῖνο, ὁ ὁποῖος μέ σύνοδο στή Ρώμη τό 430 κατεδίκασε τόν αἱρετικό Νεστόριο. Μετά ἀπ’ αὐτό ὁ ἅγιος Κύριλλος ἔστειλε στόν αἱρετικό Νεστόριο ἕνα κείμενο, πού περιεῖχε 12 ἀναθεματισμούς καί τοῦ ζητοῦσε νά τό ὑπογράψει, γιά νά ἀπαρνηθεῖ μέ τόν τρόπο αὐτό τίς πλάνες του. Ὁ αἱρετικός Νεστόριος ἀρνήθηκε.

Τό 431 συνεκλήθη ἡ Γ΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος στήν Ἔφεσο, ἡ ὁποία εἶχε ὡς πρόεδρο τόν ἅγιο Κύριλλο. Ὁ αἱρετικός Νεστόριος ἤδη ἀπό τήν πρώτη ἡμέρα καθαιρέθηκε ἀπό τόν θρόνο του, ἀφορίστηκε καί καταδικάστηκε ἡ διδασκαλία του. Ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Ἰωάννης, πού ἦταν ὑποστηρικτής τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου, ἔφθασε στήν Σύνοδο τέσσερεις ἡμέρες ἀργότερα. Συνεκάλεσε μιά ἀντισύνοδο, ἡ ὁποία κατεδίκασε τόν ἅγιο Κύριλλο γιά τήν φράση του «μίαν φύσιν τοῦ Λόγου σεσαρκωμένην ». Ὅπως ἦταν φυσικό δημιουργήθηκε σύγχυση καί ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος διέταξε τήν ἐκθρόνιση καί φυλάκιση καί τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου καί τοῦ ἁγίου Κυρίλλου. Τελικά, ὁ ἅγιος Κύριλλος κατάφερε καί ἀπέφυγε τήν καταδίκη καί ἐπέστρεψε ὡς θριαμβευτής στήν Ἀλεξάνδρεια, ἐνῶ ὁ αἱρετικός Νεστόριος κλείστηκε σέ μοναστήρι στήν Ἀντιόχεια. Ἡ διαμάχη, ὅμως, δέν σταμάτησε. Οἱ Ἀντιοχειανοί καταφέρονταν κατά τοῦ ἁγίου Κυρίλλου. Τό 433, ὅμως, ὁ  Ἀντιοχείας Ἰωάννης ἦλθε σέ συμφωνία μέ τόν ἅγιο Κύριλλο καί κατεδίκασε τήν διδασκαλία τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου, ἐνῶ ὁ ἅγιος Κύριλλος τοῦ ἔστειλε τήν περίφημη 39η Ἐπιστολή του, στήν ὁποία ὑπογραμμίζεται ἡ ἀσύγχυτη ἕνωση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ καί ἡ Μαρία ὀνομάζεται Θεοτόκος. Ὁ ἅγιος Κύριλλος ἀγωνίσθηκε κατά τῶν Νεστοριανῶν γιά δέκα ἀκόμη χρόνια. Ὀφείλουμε, ἐπίσης, νά ἐπισημάνουμε ὅτι βασική θέση τῆς Χριστολογίας τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ἦταν ἡ καθ’ὑπόστασιν ἕνωση τῶν δύο φύσεων στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου. Δεῖγμα τοῦ πανορθοδόξου κύρους καί τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς χριστολογικῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου ὑπῆρξε ἡ υἱοθέτηση τῆς χριστολογίας του ὡς κριτηρίου ὀρθοδοξίας στήν Δ΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο. Ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τό 444. Ἡ μνήμη του τιμᾶται στίς 9 Ἰουνίου, ἐνῶ ἡ ἀνάμνηση τῆς φυγῆς του ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια στήν Ἔφεσο γιά τήν σύγκληση τῆς Γ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου στίς 18 Ἰανουαρίου[5].

Β) ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Πρόκειται γιά διάλογο, πού ἀπομιμεῖται τούς πλατωνικούς διαλόγους, ἕνα σύνηθες γιά τήν ἐποχή ἐκείνη φαινόμενο. Ἡ διαλογική συζήτηση γίνεται μέ κάποιο ὑποθετικό πρόσωπο, ὀνόματι Ἐρμεία. Τό ἀντικείμενο τῆς συζητήσεως εἶναι τό Μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἡ χριστολογική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Ἐρμείας, κάνοντας τήν ἀρχή τοῦ διαλόγου, διαπιστώνει ὅτι πολλοί, σάν νά εἶναι μεθυσμένοι («…καταμεθύουσί τινές…»), διατυπώνουν διάφορες γνῶμες, μέ τίς ὁποῖες, ὅμως, παραχαράττουν τά παραδεδομένα ὑπό τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὁ ἅγιος Κύριλλος, στήν συνέχεια, τόν παρακινεῖ νά πεῖ, ποιοί εἶναι τοῦ καθενός ἀπ’αὐτούς οἱ «θρύλλοι καί τά σεμνά μυθάρια». Κι ἔτσι ὁ Ἐρμείας ἀναφέρει τίς μέχρι τότε χριστολογικές αἱρέσεις ὡς παρερμηνεῖες τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Ἡ ἀρχή γίνεται μέ τήν ἀναφορά τοῦ Ἐρμεία στήν χριστολογική αἵρεση τοῦ δοκητισμού, σύμφωνα μέ τήν ὁποῖα ὁ ἐκ Θεοῦ Λόγος ναί μέν ἔγινε ἄνθρωπος, ἀλλά δέν φόρεσε, δέν προσέλαβε τήν σάρκα ἀπό τήν Παρθένο. Δηλαδή, ὁ Χριστός δέν εἶχε πραγματικό, ἀλλά φαινομενικό σῶμα, παρουσιάσθηκε φαινομενικά ὡς ἄνθρωπος.     

Στήν συνέχεια, ὁ Ἐρμείας ἀναφέρεται στήν χριστολογική αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ, σύμφωνα μέ τήν ὁποῖα ὁ Χριστός δέν ἦταν κατά φύσιν Θεός, ἀλλά ἕνα θεοποιημένο κτίσμα, ἕνας θεοποιημένος ἄνθρωπος. Οἱ τάλανες Ἀρειανοί, λέγει, «παραιτοῦνται στεφανοῦν τήν ἀπό γῆς σάρκα ταῖς ἀνωτάτω δόξαις» καί ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρός φυείς Λόγος μετατράπηκε «εἰς ὀστέων τε καί νεύρων καί σαρκός φύσιν».

Πιό κάτω κάνει λόγο γι’αὐτούς, πού ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Λόγος ἔλαβε τήν ἀρχή τῆς ὑπάρξεώς Του ἀπό τήν στιγμή τῆς γεννήσεώς Του ἀπό τήν Παρθένο, καθώς ἐπίσης καί γιά τήν αἵρεση τοῦ Μαρκέλλου καί τοῦ Φωτεινοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι ὁ Λόγος εἶναι ἀνυπόστατος καί ὄχι ἐνυπόστατος, δηλαδή ἁπλός προφορικός λόγος καί ἑπομένως δέν εἶναι Θεός.

Στό τραπέζι τῆς συζητήσεως τίθεται καί ἡ χριστολογική αἵρεση τοῦ Ἀπολλιναρισμοῦ, σύμφωνα μέ τήν ὁποῖα ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν προσέλαβε ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση. Ἡ ἐνσάρκωση δέν ἀποτελεῖ τέλεια ἐνανθρώπηση, γιατί κατ’αὐτήν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε ἀπό τήν ἀνθρώπινη φύση μόνο τό σῶμα καί τήν ἄλογη ψυχή. Ὁ Χριστός εἶναι μία σύνθετη φύσις καί ὁ Θεός Λόγος δέν προσέλαβε ἀνθρώπινο νοῦ, ἀλλά αὐτός ἀπετέλεσε τόν νοῦ τοῦ Χριστοῦ.

Τέλος, ὁ Ἐρμείας παρουσιάζει καί τήν διδασκαλία τῆς χριστολογικῆς αἱρέσεως τοῦ Νεστοριανισμοῦ, ἡ ὁποῖα ἀπορρίπτει τήν ὀντολογική, πραγματική ἕνωση ἐν Χριστῷ τῆς θείας μέ τήν ἀνθρώπινη φύση καί κόβει, διαιρεῖ («καταδιΐστησιν») σέ δύο τόν ἕνα Χριστό, θεωρώντας ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς, πού γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο, καί ἄλλος εἶναι ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρός Λόγος. Ὁ Θεός Λόγος ἑνώθηκε κατ’ἄκραν συνάφειαν, δηλαδή μέ μιά ἁπλή συνάφεια, μέ μιά ἠθική καί σχετική ἕνωση, μέ τόν ἄνθρωπο Ἰησοῦ καί ἔτσι προῆλθε ὁ Χριστός. Ὁ Θεός Λόγος δηλαδή ἐνοίκησε στόν ναό, τόν ἄνθρωπο Ἰησοῦ.

Ἐν κατακλεῖδι, ὁ Ἐρμείας μᾶς παρουσιάζει καί τήν νεστοριανική ἑρμηνεία δύο χωρίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Σύμφωνα, λοιπόν, μέ τούς νεστοριανούς, τό χωρίο «Οὐδείς ἔγνω τόν Υἱόν, εἰ μή ὁ Πατήρ»[6] δηλώνει τόν φύσει καί ἀληθείᾳ Υἱό τοῦ Πατρός, ἐνῶ αὐτό, πού εἶπε ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ στήν Θεοτόκο, «Μή φοβοῦ, Μαριάμ˙ εὗρες γάρ χάριν παρά τῷ Θεῷ καί ἰδού συλλήψη ἐν γαστρί καί τέξη υἱόν καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν»[7], δηλώνει τόν ἄνθρωπο Ἰησοῦ.

Μετά ἀπό τήν παράθεση τῶν παραπάνω χριστολογικῶν αἱρέσεων, ὁ Ἐρμείας ζητᾶ ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο νά τοῦ ἐκθέσει τήν ἀληθινή πίστη, «τό ἀκιβδήλως ἔχον»[8].

Ὁ ἅγιος Κύριλλος ἀνασκευάζει πρῶτα τήν αἵρεση τοῦ δοκητισμοῦ, τόν ὁποῖο, παραπέμποντας σέ ἀκαταμάχητα βιβλικά χωρία, χαρακτηρίζει ἀνατροπή ὅλης τῆς πίστεως καί ἀκύρωση τῆς σωτηρίας. Ἀπευθυνόμενος πρός τούς δοκήτες, τούς λέγει : «Πλανᾶσθε μή εἰδότες τάς Γραφάς»[9] μήτε τῆς εὐσεβείας τό μέγα μυστήριον, δηλαδή τόν Χριστόν, «ὅς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ»[10]. Αὐτό τό μυστήριο τῆς εὐσεβείας δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, λέγει, παρά αὐτός ὁ ἴδιος ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρός Λόγος, ὁ Ὁποῖος φανερώθηκε σ’ἐμᾶς ἐν σαρκί. Γιατί, γεννήθηκε ἀπό τήν ἁγία Παρθένο καί ἔλαβε μορφή δούλου. Φανερώθηκε καί στούς ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι, ὅταν γεννήθηκε, Τόν ὑμνοῦσαν, λέγοντας : «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία»[11]. Ἀλλά, φανερώθηκε καί στούς ποιμένες, οἱ ὁποῖοι μᾶς παρεῖχαν σημεῖα γιά τόν Θεό Λόγο, πού ἔλαβε σάρκα  γιά ’μᾶς. «Ἰδού, ἐγεννήθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ, ὅς ἐστί Χριστός Κύριος ἐν πόλει Δαβίδ. Καί τοῦτο ὑμῖν τό σημεῖον˙ εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν φάτνῃ»[12]. Ἄν, λοιπόν, ἐρωτᾶ ὁ ἅγιος Κύριλλος, ὑφίσταται ὁ διά Παρθένου τόκος καί ἡ ἐν σαρκί φανέρωση, πῶς τό ὄνομα τῆς δοκήσεως, ἡ ὁποία διαγράφει μιά τόσο παχεία καί ἐναργή οἰκονομία, δέν εἶναι ἀδρανής εἰκαιομυθία καί μανία καί λήρος; Γιατί, ἄν ὑπῆρχε σκιά καί δόκηση, τότε δέν θά ὑπῆρχε ἀληθινή σάρκωση, οὔτε θά κυοφοροῦσε ἡ Παρθένος, οὔτε ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρός Λόγος θά προσελάμβανε τό σπέρμα τοῦ Ἀβραάμ, οὔτε θά γινόταν ὅμοιος μέ τούς ἀδελφούς. Ἐμεῖς, συνεχίζει ὁ ἅγιος Κύριλλος, δέν εἴμαστε σκιά καί δόκηση, ἀλλά βρισκόμαστε σέ ἁπτά καί ὁρατά σώματα, φορᾶμε αὐτή τήν γηγενή σάρκα καί νικώμαστε ἀπό τήν φθορά καί τά πάθη. Ἔτσι, λοιπόν, ἄν ὁ Λόγος δέν γινόταν καθ’ὅλα ἄνθρωπος, τότε δέν θά μποροῦσε καί δέν θά ἤθελε νά βοηθήσει αὐτούς, πού πειράζονται καί ταλαιπωροῦνται, ἐπειδή ὁ Ἴδιος δέν θά εἶχε πάθει καί δέν θά δοκίμαζε πειρασμούς. Γιατί, ἡ σκιά δέν μπορεῖ νά πάθει ὁ,τιδήποτε. Καί τό σύμπαν θά ἐξαφανιζόταν καί θά προσχωροῦσε στήν ἀνυπαρξία. Ἀκόμη, ποιόν νώτο (πλάτη) παρέδωσε ὁ Χριστός σέ μαστίγωση γιά τήν σωτηρία μας; Ποιό μάγουλο παρέδωσε στούς Ἰουδαίους, πού Τόν χτυποῦσαν, καί ὑπέμεινε τίς πληγές; Ἤ σέ ποιόν ἔμπηξαν καρφιά στά χέρια καί στά πόδια, παρά σ’Αὐτόν, πού φόρεσε τήν ἀνθρώπινη σάρκα; Ἤ ποιά πλευρά, ἀφοῦ ἔνυξαν οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Πιλάτου, ἀνέβλυσε ἀπ’αὐτή αἷμα καί ὕδωρ, πράγμα πού ἔγινε σ’ὅλους ὁρατό; Κι ἄν χρειάζεται νά ποῦμε κάτι πέρα ἀπ’αὐτά, ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Κύριλλος, τότε ὁ Χριστός οὔτε πέθανε γιά ’μας, οὔτε ἀναστήθηκε. Πράγμα, τό ὁποῖο, ἄν παραδεχθοῦμε, τότε κενώνεται ἡ πίστη, ἐξαφανίζεται ὁ Σταυρός, πού εἶναι ἡ σωτηρία καί ἡ ζωή τοῦ κόσμου, καί καταστρέφεται παντελῶς ἡ ἐλπίδα αὐτῶν, πού ἐν πίστει ἔχουν κοιμηθεῖ.

Ἐν συνεχείᾳ, ὁ ἅγιος Κύριλλος φέρνει καί τήν μαρτυρία τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν καί μακαρίου Παύλου, ὁ ὁποῖος, ἀπευθυνόμενος πρός τούς Κορινθίους καί κατ’ἐπέκτασιν πρός ὅλους τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, λέγει : « Παρέδωκα γάρ ὑμῖν ἐν πρώτοις, ὅ καί παρέλαβον, ὅτι Χριστός ἀπέθανεν ὑπέρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, κατά τάς Γραφάς, καί ὅτι ὤφθη Κηφᾷ, εἴτα τοῖς δώδεκα, ἔπειτα ὤφθη ἐπάνω πεντακοσίοις ἀδελφοῖς ἐφάπαξ, ἐξ ὧν οἱ πλείονες μένουσιν ἕως ἄρτι, τινές δέ καί ἐκοιμήθησαν. Ἔπειτα ὤφθη Ἰακώβῳ, ἔπειτα τοῖς ἀποστόλοις πάσιν, ἔσχατον δέ πάντων, ὡσπερεί τῷ ἐκτρώματι ὤφθη καμοῖ»[13]. Καί πάλι˙ «Εἴ δέ Χριστός κηρύσσεται, ὅτι ἐκ νεκρῶν ἐγήγερται, πῶς λέγουσιν ἐν ὑμῖν τινές, ὅτι ἀνάστασις νεκρῶν οὔκ ἐστιν; Εἰ δέ ἀνάστασις νεκρῶν οὔκ ἐστιν, οὐδέ Χριστός ἐγήγερται. Εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, κενόν ἄρα τό κήρυγμα ἡμῶν, κενή καί ἡ πίστις ἡμῶν. Εὑρισκόμεθα δέ καί ψευδομάρτυρες τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἤγειρε τόν Χριστόν, ὅν οὐκ ἤγειρεν, εἴπερ ἄρα νεκροί οὐκ ἐγείρονται»[14].

Προχωρώντας τήν ἀνασκευή τῶν θέσεων τῆς αἱρέσεως τοῦ δοκητισμοῦ, ρωτάει ὁ ἅγιος Κύριλλος μέ ἔμφαση : Μέ ποιόν τρόπο γίνεται νά πεθάνει ἡ σκιά; Πῶς, λοιπόν, ὁ Θεός Πατήρ ἀνέστησε τόν Χριστό, ἄν Αὐτός εἶναι σκιά καί φαντασία καί δέν μπορεῖ νά ἀλλοιωθεῖ ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου; Ἄς ἐξαφανισθεῖ, λοιπόν, αὐτός ὁ ἐμετός τους, ἀφοῦ θεωροῦμε ὅτι αὐτά, πού λένε, εἶναι μύθος καί ἀποβράσματα τῆς νοσηρᾶς σκέψης τους. Τέτοιους ἀνθρώπους μᾶς προαναγγέλλει ὁ ἠγαπημένος μαθητής τοῦ Σωτῆρος, γράφοντας : «Πολλοί ψευδοπροφήται ἐξεληλύθασιν εἰς τόν κόσμον. Ἐν τούτῳ γινώσκεται τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Πᾶν Πνεῦμα, ὅ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστί. Καί τοῦτο ἐστί τό τοῦ Ἀντιχρίστου, ὅ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καί νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστίν ἤδη»[15].

Κατακλείοντας τήν ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως τοῦ δοκητισμοῦ, ὁ ἅγιος Κύριλλος διαπιστώνει ὅτι, ἄν ὁ Χριστός δέν ἔγινε ἄνθρωπος, τότε οὔτε ἀναλήφθηκε πρός τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς Πατέρα καί Θεό, οὔτε θά ἐπιστρέψει ἀπ’ τόν οὐρανό σάν ἐμᾶς, δηλαδή ὡς ἄνθρωπος μέ σάρκα[16].

Κατόπιν, ὁ ἅγιος Κύριλλος ἀποδεικνύει λογικῶς ἀδύνατη καί γραφικῶς ἀνεπίτρεπτη τήν τροπή τοῦ Λόγου σέ σάρκα, λέγοντας ὅτι ὁ πολυέλεος Λόγος τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ὁ δημιουργός τῶν πάντων, ἐκένωσε ἑαυτόν καί ἔγινε ἄνθρωπος γιά ’μας, ἀφοῦ ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα διά μέσου παρθένου γυναικός. Ἐπειδή τά παιδιά τοῦ Θεοῦ ἔχουν πάρει ὅλα τήν ἀσθενή καί φθαρτή ἀνθρώπινη φύση, σάρκα καί αἷμα, γι’αὐτό κι Αὐτός κατά παρόμοιο τρόπο πῆρε σάρκα καί αἷμα, τήν ἀνθρώπινη φύση, χωρίς, ὅμως, καμμία ἁμαρτία. Ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά ἐξουδετερώσει μέ τόν θάνατό Του καί καταργήσει τόν διάβολο, ὁ ὁποῖος μέχρι πρό ὀλίγου εἶχε τήν δύναμη καί τήν ἐξουσία νά ρίπτει τούς ἀνθρώπους, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους στόν θάνατο καί νά ἀπαλλάξει αὐτούς, οἱ ὁποῖοι, ἐξαιτίας τοῦ φόβου τοῦ θανάτου, κυριαρχοῦνταν σ’ὅλο τό διάστημα τῆς ζωῆς τους ἀπό τήν καταθλιπτική δουλεία τῆς ἀγωνίας καί τοῦ τρόμου ἀπέναντι τοῦ θανάτου. Νά, λοιπόν, τί λέγει ἡ Γραφή[17].

Ἔπειτα, μᾶς ἐξηγεῖ τήν διαφορά, τήν διάκριση, πού ὑπάρχει μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ, μεταξύ ἀγεννήτου καί γεννητῆς φύσεως. Ἡ γεννητή φύση, ἐπειδή ἔλαβε τήν ὕπαρξή της ἐν χρόνῳ, δέν εἶναι ἔξω ἀπό τά πεπερασμένα ὅριά της, ἄν πάθει κάποια ἀλλοίωση. Γιατί αὐτό, πού ἔλαβε τήν ὕπαρξή του ἐν χρόνῳ, ἔχει σπαρμένο μέσα του καί τήν ἀλλοίωση. Ἡ ἀγέννητη φύση, δηλαδή ὁ Θεός, πού εἶναι πάνω ἀπό κάθε νοῦ, ἐπειδή ἔχει τήν ὕπαρξη Του ἀνεξάρτητη καί ὑπερέχουσα ἀπό κάθε γέννηση καί φθορά, ὑπερέχει κάθε τροπῆς. Ὁ Θεός, ἐξαιτίας τῆς ἴδιας τῆς φύσεώς Του, πού εἶναι ἀγέννητη, ὑπερέχει καί διαφέρει ἀσυγκρίτως ἀπό κάθε τί, πού λαμβάνει τήν ὕπαρξή του διά τῆς γεννήσεως καί, ἑπομένως, δέν μπορεῖ νά συμβεῖ κάτι σ’Αὐτόν ἀπό αὐτά, πού, συνήθως, συμβαίνουν στά δημιουργήματά Του. Ἔτσι, λοιπόν, τό θεῖον εἶναι ἀμετάπτωτο. Τά κτιστά, ὅμως, ἐπειδή βρίσκονται σέ ἀλλοίωση καί τροπή, ἔχουν τήν παραφθορά κοντά στήν πόρτα τους ἀγχίθυρος [= ἀγχι (κοντά, πλησίον, ἐγγύς) + θύρα (πόρτα)]. Καί γνωρίζοντας αὐτό τό πράγμα πολύ καλά καί σάν νά φιλοσοφεῖ ἄριστα, ὁ προφήτης Ἱερεμίας λέγει πρός τόν Θεό ὅτι «Σύ καθήμενος εἰς τόν αἰώνα καί ἡμεῖς ἀπολλύμενοι τόν αἰώνα». Ἔτσι, λοιπόν, τό θεῖον βασιλεύει καί κατακρατεῖ τά πάντα, χωρίς νά τυραννεῖται ἀπό κανένα πάθος. Ἐμεῖς, ὅμως, ἐπειδή ἔχουμε εὐτροχώτατη καί εὐπαράφορη φύση, ἐξαιτίας τῆς ἀλλοιώσεως καί τῆς τροπῆς, πού φέρουμε μέσα μας, ἀπολλύμεθα τόν αἰώνα, δηλαδή χανόμαστε σέ κάθε καιρό καί χρόνο, ἀφοῦ εἴμαστε φθαρτοί καί τρεπτοί. Οὔτε ἡ ἀγέννητη θεία φύση ἔπαθε κάποια τροπή ἀπό τά πάθη, οὔτε ἡ γεννητή, φθαρτή καί ἀλλοιουμένη κτιστή φύση ἀπέκτησε τήν οὐσιώδη ἀτρεψία, οὔτε ἀπέκτησε τά ἀγαθά τῆς θείας φύσεως, σάν νά ἦταν δικά της.

Καί, γιά νά ἀντιληφθοῦμε καλύτερα ὅτι ἡ φύση τοῦ Λόγου εἶναι παντελῶς ἄτρεπτη καί ἀναλλοίωτη, ἐνῶ ἡ γεννητή φύση εἶναι ἀλλοιωτή, ὁ ἅγιος Κύριλλος μᾶς φέρνει τήν μαρτυρία τοῦ πνευματοφόρου καί προφητάνακτος μακαρίου Δαβίδ, ὁ ὁποῖος λέγει : «Οἱ οὐρανοί ἀπολοῦνται, σύ δέ διαμένεις, καί πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καί ὡσεί περιβόλαιον ἐλίξεις αὐτούς, καί ἀλλαγήσονται. Σύ δέ ὁ αὐτός εἰ, καί τά ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι ».

Καί κατακλείει, λέγοντας, ὅτι ἡ θεωρία περί τῆς τροπῆς τοῦ Λόγου σέ σάρκα εἶναι λήρος καί μανία[18].            

Πιό κάτω ὁ ἅγιος Κύριλλος ἔρχεται νά ἀνασκευάσει μέ τόν ἴδιο πάλι τρόπο τήν θεωρία περί τῆς τροπῆς τῆς σαρκός στήν φύση τῆς Θεότητος.

Ἄν ἡ φύση τῆς Θεότητος μετατράπηκε στήν φύση τῆς σαρκός, αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση πέταξε τήν σάρκα καί μετεβλήθη σέ Θεότητα καί θεία οὐσία. Ὅμως, ἐμεῖς δέν θά πεισθοῦμε σ’αὐτή τήν ἐμβροντησία καί τήν ἀσυνεσία, ἀλλά θά πιστέψουμε περισσότερο τίς θεῖες Γραφές καί τόν προφήτη Ἡσαΐα, ὁ ὁποῖος λέγει : «Ἰδού ἡ Παρθένος ἐν γαστρί λήψεται καί τέξεται Υἱόν καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ»[19], μέ τήν ὁποία προφητεία ἐπισφραγίζεται ἡ προσφώνηση τοῦ Ἀρχαγγέλου καί ἑρμηνεύεται ἡ ἄνωθεν ἐκλογή τῆς Παρθένου : «Μή φοβοῦ Μαριάμ ὅτι ἰδού συλλήψη ἐν γαστρί καί τέξη Υἱόν καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν»[20]. Ἐμεῖς πιστεύουμε, προσθέτει ὁ ἅγιος Κύριλλος, ὅτι ὁ Ἐμμανουήλ πραγματικά γεννήθηκε ἀπό Παρθένο γυναίκα καί διατηροῦμε τό λαμπρό καί ἀξιάγαστο τῶν δύο φύσεων[21].

Κατόπιν ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐπιχειρηματολογεῖ ἐναντίον ἐκείνων, πού πίστευαν ὅτι ὁ Λόγος ἔλαβε ἀρχή τῆς ὑπάρξεως ἀπό τήν στιγμή τῆς γεννήσεώς Του ἀπό τήν Παρθένο.

Κατ’ἀρχήν, ὁ ἅγιος Κύριλλος εἶναι αὐστηρός καί χαρακτηρίζει αὐτή τήν θεωρία ὡς δυσβουλία καί μειρακιώδη ἀβελτηρία, ὡς μύθο γραώδη καί βδελυρό καί γιά τούς πιστεύοντας αὐτήν ἐφαρμόζει τό ἑξῆς γραφικό χωρίο : «Τάφος, ἀληθῶς, ἀνεωγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὐτῶν ἐδολιοῦσαν, ἰός ἀσπίδων ὑπό τά χείλη αὐτῶν, ὧν τό στόμα ἀράς καί πικρίας γέμει»[22].

Ἔπειτα φέρνει τήν μαρτυρία τοῦ Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου : «Ἐν ἀρχή ἥν ὁ Λόγος, πάντα δι’αὐτοῦ ἐγένετο καί χωρίς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἕν»[23]. «Ὅ ἥν ἀπ’ἀρχῆς, ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἐωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς. Καί ἡ ζωή ἐφανερώθη καί ἐωράκαμεν καί μαρτυροῦμεν καί ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τήν ζωήν τήν αἰώνιον, ἥτις ἥν πρός τόν Πατέρα καί ἐφανερώθη ἡμῖν»[24]. Ὡς ἀπόδειξη τῆς ἀρχαιότητος τῆς ὑπάρξεως τοῦ Χριστοῦ φέρνει τά ἴδια τά λόγια τοῦ Σωτῆρος, ὁ Ὁποῖος εἶπε πρός τούς Ἰουδαίους : « Ἀμήν, ἀμήν λέγω ὑμῖν, πρίν Ἀβραάμ γενέσθαι, ἐγώ εἰμί»[25]. Ἐδῶ, βέβαια, ὁ Χριστός μιλάει γιά τήν ἀΐδια ὕπαρξή Του ὡς Θεός, πράγμα πού οἱ Ἰουδαῖοι παρανόησαν καί, ἀπορώντας, Τόν ρώτησαν : «Πεντήκοντα ἔτη οὕπω ἔχεις, καί Ἀβραάμ ἐώρακας»[26];

Στή συνέχεια, ὁ ἅγιος Κύριλλος ἀνασκευάζει τήν αἵρεση τοῦ Μαρκέλλου καί τοῦ Φωτεινοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι ὁ Λόγος εἶναι ἀνυπόστατος καί ὄχι ἐνυπόστατος, δηλαδή ἁπλός προφορικός λόγος καί ἑπομένως δέν εἶναι Θεός.

Ἀμέσως φέρνει σέ ἀντιπαράθεση ὁ ἅγιος Κύριλλος τό ἐρώτημα τοῦ Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου : «Τίς ἐστίν ὁ ψεύστης, εἰ μή ὁ ἀρνούμενος, ὅτι Ἰησοῦς οὔκ ἐστιν ὁ Χριστός; Οὗτος ἐστίν ὁ ἀντίχριστος, ὁ ἀρνούμενος τόν Πατέρα καί τόν Υἰόν. Πᾶς ὁ ἀρνούμενος τόν Υἱόν, οὐδέ τόν Πατέρα ἔχει˙ ὁ ὁμολογῶν τόν Υἱόν, καί τόν Πατέρα ἔχει»[27]. Κανένας δέν μπορεῖ νά μάθει τί εἶναι ὁ Πατήρ, ἄν δέν δεχθεῖ τόν Υἱό ἐνυπόστατο καί γεννητό. Ὅπως, ἐπίσης, κανένας δέν μπορεῖ νά μάθει τί εἶναι ὁ Υἱός, ἄν δέν δεχθεῖ ὅτι γέννησε ὁ Πατήρ. Ἄν ὁ Υἱός εἶναι ἀνύπαρκτος, δέν μποροῦμε ἀληθινά νά καταλάβουμε τόν Πατέρα. Πῶς θά εἶναι Πατήρ, ἄν δέν γέννησε ἀληθινά; Ή, ἄν γέννησε τό ἀνυπόστατο καί ἀνύπαρκτο, τότε αὐτό, πού γέννησε, εἶναι τό μηδέν. Γιατί, τό ἀνυπόστατο ἰσοῦται μέ τό μηδέν καί περισσότερο μ’αὐτό, πού δέν ὑπάρχει καθόλου. Ἑπομένως, ὁ Θεός εἶναι Πατήρ τοῦ μηδενός. Ἀλλά, αὐτά χαρακτηρίζονται «ὕθλος εἰκαίος» ἀπό τον ἅγιο Κύριλλο. Πῶς θά ἦταν ἐξαίρετη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί Πατρός σ’ἐμᾶς; Κι ἄν ἔδωσε ὁ Πατήρ τόν ἀνυπόστατο Υἱό Του γιά τήν σωτηρία μας, τότε ἔδωσε τό μηδέν, ἄρα οὔτε ὁ Λόγος ἔγινε ἄνθρωπος, οὔτε ὑπέστη τόν Τίμιο Σταυρό, οὔτε κατήργησε τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου καί οὔτε ἀναστήθηκε. Ἄν, λοιπόν, ὁ Λόγος εἶναι τό μηδέν καί ἀνύπαρκτος, πῶς θά μποροῦσε νά γίνει κάτι ἀπό τά παραπάνω; Ἄρα, ὁ λόγος τῆς Γραφῆς ἐξαπάτησε τούς πιστούς καί ἡ ἐδραιότητα τῆς πίστεως ἐξαφανίστηκε καί μηδενίσθηκε, πράγμα, βέβαια, ἀδύνατο.

Ἐξακολουθεῖ ὁ ἅγιος Κύριλλος τήν ἀνατροπή τῆς αἱρέσεως αὐτῆς μέ ἀναφορά τώρα στήν θεολογία τῆς φυσικῆς εἰκόνος.

Ὁ Υἱός, λέγει, χαρακτηρίζεται ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ὡς «εἰκών τοῦ Πατρός»[28] καί χαρακτήρ τοῦ Γεγεννηκότος. Καί οἱ εἰκόνες εἶναι σάν τά ἀρχέτυπα. Ἄν, λοιπόν, ἡ εἰκόνα εἶναι ἀνυπόστατος καί ὁ χαρακτήρ ἀνύπαρκτος, τότε, ἀναγκαστικά, ἀνυπόστατο θά εἶναι καί τό ἀρχέτυπο. Ἔπειτα, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος, πού ἦταν πολύ χρηστομαθής, ζητοῦσε ἀπό τόν Χριστό νά τοῦ δείξει τόν Πατέρα   – «Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τόν Πατέρα καί ἀρκεῖ ἡμῖν »[29]  ζητοῦσε νά δεῖ τόν ὑπαρκτό καί ἐνυπόστατο Πατέρα. Ἄν, λοιπόν, ὁ Υἱός ἦταν ἀνυπόστατος καί μηδενικό, σύμφωνα μέ τό ἀχαλίνωτο θράσος αὐτῶν τῶν αἱρετικῶν, τότε δέν θά προέτεινε τόν Ἑαυτό Του, γιά νά γνωρίσουμε τόν Πατέρα, λέγοντας πάλι πρός τόν Ἀπόστολο Φίλιππο : «Τοσοῦτον χρόνον μεθ’ὑμῶν εἰμί καί οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; Ὁ ἑωρακώς ἐμέ, ἑώρακε τόν Πατέρα. Οὐ πιστεύεις, ὅτι ἐγώ ἐν τῷ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν ἐμοί ἐστί; ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμέν»[30]. Ἀλλά, πῶς γίνεται ὁ ἐνυπόστατος καί ὑπαρκτός Πατήρ νά ἔχει μέσα Του τόν ἀνυπόστατο καί ἀνύπαρκτο Υἱό; Τότε θά κινδύνευε κι αὐτός ὁ Πατήρ, ἀφοῦ ἔχει μέσα Του τό μηδέν, νά νοηθεῖ ὅτι ὑπάρχει μέσα στό μηδέν καί νά γίνει κι Αὐτός μηδενικό.

Ἀφοῦ κατέδειξε ὁ ἅγιος Κύριλλος τήν ἀτοπία τοῦ λόγου, καταχωρεῖ καί ἄλλα δύο ἁγιογραφικά χωρία, μέ τά ὁποία ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ Λόγος εἶναι ἐνυπόστατος. «Ἐγώ εἰμί ἡ ζωή»[31] εἶναι τό ἕνα καί «Ἐγώ εἰμί ὁ Ὧν» τό ἄλλο. Καί καταλήγει ὅτι ἡ θεωρία περί ἀνυποστάτου Λόγου εἶναι «ψευδηγόρημα σαθρόν καί φρενός ἀπόβρασμα τῆς ἠλιθιωτάτης»[32].         

Στή συνέχεια ὁ ἅγιος Κύριλλος ἀνατρέπει τήν αἵρεση τοῦ Ἀπολλιναρισμοῦ, χρησιμοποιώντας περισσότερο λογικά καί λιγότερο γραφικά ἐπιχειρήματα.

Ἀφοῦ παραθέτει τήν ὀρθόδοξη ὁμολογία πίστεως περί τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων σέ ἀντιπαράθεση μέ τήν αἱρετική διδασκαλία τοῦ Ἀπολλιναρισμοῦ, τούς καλεῖ νά παραμείνουν πιστοί στήν ἀρχαιοτάτη αὐτή πίστη καί τήν ἀποκαλυφθεῖσα παράδοση ἀπό τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί νά μήν βάζουν τήν λογική τους καί τήν σκέψη τους σέ θέματα δογματικά, πού εἶναι ὑπέρ νοῦν, γιατί εἶναι ριψοκίνδυνο, ἐνῶ καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέγει : « Οὐ γάρ εἰσίν αἱ βουλαί μου, ὥσπερ αἱ βουλαί ὑμῶν, οὐδ’ὥσπερ αἱ ὁδοί ὑμῶν, αἱ ὁδοί μου, ἀλλ’ὥσπερ ἀπέχει ὁ οὐρανός ἀπό τῆς γῆς, οὕτως ἀπέχει ἡ ὁδός μου ἀπό τῶν ὁδῶν ὑμῶν καί τά διανοήματα ὑμῶν ἀπό τῆς διανοίας μου». Ὁ Χριστός εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος. Ἡ ὑπέρ λόγον ἕνωση τῶν δύο ἀνίσων καί ἀνομοίων φύσεων ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως στό ἕνα πρόσωπο, στήν μία ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου, δέν μᾶς ἐμποδίζει ἀπό τό νά γνωρίζουμε καί νά προσκυνοῦμε τόν ἕνα Χριστό καί Κύριο καί Υἱό. Δέν Τόν διασπᾶμε, οὔτε Τόν διαιροῦμε.  

Ἐδῶ, ὅμως, παραθέτει μιά πολύ σημαντική θεολογική πτυχή τῆς Χριστολογίας˙ τόν λόγο, τόν τρόπο καί τόν σκοπό τῆς ἐνανθρωπήσεως.

λόγος τῆς ἐνανθρωπήσεως εἶναι νά ἀπαλλάξει τό σῶμα ἀπό τήν φθορά καί τήν ψυχή ἀπό τήν ἁμαρτία. Αὐτό μαρτυρεῖ καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, τό στόμα τοῦ Χριστοῦ : «Ἐπειδή γάρ τά παιδία κεκοινώνηκεν σαρκός καί αἵματος, καί αὐτός παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διά τοῦ θανάτου καταργήσῃ τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτέστι τόν διάβολον, καί ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ διά παντός τοῦ ζῆν, ἔνοχοι ἦσαν δουλείας»[33] καί «τό γάρ ἀδύνατον τοῦ νόμου, ἐν ᾧ ἠσθένει διά τῆς σαρκός, ὁ Θεός τόν ἑαυτοῦ Υἱόν πέμψας ἐν ὁμοιώματι σαρκός ἁμαρτίας καί περί ἁμαρτίας, κατέκρινε τήν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί, ἵνα τό δικαίωμα τοῦ νόμου πληρωθῇ ἐν ἡμῖν τοῖς μή κατά σάρκα περιπατοῦσιν, ἀλλά κατά Πνεῦμα»[34].  

τρόπος τῆς ἐνανθρωπήσεως εἶναι βαθύς καί ἀπόρρητος καί δέν μπορεῖ νά τό καταλάβει ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀνερμήνευτος. Τό βαθύ καί ὑπέρ νοῦν αὐτό μυστήριο μόνο μέ τήν ἀπερίεργη πίστη μποροῦμε νά τό δεχθοῦμε καί νά τό κηρύττουμε.

Στό σημεῖο αὐτό ὁ ἅγιος Κύριλλος ἀνακεφαλαιώνει ὅλα τά προηγούμενα μ’ ἕναν θαυμάσιο τρόπο καί καταλήγει εὐχόμενος νά ἐξαφανισθεῖ κάθε λήρος, κάθε ἀδρανής μύθος, κάθε ψευδοδοξία καί κάθε ἀπάτη, προερχομένη ἀπό ὡραία καί κομψά λόγια[35].

Εὐθύς ἀμέσως προχωρᾶ ὁ ἅγιος Κύριλλος στήν ἀντίκρουση τῆς αἱρέσεως τοῦ Νεστοριανισμοῦ.

Το ἐρώτημα τίθεται εὐθέως ἀπό τόν Ἐρμεία˙ «Ποιόν γέννησε ἡ Παρθένος, τόν ἄνθρωπο ἤ τόν Θεό Λόγο»; Ὁ ἅγιος Κύριλλος ἀπαντᾶ ὅτι ὅλη ἡ πλάνη συνίσταται στόν χωρισμό, στήν διαίρεση τοῦ Ἐμμανουήλ σέ Θεό Λόγο καί σέ ἄνθρωπο εἰδικῶς καί ὑπενθυμίζει στόν Ἐρμεία τά λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς : «Ὑμεῖς δέ, ἀγαπητοί, μνήσθητε τῶν ρημάτων τῶν προειρημένων ὑπό τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι ἔλεγον ὑμῖν, ὅτι ἐπ’ἐσχάτων τῶν χρόνων ἐλεύσονται ἐν ἐμπαιγμονῇ ἐμπαίκται κατά τάς ἑαυτών ἐπιθυμίας πορευόμενοι τῶν ἀσεβειῶν. Οὗτοι εἰσίν οἱ ἀποδιορίζοντες ψυχικοί, πνεῦμα μή ἔχοντες»[36].

Ὁ νοῦς μας θεωρεῖ τήν διαφορά τῶν φύσεων, τῆς Θεότητος καί τῆς ἀνθρωπότητος, ἀλλά ταυτόχρονα παραδέχεται τήν ἕνωσή τους σέ ἕνα Χριστό καί Υἱό, τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο. Τήν θέση αὐτή ὁ ἅγιος Κύριλλος τήν στηρίζει ἁγιογραφικῶς˙ «Παῦλος δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, κλητός ἀπόστολος, ἀφωρισμένος εἰς Εὐαγγέλιον Θεοῦ, ὁ προεπηγγείλατο διά ταῶν προφητῶν αὐτοῦ ἐν Γραφαῖς ἁγίαις, περί τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ τοῦ γενομένου ἐκ σπέρματος Δαβίδ κατά σάρκα, τοῦ ὁρισθέντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἐν δυνάμει κατά Πνεῦμα ἁγιωσύνης»[37], καί πάλι «Οὐ γάρ ἔκρινα τοῦ εἰδέναι τί ἐν ὑμῖν, εἰ μή Ἰησοῦν Χριστόν καί τοῦτον ἐσταυρωμένον»[38], καί τέλος «Κύριος εἶπε πρός με˙ Υἱός μου εἷ σύ, ἐγώ σήμερον γεγέννηκά σε»[39].

Γιά τήν κατανόηση τοῦ τρόπου τῆς ἀδιαιρέτου ἑνώσεως προσκομίζει τό παράδειγμα τῆς ἑνώσεως τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ὅπως ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό δύο ἀνόμοια στοιχεῖα, τήν ψυχή καί τό σῶμα, ἡ ἕνωση τῶν ὁποίων μᾶς κάνει τόν ἕνα ἄνθρωπο, κατά παρόμοιο τρόπο ἡ ἕνωση τῶν δύο ἀνομοίων φύσεων ἐπί Χριστοῦ (θείας καί ἀνθρωπίνης) μᾶς κάνει τόν ἕνα Χριστό.

Πῶς, ὅμως, κατανοοῦμε τόν Χριστό ὡς Θεό ἐνανθρωπήσαντα; Ὁ ἅγιος Κύριλλος μᾶς παραπέμπει σέ πολύ χαρακτηριστικά ἁγιογραφικά χωρία. Λέγει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός στούς Ἰουδαίους ˙ «Εἰ τέκνα τοῦ Ἀβραάμ ἧτε, τά ἔργα τοῦ Ἀβραάμ ἐποιεῖτε ἄν˙ νῦν δέ ζητεῖτε μέ ἀποκτείναι, ἄνθρωπον ὅς τήν ἀλήθειαν ὑμῖν λελάληκα, τοῦτο Ἀβραάμ οὐκ ἐποίησε»[40]. Γράφει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γιά τόν Χριστό : «Ὅς ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς σαρκός αὐτοῦ, δεήσεις τε καί ἰκετηρίας πρός τόν δυνάμενον σώζειν αὐτόν ἐκ θανάτου, μετά κραυγῆς ἰσχυρᾶς καί δακρύων προσενέγκας, καί εἰσακουσθείς ἀπό τῆς εὐλαβείας, καίπερ ὧν Υἱός, ἔμαθεν ἀφ’ὧν ἔπαθε τήν ὑπακοήν»[41]. «Εἰ γάρ ἔγνωσαν οὐκ ἄν τόν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν»[42]. «Ὅς ὧν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καί χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, φέρων τε τά πάντα τῷ ρήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, καθαρισμόν τῶν ἁμαρτιῶν ποιησάμενος, ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς, τοσούτῳ κρείττων γενόμενος τῶν ἀγγέλων, ὅσῳ διαφορώτερον κεκληρονόμηκεν ὄνομα»[43]. «Τόν δέ βραχύ τί παρ’ἀγγέλους ἠλαττωμένον βλέπομεν Ἰησοῦν, διά τό πάθημα τοῦ θανάτου δόξῃ καί τιμῇ ἐστεφανωμένον»[44]. [45]

Ὅμως, ἡ νεστοριανή αἵρεση ἔθετε κι ἄλλο καίριο ἐρώτημα. Αὐτός ὁ ἕνας Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ποιός εἶναι, «ὁ ἐκ γυναικός ἄνθρωπος ἤ γοῦν ὁ ἐκ Θεοῦ Λόγος»; Ἡ ἀπάντηση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ἀπέναντι σ’αὐτές τίς φληνάφεις εἰκαιομυθίες εἶναι ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι οὔτε μόνο ὁ Θεός Λόγος χωρίς τήν ἀνθρωπότητα, οὔτε ὁ ἐκ Παρθένου ναός χωρίς νά ἑνωθεῖ μέ τόν Λόγο, ἀλλά ὁ Λόγος γενόμενος σάρξ. Καί ἀναφέρει μερικά ἁγιογραφικά χωρία ἀποδεικτικά τῆς ἀνθρωπίνης καί θείας φύσεως τοῦ Χριστοῦ. Σχετικά μέ τήν θεία φύση : «Ὁ ἑωρακώς ἐμέ, ἑώρακε τόν Πατέρα. Ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμέν»[46]. «Ἀμήν, ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅτι ὅπου ἐάν συναχθῶσι δύο ἤ τρεῖς εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμί ἐν μέσῳ αὐτῶν»[47]. «Ἰδού ἐγώ μεθ’ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»[48]. Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀνακηρύττοντας τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, λέγει : «Παῦλος ὁ ἀπόστολος οὐκ ἀπ’ἀνθρώπων, οὐδέ δι’ἀνθρώπων, ἀλλά διά Ἰησοῦ Χριστοῦ»[49]. «Γνωρίζω δέ ὑμῖν τό Εὐαγγέλιον, τό εὐαγγελισθέν ὑπ’ἐμοῦ, ὅτι οὔκ ἐστι κατά ἄνθρωπον. Οὐδέ γάρ ἐγώ παρά ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτό, οὐδέ ἐδιδάχθην, ἀλλά δι’ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ»[50]. Σχετικά μέ τήν ἀνθρώπινη φύση : «Ὁ Πατήρ μου μείζων μου ἐστίν»[51].  «Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτούς ἐν τῷ ὀνόματί σου, ᾧ δέδωκάς μοι, ἴνα ὦσιν ἕν, καθώς ἡμεῖς. Ὅτε ἦμην μετ’αὐτῶν, ἐγώ ἐτήρουν αὐτούς ἐν τῷ ὀνόματί σου, οὖς δέδωκάς μοι, καί ἐφύλαξα αὐτούς, καί οὐδείς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο, εἰ μή ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ Γραφή πληρωθῇ. Νῦν δέ πρός σέ ἔρχομαι, καί ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ, ἵνα ἔχωσι τήν χαράν τήν ἐμήν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς»[52]. Καί, τέλος, ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο ˙«Εἰ δέ καί ἐγνώκαμεν κατά σάρκα Χριστόν, ἀλλά νῦν οὐκ ἔτι γινώσκομεν»[53].

Πολύ ἀκριβής ἐν προκειμένῳ εἶναι ἡ χρησιμοποίηση τῶν προσηγοριῶν Μονογενής καί Πρωτότοκος γιά τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο, τῆς πρώτης ἐπειδή παραμένει Λόγος, ἄν καί ἔγινε ἄνθρωπος, τῆς δευτέρας ἐπειδή ἔγινε ἀληθής ἄνθρωπος. Μάλιστα οἱ ἀγγελικές δυνάμεις καλοῦνται ἀπό τήν Γραφή νά προσκυνήσουν τόν Πρωτότοκον , ὄχι γιατί ἦταν ἁπλῶς ἄνθρωπος, ἀλλά γιατί ἦταν ὁ Μονογενής Λόγος, πού διά τῆς ἐνανθρωπήσεως ἔγινε πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς.

Σ’αὐτή τήν ὀρθόδοξη ἑρμηνεία τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου προβάλλεται μία ἔνσταση. Ἄραγε, ἄνθρωπο προσκυνοῦμε, ὅταν προσκυνοῦμε τόν Ἐμμανουήλ; Ὁ ἅγιος Κύριλλος εἶναι κατηγορηματικός καί ἀπαντᾶ ὅτι δέν προσκυνοῦμε ἄνθρωπο ψιλό, ἀλλά τόν κατά φύσιν Θεό, πού ἔγινε ἄνθρωπος[54].

Ἡ ἔνσταση γίνεται ὀξύτερη, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ πρός τήν Σαμαρείτιδα : «ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὅ οἴδαμεν»[55]. Λοιπόν, πῶς εἶναι προσκυνητός ὁ συντασσόμενος μέ τούς προσκυνοῦντας; Πρόκειται γιά ἕνα ἐρώτημα, πού στό βάθος κρύβεται ὁ νεστοριανισμός καί πίσω ἀπ’αὐτόν ἡ ἰουδαϊκή πλάνη, πού ἔβλεπε τόν Χριστό ὡς ἄνθρωπο ψιλό. Ὁ ἅγιος Κύριλλος μέ δεξιοτεχνία ξεπερνᾶ τήν διαιρετική νοοτροπία, πού βρίσκεται στήν βάση τοῦ ἐρωτήματος καί ἀπαντᾶ ὅτι Αὐτός, πού μιλοῦσε στήν Σαμαρείτιδα, ἦταν ὁ εἷς Χριστός, ὁ ὁποῖος ἀποτελοῦνταν ἀπό τήν προσκυνουμένη θεία φύση καί τήν προσκυνοῦσα ἀνθρώπινη φύση. Ἡ προσκύνηση ἀποδίδεται σ’Αὐτόν, πού κατά τήν θεία Του φύση εἶναι ἴσος μέ τόν Πατέρα καί μαζί μ’ Ἐκεῖνον καί τό Ἅγιον Πνεῦμα συνδοξαζόμενος, ἔστω κι ἄν διά τῆς ἐνανθρωπήσεως ἔγινε ἄνθρωπος χάριν ἡμῶν, οὔτε μόνο Θεός γυμνός, οὔτε μόνο ἄνθρωπος ψιλός. Αὐτή τήν τοποθέτηση κατοχυρώνει ὁ  ἅγιος Κύριλλος μέ πλούσια ἀναφορά στήν Ἁγία Γραφή καί στό Μυστήριο τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος[56].

Τό θέμα, πού θίγεται στή συνέχεια, εἶναι ἡ ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῶν φύσεων, ἐξ ἀφορμῆς ἑνός συμπερασματικοῦ σχολίου τοῦ Ἐρμεία περί τοῦ ὅτι ὁ Χριστός καί ὡς ἄνθρωπος χορηγεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα στούς ἁγιαζομένους. Πῶς ἡ σάρξ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ζωοποιός καί πῶς ὁ σταυρωθείς εἶναι ὁ κτίσας τά πάντα καί ἐν ῷ τά πάντα συνέστηκε καί πῶς ὁ προσερχόμενος πρός τόν Βαπτιστή Ἰησοῦς εἶναι ἀρχαιότερός του καί πῶς τοῦ Ἀβραάμ παλαιότερος; Σ’ ὅλ’ αὐτά τά ἐρωτήματα ὁ ἅγιος Κύριλλος ἀπαντᾶ μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία περί τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ. Οἱ δύο φύσεις ἑνώθηκαν ἀδιαιρέτως, ἀτρέπτως, ἀμερίστως καί ἀσυγχύτως, διατηρώντας καθεμιά τίς ἰδιαιτερότητές της, τά φυσικά καί οὐσιώδη προσόντα της. Δέν ἀντίκειται ἡ μία στήν ἄλλη, ἀλλά ἡ ἀνθρώπινη ὑποτάσσεται καί ἐμπλουτίζεται μέ τήν θεία φύση. Οἱ δύο φύσεις ἀλληλοπεριχωροῦνται, δηλαδή ἐνοικοῦν, κατά ἀσύγχυτο τρόπο, στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου. Κατά τήν ἀλληλοπεριχώρηση αὐτή ἡ θεία φύση ἐνεργεῖ καί μεταδίδει, ἐνῶ ἡ ἀνθρώπινη δέχεται τήν θεία ἐνέργεια. Συνέπεια τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως καί τῆς ἀλληλοπεριχωρήσεως τῶν δύο φύσεων στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου εἶναι ἡ ἀντίδοση, ἡ κοινοποίηση τῶν ἰδιωμάτων. Δηλαδή, ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων σημαίνει τήν μετάδοση τῶν ἰδιωμάτων καί ὀνομάτων τῶν δύο φύσεων στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὄχι, ὅμως, καί μετάδοση τῶν ἰδιωμάτων τῆς μιᾶς φύσεως στήν ἄλλη καθ’ ἑαυτήν[57]. Καί πάλι ρωτᾶ ὁ Ἐρμείας : «Πῶς ὁ Λόγος, ἄν καί ὑπεράνω φθορᾶς καί θανάτου, λέγεται ὅτι πέθανε»; Καί ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος Κύριλλος˙ «Ἐπειδή ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι δεκτική θανάτου, Αὐτός ἀναδέχεται τό ἰδίωμα τοῦ θανάτου, ἐπειδή ἀποθνήσκει κατά σάρκα».

Ὁ λόγος τελειώνει μέ τήν διατύπωση τῆς ἀντινεστοριανικῆς πλευρᾶς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως : «Ταῖς τῶν πατέρων ἑπόμενοι δόξαις, τόν ἐκ ρίζης Ἰεσσαῖ, τόν ἐκ σπέρματος Δαυίδ, τόν ἐκ γυναικός κατά σάρκα, τόν μεθ’ἡμῶν ὑπό νόμον ὡς ἄνθρωπον καί ὑπέρ ἡμᾶς δι’ἑαυτόν ζωοποιόν καί ζωήν, Υἱόν εἶναι τοῦ Θεοῦ κατά ἀλήθειαν πιστεύομεν, οὔτε ψιλοῦντες Θεότητος τό ἀνθρώπινον, οὔτε μήν ἀνθρωπότητος ἀπαμφιέννυντες τόν Λόγον μετά τήν ἄφραστον συμπλοκήν, ἀλλ’ἕνα καί τόν αὐτόν ὀμολογοῦντες Υἱόν, ἐκ δυοῖν πραγμάτοιν, εἰς ἕν τί τό ἐξ ἀμφοῖν ἀπορρήτως ἐκπεφηνότα, καθ’ἕνωσιν δηλονότι τήν ἀνωτάτω, καί οὐ φύσεως παρατροπήν. Ὅσον γάρ οὕτω δοξάζουσι περείσται τό κέρδος, σαφηνιεῖ λέγων ὁ Χριστοῦ μαθητής˙ Ὅς ἄν ὀμολογήση ὅτι Ἰησοῦς ἐστίν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός ἐν αὐτῷ μένει, καί αὐτός ἐν τῷ Θεῷ»[58].  

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι τό ἔργο τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας «Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς» ἀποτελεῖ ἕνα νευραλγικότατο δογματικό ἐγχειρίδιο περί τῆς διδασκαλίας τοῦ προσώπου τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ὁ ἀντιαιρετικός αὐτός πατήρ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀναπτύσσει διεξοδικώτατα ἁγιογραφικῶς, κυρίως, ἀλλά καί λογικῶς, τήν Ὀρθόδοξη Χριστολογία ὡς ἀπάντηση στίς χριστολογικές αἱρέσεις τοῦ Δοκητισμοῦ, τοῦ Ἀρειανισμοῦ, τοῦ Μαρκέλλου καί τοῦ Φωτεινοῦ,τοῦ Ἀπολλιναρισμοῦ καί τοῦ Νεστοριανισμοῦ, πού κυριαρχοῦσαν στήν ἐποχή του καί τίς ὁποῖες χαρακτηριστικῶς ὀνομάζει ὡς φληνάφεις εἰκαιομυθίες, λήρους, ἀδρανεῖς μύθους, ψευδοδοξίες καί ἀπάτες, προερχόμενες ἀπό ὡραία καί κομψά λόγια, ψευδηγορήματα σαθρά καί φρενός ἀποβράσματα τῆς ἠλιθιωτάτης, ὕθλους εἰκαίους καί μανία. Εἶχε κατανοήσει πολύ καλά ὁ πνευματέμφορος ἅγιός μας τόν ἄρρηκτο καί λειτουργικό δεσμό, πού ὑπάρχει, κατά τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, μεταξύ Χριστολογίας καί Σωτηριολογίας, ὥστε ἡ μία νά μήν μπορεῖ νά νοηθεῖ ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἄλλη. Χωρίς ὀρθό δόγμα, ὀρθοδοξία καί ὀρθοπραξία, δέν ὑπάρχει σωτηρία. Ἡ αἵρεση ἀκυρώνει τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί, ἄν κάτι δέν προσέλαβε ὁ Χριστός, τότε αὐτό δέν σώζεται. Ἐπειδή, ὅμως, ὅλος ὁ ἄνθρωπος ἁμάρτησε ὡς σῶμα καί λογική ψυχή, γι’αὐτό καί ὁ Θεάνθρωπος προσέλαβε ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο καί τόν ἔσωσε. «Τό ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον˙ ὁ δέ ἥνωται, τοῦτο καί σώζεται»,  κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο.


[1] ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἐκδ. Ἀποστ. Διακονίας, Ἀθήνα 2004, σ. 50.

[2] Β. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, σ. 796.

[3] ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ἔνθ΄ ἀνωτ., σ. 125.

[4] Ό. π., σσ. 130-137.

[5] Δ. ΤΣΑΜΗΣ, Ἐκκλησιαστική γραμματολογία, ἐκδ. Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 129-131.

[6] Ματθ. 11, 27.

[7] Λουκ. 1, 30-31.

[8] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, PG 75, 1192-1193. 

[9] Ματθ. 22, 29.

[10] Α΄ Τιμ. 3, 16.

[11] Λουκ. 2, 14.

[12] Λουκ. 2, 10-12.

[13] Α΄ Κορ. 15, 3-8.

[14] Α΄ Κορ. 15, 12-15.

[15] Α΄ Ἰω. 4, 1-3.

[16] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., 1196-1197C. 

[17] Γαλ. 4, 4,  Ἑβρ. 2,1 4-15.

[18] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., 1197D-1200.  

[19] Ἡσ. 7, 14.

[20] Λουκ. 1, 30-31.

[21]ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., 1201ΑΒ.

[22] Ρωμ. 3, 13-14.

[23] Ἰω. 1, 1-3.

[24] Α΄ Ἰω. 1, 1-2.

[25] Ἰω. 8, 58.

[26] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., 1201C-1204A.

[27] Α΄ Ἰω. 2, 22-23.

[28] Β΄ Κορ. 4, 4.

[29] Ἰω. 14, 8.

[30] Ἰω. 14, 9-10.

[31] Ἰω. 14, 6.

[32] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., 1204Β-1208Β.

[33] Ἑβρ. 2, 14-15.

[34] Ρωμ. 8, 3-4.

[35] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., 1208C-1220.

[36] Ἰούδ. 17-19.

[37] Ρωμ. 1, 1-4.

[38] Α΄ Κορ. 2, 2.

[39] Πράξ. 13, 33.        

[40] Ἰω. 8, 39-40.

[41] Ἑβρ. 5, 7-8.

[42] Α΄ Κορ. 2, 8.

[43] Ἑβρ. 1, 3-4.

[44] Ἑβρ. 2, 9.

[45] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., 1221 – 1225C.

[46] Ἰω. 10, 30.

[47] Ματθ. 18, 20.

[48] Ματθ. 28, 20.

[49] Γαλ. 1, 1.

[50] Γαλ. 1, 11-12.

[51] Ἰω. 14, 28.

[52] Ἰω. 17, 11-13.

[53] Β΄ Κορ. 5, 16.

[54] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., 1225D – 1232D.

[55] Ἰω. 4, 22.

[56]ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ἔνθ’ ἀνωτ.,, 1233 – 1241Β. 

[57] Δ.ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ, Δυτική θεολογία καί πνευματικότητα, ἔκδ. Ὑπηρεσία Δημοσιευμάτων Α.Π.Θ., Θεσσαλνίκη, σ. 34.

[58] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., 1241Β-1253.

Share:
πνευματική ιδιοκτησία π. Ἀγγέλου Ἀγγελακοπούλου
error: Content is protected !!