ΠΩΣ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΞΕΠΕΡΑΣΕ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΦΕΡΡΑΡΑΣ – ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΣ

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

09-06-2017

Εἰσαγωγή

Στήν Ἀνατολή, κατά τόν 15ο αἰώνα, πρίν τήν ἄλωση τῆς Πόλεως τό 1453, διαμορφώθηκαν κυρίως δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα.

Τό πρῶτο στρατόπεδο, αὐτό τῶν γραικολατίνων, λατινοφρόνων, παποφίλων καί ἀνθενωτικῶν, μέ ἡγέτη τόν ἀποστάτη καί λατινόφρονα Βησσαρίωνα Νικαίας, ὁ ὁποῖος τελικῶς ἐνσωματώθηκε πλήρως στήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ καί ἔγινε Καρδινάλιος, πρότεινε τήν συμμαχία μέ τήν Δύση πρός ἀπόκρουση τοῦ τουρκικοῦ κινδύνου, καί ἐπηρέασε ἀποφασιστικά τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Η’ Παλαιολόγο, πού ἀγωνιοῦσε γιά τήν τύχη τῆς αὐτοκρατορίας, τόν ὁποῖο παρέσυρε στήν ταπεινωτική ὑπογραφή τοῦ «ἑνωτικοῦ» ὅρου τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), δεκατέσσερα μόλις χρόνια πρίν ἀπό τήν ἅλωση.

Τό δεύτερο στρατόπεδο, αὐτό τῶν Ὀρθοδόξων καί ἑνωτικῶν, μέ ἡγέτη τόν ἅγιο Μάρκο Ἀρχιεπίσκοπο Ἐφέσου τόν Εὐγενικό, ἀγωνίστηκε νά ἀποτρέψει τήν ψευδοένωση μέ τήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ καί ἐπηρέασε τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ. Ἤθελε τό Ἔθνος νά διασώσει πρό παντός τήν πολιτιστική του ὀντότητα καί αὐτοσυνειδησία, γιατί γνώριζε τήν ἀναμφισβήτητη ἱστορική ἀλήθεια ὅτι τά ἔθνη χάνονται, ὄχι ὅταν χάσουν τήν κρατική τους ὀντότητα, ἀλλά ὅταν χάσουν τήν πολιτιστική τους ταυτότητα, τήν ψυχή τους. Ἐφ’ ὅσον ἡ ὁποιαδήποτε βοήθεια τῆς Δύσεως στίς διπλωματικές διαπραγματεύσεις προϋπέθετε τόν ἐκλατινισμό τῶν Ὀρθοδόξων, ἔπρεπε τό Ἔθνος νά στηριχθεῖ στίς δικές του δυνάμεις. Καί μολονότι προέβλεπαν ὡς ἀναπότρεπτη τήν ὑποταγή στούς ἀλλοθρήσκους, πίστευαν ὅτι θά δημιουργοῦνταν οἱ συνθῆκες τῆς ἀναβιώσεως καί τῆς παλιγγενεσίας. Ὑπό τό πρόσχημα τῆς βοηθείας, οἱ Δυτικοί οὐσιαστικῶς θά κατακτοῦσαν καί πάλι τήν Κων/λη. Κατάκτηση καί ἡ μία, κατάκτηση καί ἡ ἄλλη. Στήν ὑπό τούς Τούρκους, ὅμως, κατάκτηση θά παρέμενε τό πλεονέκτημα τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, τό ὅτι δηλ. τό Ἔθνος δέν θά πρόδιδε οἰκειοθελῶς τίς παραδόσεις του, δέν θά θυσίαζε τήν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε τό οὐσιαστικώτερο στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς του ταυτότητας. Ἐπιπλέον, ἡ μεγάλη πολιτιστική ὑπεροχή ἔναντι τῶν Τούρκων καί τό παντελῶς ἀνόμοιο τοῦ θρησκεύματος θά ἀποτελοῦσαν δυσμενεῖς παράγοντες γιά τόν πλήρη ἐξισλαμισμό, ἐνῶ ἀντίθετα μέ τούς Φράγκους ὁ ἐκλατινισμός θά ἦταν εὐκολώτερος.

Ἡ ψευδοένωση Φερράρας-Φλωρεντίας ἐπιβλήθηκε ἐκ τῶν ἄνω καί εἶχε πολιτικά κίνητρα, τελείως ξένα πρός τόν πνευματικό στόχο τῆς ἀληθινῆς εἰρήνης καί τῆς ἀληθινῆς ἑνώσεως. Γι’ αὐτό καί ἀνατράπηκε ἐκ τῶν κάτω καί εἶναι πλέον, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Κ. Heussi, ἕνα ἁπλό χαρτί[1]. Οἱ Ὀρθόδοξοι, λόγῳ τῆς κατεπείγουσας καί ἀγωνιώδους ἀνάγκης νά λάβουν βοήθεια, ἀντί νά μεταβοῦν στή Βασιλεία καί νά στηρίξουν τήν ἐκεῖ ἀντιπαπική Σύνοδο, σύρθηκαν σέ μία λεγομένη «σύνοδο» ἀσυνήθους διαδικασίας καί διάρκειας, ὑποχώρησαν σ’ ὅλες τίς ἀπαιτήσεις τῶν αἱρετικῶν Παπικῶν, καί προσέφεραν στήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ ἀνεκτίμητη βοήθεια καί ἀναγνώριση, χωρίς νά λάβουν τά συμφωνηθέντα ἀνταλλάγματα. Ἐνίσχυσαν, ἐν πρώτοις, μέ τήν συμμετοχή τους τό κύρος τοῦ αἱρεσιάρχη «Πάπα» Εὐγενίου τοῦ Δ’, τόν ὁποῖο ἡ μεταρρυθμιστική Σύνοδος τῆς Βασιλείας εἶχε καθαιρέσει, καί συνετέλεσαν ἔτσι στή διάλυση αὐτῆς τῆς Συνόδου, ἀλλά καί τῶν ἐλπίδων γιά ἐκδημοκρατισμό τῆς ἀπολυταρχικῆς μοναρχίας τοῦ αἱρεσιάρχη «Πάπα». Νομιμοποίησαν κατόπιν, μέ ἀπόφαση τῆς ψευδοσυνόδου, τίς ἐπιδιώξεις τῶν «Παπῶν», περί πρωτείου καί κυριαρχίας ἐπί τῆς καθόλου Ἐκκλησίας. Κυρίως, ὅμως, προσέφεραν στήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ τήν βάση, πάνω στήν ὁποία στηρίχθηκαν οἱ ἑπόμενες ψευδοσύνοδοι τοῦ Τριδέντου (1545-1563) καί τῆς Α’ Βατικανῆς (1870) γιά τήν δογματοποίηση τοῦ πρωτείου καί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ «Πάπα». Αὐτό, πού ἐπί αἰῶνες ἐπεδίωκε νά ἐπιτύχει ἡ αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ μέ συστηματική νόθευση κειμένων, τό προσέφεραν οἱ γραικολατῖνοι, λατινόφρονες καί παπόφιλοι Ὀρθόδοξοι στήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας.

Αὐτή, λοιπόν, τήν προσφορά τῶν λατινοφρόνων πρός τήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ ἀγωνίστηκαν καί πέτυχαν νά ἀκυρώσουν ὁ φύλακας τῆς πίστεως, Ὀρθόδοξος λαός τῆς Κων/λεως, ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός καί ὁ ἅγιος Γεννάδιος Σχολάριος[2].

1. Ἡ ὀργή τοῦ φύλακα τῆς πιστεως, Ὀρθοδόξου λαοῦ τῆς Κων/λεως

Σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τοῦ 1848, «ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστίν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ»[3].

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί τήν ἐποχή ἐκείνη τοῦ ἁγίου Μάρκου ἦταν πολύ πιό εὐαίσθητοι στά θέματα τῆς πίστεως ἀπό τούς Ὀρθοδόξους τῆς ἐποχῆς μας.

Ὁ ἅγιος Μάρκος ἐπέστρεψε στήν Κων/λη τό 1440[4]. Ἐκεῖ ἐν τῷ μεταξύ ὁ λαός δέν εἶχε κάνει δεκτή τήν ψευδοένωση, διότι οἱ ἑνωτικοί, οἱ Ὀρθόδοξοι δηλ. πού ἤθελαν τήν καλή ἕνωση μέ τούς Παπικούς, ἐπί τῇ βάσει τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Παραδόσεως καί Ζωῆς, κατάφεραν νά κυριαρχήσουν[5]. Ἔτσι, τό πλῆθος ἦταν ἐνθουσιασμένο μέ τή σθεναρή στάση, πού κράτησε ὁ ἅγιος Μάρκος κατά τή διάρκεια τῆς ψευδοσυνόδου. Τόν ὑποδέχθηκε θριαμβευτικά, θεωρώντας τον πραγματικό ὑπέρμαχο τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ἔβλεπε τόν ἅγιο Μᾶρκο ὡς τόν μοναδικό Ἱεράρχη, πού εἶχε τό θάρρος καί τήν ἱκανότητα νά ὑπερασπισθεῖ τήν ὀρθή δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Χαρακτηριστικά, ὁ ἀντίπαλος τοῦ ἁγίου Μάρκου, Ἰωσήφ Μεθώνης, θέλοντας νά δείξει τό ἐνθουσιῶδες κλίμα κατά τήν ὑποδοχή τοῦ ἁγίου Μάρκου στήν Κων/λη, ἀναφέρει : «Ὁ Ἐφέσου εἶδε τό πλῆθος νά τόν δοξάζει, ἐπειδή δέν ὑπέγραψε, καί οἱ ὄχλοι τόν προσκυνοῦσαν, ὅπως τόν Μωυσῆ καί τόν Ἀαρών, καί τον ἐπευφημοῦσαν καί τόν ἀποκαλοῦσαν ἅγιο»[6]. Ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος ἀναφέρει, ἐπίσης, πώς «δέν ἔδραμε τόσος λαός στήν προϋπάντηση τοῦ βασιλιά, (μάλιστα οἱ περισσότεροι, καί μισῶντας τον, τόν ἀπέφευγαν), ὅσος ἔρευσε στήν ὑποδοχή τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ ἀριστέα καί λαμπροῦ ἥρωα τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλοι τόν ὀνόμαζαν στύλο ἀκλόνητο τῆς Ἐκκλησίας, ἄλλοι ταμεῖο ἄσυλο τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως»[7].

Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ ἐπιστροφή τῆς ὀρθόδοξης ἀντιπροσωπίας στήν Κων/λη ὑπῆρξε ἐρέθισμα γιά τή γενικότερη ἔκφραση τῆς δυσφορίας τῆς ἐκκλησιασrικῆς συνειδήσεως. Τήν 1-2-1440 ἀποβιβάζονταν στήν Κων/λη, ἐπανακάμπτοντας ἀπό τήν Φλωρεντία, οἱ λατινόφρονες Ἕλληνες Ἀρχιερεῖς, τούς ὁποίους, μέ ἔκδηλη ἀγωνία, ἀνέμεναν τά πλήθη τοῦ λαοῦ. Ὁ λαός τῆς Βασιλεύουσας γιά δύο ὁλόκληρα χρόνια δέν δοκίμαζε τόση ἀγωνία ἀπό τήν ἀπειλή τῶν Τούρκων, ὅση ἀπό τούς ἀόριστους φόβους του, μήπως στήν Φλωρεντία κινδυνεύσουν τά ἱερά καί τά ὅσια τῆς πίστεως τῶν Πατέρων του. Ὁ λαός ζητοῦσε νά μάθει, ἄν στήν Φλωρεντία νίκησε ἡ Ὀρθοδοξία. «Εὐθύς μόλις οἱ Ἀρχιερεῖς ἀποβιβάζονταν ἀπό τίς τριήρεις, οἱ πιστοί τῆς Κων/λεως τούς ἀσπάζονταν, κατά τό σύνηθες, καί τούς ρωτοῦσαν : Πῶς πῆγαν τά δικά μας; Πῶς πῆγαν τά τῆς συνόδου; Ἄραγε διεξήγαμε νίκη»; Οἱ προδότες τῆς Ὀρθοδοξίας, διαισθανόμενοι τήν ὀργή τοῦ λαοῦ, ἀπαντοῦσαν, μεταμελημένοι : «πουλήσαμε τήν πίστη μας, ἀνταλλάξαμε τήν εὐσέβεια μέ τήν ἀσέβεια, προδίδοντας τήν καθαρή θυσία, γίναμε ἀζυμῖτες… Καί αὐτά ποιοί; Αὐτοί, πού ὑπέγραψαν στόν ὅρο, ὁ Ἡρακλείας Ἀντώνιος καί ὅλοι. Ἄν τούς ρωτοῦσε κάποιος : Καί γιατί ὑπογράψατε; ἔλεγαν : ἐπειδή φοβηθήκαμε τούς Φράγκους»[8]. Σύμφωνα μέ τόν Δούκα, οἱ ἐφιάλτες τῆς Ὀρθοδοξίας, κατάμεστοι αἰσχύνης καί τρέμοντας τήν κατακραυγή τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος, καταριόντουσαν τήν ὥρα, κατά τήν ὁποία ὑπέγραψαν τόν ἑνωτικό ὅρο τῆς Φλωρεντίας : «ἡ δεξιά αὐτή ὑπέγραψε, ἔλεγαν, νά κοπεῖ˙ ἡ γλώσσα ὡμολόγησε, νά ἐκριζωθεῖ»[9].

Ἔντρομος, μπροστά στήν ὀργή τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος, ὁ Μητροπολίτης Ἡρακλείας Ἀντώνιος, μεταμελήθηκε πικρά γιά τήν ὑπογραφή τοῦ ἑνωτικοῦ ὅρου τῆς Φλωρεντίας[10] καί ὑπέβαλε τόν ἑαυτό του στήν κρίση τοῦ Ὀρθοδόξου πληρωματος τῆς Ἐκκλησίας, χαρακτηρίζοντας τήν μέν «σύνοδο» τῆς Φλωρεντίας βίαιη, τήν δέ ἐνέργειά του ὀλέθρια[11].

Ὀ λαός τῆς Κων/λεως ἀπό τήν πρώτη στιγμή συντάχθηκε μέ τό μέρος τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί ἀνάγκασε τούς ἀργυρώνητους προδότες τῆς Ὀρθοδοξίας νά χτυποῦν τά στήθη τους, ἒπιδεικνύοντας μεταμέλεια, ἐπειδή συνέπραξαν στήν τραγωδία τῆς Φλωρεντίας. Ἤδη ὁ λαός εἶχε ἀκούσει ἀπό τό στόμα τοῦ ἁγίου Μάρκου ὅτι ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Φλωρεντίας θά ἀνατραπεῖ καί ἡ ψευδοένωση θά ἀκυρωθεῖ[12]. Καί αὐτός ἀκόμη ὁ αὐτοκράτωρας Ἰωάννης, φοβούμενος τήν ἐξέγερση τοῦ λαοῦ, δέν μίλησε ὑπέρ τοῦ ὅρου τῆς Φλωρεντίας[13]. Ὁ λαός, στοιχώντας στίς ὁδηγίες τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, οὔτε τόν Πατριάρχη οὔτε τόν Αὐτοκράτορα φοβόταν. Ὁ Σ. Συρόπουλος γράφει ὅτι «οἱ πιστοί τῆς Κων/λης περισσότερο στηρίζονταν καί καταφρονοῦσαν τά γεγονότα στή Σύνοδο καί παρασιωποῦσαν καί τό μνημόσυνο τοῦ Βασιλιά»[14]. Οἱ ὀρθόδοξοι κληρικοί τῆς Κων/λεως ἀρνοῦνταν νά συλλειτουργήσουν μέ τούς λατινόφρονες. Οἱ λατινόφρονες ἱερεῖς ἀπαντοῦσαν στόν Αὐτοκράτορα, πού ἀπαιτοῦσε τό συλλείτουργο Ὀρθοδόξων καί γραικολατίνων : «Πῶς νά συλλειτουργήσουμε, ὅταν αὐτοί μᾶς ἀποφεύγουν»[15]; Κατά τόν Συρόπουλο, στήν Κων/λη «οὔτε ὁ πάπας μνημονεύονταν, οὔτε ὁ ὅρος ἀναγνώσθηκε οὔτε κάτι ἄλλο καινοτομήθηκε»[16].

Ἡ ἐξέγερση τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ κατά τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φλωρεντίας ἦταν τέτοια, ὥστε σύντομα ἀναγκάστηκαν ὅλοι σχεδόν οἱ Ἕλληνες Ἐπίσκοποι, πού ὑπέγραψαν τήν ψευδῆ ἕνωση, ν’ ἀνακαλέσουν τήν ὑπογραφή τους μέ νεώτερη δήλωση, κατά τό παράδειγμα τοῦ Ἀντωνίου Ἡρακλείας[17]. Τήν ἀποδοκιμασία τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Φλωρεντίας καί ἀπο αὐτούς, πού ὑπέγραψαν τόν ἑνωτικό ὅρο, ὁμολογεῖ καί ὁ παπικός Joseph Gill, ὁ ὁποῖος γράφει : «Στίς ἀρχές τοῦ 1441, μιά ὁμάδα ἀπό αὐτούς, πού ὑπέγραψαν τό διάταγμα στήν Φλωρεντία, ἐξέδωσε μιά προκήρυξη, πού ἀποκήρυσσε τήν ψευδοένωση καί ἀρνοῦνταν νά μνημονεύει τόν αἱρεσιάρχη «Πάπα» στή Λειτουργία, μέχρι οἱ προφάσεις τοῦ σχίσματος νά μείνουν στούς Λατίνους»[18]. Κατά τόν ἅγιο Γεννάδιο Σχολάριο, ἡ προκήρυξη, πού ἀποδοκίμαζε τήν ψευδῆ ἕνωση, κυκλοφόρησε εὐθύς ἀμέσως μετά τήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας[19]. Ἡ μερίδα τῶν Ἐπισκόπων, πού ὑπέγραψε τόν ἑνωτικό ὅρο τῆς Φλωρεντίας, ἀλλά μεταστράφηκε, ἀποτελοῦσε τήν πλειονότητα. Ἡ ἀντίδραση τοῦ λαοῦ τῆς Κων/λεως κατά τῶν λατινοφρόνων, μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἐμφανιζόταν μεγαλύτερη καί περισσότερο ὀργανωμένη. «Οἱ λατινόφρονες ἀποφεύγονταν. Οἱ ὑποστηρικτές τῆς ψευδοενώσεως βρίσκονταν ὅλο καί περισσότερο ἀπομονωμένοι. Στούς ναούς, πού λειτουργοῦσαν, δέν σύχναζαν πιστοί. Ἀκόμη καί αὐτοί, πού τούς ἐπισκέπτονταν ἀπό περιέργεια, οἱ φίλοι τους τούς ἀπέφευγαν»[20]. Ὁ Ὀρθόδοξος λαός δεν ἤθελε νά ἔχει ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς λατινόφρονες Ἐπισκόπους καί κληρικούς. Ὁ ἅγιος Μᾶρκος σέ ἐπιστολή του ἀπό τήν Λῆμνο, ὅπου ἦταν ἐξόριστος, πρός τόν ἱερομόναχο Θεοφάνη στόν Εὔριπο περιγράφει αὐτήν τήν ἀντίδραση τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ : «Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀδελφούς, παίρνοντας θάρρος ἀπό τήν ἐξορία μου, ἐλέγχουν τούς ἀλιτήριους καί παραβάτες τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῶν πατρικῶν θεσμῶν, καί τούς δυσφημίζουν παντοῦ ὡς καθάρματα, χωρίς νά ἀνέχονται οὔτε νά συλλειτουργοῦν μ’αὐτούς, οὔτε νά τούς μνημονεύουν ὡς Χριστιανούς»[21].

Τήν ἀποστροφή τῶν Ὀρθοδόξων ἀπό τούς λατινόφρονες καί τήν διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας καί μνημονεύσεως τήν περιγράφει πολύ καθαρά στα ἀπομνημονεύματά του ὁ μέγας ἐκκλησιάρχης Σίλβεστρος Συρόπουλος. Μετά τήν ἐπιστροφή στήν Κων/λη πιεζόταν, αὐτός πού εἶχε τό ἀξίωμα τοῦ μεγάλου Ἐκκλησιάρχου καί ὁ μέγας χαρτοφύλαξ, ὁ ὁποῖος προφανῶς ἦταν ὁμόφρονάς του, ἀπό τήν πολιτική ἐξουσία νά συλλειτουργήσουν μέ τόν Πατριάρχη. Στήν Λειτουργία θά μνημονευόταν στά δίπτυχα καί ὁ αἱρεσιάρχης «Πάπας» μαζί μέ τούς Ὀρθοδόξους. Ὁ Συρόπουλος παρουσιάζει τόν διάλογο, πού διεξάχθηκε μέ τούς πολιτικούς :

«Τότε εἶπον οἱ μεσάζοντες· Ἐπεί ὑμεῖς οὐ λέγετέ τι, λοιπόν, ἐροῦμεν ἡμεῖς ὅπερ νομίζομεν καλόν καί ἀβλαβές. Περί μέν οὖν τοῦ ὅρου οὐ λέγομέν τι· κεῖται γάρ ὡσανεί ἀργός. Περί δέ τοῦ μνημοσύνου λέγομεν· Οὐ δοκεῖ ὑμῖν καλός τρόπος, εἰ μνημονεύεται μόνον ὁ πάπας καί διά τοῦ μνημοσύνου ὑπάρχωμεν ἡνωμένοι; λόγος ἐστί μόνον τό μνημόσυνον καί λέγει τοῦτον ὁ διάκονος, καί διά τοῦ λόγου τούτου ἐσμέν καί ἡνωμένοι καί οὐδέ παρασαλεύομέν τι τῶν δογμάτων ἤ μεταποιοῦμεν τι τῶν ἐθίμων ἡμῶν. Ἀπεκρίθημεν ἡμεῖς· Πολύς ἐστιν ὁ περί τοῦ μνημοσύνου λόγος· ἐκεῖνοι γάρ μνημονεύονται ἐπ’ Ἐκκλησίας, ὅσοι εἰσίν ὁμόδοξοι καί κοινωνικοί πρός τήν αὐτήν Ἐκκλησίαν· οἱ δέ ἀκοινώνητοι οὐδέ μνημονεύονται οὐδέ ἔχει ἄδειάν τις τῶν ἱερωμένων εὔχεσθαι ἐπ’ ἐκκλησίαις ὑπέρ ἀκοινωνήτου. Ὁ δέ πάπας ἐστίν ἀκοινώνητος. Πῶς οὖν μνημονευθήσεται ὁ ἀκοινώνητος μετά τῶν κοινωνικῶν; Τότε εἶπεν ὁ μεσάζων ὁ Νοταρᾶς, ὅτι· Αὐτό τό τοῦ πάπα οὐδέ μνημόσυνόν ἐστιν· οὐδέ γάρ εὔχονται ὑπέρ ἐκείνου, λόγον δέ λέγει μόνον ὁ διάκονος, τό· Εὐγενίου τοῦ μακαριωτάτου πάπα, καί οὔτε ἐκεῖνος εὔχεται οὔτε ἀπαιτεῖ παρ’ ἄλλων εὐχήν ὑπέρ τοῦ πάπα.

»Ἔφην δέ ἐγώ, ὅτι· Τό τῶν διπτύχων μεῖζόν ἐστι παντός μνημοσύνου· τά μέν γάρ ἄλλα ἀπαιτοῦσιν εὐχήν παρά τῶν ἀκροωμένων καί τῶν ἔξω τοῦ βήματος· τά δίπτυχα δέ οὐκ ἀπαιτοῦσιν εὐχήν παρά τῶν ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ αὐτός πρῶτος ὁ πατριάρχης λέγει· “Μνήσθητι Κύριε πάσης ἐπισκοπῆς ὀρθοδόξων τῶν ὀρθοτομούντων τόν λόγον τῆς σῆς Ἀληθείας”, ὥστε εὔχεται πρῶτον ὁ πατριάρχης ὑπέρ τῶν ὀρθοτομούντων. Εὐθύς δέ διαδεξάμενος ὁ διάκονος τόν λόγον, κηρύττει διαπρυσίως τίνες εἰσίν οἱ ὀρθοτομοῦντες. Ἀπαριθμεῖ οὖν τόν ἡμέτερον πατριάρχην καί τούς τῆς Ἀνατολῆς ὡς ὀρθοτομοῦντας. Ὀρθοτομεῖν δέ ἐστι τό τέμνειν τά νόθα, ὥς φησιν ὁ θεῖος Χρυσόστομος. Ὁ δέ πάπας οὐ τέμνει, ἀλλ’ εἰσάγει μᾶλλον τά νόθα. Εἰ οὖν κηρύττοιτο τό ὄνομα τοῦ πάπα μετά τῶν τῆς Ἀνατολῆς πατριαρχῶν, ἕν ἐκ τῶν δύο ἐξ ἀνάγκης συναχθήσεται, ἤ ὅτι ὀρθοτομεῖ ὁ πάπας, καί οἱ Ἀνατολικοί οὐκ ὀρθοτομοῦσιν, ἐπεί διαφέρονται εἰς τό περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἄρθρον, ὅπερ ἐστίν ἕν τῶν ἄρθρων τῆς πίστεως, καί οὐ συμφωνοῦσι μετά τοῦ πάπα εἰς τήν δόξαν ἥν δοξάζει περί τούτου ὁ πάπας, ἤ ὀρθοτομοῦσιν οἱ Ἀνατολικοί, καί ὁ πάπας οὐκ ὀρθοτομεῖ. Πῶς οὖν ἐστιν εὐσεβές ἤ ἄλλως εὔλογον, ἐπί τῆς θείας μυσταγωγίας μνημονεύειν καί συνάπτειν καί ἑνοῦν τούς ἀντιφάσκοντας ὡς συμφωνοῦντας; Τό δέ μεῖζον καί φοβερώτερον, ὅτι καί ὁ δέκατος κανών τῶν ἁγίων Ἀποστόλων φησίν· Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, καί οὗτος ἀφοριζέσθω. Ὁ οὖν πατριάρχης οὐ συνεύχεται, ἀλλ’ ὑπερεύχεται τοῦ πάπα. Καί σκοπεῖτε ὅσον διαφέρει τό ὑπερεύχεσθαι τοῦ συνεύχεσθαι· μέγα ἐστί τοῦτο καί πάντη ἀλλότριον τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας.

»Εἶπεν οὖν ὁ Νοταρᾶς· Μακάριον ἄν ἦν εἰ προείδημεν ταῦτα καί ἠργοῦμεν παντελῶς τά δίπτυχα ἀπό τῆς λειτουργίας πρό τοῦ ἑτοιμασθῆναι ὑμᾶς ἀπαίρειν πρός τήν Ἰταλίαν. Εἶτα καί ἄλλα πολλά εἰπόντες ἡμῖν παρακινητικά πρός τό συνέρχεσθαι εἰς τήν προτέραν τάξιν ἡμῶν καί εὑρίσκεσθαι μετά τοῦ πατριάρχου, τελευταῖον προσέθηκαν· Ἀξιοῦμεν ἵνα σκέψησθε καί εὕρητε τρόπον καλόν, δι’ οὗ ἐσόμεθα ἡνωμένοι· διαμηνυθήσεσθε γάρ καί ἐλεύσεσθε πάλιν ἐνταῦθα. Καί ἐπί τούτοις διελύθημεν»[22].

Πόσο ὡραῖα, θεολογικά καί πατερικά τοποθετοῦν τά πράγματα οἱ δύο αὐτοί ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δέν εἶναι κἄν ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι σά νά διαβάζουμε τήν ἐπιστολή τῶν ἐπί Βέκκου ἁγιορειτῶν ὁσιομαρτύρων πρός τόν αὐτοκράτορα Μιχαήλ τόν Η΄ τόν Παλαιολόγο. Καί νά σημειωθῆ ὅτι δέν πρόκειται περί τῆς κυρίας μνημονεύσεως τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου, ἀλλά περί τῆς μνημονεύσεως τῶν διπτύχων, δηλ. τῶν προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Αὐτή ἡ μνημόνευση, ἀναφέρουν, εἶναι ἀνώτερη ἀπό ὅλες τίς μνημονεύσεις : «Τό τῶν διπτύχων μεῖζον ἐστί παντός μνημοσύνου».

Ἐν συνεχείᾳ ἑρμηνεύουν θαυμάσια, ἐπικαλούμενοι ὡς ὁδηγό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο. Ἀναφέρει ὁ ἅγιος, ἑρμηνεύοντας τό χωρίο τοῦ Ἀπ. Παύλου : «Ὀρθοτομοῦντα τόν λόγον τῆς ἀληθείας». «Καλῶς τοῦτο εἶπε· πολλοί γάρ αὐτόν παρασπῶσι πάντοθεν καί παρέλκουσι· πολλά ἔχει τά ἐπιφυόμενα. Καί οὐκ εἶπεν, Ἀπευθύνοντα, ἀλλ’, Ὀρθοτομοῦντα· τουτέστι, Τέμνε τά νόθα, καί τά τοιαῦτα μετά πολλῆς τῆς σφοδρότητος ἐφίστασο καί ἔκκοπτε· καθάπερ ἐπί ἱμάντος τῇ μαχαίρᾳ τοῦ πνεύματος πάντοθεν τό περιττόν καί ἀλλότριον τοῦ κηρύγματος ἔκτεμνε»[23]. Τί σημαίνει, λοιπόν, ἡ λέξη «ὀρθοτομῶ»; «Ὀρθοτομεῖν δέ ἐστι τό τέμνειν τά νόθα, ὥς φησιν ὁ θεῖος Χρυσόστομος».Ἄρα δέν πρόκειται περί εὐχῆς, ὅπως ἐξυπηρετοῦνται νά πιστεύουν ἀφελῶς σήμερα πολλοί. Πρόκειται περί ὁμολογίας, με τήν ὁποία δημοσίως καί ἐκκλησιαστικῶς ἀκυρώνεις ὁποιαδήποτε ἄλλη ὀρθόδοξη ὁμολογία, ἐφ’ ὅσον κατά τήν μνημόνευση συντάσσεις μέ τούς Ὀρθοδόξους τούς αἱρετικούς, τούς πολεμίους τῶν Πατέρων, ὡς ὑπερμάχους τῶν Πατέρων, τούς ἀντιφάσκοντας ὡς συμφωνοῦντας : «Πῶς οὐκ ἐστιν εὐσεβές ἤ ἄλλως εὔλογον, ἐπί τῆς θείας μυσταγωγίας μνημονεύειν καί συνάπτειν καί ἑνοῦν τους ἀντιφάσκοντας ὡς συμφωνοῦντας».

Τελικῶς, ἀφοῦ ἐκάλεσαν πάλι οἱ πολιτικοί τούς Πατέρες στά βασίλεια καί δέν μπόρεσαν νά τούς πείσουν, τούς ἄφησαν. Αὐτοί δέ παρέμειναν στήν διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας καί ὑπέβαλαν τον ἑαυτόν τους σέ ἀργία, προκειμένου νά μήν ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς Λατινόφρονες ἀνθενωτικούς : «Ὡς δε οὐχ εὗρον ἀφ’ ἡμῶν τινα συγκατάβασιν, ἀφῆκαν ἡμᾶς και ἀπήλθομεν εἰς τά ἴδια. Καθήμεθα δέ ἔκτοτε σχολάσαντες ἐκ πάντων καί ἀργίᾳ συζῶντες καί παρά τοῦ Θεοῦ διόρθωσιν τῆς Ἐκκλησίας αὐτοῦ αἰτοῦντες καί ἐκδεχόμενοι»[24].

Ὁ μέγας ἐκκλησιάρχης Σίλβεστρος Συρόπουλος μᾶς περιγράφει στά ἀπομνημονεύματά του καί μία θαυμάσια ἀντίδραση καί ἀποτείχιση τοῦ λαοῦ ἀπό τόν ἱερέα τῆς ἐνορίας τους. Ὁ ἱερεύς αὐτός, ἀπό ἁπλή, θά λέγαμε, περιέργεια, θέλησε νά δεῖ πῶς γίνεται ἡ ἐνθρόνιση τοῦ νέου Πατριάρχου. Ὅταν, λοιπόν, κατά τήν διάρκεια τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας ἀπεβίωσε ὁ Πατριάρχης Ἰωσήφ, ἐκλέχθηκε μέ τήν προτροπή τοῦ αὐτοκράτορος ὁ Λατινόφρων και ἀνθενωτικός Κυζίκου Μητροφάνης. Κατά τήν πομπή αὐτή και τελετή ἦταν παρών καί ὁ Λατίνος «Ἐπίσκοπος» Χριστοφόρος. Ὁ Συρόπουλος περιγράφει τά γεγονότα καί τά σχετικά με τόν ἱερέα Θεοφύλακτο ὡς ἑξῆς :

«Ἡτοιμάσθη τοίνυν ὁ Κυζίκου καί ἐδέξατο τό μήνυμα· προσεκαλέσατο δέ καί τόν Τραπεζοῦντος καί τόν Ἡρακλείας παραγενέσθαι ἐν τῷ μηνύματι, καί οὐκ ἦλθον. Τῇ τετράδι οὖν, καθ’ ἥν ἀποδίδοται ἡ ἑορτή τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, ἥτις ἥν καί τετάρτη τοῦ Μαΐου, ἦλθεν εἰς τά βασίλεια καί προεβλήθη παρά τοῦ βασιλέως πατριάρχης. Παρῆμεν δέ καί ἡμεῖς καί ἐν τῷ μηνύματι καί ἐν τῇ προβλήσει καί προεπέμπομεν αὐτόν εἰς τό πατριαρχεῖον· παρῆν δε καί ὁ τοῦ πάπα λατινεπίσκοπος ὁ Χριστοφόρος παρ’ ὅλην τήν ὁδόν πλησιάζων τῷ δεξιῷ μέρει τοῦ πατριάρχου και μηδόλως αὐτοῦ ἀφιστάμενος. Τοῦτο δέ καί πλείονα μέμψιν ἀπό τοῦ λαοῦ καί ἀποστροφήν προὐξένει τῷ πατριάρχῃ, ὡς ἀποδεχομένῳ τόν λατινισμόν, καί ἐδέχετο ὁ λαός τήν εὐλογίαν τοῦ πατριάρχου λίαν ἀηδῶς, τινές δέ καί ὑπεχώρουν ἵνα μή θεωρῶσι τήν εὐλογίαν αὐτοῦ. Προσθήσω δέ καί τι μικρόν ἀφήγημα πρός παράστασιν τοῦ πρός τήν ὀρθοδοξίαν θερμοῦ ζήλου τοῦ εὐσεβοῦς καί χριστιανικωτάτου τοῦδε λαοῦ καί ἄλλως χαρίεν.

»Ἱερεύς τις ἠθέλησεν ἰδεῖν ὅπως γίνεται ἡ τοῦ πατριάρχου πρόβλησις· ὄνομα τῷ ἱερεῖ Θεοφύλακτος. Ἐδανείσατο οὖν ἵππον (οὐδέ γάρ ἐκέκτητο) καί ἦλθεν εἰς τά βασίλεια, καί ἰδών τήν πρόβλησιν, ἦλθε μεθ’ ἡμῶν μέχρι καί τοῦ πατριαρχείου. Εἶτα ὑπέστρεψεν εἰς τό ἴδιον οἴκημα, καί κατά τήν ὥραν τοῦ ἑσπερινοῦ ἐσήμανεν (ἦν γάρ ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως), καί οὐδείς ἦλθεν εἰς τόν ναόν αὐτοῦ· ὡσαύτως καί εἰς τόν ὄρθρον, καί οὐδείς ἦλθε· ἐξεδέχετο δέ καί εἰς τήν ὥραν τῆς λειτουργίας, ἵνα φέρῃ τις αὐτῷ λειτουργίαν, καί οὐκ ἔφερε· διό οὐδέ ἐλειτούργησεν· Ἀγανακτήσας προσῆλθε τοῖς εἰωθόσιν ἐκκλησιάζεσθαι ἐν τῷ ναῷ καί ἠρώτα τίνος χάριν οὐκ ἦλθον ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἑορτῆς οὔσης; Οἱ δέ ἔλεγον αὐτῷ· Διότι ἠκολούθησας καί σύ τῷ πατριάρχῃ καί ἐλατίνισας. Ἔλεγεν οὖν ὁ ἱερεύς· Καί πῶς ἐλατίνισα; ἐγώ ἀπῆλθον ἁπλῶς ἵνα ἴδω τήν τάξιν μόνον ἥν οὐδέποτε εἶδον, καί οὔτε ἐφόρεσα οὔτε ἔψαλα οὔτε τι ἱερατικόν ἐποίησα. Πῶς οὖν ἐλατίνισα; Οἱ δέ εἶπον· Ἀλλ’ ἀνεμίχθης καί συνοδοιπόρεις μετά τῶν λατινισάντων ἔμπροσθεν τοῦ λατινόφρονος πατριάρχου καί ἔφθανέ σοι ἡ εὐλογία αὐτοῦ. Τότε ἠγανάκτησεν, ἵνα δυσωπῇ αὐτούς μεθ’ ὑποσχέσεων ἐνόρκων, ὡς οὐκέτι ἀπελεύσεται εἰς τόν πατριάρχην ἤ εἰς  τούς πλησιάζοντας αὐτῷ, καί μόλις ἠδυνήθη καταπεῖσαι αὐτούς συνέρχεσθαι πάλιν εἰς τήν ἐκκλησίαν. Εἰ οὖν ὥσπερ ἥδυσμά τι προσετέθη τοῦτο τῷ λόγῳ, ἀλλ’ οὖν καί ἐκ τοῦτου ἔξεστι τοῖς βουλομένοις τεκμαίρεσθαι ὁποίαν τινά διάθεσιν ἔχει Θεοῦ χάριτι περί τά ὑγιῆ τῆς Ἐκκλησίας δόγματα ὁ χριστιανικώτατος ὅδε λαός καί ὅπως ἀποστρέφεται καί μισεῖ τά νόθα τε καί ἀλλότρια»[25].

Ἀπό τήν περιγραφή αὐτή φαίνεται ἡ στάση τοῦ λαοῦ καί ἡ συμβολή του στήν ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ λαός, ὄχι μόνο γνώριζε τήν πίστη του, ἀλλά καί την στάση, πού ἔπρεπε νά κρατήσει, ὅταν αὐτή προδιδόταν. Καί ἡ στάση αὐτή ἦταν ἡ διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας. Ὁ λαός τῆς Κων/λεως, ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι ἦταν πλησίον στόν Πατριάρχη ὁ λατινοεπίσκοπος, πίστευσε ὅτι ὁ Πατριάρχης ἀποδέχεται τόν Λατινισμό καί τήν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου τήν δεχόταν μέ ἀπέχθεια. «Τοῦτο δέ (τό γεγονός τῆς παρουσίας τοῦ λατινεπισκόπου) καί πλείονα μέμψιν ἀπό τοῦ λαοῦ και ἀποστροφήν προὐξένει τῷ πατριάρχῃ, ὡς ἀποδεχομένῳ τόν λατινισμόν, καί ἐδέχετο ὁ λαός τήν εὐλογίαν τοῦ πατριάρχου λίαν ἀηδῶς, τινές δέ καί ὑπεχώρουν ἵνα μή θεωρῶσι τήν εὐλογίαν αὐτοῦ». Ἡ ἀξιοθαύμαστη ἐπιπλέον ἀντιμετώπιση τῶν ἐνοριτῶν τοῦ ἱερέως Θεοφυλάκτου, οἱ ὁποῖοι αὐθόρμητα, χωρίς συνεννόησι, χωρίς προετοιμασία, χωρίς νά ρωτήσουν τόν πνευματικό καί νά πάρουν εὐλογία, χωρίς νά ὑπολογίσουν ἄν θά μείνουν μία τέτοια ἑορτάσιμο ἡμέρα ἀλειτούργητοι κλπ. ἀποδεικνύει τήν χρησιμότητα τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες.

2. Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος Ἀρχιεπίσκοπος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός

Στή συνέχεια θά ἀναφερθοῦμε στόν τελευταῖο πρόμαχο τῆς Ὀρθοδοξίας πρίν ἀπό τήν πτῶση τῆς Κων/λεως τό 1453, τόν ἅγιο Μᾶρκο Ἀρχιεπίσκοπο Ἐφέσου τόν Εὐγενικό, τόν ἐπωνομαζόμενο ἄτλαντα τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ὅπως εἶναι γνωστό ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὅπως ὅλοι οἱ μετά τό σχίσμα ἅγιοι Πατέρες, ἀγωνίσθηκε ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐκμεταλλευόμενος τήν παντελῆ ἐξασθένηση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, θέλησε νά ὑποτάξει τήν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία θά τοῦ δινόταν ἐκ τῶν προτέρων ὡς ἀντάλλαγμα, προκειμένου νά βοηθήσει, ὅπως ἔλεγε, στρατιωτικά και οἰκονομικά τήν καταρρέουσα αὐτοκρατορία. Εἶναι γεγονός ὅτι, ἄν δέν ὑπῆρχε, κατ’ εὐδοκία Θεοῦ, σ’ αὐτήν τήν κρίσιμη γιά τήν Ὀρθοδοξία περίοδο ὁ ἅγιος Μᾶρκος, θά εἶχε ὅλη φραγκέψει ἡ Ἀνατολή καί ἡ ἀληθινή πίστη θά εἶχε ἐξαλειφθεῖ ἀπό τή γῆ.

Τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Μᾶρκος δέν ἀγωνίσθηκε μόνο κατά τή ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας-Φερράρας, πρᾶγμα πού εἶναι σέ πολλούς γνωστό, ἀλλά ἀγωνίσθηκε καί μετά τήν ὑπογραφή τῆς συμφωνίας καί τήν ἐπάνοδο στην Κων/λη. Αὐτοί μάλιστα οἱ τελευταῖοι ἀγῶνες του, οἱ ὁποῖοι σέ πολλούς εἶναι ἄγνωστοι, ἔχουν ἴσως μεγαλύτερη σημασία, διότι θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι οἱ κατά τήν ψευδοσύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας ἀγῶνες του δέν τελεσφόρησαν, ἐφ’ὅσον ὑπογράφτηκε τελικῶς ἡ ψευδοένωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ, ἐνῶ οἱ μετά τήν ψευδοσύνοδο ἀγῶνες του εἶχαν πλήρη ἐπιτυχία, ἐπειδή ἔγιναν αἰτία νά ἐπανέλθουμε στήν Ὀρθοδοξία καί νά καταδικασθεῖ συνοδικῶς ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Φλωρεντίας καί μαζί ἡ αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ.

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός, ἀφοῦ ἐπέστρεψε ἀπό τήν Φλωρεντία, ἕνα σκοπό ἔθεσε μπροστά του. Ν’ ἀγωνισθεῖ καί ν’ ἀποδείξει παράνομη, ἀντικανονική, ἀντορθόδοξη καί ἄκυρη τήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας καί τόν ὅρο τῆς ψευδοῦς ἑνώσεως Ὀρθοδοξίας καί Παπισμοῦ, πού ὑπογράφτηκε ἀπ’ὅλους. Τό καϊαφαϊκό συνέδριο τῆς Φλωρεντίας ἔπρεπε μέ κάθε θυσία ν’ ἀποκηρυχθεῖ ἀπό ὅλο τό ὀρθόδοξο πλήρωμα. Ὁ γενναῖος Ἐπίσκοπος τῆς Ἐφέσου ἔθεσε τήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας καί τόν «ἑνωτικό» ὅρο της στήν κρίση τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως τοῦ φύλακα τῆς Ὀρθοδοξίας ὀρθοδόξου λαοῦ.

Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Μᾶρκος διέκοψε την ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ ὅλους ὅσους ὑπέγραψαν τήν ψευδοένωση στήν Φλωρεντία καί ὅσους τους ἀκολουθοῦσαν. Ἀρνήθηκε νά ἔλθει σέ ὁποιαδήποτε ἐπαφή μέ τόν νέο λατινόφρονα Πατριάρχη Κων/λεως Μητροφάνη καί τούς ὁμόφρονές του. Ἡ διακοπή αὐτή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας τοῦ ἁγίου διήρκησε μέχρι τοῦ θανάτου του. Ὁ ἅγιος ἀπεβίωσε τήν 23/6/1444 ἤ κατ’ ἄλλους 1445[26], ἡ δέ ψευδοσύνοδος τῆς Φλωρεντίας περατώθηκε τό 1439. Τά πέντε, λοιπόν, αὐτά ἤ ἕξι χρόνια, μετά τήν παπική ψευδοσύνοδο, ὁ ἅγιος Μᾶρκος εἶχε διακόψει τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία  μέ ὅλους ὅσους ὑπέγραψαν καί ὅσους τούς ἀκολουθοῦσαν.

Ἐπιπλέον, τά τελευταῖα αὐτά χρόνια τῆς ζωῆς του, ἔγινε, μέ τούς ἀγῶνες του, ὁ ἀρχηγός τῶν ἑνωτικῶν, τῶν Ὀρθοδόξων δηλ. πού ἤθελαν τήν καλή ἕνωση μέ τούς Παπικούς ἐπί τῇ βάσει τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Παραδόσεως καί Ζωῆς, καί διέσωσε τήν Ὀρθοδοξία ἀπό τήν λατινική ὑποταγή.

 Σέ ἐπιστολή του πρός τόν ἱερομόναχο Θεοφάνη, ὁ ἅγιος Μᾶρκος τόν καθοδηγεῖ πῶς νά ἀντιμετωπίσει τόν νεοχειροτονηθέντα λατινόφρονα Ἐπίσκοπο Ἀθηνῶν, στόν ὁποῖο προφανῶς ὑπαγόταν ὁ Θεοφάνης : «Ἀξιῶ οὖν τήν ἁγιωσύνην σου, ἵνα, τόν ὑπέρ τοῦ θεοῦ ζῆλον ἀναλαβών ὡς ἄνθρωπος τοῦ θεοῦ καί τῆς ἀληθείας φίλος καί τοῦ ἁγίου Ἰσιδώρου γνήσιος μαθητής, παραινέσῃς τοῖς τοῦ θεοῦ ἱερεῦσιν ἐκφεύγειν ἅπασι τρόποις τήν κοινωνίαν αὐτοῦ, καί μήτε συλλειτουργεῖν αὐτῷ μήτε μνηνονεύειν ὅλως αὐτοῦ, μήτε ἀρχιερέα τοῦτον, ἀλλά λύκον καί μισθωτόν ἡγεῖσθαι, μήτε λειτουργεῖν ὅλως ἐν ταῖς λατινικαῖς ἐκκλησίαις, ἵνα μή ἔλθῃ καί ἐφ’ ὑμᾶς ἡ ἐπελθοῦσα ὀργή τοῦ θεοῦ τῇ Κωνσταντινουπόλει διά τάς ἐκεῖ γινομένας παρανομίας»[27] (ὅπ. ἀν., σελ. 21-22).

Στήν ἴδια, ἐπίσης, ἐπιστολή περιγράφει ὁ ἅγιος Μᾶρκος πῶς συμπεριφέρονταν οἱ μοναχοί στόν λατινόφρονα Ἐπίσκοπο Μονεμβασίας : «Ὁ γοῦν καλόγηρος (γέροντας, καθοδηγητής) τοῦ ὑμετέρου μισθωτοῦ καί οὐχί ποιμένος, ὁ ἄνους Μονεμβασίας λαβών παρά τοῦ βασιλέως τό τοῦ Προδρόμου ἡγουμενεῖον, οὔτε μνημονεύεται παρά τῶν καλογήρων αὐτοῦ, οὔτε θυμιᾶται ὅλως ὡς Χριστιανός, ἀλλ’ ἔχουσιν αὐτόν εἰς τά πράγματα μόνον ὥσπερ τινά κούσουλον (παραπεταμένο, ἀπομονωμένο)»[28].

Στό τέλος τῆς ἐπιστολῆς ὁ ἅγιος Μᾶρκος δίνει πάλι ὁδηγίες σχετικές μέ τήν μνημόνευση τῶν Λατινοφρόνων, καλώντας τόν ὀρθόδοξο λαό νά μήν ἔχει καμμία ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν αἱρεσιάρχη «Πάπα» καί τούς Λατίνους καί νά ἀγνοήσει τήν ψευδῆ ἕνωση τῆς Φλωρεντίας : «Νά ἀποφεύγετε, λοιπόν, κι ἐσεῖς, ἀδελφοί, τήν κοινωνία μέ τούς ἀκοινώνητους καί τή μνημόνευση τῶν ἀμνημονεύτων. Νά, ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός Μᾶρκος σᾶς λέω ὅτι αὐτός, πού μνημονεύει τόν πάπα ὡς ὀρθόδοξο ἀρχιερέα, εἶναι ἔνοχος, ὥστε νά ἐκπληρώσει ὅλο τόν λατινισμό, καί νά φτάσει μέχρι τό σημεῖο νά κουρέψει ἀκόμη καί τά γένεια του. Ὁ λατινόφρων θά κριθεῖ μαζί μέ τούς Λατίνους καί θά λογισθεῖ ὡς παραβάτης τῆς πίστεως»[29].

Τά ἴδια περίπου γράφει ὁ ἅγιος γιά τά θέματα τῆς πίστεως, μαζί μέ ἄλλες συμβουλές πρός τόν ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπεδίου : «Νά ἀποφεύγετε, λοιπόν, ἀδελφοί, τούς εἰσηγητές καί ἐπιβεβαιωτές τῆς λατινικῆς καινοτομίας, καί ὄντας συνδεδεμένοι μεταξύ σας μέ τήν ἀγάπη, ἕνα σῶμα καί ἕνα πνεύμα, ὄντας σύμψυχοι καί φρονώντας τό ἕνα, νά συνάγεστε στήν μία κεφαλή μας, τόν Χριστό»[30].

Μέ ὅλους αὐτούς, λοιπόν, τούς λατινόφρονες, μετά τήν ἐπάνοδο στήν Κων/λη, ὁ ἅγιος Μᾶρκος διέκοψε την ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία. Αὐτό τό ἀναφέρει πολύ καθαρά σέ διακήρυξή του, ἡ ὁποία φέρει τόν τίτλο : «Ἔκθεσις τοῦ ἁγιωτάτου μητροπολίτου Ἐφέσου, τίνι τρόπῳ ἐδέξατο το τῆς ἀρχιερωσύνης ἀξίωμα καί δήλωσις τῆς Συνόδου τῆς ἐν Φλωρεντίᾳ γενομένης». Στό τέλος αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως ἀναφέρει ὁ ἅγιος τά ἑξῆς : «Ἐντεῦθεν οἱ μέν τά ἑαυτῶν ἔπραξαν καί πρός τήν συνθήκην τοῦ ὅρου καί τά λοιπά τῆς ἑνώσεως ἔβλεψαν· ἐγώ δε χωρισθείς αὐτῶν ἔκτοτε καί ἐμαυτῷ σχολάσας, ἵνα τοῖς ἁγίοις μου πατράσι καί διδασκάλοις διατελῶ συνημμένος, πᾶσι καταφανῆ ποιῶ τήν ἑμαυτοῦ γνώμην διά τῆσδε μου τῆς γραφῆς, ὡς ἄν ἐξῇ δοκιμάζειν τῷ βουλομένῳ, πότερον ὑγιέσι δόγμασι χαίρων, ἤ διεστραμμένοις τισί τήν γεγενημένην ἕνωσιν οὐ παρεδεξάμην»[31] .

Τήν ἴδια περίπου ἔννοια ἔχει καί ἡ ἐγκύκλιος τοῦ ἁγίου Μάρκου, πού ἐπιγράφεται «Τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς καί τῶν νήσων εὑρισκομένοις Ὀρθοδόξοις Μᾶρκος Ἐπίσκοπος τῆς Ἐφεσίων Μητροπόλεως ἐν Κυρίῳ χαίρειν». Σ’αὐτή τήν ἐγκύκλιο ἐνημερώνει ὁ ἅγιος τούς παραλῆπτες γιά τίς αἱρέσεις τῶν Παπικῶν. Τίς αἱρέσεις τίς συνοψίζει σέ πέντε : 1) Ἡ προσθήκη στό Σύμβολο τῆς πίστεως, 2) ἡ περί κτιστῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, 3) τό καθαρτήριο πῦρ, 4) ἡ μετά ἀζύμου ἄρτου τέλεση τῆς Λειτουργίας καί 5) τό πρωτεῖο ἐξουσίας ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Πάπα. Στό τέλος, λοιπόν, αὐτῆς τῆς ἐγκυκλίου, ἀναφερόμενος στούς λατινόφρονες, ἀνθενωτικούς, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχονταν τήν ψευδοένωση μέ τούς αἱρετικούς Παπικούς, λέγει τά ἑξῆς : «Φεύγετε οὖν αὐτούς, ἀδελφοί, καί τήν πρός αὐτούς κοινωνίαν· οἱ γάρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ. Καί οὐ θαυμαστόν· αὐτός γάρ ὁ Σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός. Οὐ θαῦμα οὖν, εἰ καί οἱ διάκονοι αὐτοῦ μετασχηματίζονται ὡς διάκονοι δικαιοσύνης, ὧν τό τέλος ἔσται κατά τά ἔργα αὐτῶν. Καί πάλιν ἀλλαχοῦ περί τῶν αὐτῶν ὁ αὐτός ἀπόστολος· Οἱ τοιοῦτοι τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ οὐ δουλεύουσιν, ἀλλά τῇ ἑαυτῶν κοιλίᾳ, καί διά τῆς χρηστολογίας καί εὐλογίας ἐξαπατῶσι τάς καρδίας τῶν ἀκάκων». Ἀφοῦ δέ ἀναφέρει στή συνέχεια πολλά ἁγιογραφικά χωρία πρός κατοχύρωση, καταλήγει : «Τούτων ὑμῖν ὑπό τῶν ἁγίων ἀποστόλων διωρισμένων, στήκετε κρατοῦντες τάς παραδόσεις, ἅς παρελάβετε, τάς τε ἐγγράφους καί τάς ἀγράφους, ἵνα μή τῇ τῶν ἀθέσμων πλάνῃ συναπαχθέντες ἐκπέσητε τοῦ ἰδίου στηριγμοῦ»[32].

Εἶναι ἀνάγκη ἀπό αὐτή τήν ἐγκύκλιο τοῦ ἁγίου νά ἀναφέρουμε καί ἕνα τμῆμα, τό ὁποῖο ἔχει σχέση μέ τήν σημερινή ἐποχή, κατά τήν ὁποία οἱ Οἰκουμενιστές ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ Παπικοί δέν εἶναι αἱρετικοί, ἀλλά σχισματικοί. Ἐπειδή τότε τά ἴδια ἔλεγαν καί οἱ ἀνθενωτικοί Λατινόφρονες, ὁ ἅγιος Μᾶρκος ἀναφέρει τά ἑξῆς : «Τί ἔτι; “Οὐδέποτε, φησί, τούς Λατίνους ὡς αἱρετικούς εἴχομεν, ἀλλά μόνον σχισματικούς”. Τοῦτο μέν οὖν παρ’ αὐτῶν ἐκείνων εἰλήφασι σχισματικούς γάρ ἡμᾶς ἐκεῖνοι καλοῦσι, οὐδέν ἡμῖν ἐγκαλεῖν ἔχοντες περί τήν ἡμετέραν δόξαν, ἀλλ’ ὅτι τῆς ὑποταγῆς αὐτῶν ἀπεσχίσθημεν, ἥν ὠφείλομεν, ὡς ἐκεῖνοι νομίζουσιν. Εἰ δέ καί ἡμᾶς τοῦτον δίκαιον ἐκείνοις ἀντιχαρίζεσθαι καί οὐδέν αὐτοῖς ἐγκαλοῦμεν περί τήν δόξαν, σκεπτέον. Τήν μέν οὖν αἰτίαν τοῦ σχίσματος ἐκεῖνοι δεδώκασι, τήν προσθήκην ἐξενεγκόντες ἀναφανδόν, ἥν ὑπ’ ὀδόντα πρότερον ἔλεγον· ἡμεῖς δέ αὐτῶν ἐσχίσθημεν πρότεροι, μᾶλλον δέ ἐσχίσαμεν αὐτούς καί ἀπεκόψαμεν τοῦ κοινοῦ τῆς Ἐκκλησίας σώματος. Διά τί, εἶπέ μοι; Πότερον ὡς ὀρθήν ἔχοντας δόξαν, ἤ ὀρθῶς τήν προσθήκην ἐξενεγκόντας; Καί τίς ἄν τοῦτο εἴποι, μή σφόδρα τόν ἐγκέφαλον διασεσεισμένος; ἀλλ’ ὡς ἄτοπα καί δυσσεβῆ φρονοῦντας καί παραλόγως τήν προσθήκην ποιήσαντας. Οὐκοῦν ὡς αἱρετικούς αὐτούς ἀπεστράφημεν, καί διά τοῦτο αὐτῶν ἐχωρίσθημεν. Διά τί γάρ ἄλλο; Φασί γάρ οἱ φιλευσεβεῖς νόμοι· “Αἱρετικός ἐστι καί τοῖς κατά τῶν αἱρετικῶν νόμοις ὑπόκειται ὁ καί μικρόν γοῦν τι παρεκκλίνων τῆς ὀρθῆς πίστεως”. Εἰ μέν οὖν οὐδέν τι παρεκκλίνουσιν οἱ Λατῖνοι τῆς ὀρθῆς πίστεως, μάτην αὐτούς ὡς ἔοικεν ἀπεκόψαμεν· εἰ δέ παρεκκλίνουσιν ὅλως, καί ταῦτα περί τήν θεολογίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, εἰς ὅ βλασφημῆσαι κινδύνων ὁ χαλεπώτατος, αἱρετικοί εἰσιν ἄρα, καί ὡς αἱρετικούς αὐτούς ἀπεκόψαμεν. Διά τί δέ καί χρίομεν τῷ μύρῳ τούς ἐξ αὐτῶν ἡμῖν προσιόντας; Οὐκ εὔδηλον ὡς αἱρετικούς ὄντας;…»[33].

Τώρα, ὅμως, ὅπως ἀναφέραμε, χρειάζεται ὁ ἅγιος νά διακόψει τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία καί μέ τούς «ἡμετέρους», οἱ ὁποῖοι ἀναγνώριζαν διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τίς πλάνες τῶν αἱρετικῶν Παπικῶν. Αὐτό δέν τό ἔπραξε μόνον αὐτός ἀλλά καί πολλοί ἄλλοι καί εἰδικά κληρικοί. Σέ ἐπιστολή του πρός τόν πρεσβύτερο Γεώργιο στήν Μεθώνη, ἀκροτελεύτια ὁ ἅγιος γιά τό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας ἀναφέρει : «Ταῦτα σοι ἐκ πολλῶν ὀλίγα πρός ἀποτροπήν τῆς ἐκείνων ἀναισχυντίας ἔγραψα. Γίνωσκε δέ ὅτι ὁ ὅρος τῆς ψευδοῦς συνόδου, μᾶλλον δέ ἡ ματαία καινοφωνία, καθάπερ ἦν ἄξιον, οὐδαμῶς παρ’ οὐδενός προσεδέχθη· ἀλλά καί οἱ τούτῳ συνθέμενοι καί ὑπογράψαντες ὡς ἐναγεῖς καί προδόται τῆς ἀληθείας ὑπό πάντων μισοῦνται, καί οὐδείς αὐτοῖς οὐδέπω τῶν ἐνταῦθα συνελειτούργησε. Θεός δέ ὁ πάντα δυνάμενος οἰκονομήσειε ταῦτα πρός τό συμφέρον καί διορθώσειε την Ἐκκλησίαν αὑτοῦ, ἥν ἐξηγοράσατο τῷ ἰδίῳ αἵματι. Φύλασσε τήν καλήν παρακαταθήκην τῆς πίστεως, τάς βεβήλους καινοφωνίας παντελῶς ἐκτρεπόμενος»[34]. Αὐτό, λοιπόν, πού ἔκανε ὁ ἅγιος, τό ἔκαναν οἱ περισσότεροι κληρικοί. Δηλ. ὅλους αὐτούς, πού ὑπέγραψαν, τούς ἀντιμετώπιζαν ὡς προδότες τῆς ἀληθείας «καί οὐδείς αὐτοῖς οὐδέπω τῶν ἐνταῦθα συνελειτούργησε».

Ὁ Σ. Συρόπουλος, ἀναφερόμενος στήν διαδικασία γιά την ἐκλογή τοῦ νέου Πατριάρχου, μᾶς λέγει τά ἑξῆς : «Ὁ δε βασιλεύς ἀναγκασθείς ἠβουλήθη ποιῆσαι πατριάρχην· και πρῶτον μέν παρήγγειλέ τισι τῶν ἀρχόντων καί εἶδον τον Ἐφέσου καί ἠξίωσαν καί ἠνάγκασαν αὐτόν, ἵνα κατανεύσῃ γενέσθαι πατριάρχης. Ὡς δέ εὗρον αὐτόν μηδόλως παραδεχόμενον τοῦτο, ὥρισε γενέσθαι ψήφους. Καί περί μέν τοῦ Ἐφέσου οὐκ ἐποιήσαντο λόγον ὅπως παραγένοιτο ἐν ταῖς ψήφοις, ἐπεί εὕρισκον αὐτόν διϊστάμενον ἐκ πάντων τῶν ἐν τῇ συνόδῳ· τόν δέ Ἡρακλείας ἠνάγκασαν, ἐπεί οὐδέ αὐτός ἐβούλετο παραγενέσθαι· ἔλεγε γάρ πρός τινας τῶν ὁμιλούντων αὐτῷ, ὅτι· Τό γεγονός ἐν τῇ Φλωρεντίᾳ κακόν ἐστι καί ὀλέθριον καί φθορά τῆς ὀρθοδόξου πίστεως και ἐγένετο βιαίως· ἐποίησα δέ καί ἐγώ κακῶς ὅτι ὑπέγραψα, ἀναγκασθείς δέ ὅμως, καί χρή ἵν’ ἐκκοπῇ αὕτη ἡ χείρ ἡ ὑπογράψασα. Καί ἕτερα τοιαῦτα ἔλεγε πρός τούς φίλους αὐτοῦ· διό οὐδέ εἰς τάς ψήφους ἤθελεν ἀφικέσθαι»[35].

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός ἔχει, θά λέγαμε, στό θέμα τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας κάτι τό μοναδικό, τό ὁποῖο, ἀφ’ ἑνός μέν θά εἶναι μεγίστη ἀπώλεια ἄν δέν σημειωθεῖ, ἀφ’ ἑτέρου δε δεικνύει τήν βεβαιότητα καί τήν ἀσφάλεια, πού ἔνοιωθε, ἀπομακρυνόμενος ἀπό τούς φορεῖς τῆς αἱρέσεως. Αὐτό το μοναδικό εἶναι ὅτι ἤθελε νά διατηρήσει τήν διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας ὄχι μόνο ἐν ὅσῳ ζοῦσε ἀλλά καί μετά θάνατον.

Ὅταν, λοιπόν, πλησίασε τό τέλος τοῦ ἁγίου Μάρκου καί βρίσκονταν πλησίον του οἱ Ὀρθόδοξοι συναγωνιστές του, καθώς ἐπίσης καί πολλοί ἄλλοι ἐπίσημοι καί μή, ἄφησε τίς τελευταῖες ὁδηγίες, οἱ ὁποῖες ὁμιλοῦν γιά τήν μετά θάνατον διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας του. Τό κείμενο αὐτό εἶναι ἕνα ὁμολογιακό κειμήλιο, τό ὁποῖο καί μόνο του χαρακτηρίζει τόν ἅγιο, δεικνύει ὅτι, ἐνῶ βρίσκεται στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἔχει νεανικό παλμό καί δύναμη, δεικνύει τό πόσο εἶχε κατανοήσει ὁ ἅγιος την ἀξία τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας καί τήν ἀσφάλεια, πού ἔνοιωθε σ’αὐτήν, καί ἐπιπλέον ὅτι, ἀναχωρῶντας ὁ ἴδιος ἀπό τήν ἐδῶ ζωή, εἶχε τήν καθαρή καί ἀνόθευτη πίστη ὡς τό μεγαλύτερο ἐφόδιο πρός συνάντηση τοῦ Κυρίου· εἶχε τήν συναίσθηση ὅτι, ὡς διακόψας τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία ἀπό ἐδῶ θά συναντοῦσε τούς διακόψαντας την ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία ἁγίους, τούς διωγμένους γιά τήν πίστη, τους μάρτυρες τῆς ἀληθείας καί ὅλους ὅσους ἀγάπησαν τήν καθαρότητα καί ἀκεραιότητα τῆς πίστεως καί ὅσους ἔπαθαν γι’αὐτήν. Μέ ὅλους αὐτούς εἶχε ταυτισθεῖ στήν παροῦσα ζωή καί γι’αὐτό καί μετά θάνατον ἤθελε νά γνωρίζουν ὅτι παραμένει σ’αὐτή τήν πίστη. Παραθέτουμε ὅλα τά τελευταῖα λόγια, ὅπως ἀκριβῶς διατηρήθηκαν ἀπό τούς μαθητές του.

«Βούλομαι πλατύτερον τήν ἐμήν γνώμην εἰπεῖν, εἴπερ ποτέ καί νῦν, ἐν τῷ ἐγγίζειν τήν τελευτήν μου, ἵνα σύμφωνος ὦ ἐμαυτῷ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καί μή δόξῃ τισίν, ὅτι ἄλλα μέν ἔλεγον, ἄλλα δέ ἔκρυπτον ἐν τῇ διανοίᾳ, ἅ εἰκός ἦν ἐλεγχθῆναι τῇ ὥρᾳ ταύτῃ τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως. Λέγω δέ περί τοῦ πατριάρχου, μήπως δόξῃ αὐτῷ προφάσει τάχα τιμῆς τῆς πρός ἐμέ ἐν τῇ κηδείᾳ τοῦ ταπεινοῦ μου τούτου σώματος ἤ καί ἐν τοῖς μνημοσύνοις μου στεῖλαί τινας τῶν ἀρχιερέων αὐτοῦ ἤ τοῦ κλήρου αὐτοῦ ἤ ὅλως τῶν κοινωνούντων αὐτῷ τινα συνεύξασθαι ἤ συμφορέσαι τοῖς ἐκ τοῦ ἡμετέρου μέρους ἱερεῦσι τοῖς πρός τά τοιαῦτα προσκληθεῖσι, δοξάσας ὡς οἱῳδήποτε τρόπῳ προσίεμαι, κἄν ἐν τῷ κρυπτῷ τήν αὐτοῦ κοινωνίαν.

»Καί ἵνα μή ἡ σιωπή μου συγκατάβασιν τινα ὑπονοῆσαι παρέξῃ τοῖς μή καλῶς καί εἰς βάθος εἰδόσι τόν ἐμόν σκοπόν, λέγω καί διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τῶν παρατυχόντων πολλῶν καί ἀξιολόγων ἀνδρῶν, ὡς οὔτε βούλομαι οὔτε δέχομαι τήν αὐτοῦ ἤ τήν τῶν μετ’ αὐτοῦ κοινωνίαν τό παράπαν, οὐδαμῶς, οὔτε ἐπί τῆς ζωῆς μου, οὔτε μετά θάνατον, ὥσπερ οὐδέ τήν γεγονυῖαν ἕνωσιν καί τά δόγματα τά λατινικά, ἅπερ ἐδέξατο αὐτός τε καί οἱ μετ’ αὐτοῦ, καί ὑπέρ τοῦ δεφενδεύειν ταῦτα καί τήν προστασίαν ταύτην ἐμνηστεύσατο ἐπί καταστροφῇ τῶν ὀρθῶν τῆς ἐκκλησίας δογμάτων.

»Πέπεισμαι γάρ ἀκριβῶς ὅτι ὅσον ἀποδιΐσταμαι τούτου καί τῶν τοιούτων, ἐγγίζω τῷ Θεῷ καί πᾶσι τοῖς ἁγίοις, καί ὥσπερ τούτων χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῇ ἀληθείᾳ καί τοῖς ἁγίοις πατράσι, τοῖς θεολόγοις τῆς ἐκκλησίας· ὥσπερ αὖ πείθομαι τούς συντιθεμένους τούτοις ἀποδιΐστασθαι τῆς ἀληθείας καί τῶν μακαρίων τῆς ἐκκλησίας διδασκάλων. Καί διά τοῦτο λέγω, ὥσπερ παρά πᾶσάν μου τήν ζωήν ἤμην κεχωρισμένος ἀπ’ αὐτῶν, οὕτω καί ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξόδου μου, καί ἔτι καί μετά τήν ἐμήν ἀποβίωσιν ἀποστρέφομαι τήν αὐτῶν κοινωνίαν καί ἕνωσιν, καί ἐξορκῶν ἐντέλλομαι, ἵνα μηδείς ἐξ αὐτῶν προσεγγίσῃ ἤ ἐν τῇ ἐμῇ κηδείᾳ ἤ τοῖς μνημοσύνοις μου, ἀλλ’ οὐδέ ἄλλου τινός τῶν τοῦ μέρους ἡμῶν, ὥστε συμφορένειν ἐπιχειρῆσαι καί συλλειτουργεῖν τοῖς ἡμετέροις· τοῦτο γάρ ἐστι τό τά ἄμικτα μίγνυσθαι. Δεῖ δέ παντάπασιν ἐκείνους εἶναι κεχωρισμένους ἡμῶν, μέχρις ἄν δῷ ὁ Θεός τήν καλήν διόρθωσιν καί εἰρήνην τῆς ἐκκλησίας αὐτοῦ»[36].

Τά βασικά σημεῖα τῆς ὁμιλίας εἶναι τά ἑξῆς : Μέ ὅλους ὅσους εἶχε διακόψει τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία, γιά τά θέματα τῆς πίστεως, δέν θέλει οὔτε στήν κηδεία του να παρευρεθοῦν, οὔτε πολύ περισσότερο νά φορέσουν ἄμφια, τάχα γιά νά τόν τιμήσουν, ὁ Πατριάρχης δηλ. καί οἱ Ἀρχιερεῖς του. Δέν θέλει νά νομισθῆ ἀπό τούς πολλούς, ἔστω καί ὡς ὑπόνοια, ὅτι κρυφά εἶχε ἐπικοινωνία ἐκκλησιαστική μαζί τους. Δέν ἐπιθυμεῖ μέ τούς λατινόφρονες Πατριάρχη καί Ἀρχιερεῖς καμμία ἐκκλησιαστική κοινωνία, οὔτε καί μετά θάνατον. Δηλώνει ὅτι εἶναι πεπεισμένος ὅτι, ὅσο ἀπομακρύνεται ἀπό αὐτούς ἐκκλησιαστικά, προσεγγίζει τόν Θεό, ἑνώνεται μέ τήν ἀλήθεια καί τούς ἁγίους. Ὅσο ἀπεναντίας πλησιάζει αὐτούς, ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό καί τούς διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας. Δέν θέλει, ἀναφέρει τελειώνοντας, καμμία ἐπικοινωνία ἐκκλησιαστική, γιά να μήν ἀναμιχθοῦν στήν πίστη τά ἄμικτα.

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ἀσφάλισε τους πιστούς ἀπό τόν κίνδυνο τοῦ ἐκλατινισμοῦ καί διήγειρε κάθε ὀρθόδοξη συνείδηση ἐναντίον τῆς παπικῆς αἱρέσεως, ἡ ὁποία μηχανευόταν τά παντα, γιά νά ὑποδουλώσει τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι συμμορφώνονταν πρός τά σαλπίσματα τοῦ ἀρχηγοῦ, ἁγίου Μάρκου, καί δέν συλλειτοτργοῦσαν μέ τούς λατινόφρονες, δέν ἐπικοινωνοῦσαν μ’αὐτούς, καί δέν μνημόνευαν τούς ψευδεπισκόπους, πού ὑπέγραψαν τήν ψευδῆ ἕνωση τῆς Φλωρεντίας.

3. Ὁ ἅγιος Γεννάδιος Σχολάριος, πρῶτος πατριάρχης Κων/λεως μετά τήν Ἅλωση

Στήν ὁμάδα τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ ἀνήκει ὁ ἅγιος Γεννάδιος Σχολάριος, ὄχι ὡς ἕνας ἁπλός ὀπαδός ἤ σημαντικό μέλος. Εἶναι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Μάρκου, ἡ ἀπαράλλακτη εἰκόνα του. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Μάρκος τόν ἐπέλεξε ἐπισήμως, λίγο πρίν πεθάνει, ὡς συνεχιστή τῶν ἀγώνων του. Πίστευε μάλιστα, καί δικαιώθηκε, ὅτι ὁ ἅγιος Γεννάδιος θά διεξήγαγε ἐπιτυχέστερα τόν ἀγώνα, λόγῳ τῶν πολλῶν καί ἀναμφισβητήτων προσόντων του, τῆς μεγάλης πολιτικῆς καί διοικητικῆς ἐμπειρίας καί τῆς δυνατότητας νά ἐπηρεάζει τόν αὐτοκράτορα, ὡς ἀνώτατος κρατικός ἀξιωματοῦχος καί σύμβουλος. Ὁ ἅγιος Γεννάδιος Σχολάριος μέ τούς σθεναρούς καί ἐπίμονους ἀγῶνες του κατέστησε στήν πράξη ἀνεφάρμοστο τόν «ἑνωτικό» ὅρο τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας, ἐπηρεάζοντας τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Παλαιολόγο καί ἐκφράζοντας τήν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.

Εἶναι γνωστή ἡ φράση τοῦ αἱρεσιάρχη «Πάπα» Εὐγενίου Δ’, ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ ἅγιος Μάρκος δέν ὑπέγραψε τήν ψευδοένωση· «λοιπόν ἐποιήσαμεν οὐδέν». Τήν εὐθύνη στή συνέχεια γιά τήν μή ἐφαρμογή τοῦ ὅρου ἀνέλαβε ὁ ἅγιος Γεννάδιος Σχολάριος, ἀντιπαραταχθείς ἐπί ἔτη μέ τήν παπική αἵρεση. Μετά τόν Μέγα Φώτιο, τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ καί τόν ἅγιο Μάρκο Ἐφέσου δέν ὑπάρχει στήν Ἀνατολή ἄλλος θεολόγος, πού νά ἀποδυνάμωσε τήν παπική αἵρεση καί νά ζημίωσε τόν Παπισμό τόσο, ὅσο ὁ Σχολάριος. Γι’ αὐτό καί πλήρωσε πολύ ἀκριβά αὐτήν τήν προσφορά του πρός τήν Ὀρθοδοξία. Ἔγινε στόχος σχεδιασμένης καί ἀποτελεσματικῆς κακοποίησης καί συκοφάντησης ἐκ μέρους τῆς παπικῆς καί φιλοπαπικῆς ἱστοριογραφίας καί γραμματείας, ὥστε νά ἀκυρωθοῦν στό διηνεκές οἱ ἐναντίον τοῦ Παπισμοῦ ἀγῶνες του.

Ἄς σημειωθεῖ ὅτι, ἕκτος ἀπό τόν ἅγιο Μάρκο τόν Εὐγενικό, πού ἄντεξε στούς ἐξευτελισμούς καί στίς πιέσεις καί δέν ὑπέγραψε τόν «ἑνωτικό» ὅρο τῆς ψευδοσυνόδου, τρία ἀκόμη πρόσωπα ἔφυγαν κρυφά, λίγο πρίν ἀπό τήν ὑπογραφή, γιά νά μή δεχθοῦν πιέσεις· ὁ ἀδελφός τοῦ αὐτοκράτορα, δεσπότης Δημήτριος Παλαιολόγος, ὁ γνωστός φιλόσοφος τοῦ Μυστρᾶ Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός καί ὁ ἅγιος Γεννάδιος Σχολάριος.

4. Ὁ Αὐτοκράτωρ Ἰωάννης Η΄ Παλαιολόγος

Θά περίμενε κανείς ὅτι, μετά τήν ἐπιστροφή τῆς ἀντιπροσωπείας στήν Κωνσταντινούπολη, ὁ ἅγιος Γεννάδιος θά ἔπεφτε στή δυσμένεια τοῦ βασιλέως καί θά ἔχανε τά ὑψηλά διοικητικά ἀξιώματα, πού κατεῖχε, ὡς καθολικός σεκρετάριος τοῦ βασιλέως, γενικός γραμματέας δηλ. τῶν ἀνακτορικῶν ὑπηρεσιῶν, καί καθολικός κριτής τῶν Ρωμαίων, γενικός δικαστής, δηλ., κάτι σάν πρόεδρος του Ἀρείου Πάγου ἤ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Συνέβη, ὅμως, τό ἀντίθετο. Κράτησε ἀκόμη καί τήν θέση του ὡς ἐπισήμου ὁμιλητή κάθε Παρασκευή σέ αἴθουσα τῶν ἀνακτόρων, ἐπί θεολογικῶν καί ἠθικῶν θεμάτων, μέ τήν παρουσία τοῦ βασιλιά καί τῆς συγκλήτου.

Ἡ εὐμενής αὐτή στάση τοῦ βασιλιά καί ἡ διατήρηση τοῦ ἁγίου Γενναδίου στίς ὑψηλές του θέσεις, ἀκόμη καί ὅταν, μετά τόν θάνατο τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ (1444), ἀνέλαβε ἐπισήμως ὡς διάδοχός του τόν ἀγώνα γιά τήν μή ἐφαρμογή τοῦ «ἑνωτικοῦ» ὅρου καί τήν ἀποτροπή τῆς ψευδοενώσεως, δείχνει ὅτι ὁ βασιλιά ἐσωτερικῶς ποτέ δέν δέχθηκε τά ὅσα ταπεινωτικά ἔγιναν στήν Φλωρεντία. Ἁπλῶς, ὡς ὑπεύθυνος πολιτικά γιά τήν τύχη τοῦ ἀπειλουμένου ἀπό τούς Τούρκους ἔθνους, βρέθηκε στριμωγμένος καί σέ ἀδιέξοδο. Ἡ ἐσωτερική του αὐτή ἀντίδραση ἐνισχύθηκε μετά τήν διαπίστωση τῆς γενικῆς κατακραυγῆς ἐναντίον τῆς ψυδοενώσεως, ὅταν ἐπέστρεψαν στήν Κωνσταντινούπολη.

Προκύπτει μάλιστα ἀπό τίς πηγές, ἀκόμη καί ἀπό τά λατινίζοντα «Πρακτικά» τῆς ψευδοσυνόδου, ὅτι μπροστά στίς ὁλοένα αὐξανόμενες ἀπαιτήσεις τῶν Λατίνων ὁ βασιλιάς ἦταν ἀνυποχώρητος καί εἶχε ἀποφασίσει νά ἀναχωρήσει, διασώζοντας τήν ὑπερηφάνεια τῆς αὐτοκρατορίας, ἀντί νά ὑποταγεῖ δουλικά στόν αἱρεσιάρχη «Πάπα». Γιά κάποια ἀπό τίς πολλές περιπτώσεις διαπραγματεύσεων καί ἀδιεξόδων γράφουν τά «Πρακτικά» : «Ἀπεκρίθη ὁ βασιλεύς· ἡμεῖς ἄλλο οὐδέν γράφομεν οὐδέ λέγομεν, εἰ μή ὅτι, ἐάν δέχησθε ὅσον ἐδώκαμεν, ἐνωθησόμεθα· εἰ δέ μή, ἀπελευσόμεθα»[37]. Καί ὅταν ὁ «Πάπας» τόν πίεζε, γιά νά ἐκβιάσει καί νά ὑποχρεώσει τούς συνοδικούς νά ὑπογράψουν, ὁ βασιλιάς ἔδωσε τήν ἑξῆς ἐνδιαφέρουσα ἀπάντηση, πού δείχνει καί τήν διαφορά τοῦ ἀπολυταρχικοῦ παπικοῦ πρωτείου ἀπέναντι στήν συνοδική ἐλευθερία τῶν Ὀρθοδόξων : «Ἐγώ γάρ οὐκ εἰμί αὐθέντης τῆς συνόδου, ἀλλ’ οὐδέ τυραννικῶς βούλομαι ποιῆσαι τήν σύνοδόν μου εἰπεῖν τί. Λοιπόν, οὐ δύναμαι βοηθῆσαι εἰς τά ρήματα, ἅ ὥρισεν ἡ ἁγιότης σου»[38].  Ὅ,τι, ὅμως, δέν ἔκανε ὁ αὐτοκράτορας, τό ἔκαναν οἱ περί τόν λατινίσαντα Βησσαρίωνα ἀρχιερεῖς, oι ὁποῖοι ἐκβίασαν τόν αὐτοκράτορα, λέγοντας ὅτι θά διασπάσουν τήν ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων, θά προκαλέσουν σχίσμα καί θά ἑνωθοῦν μέ τόν «Πάπα» : «Ἐάν ἡ βασιλεία σου οὐ θέλει ἑνωθῆναι, ἡμεῖς ἑνούμεθα· ταῦτα ἀκούσας ὁ βασιλεύς, ἐδειλίασε τήν στάσιν ἡμῶν καί δή ἤρξατο τήν ὁρμήν τῆς ἑνώσεως καί ὥρισεν εἰς τήν αὔριον συναχθῆναι»[39].

Ἀποκορύφωμα αὐτῆς τῆς εὐνοϊκῆς ὑπέρ τῶν Ὀρθοδόξων στάσεως τοῦ αὐτοκράτορα ἦταν ὅτι ἐπέτρεψε στόν Σχολάριο νά ἀντιπαραταχθεῖ ἐλευθέρως πρός τόν ἀπεσταλμένο τοῦ αἱρεσιάρχου «Πάπα» θεολόγο, λεγόμενο «ἐπίσκοπο» Κορτώνης Βαρθολομαῖο Lapacci, κατά τίς συζητήσεις στό παλάτι τοῦ Ξυλαλᾶ, οἱ ὁποῖες διεξήχθησαν κατ’ἄλλους μέν τό 1444, κατ’ἄλλους δέ τό 1445[40]. Κατά τίς συζητήσεις αὐτές ἐπιδίωξη τῶν αἱρετικῶν παπικῶν ἦταν ἡ ἀνανέωση τοῦ «ἑνωτικοῦ» ὅρου τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας. Γι’αὐτό παρίσταντο ὁ καρδινάλιος καί ἀνηψιός τοῦ αἱρεσιάρχου «Πάπα» Francesco Condulmer καί πολλοί ἀπό τους λατινόφρονες. Ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ ἁγίου Γενναδίου Σχολαρίου ἦταν συντριπτική. Ὁ ἐπίσημος θεολόγος τοῦ αἱρεσιάρχου «Πάπα» ὑπέστη δεινή ἧττα καί κανείς ἀπό τούς παρισταμένους δέν τόλμησε νά τείνει χεῖρα βοηθείας πρός τόν λεγόμενο «ἐπίσκοπο», πού δεχόταν ἰσχυρά χτυπήματα. Συντετριμμένος ἀπό τήν ἐμφάνιση τοῦ ἁγίου Γενναδίου ὁ Ἰσίδωρος Ρωσίας, καρδινάλιος πλέον, ἐπιδόθηκε σέ πολυχρόνια προσπάθεια συλλογῆς ὑλικοῦ ἀπό τά πρακτικά τῶν συνόδων, γιά νά ἀντιμετωπίσει τόν ἅγιο Γεννάδιο, χωρίς ὅμως νά τό ἀποτολμήσει, ὅταν κατά τό 1452 ἔγινε νέα ἀπόπειρα ἀνανεώσεως τοῦ «ἑνωτικοῦ» ὅρου.

Τό ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων στό παλάτι τοῦ Ξυλαλᾶ δέν ἦταν ἁπλῶς μία θεαματική νίκη στόν θεολογικό διάλογο μέ προσωρινές ἐντυπώσεις. Ἦταν οὐσιαστικῶς διόρθωση καί ἀνάκληση τοῦ «ἑνωτικοῦ» ὅρου τῆς Φλωρεντίας. Μετά τίς συζητήσεις συνετάγη τόμος, ὁ ὁποῖος ὑπογράφτηκε ἀπό τό μεγαλύτερο μέρος ὅσων ὑπέγραψαν τόν ὅρο τῆς Φλωρεντίας, τόν ὁποῖο γιά δεύτερη φορά ἀποκήρυτταν, μετά τήν πρώτη ἀποκήρυξη ἀμέσως μετά τήν ἐπιστροφή ἀπό τήν Ἰταλία. Ἡ σκέψη περί ὑπογραφῆς νέου λιβέλλου πίστεως ἀνήκει στόν βασιλιά, ὁ ὁποῖος θέλησε, μ’αὐτή του τήν ἐνέργεια, ν’ ἀπορρίψει ἀπό τήν συνείδησή του τό βάρος τῶν ταπεινωτικῶν συνθηκῶν τῆς Φλωρεντίας[41].

Ἡ ἔκβαση τῶν συζητήσεων τοῦ Ξυλαλᾶ, ἀλλά καί ἡ σαφῶς φιλορθόδοξη στάση τοῦ αὐτοκράτορα, παρά τήν προσποίηση τοῦ λατινισμοῦ, ἀποτελοῦν δικαίωση τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἁγίου Γενναδίου Σχολαρίου νά διατηρήσει τίς θέσεις του καί νά ἐπηρρεάζει ἐκ τοῦ σύνεγγυς τίς ἀποφάσεις τοῦ βασιλιά.

Μέ τίς συζητήσεις στό παλάτι τοῦ Ξυλαλᾶ ἄρχισε ὁ ἅγιος Γεννάδιος Σχολάριος τό νέο ρόλο του ὡς ἡγέτη τῶν Ὀρθοδόξων. Ἐγκαταλείπει πλέον τήν σιωπή καί τήν ἀπόκρυψη πίσω ἀπό τήν σκιά τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί ἐμφανῶς κατέρχεται στόν ἀνοικτό στῖβο, ἀναγνωρισμένος ἀπ’ὅλους ἡγέτης, ὄχι μόνο λόγῳ τῆς ὑποδείξεώς του ἀπό τόν ἅγιο Μᾶρκο τόν Εὐγενικό, ἀλλά καί λόγῳ τῶν ἀναμφισβήτητων προσόντων καί τῆς στερεᾶς καί ἀκλόνητης εὐσέβειας, ἡ ὁποία τόν καθιστᾶ ἀληθῆ διάδοχο τοῦ ἁγίου Μᾶρκου.  Στό ἑξῆς, ἀπό τό 1445 μέχρι τῆς πτώσεως τῆς Πόλεως τό 1453, κάτω ἀπό δύο αὐτοκράτορες, τόν Ἰωάννη Παλαιολόγο, μέχρι τό 1448, καί τόν Κων/νο Παλαιολόγο, ἀπό τό 1449 μέχρι τό 1453, καί κάτω ἀπό δύο καταστάσεις βίου, τοῦ λαϊκοῦ, μέχρι τό 1450, καί τοῦ μοναχοῦ, ἀπό ’κεῖ κι ἔπειτα, θ’ἀγωνισθεῖ μέ ὅλες του τίς δυνάμεις, γιά νά ἐπιτευχθοῦν δύο στόχοι. Ν’ ἀνατραπεῖ ἀφ’ἑνός ἡ ἐφαρμογή τοῦ ταπεινωτικοῦ ὅρου τῆς Φλωρεντίας, καί νά πεισθοῦν ἀφ’ἑτέρου ἄρχοντες καί λαός ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Πόλεως εἶναι περισσότερο ἐξασφαλισμένη, ἐάν στηριχθοῦν στίς δικές τους δυνάμεις καί ὀργανώσουν τήν ἄμυνα καί ὀχύρωση τῆς Πόλεως μέ δικά τους οἰκονομικά μέσα, ὅσες θυσίες κι ἄν ἀπαιτήσει αὐτό, παρά ἀναμένοντας τήν ἀμφίβολη βοήθεια τοῦ αἱρεσιάρχου «Πάπα», μέ τό ἀντάλλαγμα τῆς προδοσίας τῆς πίστεως[42].  

5. Ἡ Συνοδική καταδίκη τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας

Τόν «ἑνωτικό» ὅρο τῆς ἐν Φλωρεντίᾳ ψευδοσυνόδου τοῦ 1439 ἀπεκήρυξε καί κατέκρινε ὡς «ληστρική, ἐναγῆ, μιαρά, ἄθεσμη, ψευδοσύνοδο κ.τ.ὅ.»[43] ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ πανορθόδοξη ἐξέγερση. Αὐτό ἔγινε μέ :

α) Τήν Σύνοδο τῆς Μόσχας τοῦ 1441[44]. Στή Ρωσία ἡ ἕνωση ἀποδοκιμάσθηκε. Ὁ Ἕλληνας μητροπολίτης Ρωσίας Ἰσίδωρος μέ τόν Σουζνταλίας Ἀβράμιο ἀναχώρησαν ἀπό τήν Φλωρεντία στίς 6-9-1439, ἐπέστρεψαν δέ διά μέσου Κων/λεως, Οὐγγαρίας, Πολωνίας, Λιθουανίας καί Οὐκρανίας στή Μόσχα (19 Μαρτίου 1441), κηρύσσοντας παντοῦ τήν ψευδοένωση. Ὁ Ἰσίδωρος βεβαίως εἶχε ἀμειφθεῖ μέ τούς τίτλους τοῦ καρδιναλίου καί τοῦ ἀποστολικοῦ βικαρίου τῶν χωρῶν Ρωσίας, Λιθουανίας, Λεχίας (Πολωνίας) καί Λιβονίας. Ὁ Σουζνταλίας Ἀβράμιος καί ὁ ρῶσος ἱερέας Συμεών εἶχαν συνταχθεῖ στή Φλωρεντία μέ τόν Μητροπολίτη Ἐφέσου, κατά τήν ἐπιστροφή τους δέ στή Ρωσία καταπολέμησαν τήν ψευδοένωοη. Στή Μόσχα τελέσθηκε ἡ Θεία Λειτουργία στόν Ἱερό Ναό τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κρεμλίνου, κατά τήν ὁποία μνημονεύθηκε μετά τόν Πατριάρχη καί ὁ αἱρεσιάρχης «Πάπας», ἀναγνώσθηκε δέ ἀπό τόν ἀρχιδιάκονο ὁ ὅρος τῆς ψευδοενώσεως. Ὁ παριστάμενος τυφλός μέγας ήyεμόνας Βασίλειος ὀργίσθηκε καί ἀποδοκίμασε τά γενόμενα, συνέλαβε δέ τόν μητροπολίτη Ρωσίας καί συγκάλεσε σύνοδο γιά τήν κρίση του. Ὁ Ἰσίδωρος καθαιρέθηκε καί ἐγκλείσθηκε στήν Ἱερά Μονή Τσουντώφ, ἀλλά κατόρθωσε νά διαφύγει στό Τβέρ (15 Σεπτ. 1441). Ἐκεῖ συνελήφθη πάλι καί φυλακίσθηκε, ἀλλά καί πάλι διέφυγε (4 Μαρτ. 1442), γιά νά καταλήξει τελικῶς στή Ρώμη. Ἡ ψευδοένωση τῆς Φλωρεντίας καταδικάσθηκε ἀπό τή ρωσική σύνοδο, ὁ δέ Ἰσίδωρος ὑπῆρξε ὁ τελευταῖος Ἕλληνας μητροπολίτης Ρωσίας. Στόν καρδινάλιο πλέον Ἰσίδωρο ἀνατέθηκε ἀπό τόν παπικό θρόνο ἡ ἐφαρμογή τοῦ ὅρου τῆς ψευδοενώσεως στήν Ρωμαϊκή ὐτοκρατορία καί στή Ρωσία, ἀφοῦ ὁ Πατριάρχης Κων/λεως Μητροφάνης, παρά τίς καταβληθεῖσες προσπάθειες, δέν μποροῦσε νά ἐπιτύχει κάτι θετικό γιά τήν ἐπιβολή τῆς ψευδοενώσεως[45].

β) Τήν Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων τοῦ 1443[46]. Ἡ βαρειά μομφή ἐναντίον ὅσων ὑπέγραψαν τόν ὅρο τῆς ψευδοενώσεως ὡς «ἀργυρωνήτων», ἡ ὁποῖα ἐπαναλαμβανόταν συνεχῶς σέ ὅλη τήν ἐναντίον τῆς ψευδοενώσεως γραμματεία τῆς ἐποχῆς, καθιστοῦσε τή θέση τῶν λατινοφρόνων ἀνθενωτικῶν ἐξαιρετικά δυσχερῆ. Ἤδη, ζῶντος τοῦ ἄτλαντος τῆς Ὀρθοδοξίας ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, οἱ τρεῖς Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας Φιλόθεος, Ἀντιοχείας Δωρόθεος καί Ἱεροσολύμων Ἰωακείμ καί ὁ Μητροπολίτης Καισαρείας Ἀρσένιος ἐξέδωσαν τό 1443 συνοδική ἐπιστολή,  μέ τήν ὁποία κατεδίκασαν μέν τήν ληστρική σύνοδο τῆς Φλωρεντίας, χαρακτήρισαν δέ τόν Πατριάρχη Κων/λεως Μητροφάνη ὡς μητραλοία καί αἱρετικό, καθαίρεσαν καί, σέ περίπτωση παρακοῆς, ἀφόρισαν  ὅσους χειροτονήθηκαν ἀπ’αὐτόν.  Μέ ἄλλη ἐπιστολή ἀπείλησαν μέ ἀφορισμό τόν ἴδιο τόν αὐτοκράτορα, ἐάν ἐπιμείνει, προστατεύοντας μέν τόν Μητροφάνη, συντασσόμενος δέ μέ τούς Λατίνους[47]. Οἱ τρεῖς Πατριάρχες ἀνέθεσαν τήν ἐφαρμογή τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῶν Ἱεροσολύμων τοῦ 1443 κατά τοῦ Μητροφάνους καί ὅσων χειροτονήθηκαν ἀπ’αὐτόν στόν Μητροπολίτη Καισαρείας[48].

γ) Τήν Ἀπολογία τοῦ Κλήρου τῆς Κων/λεως πρός τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Η΄ τόν Παλαιολόγο τό 1443[49].

δ)  Οἱ Ἐκκλησίες Μολδοβλαχίας, Σερβίας καί Ἰβηρίας, μέ εἰδικές πράξεις, κατεδίκασαν τήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας[50].

ε) Τήν Σύνοδο τῆς Κων/λεως τοῦ 1450[51]. Στή Σύνοδο αὐτή παραβρέθηκαν, μεταξύ ἄλλων, καί οἱ τρεῖς Πατριάρχες, Ἀλεξανδρείας Φιλόθεος, Ἀντιοχείας Δωρόθεος καί Ἰεροσολύμων Θεοφάνης. Ἡ Σύνοδος καθήρεσε τόν λατινόφρονα Πατριάρχη Κων/λεως Γρηγόριο καί χειροτόνησε ἀντί αὐτοῦ τόν Ὀρθόδοξο Ἀθανάσιο. Ἐν συνεχείᾳ, ἀποκήρυξε τήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας ὡς «ψευδοσύλλογο ἀπατηλό, φενακισμό ἐγκόσμιο καί βίαιο». «Ἐπειδή, μέ πανουργίες καί φενακισμούς καί καταναγκασμούς καί χωρίς νά ἐξετασθεῖ ἡ ἀλήθεια, ἔλαβαν πέρας τά τῆς ψευδοσυνόδου ἑκεῖνης, γι’αὐτό καί στή δική μας διάνοια νά μείνουν ἄκυρα. Νά ἀθετειθεῖ δέ καί ἡ σύνοδος ἑκείνη, ἐπειδή εἶναι ἄκυρη καί ἀντικαθιστᾶ τίς ἅγιες καί Οἰκουμενικές Συνόδους. Ἑπομένως, νά εἶναι ἄκυρες καί οἱ ὑπογραφές καί ἡ κακή ἑκείνη συνέλευση καί νά εἶναι ἀλλοτρία ἀπό τίς Συνόδους, ἐπειδή ἦταν γεμάτη βία καί ἀπάτη. Γιατί, τίς μέν Οἰκουμενικές Συνόδους τίς ἐπικύρωσαν οἱ Πατριάρχες καί ἡ οἰκουμένη, αὐτή δέ οἱ Πατριάρχες μαζί μέ τήν Ἀνατολή τήν ἀθέτησαν ὡς θεομισῆ»[52].

στ) Τήν Σύνοδο τῆς Κων/λεως τοῦ 1484[53]. Ἠ Σύνοδος αὐτή, «ἥτις ἐν ἀνατροπῇ συνέστη τῆς ἐν Φλωρεντίᾳ», ἀποφάσισε : «Διά τοῦ παρόντος συνοδικοῦ τόμου καί τήν ἐν Φλωρεντίᾳ συστᾶσαν ἀνατρέπομεν σύνοδον, καί ἅπερ ὁ ἐκδοθείς αὐτῆς ὅρος περιέχει κεφάλαια, καί ἀργήν καί ἀνενέργητον ἀποφαινόμεθα ἀπό τοῦδε ταύτην εἶναι, καί ὡς μηδέ τό κατ’ἀρχάς ὅλως συστᾶσαν ἡγούμεθα καί ἔχομεν, ὡς ἀσύμφωνα δογματίσασαν καί πολέμια ταῖς πρό αὐτῆς ἁγίαις Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις περί τε τοῦ ζητήματος τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τῶν λοιπῶν…»[54].

ζ) Τήν ἀπάντηση τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, Κων/λεως Ἱερεμία, Ἀντιοχείας Ἀθανασίου καί Ἱεροσολύμων Χρυσάνθου, πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότας (1716-1725) ἀπορρίπτεται ἡ ἐν Φλωρεντίᾳ Σύνοδος, χαρακτηριζομένη ὡς «καϊαφαϊκόν συνέδριον, ὡς ληστρικόν τε καί βίαιον κ.τ.λ.»[55].

 η) Τήν Σύνοδο τῆς Κων/λεως τοῦ 1727[56].

Ἐπίλογος – Προτάσεις

Δέν θά ἦταν καθόλου τολμηρό καί ὑπερβολικό νά ὑποστηρίξουμε ὅτι στις ἡμέρες μας ζοῦμε μία ἀναβίωση τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας. Ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης, πού συνεκλήθη στα τέλη τοῦ Ἰουνίου 2016, εἶναι μία νέα Φερράρα-Φλωρεντία. Δεν εἶναι οὔτε ἁγία, οὔτε μεγάλη, οὔτε σύνοδος. Εἶναι μία ληστρική, Φλωρεντινή, αἱρετική, οἰκουμενιστική ψευδοσύνοδος. Γι’αὐτό θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἀδήριτη ἡ ἀνάγκη ἀμέσου συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, ἡ ὁποία

1) Νά καταδικάσει τή λεγομένη «σύνοδο» τῆς Κρήτης ὡς ληστρική, αἱρετική καί οἰκουμενιστική σύνοδο.

2) Νά καταδικάσει τά κείμενά της ὡς αἱρετικά.

3) Νά καταδικάσει τούς διοργανωτές, τούς πρωταγωνιστές, τούς συμμετέχοντες σ’αὐτήν, τούς ὑπογράψαντας καί ἀποδεχομένους τά αἱρετικά κείμενά της καί νά τούς ἐπιβάλλει τό κανονικό ἐπιτίμιο τῆς καθαιρέσεως.

4) Νά καταδικάσει τόν διαχριστιανικό καί διαθρησκειακό συγκριτιστικό Οἰκουμενισμό ὡς παναίρεση.

5) Νά ἀποφασίσει τήν ἀποχώρηση ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἀπό τό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλ. αἱρέσεων.

6) Νά τερματίσει κάθε κοινή ποιμαντική παράσταση τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς ἀλλοθρήσκους καί αἱρετικούς καί νά ἀποχωρήσει ἀπό τόν ἄγονο διάλογο τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τούς Παπικούς.

Εἶναι παγία ἡ τοποθέτηση τοῦ Σεβ. Μητρ. Πειραιῶς κ. Σεραφείμ[57] ὅτι ἡ Πανορθόδοξος αὐτή Σύνοδος, ἄν θέλει νά ἀποτελεῖ Ἱερά συνέχεια τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων στόν 21ο αἰώνα καί ἐπέκεινα, διακηρύσσοντας ὅτι «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν», ὠφείλει, στοιχοῦσα στό πνεῦμα καί τό γράμμα τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων, νά ἀποφασίσει καί τά ἀκόλουθα :

α) Νά ἀναγνωρίσει τίς θεωρούμενες ἀπὸ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους δύο Συνόδους τοῦ ἐνάτου καὶ δεκάτου τετάρτου αἰῶνος ὡς Οἰκουμενικές, δηλ. τήν Η´ ἐπὶ Μ. Φωτίου, τοῦ 879-880, καὶ τήν Θ´ ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ 1351, οἱ ὁποῖες, κατεδίκασαν ἡ μὲν πρώτη τὸ Filioque καί τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα ὡς αἱρέσεις, ἡ δὲ δεύτερη τὴν περὶ κτιστῆς Θείας Χάριτος καί Ἐνεργείας αἵρεση, διότι δι’ αὐτῆς προσβάλλεται ἡ σχέση τοῦ Θεοῦ πρός τήν κτίση Του καί ὀργανικῶς ἀνταλλάσσεται ἡ ἀπουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τό ἀλάθητο καί τό πρωτεῖο ἑνός ἀνθρώπου, καί ἑπομένως καὶ τὸν Παπισμό ὡς αἵρεση.

β) Νά ἐπικαιροποιήσει καί ἐπικυρώσει τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1282-1284), διά τῶν ὁποίων ἀκυρώθηκε ἡ ψευδοένωσις τῆς Λυών, καί τῆς Μεγάλης Συνόδου (1484), διά τῆς ὁποίας ἀκυρώθηκαν οἱ ἀποφάσεις τῆς ληστρικῆς Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας.

γ) Να καταδικάσει τό ψευδοπέτρειο δόγμα, πού στηρίζεται σέ πλαστογραφημένα στοιχεῖα (ψευδοκωνσταντίνειος δωρεά, ψευδοπιπίνειος δωρεά, ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις, ψευδοκλημέντεια), καθώς καί τίς διδαχές τῶν ψευδοσυνόδων I καί II Βατικανῆς καί νά ὁριοθετήσει τήν θέση τοῦ πρώτου στήν Ἐκκλησία, ὁ ὁποῖος κατά τόν 34ο Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, πού ἔχει Οἰκουμενική ἀναγνώριση (9ος Ἀντιοχείας, 1ος Δ΄, 2ος ΣΤ΄ καί 1ος Ζ΄) εἶναι πρῶτος μεταξύ ἴσων (Primus inter Pares) καί ὄχι πρῶτος ἄνευ ἴσου (Primus sine Paribus).

δ) Νά ἐκλέξει, νά χειροτονήσει καί νά ἐνθρονίσει στό πάλαι ποτέ περίπυστο Πατριαρχεῖο τῆς Ρώμης καί τῆς Δύσεως νέο Ὀρθόδοξο Πάπα Ρώμης, καί Ὀρθόδοξη Ἱεραρχία, μή ἀναγνωρίζοντας τόν σημερινό καταληψία τοῦ Πατριαρχείου τῆς Δύσεως καί αἱρεσιάρχη κ. Φραγκῖσκο (Horhe Bergolio). Ἔτσι, θά λύνονταν τά προβλήματα τοῦ Παπισμοῦ καί τῆς Οὐνίας.

ε) Νά ἀνιδρύσει Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες στήν Εὐρώπη, Ἀμερική, Καναδᾶ καί Αὐστραλία, λύνοντας ὁριστικῶς τό θέμα τῆς Διασπορᾶς, καί  τό σκάνδαλο τῶν ἐπαλλήλων δικαιοδοσιῶν, πού προάγει τήν αἵρεση τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, καί πού δέν θεραπεύεται μέ τό ἡμίμετρο τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων.

στ) Νά ἀκολουθήσει τήν Πατερική ὁδό μαχίμου ἐπανευαγγελισμοῦ τῆς Οἰκουμένης, μέ τήν δημιουργία δορυφορικῆς πλατφόρμας γιά τήν Ὀρθόδοξη μαρτυρία σέ 100 γλῶσσες. Μέ τόν τρόπο αὐτό, θά κονιορτοποιοῦσε τίς διαμονικές ψευδοθρησκεῖες καί αἱρέσεις μέ παγκόσμιο λόγο καί πατερική παρρησία, θά δόξαζε τόν Θεό καί θά διασφάλιζε τόν ἄνθρωπο καί τά πραγματικά δικαιώματά του.

ζ) Νά λύσει τό ἡμερολογιακό καί ἑορτολογικό μεῖζον θέμα, πού διασπᾶ ἀναποδράστως τή λειτουργική ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί πού κατά τρόπο ἀντικανονικό θεσμοθέτηθηκε στήν Ἐκκλησία αὐτή ἡ ἀπαράδεκτη λειτουργική διάσπαση, μέ τό γνωστό Συνέδριο τοῦ 1923, ἐπί Πατριάρχου Κων/πόλεως κυροῦ Μελετίου Μεταξάκη.

Μόνο μ’αὐτόν τόν τρόπο ἡ Ὀρθοδοξία θά ξεπεράσει τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης.


[1] K. Heussi, Kompendium der Kirchengeschicte, Tübingen 1909, σ. 280.

[2] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Ἡ ἅλωση τῆς Πόλης κατά τόν Γεννάδιο Σχολάριο», Θεοδρομία Η2 (Ἀπρίλιος – Ἰούνιος 2006) 219-239.

[3] Ἡ ὀρθόδοξη Ἐγκύκλιος τοῦ 1848 ἐκδόθηκε αὐτοτελῶς μέ τόν τίτλο : «Ἐγκύκλιος τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἐπιστολή πρός τούς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξους» στήν Κωνσταντινούπολη, ἀπό τήν πατριαρχική τοῦ γένους τυπογραφία, 1848, σέ ρωσική δέ μετάφραση στή Μόσχα τό 1849, καί στήν γαλλική μέ τίτλο «Lettre encyclique de S. S. Le Pape Pie IX aux chrétiens d’ Orient, et encyclique responsive des Patriarches et des Synodes de l’ Église d’ Orient. Traduites du grec par le docteur Dem. Dallas. Paris 1850». Τό 1935 δέ δημοσιεύθηκε καί ρουμανική μετάφραση τῆς Ἐγκυκλίου μαζί μέ τό ἑλληνικό πρωτότυπο καί εἰσαγωγή ἀπό τόν T. Popescu, Enciclica Patriarhitor Ortodocsi dela 1848. Studiu introductiv, text si traducere. Bucuresti 1935. http://oodegr.com/oode/papismos/apant_patriarx_se_pio1.htm

[4] Σ. ΣΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Vera historia Unionis non verae inter Graecos et Latinos, sive concilii Florentini exactissima narratio, graece scripta per Sylvestrum Sguropulum, ἐκδ. Rob. Greyghton, Hagae 1660, σ. 328.

[5] Β. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, «Φερράρας-Φλωρεντίας σύνοδος», ΘΗΕ, τ. 11ος, στ. 1020

[6] ΙΩΣΗΦ ΜΕΘΩΝΗΣ, Ἑρμηνεία ὑπέρ τῆς ἁγίας καί οἰκουμενικῆς ἐν Φλωρεντία συνόδου, PG 159, 1357B

[7] ΟΣΙΟΣ ἈΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΡΙΟΣ, Ἀντίπαπας, ἤτοι ἀγῶνες ὑπέρθαύμαστοι καί ἡρωϊκά παλαίσματα καίτῷ  ὄντι ὑπερφυή κατορθώματα τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Μάρκου ἀρχιεπισκόπου Ἐφέσου τοῦ πίκλην Εὐγενικοῦ, Βιέννη 1785, σ. 139.

[8] ΔΟΥΚΑΣ, Historia Byzantina, ἐκδ. Bekker, Βόννη 1834, σ. 216.

[9] Κ. ΠΑΠΑΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐκδ. ΣΤ΄, τ. Ε΄, Ἀθῆναι 1932, σ. 276.

[10] ΣΥΛΒΕΣΤΡΟΣ ΣΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ὅ. π.

[11] ΗΛΙΑΣ ΤΑΝΤΑΛΙΔΗΣ, Παπιστικῶν ἐλέγχων, τ. Α΄, σ. 174.

[12] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ, Ἐπιστολή πρός Θεοφάνην, P.G. 160, 1097C.

[13] Π. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, Σχέσεις Καθολικῶν καί Ὀρθοδόξων, Ἀθῆναι 1958, σσ. 524-525.

[14] ΣΥΛΒΕΣΤΡΟΣ ΣΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ὅ.π., σ. 332.

[15] Ὅ. π, σσ. 331-332.

[16] Ὅ. π.

[17] ΑΓΙΟΣ ΓΕΝΑΔΙΟΣ ΣΧΟΛΑΡΙΟΣ, Κατά τῆς προσθήκης… P.G. 160, 723D

[18] JOSEPH GILL, Ἡ Σύνοδος τῆς Φλωρεντίας, μετ. Καλοῦ Τύπου, Ἀθῆναι 1962, σσ. 409-410.

[19] Ὅ. π., σ. 410 (ὑποσημ. 1)

[20] Ὅ. π., σσ. 405, 407.

[21] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΦΕΣΟΥ, Ἐπιστολή πρός Θεοφάνην, P.G. 160, 1097AB.

[22] Σ. ΣΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Τά ἀπομνημονεύματα, ΧII, σ. 562

[23] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, P.G. 62, 626.

[24] Σ. ΣΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ὅ.π., σ. 566.

[25] Ὅ. π., σ. 554

[26] ΘΗΕ 8  761

[27] ΣΠ. Π. ΛΑΜΠΡΟΣ, Παλαιολόγεια καί Πελοποννησιακά, τόμ. Α΄, σσ. 21-22.

[28] Ὅ.π., σ. 22.

[29] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΦΕΣΟΥ, Ἐπιστολή πρός Θεοφάνην, P.G. 160, 1097D, 1100A.

[30] ΣΠ. Π. ΛΑΜΠΡΟΣ, ὅ. π., Πρός τόν καθηγούμενον τῆς ἐν Ἁγίῳ ὄρει μονῆς Βατοπεδίου, σ. 26

[31] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΦΕΣΟΥ, Τά εὑρισκόμενα ἅπαντα, τ. Α΄, σ. 384

[32] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Α΄, Ἀθῆναι 1952, σσ. 361-362.

[33]  Ὅ. π.

[34] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΦΕΣΟΥ, Ἐπιστολή πρός τινα πρεσβύτερον Γέωργιον τοὔνομα ἐν τῇ Μεθώνῃ σταλεῖσα

[35] Σ. ΣΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ὅ. π., σ. 548.

[36] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΦΕΣΟΥ, Ἀπολογία, P.G. 160, 536CD.

[37] Concilium Florentinum, Series B Vol. Vi, I, έκδ. J. Gill, σσ. 407, 420.

[38] Αυτόθι 421.

[39] Αυτόθι 425. Σχ. βλ. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Ἡ ἄλωση…, ἔνθ’’ἀνωτ., σσ. 229-230.

[40] Περί του χρόνου τῶν συζητήσεων βλ. O. KRESTEN, Eine Sammlung von Konzilsakten aus dem Besitze des Kardinals Isidoros von Kiev, Wien 1976, σ. 31 ἑξ.

[41] ΑΓΙΟΥ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ, Ἄπαντα τά εὑρισκόμενα, ἐκδ. L. PETIT – X. SIDERIDES – M. JUGIE, Oeuvres Completes de Georges Scholarios, τ. ΙΙΙ 99-100, Paris 1928-1936.

[42] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος, Βίος – Συγγράμματα – Διδασκαλία, ἔκδ. Β΄ Πατριαρχικό Ἴδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 30, Θεσ/κη 1988, σσ. 157, 158, 160, 161.

[43] ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, Ἀθῆναι 1952, σσ. 28-29

[44] A. PICHLER, Geschichte der kirchlichen Trennung zwischen dem Orient und Occident, Mϋnchen 1865, τ. ΙΙ, σ. 52 ἑξ.

[45] ΒΛΑΣΙΟΣ ΦΕΙΔΑΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμος Β΄, Ἀθήνα 1994, σσ. 625-626.

[46] Ι. ΣΑΚΚΕΛΙΩΝ, Κατάλογος τῶν χειρογράφων τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1892, σσ. 25-28. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων, ἐν Ἱεροσολύμοις καί Ἀλεξανδρείᾳ, 1910, σσ. 439-442.

[47] Κ. ΠΑΠΑΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐκδ. ΣΤ΄, τ. Ε΄, Ἀθῆναι 1932, σσ. 277-278. Β. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ἔκδ. Β΄, Ἀθῆναι 1959, σ. 395.

[48] Π. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Σχέσεις Καθολικῶν καί Ὀρθοδόξων, Ἀθῆναι 1958, σ. 525. Σχ. βλ. ΒΛΑΣΙΟΣ ΦΕΙΔΑΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμος Β΄, Ἀθήνα 1994, σ. 625. ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΠΙΛΑΛΗΣ, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός. Ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, τ. Β ΄, ἔκδ. Β΄ Ὀρθόδοξος Τύπος καί Σύλλογος «Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης», Ἀθήνα 2014, σ. 79.

[49] ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Ἀντίρρησις περί τῆς Ἀρχῆς τοῦ Πάπα, Ἰάσιο 1682, σ. 233 ἑξ. ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΒΛΑΣΤΟΣ, Δοκίμιο ἱστορικό περί τοῦ σχίσματος τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς κλπ., Ἀθῆναι 1896, σ. 218 ἑξ. ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Τόμος καταλλαγῆς, Ἰάσιο 1692, σσ. 422-431.

[50] ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΠΙΛΑΛΗΣ, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός, Ἡ  ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, τ. Β΄, ἔκδ. Ὀρθόδοξος Τύπος καί Σύλλογος «Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης», Ἀθήνα 2014, σ. 80.

[51] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, αὐτόθι, σ. 457 ἑξ. ΧΡ.ΠΑΠΑÏΩΑΝΝΟΥ, «Τά πρακτικά τῆς οὕτω λεγομένης ὑστάτης ἐν ἁγίᾳ Σοφίᾳ συνόδου (1450) καί ἡ ἱστορική ἀξία αὐτῶν», Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια 16 (1896/7) 117.

[52] ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, Μελέτη Ἱστορική περί τῶν αἰτιῶν τοῦ Σχίσματος, τ. Β΄, Ἀθῆναι 1912, σ. 257. ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΠΙΛΑΛΗΣ, ὄ. π.

[53] ΝΑΘΑΝΑΗΛ ΧΥΧΑΣ, Ἐγχειρίδιο περί τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα, ἐκδ. Ἀ. Δημητρακόπουλος, Λειψία 1869, σ. θ΄ – ιγ΄. A. PICHLER, ἐνθ’ἀνωτ., σ. 397.  Ε. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ, Ἐκκλησιαστικά σύλλεκτα, Σάμος 1891, σσ. 26-29. ΧΡ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Πρῶται σχέσεις Ὀρθοδόξων καί Λατίνων μετά τήν ἄλωσιν τῆς Κων/λεως, Ἱερουσαλήμ 1908, σ. 25 ἑξ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ – Μ. ΠΟΤΛΗΣ, Σύνταγμα τῶν θείων καί Ἱερῶν κανόνων, Ἀθῆναι 1852/9, V1 143-147

[54] ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά συμβολικά κείμενα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, σ. 25 ἑξ.

[55] MCC 37, 4435. ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά συμβολικά κείμενα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. 2, Ἀθήναις 1953, 6, σ. 788-820. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, Κείμενα δογματικῆς καί συμβολικῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Β΄, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 2000,  σσ. 384-431.

[56] J. MANSI, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima Collectio. Florentie et Venetiis 1757/98, Parisiis 1899/1927, 37, 895. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, Κείμενα δογματικῆς καί συμβολικῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Β΄, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 2000,  σσ. 489-501.

[57] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Λόγοι παραιτήσεως ἀπό τή συμμετοχή στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, 20-5-2016 https://www.imp.gr/home-4/anakoino8enta-deltia-typoy/anakoino8enta-deltia-typoy-2016/54- ανακοινωθέντα-δελτία-τύπου-2016/1066-α-ν-α-κ-ο-ι-ν-ω-θ-ε-ν-λογοι-παραιτησεωσ-απο-την-συμμετοχη-στην-αγια-και-μεγαλη-συνοδο.html

Share:
πνευματική ιδιοκτησία π. Ἀγγέλου Ἀγγελακοπούλου
error: Content is protected !!